Home alone


Σήμερα, 145 Αυγούστου και επειδή είμαι γνωστό στριμμένο άντερο είπα να διαβάσω ένα χαρούμενο και ανάλαφρο βιβλίο, απλώνοντας τα τριχωτά μου μπούτια μπροστά στην γλυκιά θαλπωρή του τζακιού – δεν υπάρχουν φωτογραφικά καρέ, δυστυχώς, λογοκρίθηκαν από το facebook! Η τηλεόραση να παίζει μόνη της για συντροφιά, με έναν Μακόλεϊ Κάλκιν εκνευριστικά κολλημένο στα εφτά χρόνια να μετράει τα δικά μου που αρχίζουν να βαραίνουν διπλά («Δεν αναφέρει με ευχαρίστηση αριθμούς, κάποιος που έχει φτάσει σε μια ορισμένη ηλικία»), και η αμμωνία που αναδίνουν οι κουραμπιέδες που ψήνονται να μετατρέπει το δωμάτιο σχεδόν σε θάλαμο αερίων. Αχ, Χριστούγεννα, η πιο ευτυχισμένη εποχή του χρόνου. Όλη η πλάσις α(να)γάλλεται! Υπάρχουν όμως και άνθρωποι που ζουν μονάχοι. Μην είστε σκληροί, ανοίξτε την καρδιά σας να πλημμυρίσει με αγάπη. Αυτά τα Χριστούγεννα σκεφτείτε για μια στιγμή όλους τους συνανθρώπους μας που είναι μόνοι τους – και αφήστε τους στην ησυχία τους!

Ανεξήγητη γραφή


Με Καββαδία μπάρκαρα σε αυτό το μπλογκ και με Καββαδία πάλι (ίσως) να ξεμπαρκάρω, αν πρώτα δεν με βρει ξαφνικά ο συγγραφικός θάνατος, γιατί ως γνωστόν, τα πουλιά τα βρίσκει ο χάρος στο φτερό – στην πένα, δηλαδή! Αν όμως είχα ταυτιστεί τόσο πολύ με τον Καββαδία όσο νομίζω εγώ και μερικοί από εσάς, θα έπρεπε να σταματήσω την παραπάνω φράση «στο φτερό» χωρίς πιθανές ή απίθανες ερμηνείες. «Όταν το άλλαξε, τού είπα: Τώρα όμως στο στίχο “το πρόσωπό σου θα το μούσκεψε το αγιάζι” πολύ λίγοι θα καταλάβουν αυτό που θέλεις να πεις – πως δηλαδή και οι δυνατοί μπορεί να κλαίνε. “Ας καταλάβουν ό,τι θέλουν”, είπε, αυτό είναι δική τους δουλειά». Αυτή είναι η δουλειά της υψηλής λογοτεχνίας, όχι ακριβώς να καταλαβαίνει κανείς μόνο ό,τι θέλει (και αυτό, όμως!), αλλά κυρίως να είναι ανοιχτή σε πολλαπλές ερμηνείες, που θα κάνει (μεταξύ άλλων) τους καθηγητάδες των επόμενων γενεών να σκύβουν πάνω από το έργο της. Πάει κάπου συγκεκριμένα το μυαλό σας;

Οι Έλληνες είμαστε τεμπέλ


Είδες; Η προκατάληψη καλά κρατεί. Αυτό πρέπει να αλλάξει. Σηκωθείτε από καναπέδες, κρεβάτια, ντιβανοκασέλες, φορέστε στραβά το (κίτρινο) γιλεκάκι και βγείτε στους δρόμους με όπλα στους ώμους. Ή μήπως όχι; Ωχ αδερφέ μου, ποιος τρέχει τώρα! Ψιλοβαριέμαι! […] «Η δράση είναι συνώνυμο της προόδου, η εργασία προϋπόθεση της καταξίωσης, η σκέψη αιχμάλωτη του θετικισμού. «Άνευ όρων, άνευ ορίων» η κοινωνία διατυπώνει αιτήματα, ορίζει δικαιώματα, κυρώνει υποχρεώσεις: ένας ολόκληρος νέος κόσμος οραματίζεται, ανακαλύπτει, εξερευνά τις νέες ουτοπίες. Το «σύνδρομο της ουτοπικής σκέψης» είναι διάχυτο, σχεδόν ολοκληρωτικό, καθώς οι αριστοκρατικές δομές και παραδόσεις δίνουν σταδιακά τη θέση τους (συχνά, όχι πρόθυμα) στον αστικό ριζοσπαστισμό (κοινωνικό, πολιτικό, πολιτισμικό) που αναδύεται μέσα από επαναστάσεις και εξεγέργεις («Aux armes, citoyens!» προτρέπει η «Μασσαλιώτιδα»), που άλλες θα πνιγούν στο αίμα, άλλες θα εμπεδώσουν κράτη-έθνη και άλλες θα εκθρέψουν τον ιακωβινισμό ή την τρομοκρατία». Ποια η θέση του αργόσχολου μέσα σ’ όλα αυτά; Άκου μάνα, αυτό το βιβλίο γράφτηκε για σένα, για όλες εκείνες τις φορές που είπες τον γιο σου τεμπελχανά και αχαΐρευτο. Θα στο κάνω δώρο στις γιορτές – μόνο μην μου πεις ότι βαριέσαι να το διαβάσεις. 

Ποιος απ’ τους δυο μας επινόησε τον άλλο


Επειδή ο «Ροβινσώνας» ήταν το βιβλίο του 2018 για μένα, αποφάσισα να κλείσω την αναγνωστική χρονιά με μερικές παραλλαγές πάνω στον σπουδαίο μύθο του. Επέλεξα το βιβλίο του Τζ. Μ. Κούτσι «Μια γυναίκα στο νησί του Ροβινσώνα»· ωραίο τίτλο διάλεξε, ποιος;, ο συγγραφέας σίγουρα όχι! Δείτε τον πρωτότυπο τίτλο, «FOE», – μοιάζει σχεδόν με αρκτικόλεξο – ενώ η μετάφρασή του είναι ένα flash διήγημα σαν εκείνα που φημολογείται ότι έγραφε ο Χέμινγουει για να τον κερνάνε Daiquiri στα μπαρ («For sale, Baby shoes, Never worn»). Τέλος πάντων, ας μην γίνω αιτία να χάσουν κάποιοι άνθρωποι την δουλειά τους, χρονιάρες μέρες! Ας μπούμε λοιπόν γρήγορα στις λεπτομέρειες της ιστορίας, γιατί ο Παρασκευάς σίγουρα θα έχει βαρεθεί να κρατάει τόση ώρα το φανάρι. 

Winter is coming


Εγώ όταν ακούω για το «Game of Thrones» παθαίνω αναφυλαξία, βγάζω… φολίδες σε όλο μου το σώμα. Μόλις όμως διάβασα ένα μικρό απόσπασμα από την εισαγωγή της μεταφράστριας Αγορίτσας Μπακοδήμου, ένα εκδικητικό χαιρέκακο καμπανάκι ήχησε μέσα μου σε γιορτινούς τόνους! «Η υπόθεση του Μαύρου Βέλους εκτυλίσσεται σε μια ιδιαίτερα σκοτεινή περίοδο της Ιστορίας, που έγινε γνωστή ως ο Πόλεμος των Ρόδων. Ο ρομαντικός αυτός τίτλος δόθηκε στον εμφύλιο πόλεμο που ξέσπασε το 1459 στην Αγγλία ανάμεσα στους δύο μεγαλύτερους οίκους ευγενών. Ο oίκος των Γιορκ, που είχε ως έμβλημα το λευκό ρόδο, και ο οίκος των Λάνκαστερ, που είχε το κόκκινο ρόδο, διεκδικούσαν τον θρόνο της Αγγλίας, επειδή ο Ερίκκος ο Ε’ βρισκόταν σε κατάσταση παραφροσύνης και δεν μπορούσε να ασκήσει τα καθήκοντά του. Η βασίλισσα όμως αρνούνταν να ορίσει το δούκα του Γιορκ επίτροπο του θρόνου, φοβούμενη ότι θα απέκλειε από τη διαδοχή τον ανήλικο γιο της και θα ανακηρυσσόταν ο ίδιος βασιλιάς». Από την αμετροέπεια και την πλήξη του Τζορτζ Μάρτιν προτιμώ χίλιες φορές την θαυμαστή οικονομία του Στήβενσον. Traitor at the Wall! 

Το πειρατικό του Captain Jimmy


Μετά την τρελή πορεία που διαγράψαμε, αφότου σαλπάραμε με τις «Περιπέτειες του Ροβινσώνα Κρούσου», αγκυροβολήσαμε για ανεφοδιασμό σε έναν άλλο αγγλοσάξονα συγγραφέα με εξίσου σπουδαίες συγγραφικές ναυσιπλοΐες. Ο Ρόμπερτ Λιούις Στήβενσον και το διάσημο «Νησί του θησαυρού» του – και όχι «των θησαυρών» όπως το θέλουν διάφορες εκδόσεις/διασκευές που κυκλοφορούν, ένας ήταν ο θησαυρός. Μεταξύ μας, μακάρι να ήταν πολλοί, μπας και περίσσευε τίποτα και για μας! Βέβαια, το πλοίο δεν ήταν πειρατικό, οι συνθήκες το έφεραν έτσι μιας και βγήκε να αναζητήσει πειρατικό θησαυρό· ούτε ο Τζιμ Χόκινς ο νεαρός πρωταγωνιστής του βιβλίου ήταν ο καπετάνιος, οι συνθήκες το έφεραν έτσι και η τρελή φαντασία του Στήβενσον. Άντε, να λύσουμε, να ξεκινήσουμε.

Δεν γίνονται αυτά εδώ


Εδώ γράφω μόνο για βιβλία. Σπανιότατα αφιερώνω αναρτήσεις για σειρές ή ταινίες, κυρίως για εκείνες που με συγκλόνισαν και μου άρεσαν πολύ. Για την ώρα, η εξής μία: το «Twin Peaks». Το «House of Cards» θα μπορούσε να είναι η δεύτερη (και θα είναι αφού ήδη γράφω ανάρτηση), αλλά για τους λάθος λόγους. Για την απογοήτευση και το φιάσκο του έκτου και τελευταίου κύκλου και πώς αυτός κατέστρεψε δραματουργικά όλο το χτίσιμο των υπολοίπων. «Ξέρω, θέλετε να μάθετε τι του συνέβη πραγματικά. Ένας άντρας σαν τον Φράνσις δεν πεθαίνει απλώς. Αυτό θα ήταν… ποια είναι η λέξη; Βολικό.», μας λέει όλο νόημα η Κλερ Άντεργουντ στο τέλος του πρώτου επεισοδίου, καθώς φοράει το δαχτυλίδι του άντρα της και υψώνει το μεσαίο της δάχτυλο, στρέφοντας υπαινικτικά προς την κάμερα. Αυτό το κωλοδάχτυλο όμως δεν αποτελεί μέρος της όποιας πλοκής, είναι απλώς η ξεδιάντροπη απάντηση της παραγωγής προς τους εκατομμύρια θεατές της σειράς που την αγάπησαν και την αγκάλιασαν. Και γω προσωπικά, τέτοια χειρονομία, την επιστρέφω πίσω. 

Σαν ναυαγοί, σαν ροβινσώνες


Ο βιασμός ενός βιβλίου και ενός συγγραφέα γίνεται με τις διασκευές. Συγγραφείς μεγάλου βεληνεκούς και εξαιρετικού κύρους όπως ο Ντάνιελ Ντιφόου, ο Ρόμπερτ Στήβενσον, ο Ιούλιος Βερν και ο Τζόναθαν Σουίφτ (με την ευκαιρία, να ξαναπώ ότι «Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ» είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία. Δεν είναι απλώς ένα από τα καλύτερα βιβλία του είδους· ή του 18ου αιώνα· ή της αγγλοσαξονικής λογοτεχνίας. Πέρα από κάθε είδους περιορισμό, τροπικό, χρονικό ή χωρικό, το βιβλίο του Σουίφτ είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία που έχουν γραφτεί επί γης) αντιμετωπίζονται από το αναγνωστικό συγγραφικό φαντασιακό σαν μικρομέγαλοι συγγγραφίσκοι που είχαν κόλλημα με την παιδική ηλικία και ανακλύκλωναν απλοϊκές ιστορίες που δεν πρέπει να διαβάζονται μετά τα δώδεκα – λες και το να είσαι παιδί είναι ιδιότητα μόνο ενός παιδιού. Κούνια που σας κούναγε! 

Backup & Recovery


Το data loss όταν μιλάμε για βιβλία του Πύντσον είναι δεδομένο, δεν αναφέρομαι σ’ αυτό. Αναφέρομαι στην γενικότερη αίσθηση που μου προκαλεί η ανάγνωσή τους – στην ανασυγκρότηση και ίαση που νιώθει η ύπαρξη μου ακριβώς μετά, κάτι που είχα περιγράψει ποικιλοτρόπως στις αρκετές αναρτήσεις που του έχω αφιερώσει. Τώρα, δε θα ξαναμιλήσουμε γι’ αυτό (μη γελάτε, σιλάνς!), θα επικεντρωθούμε περισσότερο στο βιβλίο του, που είναι ένα από τα πρώτα σπουδαία βιβλία του 21ου αιώνα και το είχα αδικήσει όταν το είχα περιγράψει κάπως επιφανειακά στην αναγνωστική σκυταλοδρομία. Για την τεχνολογία ο λόγος – ένας κόσμος συνωμοσιών, αλγορίθμων της βλακείας, ιδιοτέλειας, poke, κρυψίνοιας, followers και καθυστερημένων. «Εμείς το φτιάχνουμε, εμείς το απενεργοποιούμε. Βλοσυρή σε βλέπω. Εμείς εδώ είμαστε πέρα από το καλό και το κακό, η τεχνολογία είναι κάτι το ουδέτερο, σωστά;» Ναι, καλά, αυτά να τα πεις στους εισηγητές των θεμάτων της έκθεσης των Πανελληνίων! Άντε, κάνε με add, είμαι (reader) block.

Η ανατομία της μελαγχολίας


Αν κάποιος σου έλεγε, «Δείχνεις λίγο μελαγχολικός σήμερα», μέχρι που θα το έπαιρνες και για κομπλιμέντο! Αντί αυτού, αν σου έλεγε, «Δείχνεις κάπως καταθλιπτικός σήμερα», θα του έριχνες ένα βλοσυρό βλέμμα και μπορεί και να τον έβριζες ακόμη, αν η κατατονία δεν είχε καταλάβει υπό την εξουσία της τις εναλλαγές των διαθέσεών σου. Μελαγχολία και κατάθλιψη είναι το ίδιο πρόσωπο που ακούει σε δυο ονόματα, το Ευγενία έγινε Τζένη και το Τερψιχόρη έγινε Έρση, εσύ θα διαλέξεις ποιο σου ταιριάζει καλύτερα.

Yoga Master


Ο Άρθουρ Καίσλερ είναι μεγάλος διανοούμενος και μυθιστοριογράφος – με μοιρασμένες ισομερώς αυτές τις ιδιότητες. Ωστόσο, αναπόφευκτα, αναδύονται και οι αναγνωστικές προτιμήσεις. Ψιλοβαριέμαι «Το Μηδέν και το Άπειρο» αλλά λατρεύω «Κολ-γκερλς» (oops, awkward!). Αυτό που μου την δίνει πιο πολύ είναι ότι οι περισσότερες εκδόσεις που κυκλοφορούν είναι κάτι άθλιες, σαφρακιασμένες, από την εποχή της Κόκκινης Επανάστασης. Τόσο ζωντανό περιεχόμενο σε τόσο άθλιο περιτύλιγμα – κατά κόρον, σήμερα, συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο, δείτε γύρω σας τι εκδίδεται! Ίσως κάποια από τα άρθρα του να είναι ελαφρώς παρωχημένα πλέον, δεν μπορείς όμως να αγνοήσεις την δύναμη του μυαλού, την διαρκή πρόθεση να επεκταθεί, να κατανοήσει χωρίς να δικαιολογήσει, να καγχάσει με τις πλάνες του, όπως το θέτει και ο ίδιος ο Καίσλερ σε μια παρομοίωση για τον άνεμο, «το μόνο που μπορεί να κάνει κανείς είναι να ταξιδεύει ακόμη περισσότερο συνειδητά και ακόμη λιγότερο πρόθυμα». Διαβάστε τον, θα ανοίξει τα τσάκρα σας.

Στόμα έχεις, φωνή έχεις, ούρλιαξε!

 
Επιστημονική φαντασία δεν διαβάζω αρκετή· συνήθως την ζω μέσω των συναναστροφών μου με τον δημόσιο τομέα της χώρας και των υποψήφιων εργοδοτών μου που κατά πλειοψηφία προέρχονται από άλλον πλανήτη! Δεν σας κρύβω όμως ότι την γουστάρω πολύ αυτή την λογοτεχνία (όπως και τις ταινίες), είναι τρελή και προκλητική. Και πάντα επίκαιρη, γαμώτο. Να, όπως τώρα, μέρες Σεπτεμβρίου όπου εκαντοντάδες γονείς αφού πήραν την δύσκολη απόφαση να μην εμβολιάσουν τα παιδιά τους, καλούνται να πάρουν μια ακόμα πιο δύσκολη απόφαση και να αποφασίσουν αν θα απαλλάξουν ή όχι τα παιδιά από το μάθημα των θρησκευτικών που πρόκειται να τα εμβιολιάσει με δογματισμό και προκατάληψη. Δεν θα βρείτε τίποτα πιο ταιριαστό για την περίσταση από το εξαιρετικό «Πουλί του θανάτου» του Χάρλαν Έλλισον. «Και ως αποχαιρετιστήριο χτύπημα, μια νέα εκδοχή της Γενέσεως που προωθεί την αντίληψη ότι το φίδι ήταν ο καλός της ιστορίας κι ότι πήρε κακές κριτικές μόνο και μόνο επειδή το δελτίο Τύπου το έγραψε ο ίδιος ο Θεός».

Δεν πας για ψάρεμα;


Ο Όσκαρ Ουάιλντ υπήρξε πρώιμος αναγνωστικός μου έρωτας. Τον λάτρεψα περισσότερο για τις αιχμηρές του κυνικές παρατηρήσεις παρά για τα γραπτά του. Η φράση του «Κυνικός είναι αυτός που γνωρίζει την τιμή των πάντων και την αξία του τίποτα» είναι από τις πλέον αγαπημένες μου – έτσι όπως την βλέπετε διατυπωμένη, όμως· έχω δει και άλλες ελληνικές εκδοχές της και δεν μου άρεσαν όσο η σαφήνεια και η παιγνιώδης διάθεση της παραπάνω διατύπωσης. Τα γραπτά του συνεχίζουν να ακτινοβολούν την γοητεία τους πάνω στους αναγνώστες αν και περιορίζονται στα στενά όρια του κινήματος του Αισθητισμού, όμως, είναι ακριβώς αυτές οι (ακριβείς) ρήσεις του που με ιμπεριαλιστική διάθεση διαπερνούν και προσπερνούν τον κυνικό αιώνα μας. «Είμαι τόσο έξυπνος, που μερικές φορές δεν καταλαβαίνω λέξη απ’ όσα λέω»!

Το βιολί του, αυτός


Από την στιγμή που διάβασα το «Μούνφλιτ» έπειτα από παρότρυνση καλής φίλης και σε εντελώς λάθος ηλικία, κάτι σκίρτησε εντός μου. Δεν μπορεί να είναι τόσο καλός, πρέπει να διαβάσω οπωσδήποτε και κάποιο άλλο δικό του. Είναι και αυτό το ερεθιστικό επίθετο που σε κεντρίζει, όλες αυτές οι μικρολεπτομέρειες μετράνε πολύ φίλοι μου, ξέρετε τι Joyce Carol Oates και Joyce Mansour και Τζόυς Ευείδη έχω μελετήσει εγώ κατά καιρούς; (Να πούμε εδώ ότι με χαρά έμαθα πως γυρίζεται η τρίτη σεζόν του «Καφέ της Χαράς» 15 χρόνια μετά την διακοπή της· Twin Peaks-Κολοκοτρωνίτσι… ένα «Σχέδιο Καλλικράτης»). Το είχα προτείνει σε ένα κορίτσι 12 χρόνων στην βιβλιοθήκη και όταν την ρώτησα πώς της είχε φανεί, μου είπε μισοένοχα-μισοντροπαλά ότι από ένα σημείο και μετά δυσκολεύτηκε να το παρακολουθήσει, της φάνηκε κάπως δύσκολο και το παράτησε. Την κατάλαβα απολύτως, πρώτον γιατί είχε δείξει πρωτύτερα τις δυνατότητές της, δεν ήταν εκείνη η τυπική έφηβη αναγνώστρια των «Ημερολογίων μιας ξενέρωτης», και δεύτερον, γιατί όντως είναι δύσκολος ο Φόκνερ (ποιος Φόκνερ, δεν είναι, εδώ που τα λέμε!). Η μικρή σίγουρα θα έχει τις ευκαιρίες να αναθεωρήσει. Με σας εκεί έξω δεν ξέρω τι θα γίνει. Το βιολί σας, κι εσείς.

RIP Mattia Pascal


Είθε το facebook να αναπαύσει τη ψυχούλα σου! Με εκατοντάδες συναισθηματικές και αναθηματικές αναρτήσεις και άλλα τόσα δακρυσμένα emoticons, όπως κάνει ανελλιπώς τα τελευταία χρόνια. Η λίστα του θανάτου αυξάνεται ανάλογα με την λίστα των φίλων σου. Ξέρεις ποιος είμαι εγώ ρε; Για πες, ποιος. Είμαι αυτός που έχει διαβάσει όλα τα βιβλία του Φίλιπ Ροθ, τον ξέρω τόσο καλά όσο αυτός το πέος του! Τι λε ρε, εσύ ξες ποιος είμαι εγώ; Χμ... για να μάθουμε; Ένα θα σου πω, έχω δει την Αρλέτα live, ναι, live!! Ωωωω, φίλε, τα παρατάω, συγγνώμη για το θράσος μου. Να ζήσεις να την θυμάσαι! Μέσα σε όλες αυτές τις αναθηματικές κονταρομαχίες λοιπόν, εγώ επιλέγω να μνημονεύσω τον Ματία Πασκάλ, ο οποίος στην τελική πέθανε δύο φορές. ΔΥΟ φορές, bitch. Πιάσε ξαπλώστρα και λάρωσε, ξεκινάω. Pirandello on the beach!

Candide Camera


Smile, it's Candide! Μετά την παταγώδη αποτυχία μου να απολαύσω το «Μπουβάρ & Πεκισέ» του Φλωμπέρ, και ψάχνοντας τα αίτια και τα αιτιατά του αναγνωστικού μου κάζου, το πιο κοντινό σε φάρσα με φιλοσοφικές καταβολές, που είχα στην βιβλιοθήκη, ήταν ο «Καντίντ» του Βολταίρου. Βέβαια, το βιβλίο του Βολταίρου είναι πικαρέσκο και περισσότερο συγγενεύει με τον Σιμπλίκιο Σιμπλικίσιμο – εξάλλου Candide σημαίνει «αγνός», «αθώος», «ντουγάνι» που λέει και μια φίλη μου... το ίδιο ακριβώς που σημαίνει και το Σιμπλίκιος – παρά με τους ήρωες του Φλωμπέρ (ούτε και κείνοι είναι ξεφτέρια, όμως). Βολταίρος και Φλωμπέρ στηρίζουν τα βιβλία τους σε φιλοσοφικές ιδέες και σε μια διάθεση για ειρωνεία και σάτιρα πάνω τους. Ο Φλωμπέρ (υποψιάζομαι) τα καταφέρνει καλύτερα στο φιλοσοφικό παρασκήνιο αλλά χάνει σε χιούμορ και ειρωνεία· ο Βολταίρος παίζει αρκετά χαλαρά με τον φιλοσοφικό ιστό των ιδεών που παρωδεί, αλλά πεθαίνεις στο γέλιο. Δεν θα το φιλοσοφήσουμε παραπάνω, ψηφίζουμε γέλιο!

Αν υπάρχει παράδεισος

 
Τότε είναι στα μάτια σου... δηλαδή στις σελίδες που διαβάζεις! Ο Μάριο Βάργκας Λιόσα, από το πρώτο του βιβλίο που διάβασα με καθήλωσε, και δεν ήταν καν από τα σπουδαιότερα ή τα πιο γνωστά. «Το όνειρο του Κέλτη», μια μυθιστορηματική βιογραφία για τον Ιρλανδό Ρότζερ Κέιζμεντ, τον πρώτο από τους Ευρωπαίους που κατήγγειλαν τις φρικαλεότητες της αποικιοκρατίας, αποδείχθηκε ένα ονειρικό ανάγνωσμα. Ο Λιόσα είναι μεγάλο συγγραφικό ταλέντο και αδιαφορώ πλήρως για τις πολιτικές ή άλλες πεποιθήσεις του. Μια ζωή η ίδια βαρετή ιστορία. Μια ζωή ο Σελίν να σας κοροιδεύει κατά πρόσωπο! Η τέχνη αδιαφορεί ολοκληρωτικά για το αν οι καλλιτέχνες είναι κάφροι, φασίστες, εγκληματίες ή κτηνοβάτες. Ο νόμος ενδιαφέρεται για αυτά (εφόσον υπάρχει παράβαση) και καλά θα κάνει να συνεχίσει να το πράττει. Το να μποϋκοτάρεις το έργο ενός καλλιτέχνη επειδή, ας πούμε, έβρεχε το κρεβάτι του μέχρι τα 27 είναι εντέλως γελοίο! Το αυτό συμβαίνει και για θετικές παρεμβάσεις, να τον λατρεύεις επειδή ας πούμε ταΐζει τις αδέσποτες γάτες ή κάνει ανακύκλωση. Αυτό μου θυμίζουν κάτι ανάλογες συζητήσεις. Δηλαδή, διασπείρει ρατσιστικές ιδέες ο Σελίν και όχι οι ειδήσεις στην τηλεόραση; Σας παρακαλώ πολύ, ελάτε στον 21ο αιώνα, ανοίξαμε και σας περιμένουμε. Την καλή λογοτεχνία δεν την ενδιαφέρει η προπαγάνδα, και στον αντίποδα, όσους ενδιάφερει η προπαγάνδα (ή πέφτουν θύματά της) δεν τους ενδιαφέρει η καλή λογοτεχνία. Ξεκάθαρα πράγματα, πεντακαθαρίδης. Βέβαια, τι είναι καλή λογοτεχνία, τι είναι προπαγάνδα, τι είναι τέχνη, πού είναι τα όρια της, κλπ, καλό είναι να τα λύσει ο καθένας μας με τον καθρέφτη του μπάνιου του και αφού θα έχει κάνει πρώτα ένα κρύο ντους για να κατευνάσει τις διανοητικές του ορμές.

Ο αμφίβολος επισκέπτης


Χαρά μεγάλη νιώθω όταν φτάνουν τα νέα βιβλία στην βιβλιοθήκη. Ευλόγως θα με ρωτήσετε, πώς γίνεται να νιώθω χαρά κάτι τέτοιες στιγμές. Τι να πω, μερικές φορές αισθάνομαι ότι είμαι πραγματικά ανάλγητος απέναντι στην σκληρή ζωή· τη δική μου αλλά και γενικότερα. Ίσως γιατί τα βιβλία είναι η φωτιά που καίει μέσα μας για να εξισορροπήσει τις φωτιές που καίνε έξω από μας; Κάπως έτσι. Δεν έχει και σημασία άλλωστε. Σήμερα στην βιβλιοθήκη ήρθαν μια χούφτα παιδιά για μια προγραμματισμένη δημιουργική δράση, γεμάτα χαρά, γέλια, διάθεση για αστεία, ποδοβολητά. Κόντρα στο «εθνικό» πένθος, κάποιοι έπρεπε να τα υποδεχτούν με ανάλογα συναισθήματα και τα ίδια – ει δυνατόν – να διατηρήσουν αυτά με τα οποία ήρθαν. Συγγνώμη αλλά δεν μπορώ να νιώσω πένθος για ανθρώπους που δεν ξέρω. Πένθος νιώθεις μόνο για όσους ξέρεις. Το πένθος είναι μια τρόπον τινά χημική αντίδραση που κατακλύζει τον οργανισμό σου όταν αντιλαμβάνεσαι ότι από ανθρώπους που γνωρίζεις μένουν πλέον μόνο αναμνήσεις. Συγκίνηση νιώθω. Και ευαισθησία, επίσης, για μια ανθρώπινη τραγωδία τέτοιου μεγέθους. Δεν μπορώ όμως να αντιλαμβάνομαι την ζωή μου μόνο με το θυμικό, ακόμα και αν βρίσκομαι εν μέσω μιας θυμικής έξαρσης. Κάτι τέτοιο θα μου ήταν αφόρητο και απάνθρωπο. Μπορεί να μην έχω διαβάσει Τζέιν Ώστεν και να μην ξέρω καν τι πραγματεύεται στο βιβλίο της, αλλά το «Λογική και ευαισθησία» είναι ένα μότο που το θυμάμαι και το κουβαλάω πάντα μέσα μου, σε σχετικές ή άσχετες στιγμές. Και μιας και επιστρέψαμε στα βιβλία, ας μείνουμε σ’ αυτά.

Joyce's echo


Εκών άκων, κάποια στιγμή θα το διάβαζα και το συγκεκριμένο βιβλίο. Ο νεαρός Ουμπέρτο Έκο ασχολήθηκε εντατικά με δύο πεδία: τον μεσαίωνα και τον Τζόυς· «Εδώ γεννιέται το ερώτημα αν οι μεσαιωνικοί ρήτορες προπορεύονταν του καιρού τους ή αν τελικά οι ρίζες των διαφόρων σύγχρονων ποιητικών... θα έπρεπε να αναζητηθούν, ακριβώς εξαιτίας της μεσολάβησης του Τζόυς, στο μεσαίωνα» [Ε. Faral, Les arts poetiques du XIIme et du XIIIme siecle, Paris, Champion, 1923, σελ. 60]. Επειδή ζω χρόνια τον εργασιακό μεσαίωνα και τώρα που τελείωσε η βραχύβια εργασία μου θα ξανασύρω την αλυσίδα της ανεργίας στα κάτεργα της μόνιμης πολιτικής ανορθότητας, σκέφτηκα να ξεφύγω κάπως από την πραγματικότητα με λίγο Τζόυς και την ποιητική του. Η ποιητική ομορφαίνει τη ζωή, νεσπά; Ο Τζόυς είναι μια διαρκής διαδικασία μαθητείας – όπως ακριβώς και ο ΟΑΕΔ – και είναι πολύ δύσκολο να τον εξηγήσεις με δυο λόγια στους απέξω, όπως ακριβώς και τον ΟΑΕΔ σε εκείνους που δεν έχουν βγάλει ακόμα κάρτα ανεργίας.

Italianized Irishman


Όλοι εσείς που νιώθετε ακαθόριστο μίσος για τον Τζόυς ή τον θεωρείτε έναν σχιζοφρενή κάφρο που φλόμωσε επίτηδες την λογοτεχνία του με δυσερμήνευτα και κρυπτικά μηνύματα, αναλογιστείτε τούτο (για να νιώσετε χειρότερα): το βιβλίο που κρατάω στα χέρια μου είναι 220 σελίδες μεγάλου σχήματος, αν αφαιρέσουμε χοντρικά τις 20 σελίδες που δείχνουν μερικές φωτογραφίες και την βιβλιογραφία στο τέλος, θα μείνουν 200. Θέλετε να κόψω άλλες 10; 190, να τα αφήσω; Ωραία, από αυτές τις 190 μόλις οι 16 σελίδες (εν πολλοίς αραιογραμμένες) είναι του ίδιου του Τζόυς – συν άλλες 16 αντικριστές σελίδες η μετάφραση. Σας την δίνει στα νεύρα όλο αυτό; Πολύ το γουστάρω! Κι αν αυτή η λεπτή σύμβαση κουράζει τον αναγνώστη, ας σκεφτεί ότι στην παγκόσμια λογοτεχνία κανείς συγγραφέας που σέβεται τη δουλειά του δεν υποβάλλει προφανείς ερωτήσεις («Who?») με προφανή απάντηση («She»). Οπωσδήποτε ο Τζόις ανήκει στους συγγραφείς εκείνους που θέτουν ψηλά τον πήχη ως προς αυτόν τον θεμελιώδη κανόνα της αναγνωστικής προσδοκίας και απόλαυσης.

Άρης να γουστάρεις


Κάποιες στιγμές χρειάζεσαι ένα page turner. Ένα βιβλίο για να αποδείξεις στον εαυτό σου ότι μπορείς να γυρίζεις τις σελίδες πιο γρήγορα και από την σκιά σου. Κανονικά δεν θα γύρναγα να το κοιτάξω. Θα προτιμούσα να δω την ταινία, ίσως ούτε καν αυτή. Απλώς έκανα το μοιραίο λάθος να το ξεφυλλίσω. Και κόλλησα. Ξεχάστηκα μόνος μου στον Άρη. Καλή φάση! Έχουν βρει και νερό!!

Δεν θέλω ειρωνείες


Οι περισσότεροι άνθρωποι στον σύγχρονο κόσμο νομίζουν ότι γεννιούνται με το χάρισμα της ειρωνείας. Κάνουν εκεί χάμω ένα-δυο ρημαδοτρολαρίσματα και νομίζουν ότι είναι και είρωνες. Αλλά δεν μπορείς να τους πείσεις για το αντίθετο· όπως ακριβώς δεν μπορείς να πείσεις έναν άνθρωπο ότι δεν έχει χιούμορ. Θα σου απαντήσει ότι εσύ δεν έχεις διορατικότητα και θα βαλθεί να σε πείσει για το πηγαίο χιούμορ του, μετατρέποντας το στέρεο έδαφος τριγύρω σου, σε πίστα πατινάζ όπου πρέπει να απομακρυνθείς γρήγορα πριν φας τα μούτρα σου! Αν θες πράγματι να μάθεις τι εστί ειρωνεία πρέπει να προσπαθήσεις να διαβάσεις (όπως προσπαθώ και εγώ) το υπέροχο δοκίμιο του Βλαντιμίρ Γιανκέλεβιτς για το οποίο θα κάνω βιβλιοκριτική μια επόμενη φορά – μην ειρωνεύεστε ρε! Έξω από τη φιλοσοφική σφαίρα, τι σημαίνουν «πρακτικά» αυτές οι ασαφείς έννοιες που συχνότατα ο καθένας μας εξαπολύει προς ή στερεί από τον άλλον; Είναι ακριβώς αυτό· ασαφείς. Και αυτό είναι τραγική ειρωνεία, γαμώτο μου!

Ο Ρόθκο και τα αδέρφια του

 
Δηλαδή όλοι εμείς που αγαπάμε τα έργα του. Καλά τι θαυμάζεις από δαύτα, μοιάζουν με έργα του ομοαίματου εξάδελφου με την ισχυρή όρεξη αλλά ασθενή μνήμη στο «Κωνσταντίνου και Ελένης», απλώς, πάντα κάτι αχνοφαίνεται από πίσω! Δεν είναι όμως έτσι. Ο Ρόθκο υπήρξε ένας αυθεντικός καλλιτέχνης και σημαντικός στοχαστής που αξίζει να θαυμάζουμε και να μελετάμε τα έργα του – καλά για να αγοράσουμε, ούτε λόγος! Η υπεραξία της ζωγραφικής πάντα μου την έδινε στα νεύρα, το θεωρώ ένα καλλιτεχνικό καρκίνωμα που σκοτώνει την ζωή ενός έργου τέχνης εντός σου, αν δεν το ξεριζώσεις εγκαίρως. Το ότι κάποιος έχει τα λεφτά να αγοράσει έναν αυθεντικό πίνακα, φανερώνει μόνο ότι, έχει τα λεφτά να αγοράσει έναν αυθεντικό πίνακα. Τίποτα περισσότερο από αυτό – αντιθέτως, φανερώνει αρκετές αξιοσημείωτες ελλείψεις. Ο φιλότεχνος είναι πρωτίστως φιλοπερίεργος και πολύ πολύ πιο μετά φιλόδοξος ή φιλοχρήματος.

Στο τσιγάρο που κρατώ


Έχετε ακούσει για το παράδοξο του Ζήνωνα; Έτσι και με τον Σβέβο, η φήμη του πάντα προπορευόταν (και ας μην το γνώριζε) της συγγραφικής του αυτοπεποίθησης και όσο και αν την πλησίαζε ποτέ δεν την προσπερνούσε. Η φήμη είναι χελώνα και ο καημός της συγγραφικής αναγνώρισης γοργοπόδαρος λαγός. Είναι τρελό όταν σκέφτεσαι ότι ένας συγγραφέας σαν τον Σβέβο θα μπορούσε να τα παρατήσει οριστικά, αν δεν βρισκόταν στον δρόμο του ο Τζόυς. Ο Τζόυς δεν τον βοήθησε να αναγνωριστεί από τους άλλους (οκ, το έκανε και αυτό, «Ο Σβέβο τους έστειλε μερικά αντίτυπα και ο Τζόυς επιδόθηκε σε εκείνον το λογοτεχνικό σαματά υψηλού επιπέδου στον οποίο είχε γίνει πια πολύ καλός»), αλλά κυρίως να αναγνωρίσει ο ίδιος τον εαυτό του και αυτό είναι μεγάλη παρακαταθήκη, ισάξια του έργου του. Ο Τζόυς εν μέσω της λογοτεχνικής τρέλας που πάντα κυβερνούσε τη ζωή του (και παρά την βοήθεια του Πάουντ και άλλων) ήταν σίγουρο ότι θα αναγνωριστεί – σχεδόν νιώθεις ακόμα και τώρα την αύρα της καλλιτεχνικής του δύναμης, όπως και με τον Νίτσε στην φιλοσοφία. Ο Σβέβο όμως θα έσβηνε οριστικά, συμβιβαζόμενος με μια άχαρη ζωή εμπορικού αντιπροσώπου και αφότου θα είχε ενταφιάσει το λογοτεχνικό του όνειρο. «Αργότερα, ήρθε η ασήμαντη καθημερινή ζωή και το έσβησε χωρίς καμία αντίσταση από τη μεριά μου. Εξυπακούεται! Η ασήμαντη καθημερινότητα κάνει πολλά τέτοια πράγματα. Αλίμονο αν οι ιδιοφυείς το αντιλαμβάνονταν!» Η ζωή και η λογοτεχνία όμως είναι εντελώς παράλογα πράγματα και γι' αυτό είμαστε εμείς εδώ, να το γιορτάσουμε. Ζήτω τα παράλογα... ζήτω μας και μας!

Όσο ζω μαζώ

 
Κατά καιρούς, διάφοροι έχουν μιλήσει με επιτυχία για τις μάζες και την αψυχολόγητη ψυχολογία τους, με τελευταίο τον Αλέξη Τσίπρα στο δημοψήφιμα του 2015. Οι μάζες υπάρχουν και είναι καταστροφικές, δεν χρειάζεται να είσαι Αίνσταιν για να το καταλάβεις αυτό. Αν έπρεπε να επιλέξω ένα μοναδικό απόσπασμα βιβλίου που με εκφράζει απόλυτα, όπως μας παρότρυναν κάποτε να κάνουμε τα βλαχοπεριοδικά που μας ξεβλάχεψαν μαζικά, είναι αυτό: «Τα λογικά πνεύματα, μαθημένα να πείθονται από πυκνές αλληλουχίες συλλογισμών, δεν μπορούν να μην καταφεύγουν σ’ αυτόν τον τρόπο πειθούς όταν απευθύνονται στις μάζες, και η αναποτελεσματικότητα των επιχειρημάτων τους τα κάνει πάντα να απορούν». Αποοοοορώωωω με μένα, απορώ – χρόνια τώρα! Όποιος (αφελής) συνεχίζει ακόμα και σήμερα να έχει πίστη στη λογική, τότε πρέπει να έχει αυτό το βιβλίο του Γκιστάβ Λε Μπον σαν ευαγγέλιο. Και πάλι, παίζεται η σωτηρία του.

Θα με πεθάνω


Ο Γκυ ντε Μωπασάν είναι μέγιστος διηγηματογράφος. Τον αγαπώ παράφορα, πεθαίνω για κείνον! Αλλά θα αρκούσε για αυτό, και μόνο η απάντηση που φέρεται ότι έδωσε όταν τον ρώτησαν γιατί γευματίζει καθημερινά στον Πύργο του Άιφελ. Η απάντηση (που θα ήθελα να είχε δώσει αυτολεξεί) ήταν περίπου η ακόλουθη: «Γιατί είναι το μόνο μέρος στο Παρίσι που δεν είμαι αναγκασμένος να αντικρίζω αυτό το έκτρωμα». Έκτοτε, και ο Πύργος του Άιφελ και ο Γκυ ντε Μωπασάν πήραν το μερίδιο της αθανασίας που τους αναλογούσε. Ενδεχομένως, πολλοί απελπισμένοι άνθρωποι αποπειράθηκαν ή και αυτοκτόνησαν πέφτοντας από τον Πύργο του Άιφελ. Τι θα γινόταν όμως αν και ο ίδιος ο Μωπασάν, αντί να δώσει αυτή την ευφυή απάντηση, αποφάσιζε να δώσει τέλος στη ζωή του πέφτοντας στο κενό, ως πράξη αντίδρασης και εκδίκησης απέναντι στον «δαιμονικό» και ακαλαίσθητο πύργο; Και αν ο Πύργος συμβόλιζε την ίδια τη ζωή;

Θείο δράμα

 
Ο Θε(ατρ)άνθρωπος των ημερών, για μένα, είναι αναμφίβολα ο Πιραντέλλο. Βαριέμαι θανάσιμα την παρακολούθηση θεάτρου, ενώ την ανάγνωση θεατρικών κειμένων την βαριέμαι οριακά πριν αρχίσουν να νεκρώνονται τα εγκεφαλικά μου κύτταρα· δηλαδή την ανέχομαι κάπως πιο εύκολα. Έτσι λοιπόν, εγκλωβισμένος στο λεωφορείο που με έφερνε ολοένα πιο κοντά στο ετήσιο θέατρο με τα καψαλισμένα αρνιά, τα 12 Ευαγγέλια και τα 120 καγκέλια με συνοδεία παράφωνου κλαρίνου, αναζήτησα σε έναν συγγραφέα μερικά θεατρικά πρόσωπα που θα μου πρόσφεραν σύντομη ευδαιμονία, όμως ο αποτρεπτικός τίτλος του βιβλίου έλεγε ότι τα πρόσωπα ήταν εκείνα που αναζητούσαν συγγραφέα, holy shit, την κάτσαμε την βάρκα!

Diamonds are forever

 
Βλέπεις Φώκνερ, είναι καλό! Εκεί έχω καταλήξει εγώ μετά από χρόνια στο λογοτεχνικό στίβο. Στύβω το μυαλό μου για να δω γιατί συμβαίνει αυτό αλλά δεν βρίσκω απάντηση – απλώς συμβαίνει. Νομίζω πως πάντα, από τα χρόνια τα παλιά, ένας χαμένος θησαυρός θα έκανε το αίμα των ανθρώπων να κοχλάζει. Σ' αυτήν την περίπτωση, ο «χαμένος θησαυρός» – για μένα – είναι ένα βιβλίο και συγκεκριμένα το βιβλίο για το οποίο θα γράψω τις λέξεις που πρόκειται να ακολουθήσουν. Εφηβική αναγνωστική εμμονή μιας φίλης και βιβλιοπρόταση από μέρους της, γεροντική ανάγνωση και γερασμένη κριτική από μέρους μου, η λογοτεχνία χρόνια δεν κοιτά. Γραμμένο το 1898, είναι ένα από τα πιο ατμοσφαιρικά εφηβικά μυθιστορήματα που έχω διαβάσει. Έριξα τα ζάρια και έφερα εξάρες!

Ο Νονός

 
Εγώ λατρεύω αυτόν τον συγγραφέα. Τέλος. Διαβάζοντας τα βιβλία του νιώθεις ότι παίρνεις το βάπτισμα του πυρός σε μια κόλαση πόνου και οργής. Πολλοί τον χλευάζουν, τον θεωρούν σαν το αχάριστο «βαφτιστήρι» σε μέρη όπου μοιράζουν πλουσιοπάροχα δώρα οι Νονοί και εκείνος αρνήθηκε να πάρει το μερίδιό του. Μια καταλανική έκφραση μου έδινε ανέκαθεν το μέτρο για το πόσο δύσκολο είναι να ανιχνεύσει κανείς την αλήθεια: «Όταν υπάρχει πλημμύρα, το πρώτο πράγμα που λείπει είναι το πόσιμο νερό». Θέλει να σου προσφέρει μια γουλιά καθαρό νερό και συ αρνείσαι. Μα, δεν πίνεις νερό μόνο όταν διψάς. Αν καταλάβεις ότι διψάς, τότε είσαι ήδη αφυδατωμένος! Σου ζητάει απλώς να διαβάσεις τις λέξεις του. Στο ζητάνε και άλλοι αυτό, το ξέρω. Πρέπει να αποδεχτείς το τίμημα της επιλογής σου. Από αισθητικής άποψης δε, τα πράγματα είναι αρκετά ξεκάθαρα – ο Σαβιάνο μπορεί άνετα να αντιμετωπίσει στα ίσα ένα «Καρτέλ» και από μερικά μυθιστορήματα-λείψανα τύπου Βάσκες είναι πολύ πολύ καλύτερος, είναι σχεδόν αστείο να το συζητάμε περαιτέρω.

Big bang theory

 
Κάποιοι με κατηγορούν ότι τώρα τελευταία το έριξα στην ευκολία των παραμυθιών και δεν μπορώ να επανέλθω στην σοβαρότητα που απαιτούν τα δύσκολα αναγνώσματα. Εγώ όμως θα απαντήσω χρησιμοποιώντας μια ρήση του Αϊνστάιν που έλεγε πως «Αν θες το παιδί σου να γίνει έξυπνο, διάβασέ του παραμύθια. Αν θες να γίνει πιο έξυπνο, διάβασέ του περισσότερα παραμύθια». Νε τι;! Δεν κατάλαβα! Πολλοί από εσάς μας πήρατε τα αυτιά με τον πρόσφατο χαμό του Στήβεν Χόκινγκ και τις αναλύσεις σας για την θεωρία των χορδών (αφού δεν σκαμπάζετε από μουσική, τι το παλεύετε!), εγώ δεν δικαιούμαι λίγο χώρο να κάνω το κομμάτι μου; Στο σύμπαν υπάρχει χώρος για όλους. Και τέλος πάντων, η φαντασία και το δικαίωμα χρήσης της, δεν είναι δώρο Θεού αλλά, αποτέλεσμα έκρηξης – εκκωφαντικής και απαστράπτουσας.

Επιχείρηση «Σκούπα»

 
ΤΡΟΜΕΡΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΣΥΜΒΟΥΝ ΚΑΙ ΣΕ ΣΕΝΑ! Σε μένα το λες; Εννοείται πως μπορούν. Εδώ και μερικές μέρες ψάχνω να αγοράσω ηλεκτρική σκούπα. Πριν κάνα δυο βδομάδες είχα αναρτήσει στο φβ ένα μακροσκελές ποστ για τις κινηματογραφικές ταινίες που βασίζονται σε κόμικ της Marvel. Επίσης, αυτή η ανάγνωση εμφανίστηκε εμπρός μου εντελώς τυχαία – μπορεί και όχι, καθώς διανύουμε τον μήνα της Ποίησης, ίσως εμφανιστεί και σε σας – και ακολουθεί στη σειρά αναρτήσεων του μπλογκ, έναν πραγματικό σούπερ ήρωα της ποίησης, τον Αργύρη Χιόνη. Πού κολλάνε όλα αυτά; Ένας απλός σκίουρος, που τον ρουφάει μια αλλοπρόσαλλη ηλεκτρική σκούπα με το όνομα «Οδυσσέας Χ», αποκτά ξαφνικά σούπερ δυνάμεις με κυριότερη εκείνη που του επιτρέπει να γράφει ποιήματα στην γραφομηχανή! Ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων.

Τρελό κι αγαπησιάρικο

 
Αυτό μοιάζει να είναι ο Αργύρης Χιόνης. Ένα κάπως λοξό (παρά τις περί του αντιθέτου γραπτές διαβεβαιώσεις του) και τρυφερό πλάσμα που δεν μπορείς να σταματήσεις να χαϊδεύεις με το βλέμμα σου τις λέξεις του και με το χέρι σου τις ράχες των βιβλίων του. Είναι κάπως δύσκολο να μιλήσεις για τα βιβλία του, αν και εγώ, γεννημένος νικητής, έχω ξαναμιλήσει γι' αυτά εδώ κι εδώ κι εδώ κι εδώ κι εδώ – μωρέ, τι τα πατάτε όλα, το ίδιο λινκ είναι. Αυτό θα πει επιθετική αυτοδιαφήμιση, τύφλα να 'χει η Σίλικον Βάλει! Εντούτοις, πάντα θα υπάρχει μια αφορμή να μιλήσεις γι' αυτόν και η αφορμή αυτή τη φορά ήταν τα κόλλυβα (φτου, κακά). Ένα απίστευτο σούπερ φουντ που αν η Εκκλησία αποφάσιζε κάποτε να το στείλει στο Master Chef θα σήκωνε όλα τα κύπελλα(κια) από τα αποδυτήρια. Επειδή σήμερα είναι Ψυχοσάββατο, νομίζω ότι τραβιέται ένα κόλλυβο («Σε ανάμνηση του θαύματος αυτού, επικράτησε η συνήθεια να γίνονται κάθε χρόνο κόλλυβα, στη μνήμη του Αγίου Θεοδώρου, την πρώτη βδομάδα των Νηστειών της Μεγάλης Σαρακοστής»). Μπον απετίτ και ζωή σε μας!

Κουλτούρα και λίγο!

 
Ο Μίλαν Κούντερα, όταν δεν λήγει 1-0 (μπρρρ, τσουτσουριάσαμε πάλι με τα αστεία σου!), είναι συνυφασμένος με την έννοια της κουλτούρας. Αρκεί να πεις ανυποψίαστος ότι διαβάζεις Κούντερα για να σου κολλήσει η ρετσινιά της θολοκουλτούρας, είναι πιο ισχυρή η επίδραση της αναφοράς στον κοινό νου, ακόμα και από την αναφορά στον Ντοστογιέφσκι και τον Προυστ μαζί. Επίσης, «η αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι» (όταν δεν χρησιμοποιείται για να συνοψίσει την υψιπετή ερμηνεία της Νατάσας Μποφίλιου), γίνεται το εύκολο σύνθημα για όλα τα δεινά της ζωής μας – ναι, αυτό σου φταίει, που η ζυγαριά σου κόλλησε στα 120 κιλά! Απόκριες είναι, ας ντυθούμε και κουλτουριάρηδες, δεν πειράζει. Να μην το παρακάνουμε όμως, γιατί μόλις παρέλθει η φιέστα, το να παραμένει κανείς καρνάβαλος είναι πολύ εύφλεκτη υπόθεση· κοινώς, καμμένο χαρτί.

Keeping up with the Durrells

 
Αν θα μπορούσε να υπάρξει λογοτεχνικό αντίστοιχο των Καρντάσιανς – με μια καλαισθησία ωστόσο που στερείται παντελώς το πρωτότυπο σόου – τότε αυτό το βιβλίο θα ήταν μια πιστή και ενδιαφέρουσα σύνοψη. Ο Λόρενς θα ήταν η Κιμ, ο Τζέραλντ θα ήταν η Κλόι, και τους υπόλοιπους δε θα τους ήξερε ούτε η μάνα τους, η απουσία των οποίων όμως, θα καταδίκαζε σε αποτυχία το αποτέλεσμα· έχουμε και αυτά τα παράδοξα όταν παίζουμε το παιχνίδι της δημοσιότητας. Ο χιουμοριστικός και διφορούμενος τίτλος του με τράβηξε αμέσως από την μύτη, καθότι εξυπνοπούλι. Βέβαια, όπως ανακάλυψα προσφάτως, υπάρχουν άνθρωποι που δεν έχουν καθόλου χιούμορ και μπορεί να διακρίνουν στον τίτλο ηθικά ανοσιουργήματα και λοιπές μιαρότητες, αλλά εγώ χέστηκα, του Ντάρελ είναι η οικογένεια. Αν θέλουν μπορούν να του απευθύνουν με στόμφο την ερώτηση (που φανερώνει, εκτός των άλλων, ότι έχουν ήδη πέσει θύματά της): «Διακρίνω μια ειρωνεία στον τίτλο;»

Μη φας, έχουμε γλάρο!


Ξανανοίξαμε και σας περιμέναμε. Το αντίθετο ακριβώς από αυτό που έκανα εγώ με την «Αδηφαγία» τόσα χρόνια: δεν ξανάνοιξα το βιβλίο μετά την βραχύβια προσπάθειά μου και δεν περίμενα ότι θα έφτανε η ώρα που θα αναθεωρούσα. Μάλιστα, το είχα βάλει να κρατάει ψηλά την οθόνη του υπολογιστή μου, μαζί με την «στέρεη» (όταν πρόκειται για τεχνολογία) μετάφραση του Καψάσκη, και μερικά άλλα «τούβλα» – πάντα πίστευα ότι η λέξη «τούβλα» (όταν πρόκειται για βιβλία) έχει παραπάνω της μιας, σημασίες· στην προκειμένη περίπτωση με βοήθησαν να «χτίσω» το διαδικτυακό μου προφίλ!

Ο αχόρταγος

 
[May I Have Your Attention, Please? Ό, τι ακολουθεί είναι το χρονικό μιας αποτυχημένης ανάγνωσης και ενός επιτυχημένου κειμένου. Θυμήθηκα το βιβλίο «Πώς να μιλάμε για βιβλία που δεν έχουμε διαβάσει» (που δεν έχω διαβάσει) και λέω, γιατί όχι; Να μια ευκαιρία να μιλήσω για ένα βιβλίο που άφησα ημιτελές. Καλά εντάξει, με καταλάβατε, είμαι λεξιλάγνος· με μια ναρκισσιστική φιλαυτία πλανώμαι (πλάνην οικτρά) πάνω από την λίμνη των λέξεών μου και βουτάω περιπαθώς στο βάθος των σκέψεών μου κραυγάζοντας γεμάτος ενθουσιασμό και μπουρμπουλήθρες... Τι έγραψμπρρμπλ παλμπρ ο πούστμπμπρλμπ! Ορίστε, σας έβαλα χωρίς να το θέλω στο λογοτεχνικό μου εργαστήρι – οι αναρτήσεις μου γράφονται παράλληλα με την ανάγνωση γι' αυτό και πλημμυρίζουν ενθουσιασμό ή απέχθεια. Ποτέ δε θα διαβάσετε από μένα την κατασταλαγμένη μετριότητα των αντικειμενικών (μπρρ) κριτικών. Δεν έχω κανέναν ενδοιασμό να το στείλω στον κάλαθο των αχρήστων αλλά νομίζω (και θα το διαπιστώσετε και εσείς αν συνεχίσετε την ανάγνωση) ότι αυτό το κείμενο αξίζει να διασωθεί. Τα συμπεράσματα είναι αναπόφευκτα κάπως πρωθύστερα, αφού δεν ολοκλήρωσα την ανάγνωση αλλά είμαι βέβαιος ότι μέχρι το τέλος δε θα άλλαζαν και ιδιαίτερα μορφή, καταστάλαξαν μέσα μου πριν τα γράψω, αμ πώς! Οι αναρτήσεις (δύο στον αριθμό) θα παρουσιαστούν όπως αρχικά είχαν σχεδιαστεί. Πολλά χρόνια είχε να μου τύχει να εγκλωβιστώ σε ψυχαναγκαστική ανάγνωση και, ακριβώς όπως θυμάμαι ότι συνέβη και την τελευταία φορά, αρνήθηκα ψυχαναγκαστικά να ενδώσω σε ανόητους ψυχαναγκασμούς. Η ανάγνωση σταμάτησε οριστικά στην σελίδα 138 – η συζήτηση όμως σχετικά με το γιατί σταμάτησε, μπορεί κάλλιστα να συνεχιστεί.]

Ξυπνάς μέσα μου το ζώο

 
Πρωτεύοντα ρόλο στην αναγνωστική μας πορεία παίζει η επιθυμία μας να εξελιχθούμε, να μην μείνουμε εντελώς στόκοι. Και γενικά, να εξελιχθούμε και ως άνθρωποι, δεν είμαστε ζώα! Έτσι λοιπόν, αν σας σταματήσει κάποιος στον δρόμο και σας πει, «Πώς είσαι έτσι τρομάρα σου; Πιθηκοφέρνεις!», μην το πάρετε βαριά, ο άνθρωπος μπορεί να έχει διαβάσει δυο-τρία βιβλία παραπάνω από σας, να έχει ανοίξει το μυαλό του! Το βιβλίο είναι απίθανο – ένα (σχεδόν) θεϊκό σχέδιο! Η φράση «Δεν μπορούσα να τ' αφήσω από τα χέρια μου», που σε άλλες περιπτώσεις θα με έκανε να μορφάζω από τον πόνο της κοινοτοπίας, εδώ, νομίζω ότι ισχύει απόλυτα. Το κρατούσα με τη ζέση μιας μαϊμούς που της πετάξαν ένα λαμπερό στολίδι.

Trip advisor


 
«Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ» είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία ενηλίκων που έχω διαβάσει, και γενικότερα που υπάρχουν. Ξεκάθαρα. Θεωρώ μεγάλο έγκλημα τις παιδικές διασκευές που έγιναν πάνω του – ακόμα μεγαλύτερο και από εκείνες που έγιναν πάνω στο κορμί του Μόμπι Ντικ. Μεγαλύτερο όλων όμως, παραμένει το έγκλημα στις συνειδήσεις αμέτρητων αναγνωστών που επιμένουν να το θεωρούν, διασκευασμένο ή μη, παιδικό βιβλίο. Τζόνι πάρε τ' όπλο σου (την πένα) και κυνήγα τους! Το μεγαλύτερο προσόν του βιβλίου είναι ότι έτσι όπως είναι γραμμένο, στην πρωτότυπη μορφή του, δεν χρειάζεται καμία διασκευή για να το απολαύσει ένα παιδί. Καταλαβαίνω εν μέρει γιατί ένα παιδί 4-5 χρόνων χρειάζεται να διαβάσει μια διασκευή του, αλλά δεν καταλαβαίνω, μα την Λιλιπούτη, γιατί ένα παιδί 10-12 χρόνων θα έπρεπε να διαβάσει μια διασκευή του – πάει, το κατέστρεψες, δεν πρόκειται να ξαναδιαβάσει Σουίφτ μέχρι τα βαθιά του γεράματα.

Πεταλούδες στο μυαλό

 
Μπορεί «Το εργαστήριο της πεταλούδας» να γινόταν και το αγαπημένο παραμύθι του Ναμπόκοφ, ποιος ξέρει; «Ο συγγραφέας πρέπει να έχει την ακρίβεια του ποιητή και την φαντασία του επιστήμονα» είχε γράψει σε ανύποπτο χρόνο και μάλλον δε θα είχε στο μυαλό του εκείνη την ώρα παιδικά παραμύθια. Το να πείθεις τα μικρά παιδιά να έχουν μεγάλους στόχους για την ζωή που ξανοίγεται μπροστά τους, είναι το αγαπημένο σπορ πολλών συγγραφέων παιδικών παραμυθιών – κρίνοντας από τις χαμηλές συγγραφικές τους επιδόσεις όμως, καταλαβαίνεις ότι όταν και αυτοί ήταν μικροί δέχθηκαν κάποιες χλιαρές και θνησιγενείς παροτρύνσεις για τους μεγάλους στόχους που έπρεπε να έχουν στη ζωή τους, με αποτέλεσμα να τα μεγαλοποιήσουν στο κεφάλι τους και πλέον να έχουν καταλήξει με μεγάλη ιδέα για τον εαυτό τους. Εντελώς άλλο πράγμα, δηλαδή. Παραμυθιαστήκανε!

Όχι τάδε. Έφη.


Ο κανόνας ήταν σαφής και απαράβατος – πάντα διάλεγα πρώτα τον συγγραφέα και μετά, εφ' όσον υπήρχαν περισσότερες μεταφράσεις, διάλεγα εκείνη που μου φαινόταν καλύτερη και του γούστου μου. Μόνο μια μεταφράστρια με έκανε να παραβώ τον κανόνα. Η Έφη Καλλιφατίδη είχε το όνομα είχε και την χάρη. Το όνομά της στο εξώφυλλο αποτελούσε την εγγύηση μιας καλής μετάφρασης αλλά παραδόξως δεν σταματούσε εκεί το πράμα, κάτι ακόμα συνέβαινε στο παρασκήνιο. Οι καλοί μεταφραστές είναι ό,τι καλύτερο μπορεί να συμβεί σε έναν αναγνώστη, η ευγνωμοσύνη μας απέναντί τους μπορεί τις περισσότερες φορές να είναι βουβή, είναι όμως αδιαμφισβήτητη. Ποτέ όμως δεν αντιμετωπίζουμε έναν μεταφραστή με το κύρος και τον σεβασμό που θα δείχναμε σε έναν μεγάλο συγγραφέα, τον Ίταλο Σβέβο ας πούμε. Γιατί όχι; Μήπως θα έπρεπε; Επιτρέψτε μου μια προσωπική ιστορία.

Ποίηση χωρίς τέλος

 
Αυτή η χρονιά θα ξεκινήσει ακριβώς όπως τελείωσε: με ποίηση. Συλλεκτική ανάρτηση, σπάνια θα ξαναδιαβάσετε τέτοια. Σπάω την παράδοση (και το ρόδι)! Ακόμα σπανιότερα εντυπωσιάζομαι από ποιητές και ποιήματα. Δεν με συγκινεί η συμπύκνωση του λόγου όταν του λείπει ένα είδος «φλυαρίας» – ψάχνω ποιήματα που είναι αμετροεπή με έναν δικό τους τρόπο και ταυτόχρονα στοχευμένα και ουσιώδη. Ποιήματα που δεν πολυπαίρνουν στα σοβαρά τον εαυτό τους καθώς τσαλαβουτούν χαρούμενα στον χυλό της ειρωνείας. Ποιήματα που, απ' ό,τι σωστά αντιλαμβάνεστε, δεν γράφει η πλειοψηφία των ποιητών. Με δυο λόγια, κυνηγώ το ανέφικτο. Αλλά, αυτό δεν κυνηγάμε όλοι στην έναρξη κάθε χρονιάς; Το φλουρί μου για φέτος – λίρα εκατό – ήταν η Βισουάβα ή Βισλάβα ή όπως αλλιώς, Σιμπόρσκα. Η παλιά ποίηση, η ορθόδοξη, είναι Εδώ!