Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Κουλτούρα και λίγο!

 
Ο Μίλαν Κούντερα, όταν δεν λήγει 1-0 (μπρρρ, τσουτσουριάσαμε πάλι με τα αστεία σου!), είναι συνυφασμένος με την έννοια της κουλτούρας. Αρκεί να πεις ανυποψίαστος ότι διαβάζεις Κούντερα για να σου κολλήσει η ρετσινιά της θολοκουλτούρας, είναι πιο ισχυρή η επίδραση της αναφοράς στον κοινό νου, ακόμα και από την αναφορά στον Ντοστογιέφσκι και τον Προυστ μαζί. Επίσης, «η αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι» (όταν δεν χρησιμοποιείται για να συνοψίσει την υψιπετή ερμηνεία της Νατάσας Μποφίλιου), γίνεται το εύκολο σύνθημα για όλα τα δεινά της ζωής μας – ναι, αυτό σου φταίει, που η ζυγαριά σου κόλλησε στα 120 κιλά! Απόκριες είναι, ας ντυθούμε και κουλτουριάρηδες, δεν πειράζει. Να μην το παρακάνουμε όμως, γιατί μόλις παρέλθει η φιέστα, το να παραμένει κανείς καρνάβαλος είναι πολύ εύφλεκτη υπόθεση· κοινώς, καμμένο χαρτί.
 
Πριν καν μου δημιουργηθεί η επιθυμία να το παίξω κουλτουριάρης πετώντας δεξιά και αριστερά το όνομα του Κούντερα, ήθελα να διαβάσω «Το αστείο» – ένα βιβλίο που είχε καταφέρει να με στοιχειώσει ήδη από το οπισθόφυλλο. Η ιδέα ότι ένα αστείο (επιδερμικό, ή ακόμα και κάπως αιχμηρό, αδιάφορο μού είναι) μπορεί να γίνει αφορμή για να καταστραφεί η ζωή του ανθρώπου που το λέει (είτε εντός είτε εκτός ανελεύθερων καθεστώτων), με γοητεύει και με τρομάζει ταυτόχρονα. Απέφευγα επιμελώς να διαβάσω Κούντερα γιατί ήθελα να αναμετρηθώ μαζί του, ξεκινώντας από εκείνο το βιβλίο – επέμενα δαιμονισμένα, δεν σήκωνα αστεία επ' αυτού! Τέλος πάντων, η μοίρα μου (Αν η μοίρα με καταδίωκε πιο συστηματικά ίσως κατάφερνα κάτι. Γιατί το αδιέξοδο είναι το πεδίο των καλύτερών μου εμπνεύσεων) το θέλησε να ξεκινήσω από αυτό εδώ το βιβλίο, βρισκόταν και αυτό στο καλάθι με τα βιβλία που η βιβλιοθήκη χαρίζει με χαρά στους αναγνώστες της, και εφ' όσον εκτός από βραχύβιος υπάλληλός της, είμαι επίσης, το τσαμενούλι, και συστηματικός αναγνώστης υψηλής λογοτεχνίας (τρομάρα μου), το βούτηξα χωρίς τύψεις – ο αναμάρτητος πρώτος το λίθο βαλέτω! 
 

 
Και, σαν παρανοϊκό παιχνίδι της μοίρας, ανοίγω τους «Γελοίους έρωτες» και πέφτω ακριβώς πάνω στο «Αστείο» – πλάκα με κάνετε;; Στο εναρκτήριο αριστουργηματικό διήγημα με τον σαφή (πιο σαφή, δεν γίνεται, στα μάτια μου) τίτλο «Κανείς δε θα γελάσει» (με τα αστεία του;!), ο πρωταγωνιστής οδηγείται στην καταστροφή εξαιτίας ενός αθώου αστείου, μιας σχεδόν αδιάφορης και τυχαίας φάρσας.
 
[...] -Κλάρα, είπα, κάνεις λάθος αν νομίζεις ότι όλα τα ψέματα είναι ίδια. Βέβαια μοιάζει να έχεις δίκιο, αλλά στην πραγματικότητα έχεις άδικο. Μπορώ να εφευρίσκω οτιδήποτε, να κοροϊδεύω τους άλλους, να κάνω πλάκες, να κάνω φάρσες, δεν νομίζω όμως ότι είμαι ψεύτης, και δεν το έχω βάρος στη συνείδησή μου· τα ψέματα αυτά, αν θες να τα ονομάζουμε ψέματα, είναι ο εαυτός μου όπως πραγματικά είναι· με τα ψέματα αυτά δεν κρύβω τίποτε, στην πραγματικότητα, με τα ψέματα αυτά λέω την αλήθεια. Υπάρχουν όμως πράγματα για τα οποία δεν μπορώ να να πω ψέματα. Υπάρχουν πράγματα που γνωρίζω βαθιά, που έχω καταλάβει το νόημά τους, που αγαπώ και που παίρνω στα σοβαρά. Και δεν αστειεύομαι με τα πράγματα αυτά. Αν έλεγα ψέματα γι' αυτά, θα μείωνα τον εαυτό μου, και δεν μπορώ, μη μου το ζητάς, δε θα το κάνω.
 
Ανατρίχιασα, γαμώτο μου! Για μια στιγμή σκέφτηκα να κλείσω το βιβλίο και να παρατήσω εκεί την ανάγνωση. Απλώς και μόνο για να μην αλλοιώσω την αίσθηση της στιγμής. Και όλα αυτά επειδή ο πρωταγωνιστής αρνήθηκε να γνωμοδοτήσει θετικά (αν και αρχικώς ισχυρίστηκε ότι θα το κάνει, κυρίως για να γλυτώσει την μουρμούρα του άλλου) για μια κριτική εργασία ενός άλλου καθηγητή, που θεωρούσε ότι είναι επιεικώς άθλια. Ρε τον χέστη... άλλες εποχές βέβαια, τώρα μπορείς να πεις άνετα ότι η Λισπέκτορ είναι για τα μπάζα, χωρίς κανείς να θιχτεί και να γκρινιάξει! O tempora o mores! 
 

 
«Το αστείο» εκδόθηκε το 1967 ενώ οι «Γελοίοι έρωτες» το 1970, έτσι μου δημιουργείται η γοητευτική εντύπωση ότι η εναρκτήρια ιστορία των ερώτων αποτελεί απλώς ένα συμπληρωματικό αστείο ή ότι το αστείο είναι η πηγή όλων των γελοίων ερώτων – Μα τον Άγιο Βαλεντίνο, κέντησα πάλι, ένα μπουκέτο τριαντάφυλλα στον κύριο, παρακαλώ! Η συνέχεια του βιβλίου δεν αποδείχθηκε τόσο συνταρακτική, για μένα, όσο η εκρηκτική αρχή του, όμως, αυτό δεν στερεί τίποτα από την γενική γοητεία του συνόλου. Ο Κούντερα χωρίς ιδιαίτερο κόπο, μοιάζει να σε κερδίζει εύκολα (αχ, αυτό θα πει να είσαι κουλτουριάρης!) και να σε συνεπαίρνει με τις ιστορίες του που κινούνται διαρκώς και ανεπαίσθητα μεταξύ του υψηλού και του χθαμαλού (αχ βαχ, αυτό θα πει να μην είσαι κουλτουριάρης). Στρώνει ένα λεπτότατο και αραχνοΰφαντο πέπλο σαρκασμού πάνω από τις λέξεις του – ακριβώς σαν το φύλλο του καλού μπακλαβά που του δίνει εξάλλου όλη την γεύση – και σε σκεπάζει ολοσχερώς· μέχρι να αποτινάξεις σιγά σιγά τα εφτά πέπλα της αφήγησης θα έχεις βγει ένας νέος άνθρωπος. Μοιάζει πολύ εύκολο να γράψεις σαν τον Κούντερα, γι' αυτό και έχουμε πήξει στους ψευτοκουλτουριάρηδες γελοίους συγγραφείς μας που γράφουν για τους γελοιωδέστατους έρωτές τους, που προσποιούνται λογοτεχνικά τους ανώτερους αλλά κατά βάθος βλαχοφέρνουν – κοιτάω καλύτερα και τι να δω, γαμιόντουσαν! Δεν είναι κακό να είσαι κουλτουριάρης αλλά οι ψευτοκουλτουριάρηδες χαλάνε την πιάτσα, όπως και με τους μπακλαβάδες που λέγαμε πριν, σπανίως πια βρίσκεις κάποιον που να τρώγεται ευχάριστα. Αχ ρε Κούντερα έχεις καταστρέψει γενιές και γενιές συγγραφέων, μου θες και Νόμπελ, γελοίε!
 
Να πω σε αυτό το σημείο – χωρίς καν να με έχει ρωτήσει κανείς, τέτοιος είμαι – ότι προτιμώ περισσότερο τον τίτλο «Γελοίοι έρωτες» από τον άλλο που κυκλοφορεί ως «Κωμικοί έρωτες», καθώς επίσης και την «Αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι» από την «Αβάσταχτη ελαφρότητα της ύπαρξης». Ειδικά στο δεύτερο είμαι απόλυτος, τίτλο που κερδίζει δεν τον αλλάζεις (ακόμα και αν δεν είναι εντελώς σωστός). Για να σας ξενερώσω εντελώς θα σας μεταφέρω σε ένα δυστοπικό βιβλιοφιλικό μέλλον, μια μίζερη εναλλακτική πραγματικότητα όπου θα ψάχναμε τίτλους όπως: «Έγκλημα και σωφρονισμός», «Θεία επιθεώρηση», «Ο Μαλόν τα κακαρώνει», «Ψάχνοντας τον χαμένο χρόνο», «Ο χρυσός μπάμπουρας», «Οι περιπλανήσεις του Γκιούλιβερ», «Τα λουλούδια του κακού», «Το ξενύχτι των Φίννεγκαν», «Η σαβούρδα», «Το μπαούλο», «Το τσίγκινο ταμπούρλο», «Το όνομα του τριαντάφυλλου», «Περί στραβωμάρας», κ.λπ. Όσοι έχετε στην κατοχή σας τον «Πύργο των καταιγίδων» και την «Βουή και την αντάρα», με καταλαβαίνετε μια χαρά. Όσοι πάλι, θα αποκτήσετε στο μέλλον, την «Ιστορία της θεραπαινίδος», θα με καταλάβετε. Οι εμβληματικοί τίτλοι, κατά την γνώμη μου, δεν πρέπει να αλλάζουν. Θα μπορούσε κάλλιστα το βιβλίο να συνοδεύεται από ένα εισαγωγικό σημείωμα που θα εξηγεί την διατήρηση του παλιού τίτλου ακόμα και αν όλο το υπόλοιπο έχει αλλάξει εντελώς από το προγενέστερό του. Θα μου άρεσε πολύ αυτό. Η μεγαλύτερη γκάφα στα ελληνικά δεδομένα είναι αδιαμφισβήτητα, η αλλαγή ενός εμβληματικότατου τίτλου, καίτοι ακατανόητου και γελοίου, σε... στάχυα και άχυρα. Ε ρε δρεπάνι που σας χρειάζεται! 
 

 
Το ροζ εξώφυλλο είναι ένα αγελαίο συμπεριφορικό μοτίβο της εποχής του Παβλόφ, τίτλος «Γελοίοι έρωτες» --> ροζ εξώφυλλο --> ροζ λογοτεχνία... γαβ-γαβ! Επειδή όμως αγαπάμε εκδόσεις «Οδυσσέας» το παραβλέπουμε, εξάλλου το σώζει με την επιλογή του υπέροχου πίνακα, με «του Chagall άλογα» που έγραφε και ο Καββαδίας. Η μετάφραση είναι του Γιάννη Δημολίτσα και είναι αρκούντως ικανοποιητική. Όλη η φιλοσοφία του Κούντερα μοιάζει να συμπυκνώνεται σ' ένα απόσπασμα, μέρος μιας συνέντευξης που φιλοξενείται στο αυτί του βιβλίου, κρυμμένη ολάκερη σε μια σχεδόν αδιάφορη και γενικόλογη φρασούλα, «Πρέπει να περεμβάλεις εμπόδια στην εξουσία, γελώντας»· σε κάθε είδους εξουσία. Αν είναι έτσι όλα τα βιβλία του Κούντερα, τότε θα περάσω καλά. Δοθείσης της ευκαιρίας, λίγο πριν την φρασούλα, ο Κούντερα αποποιείται τον όρο «διαφωνών» λογοτέχνης (με τον οποίον διαφωνεί!), θεωρώντας αυτή την λογοτεχνία ως «προπαγάνδα και ηλίθια πολιτικοποίηση της τέχνης, της λογοτεχνίας και τελικά της ζωής»· και λέει μεταξύ άλλων ότι και «ο Κάφκα δεν είναι διαφωνών και είναι απαγορευμένος στη χώρα μου», και μετά σκάει η φράση με την εξουσία και το γέλιο. Επειδή προσφάτως είχα μια αντιπαράθεση για το αν η λογοτεχνία του Κάφκα έχει χιούμορ, να πω εδώ, ότι για μένα, έχει και παραέχει. Η «Μεταμόρφωση» είναι ο ορισμός του χιούμορ. Και τέλος πάντων, αδιαφορώ για τις διαφωνίες σας, εδώ μέσα, κουμάντο κάνω εγώ.
 
Πρόκειται για μία συλλογή διηγημάτων που δεν το διατυμπανίζει (και ευτυχώς έτσι, γιατί όταν διαβάζω σε ένα βιβλίο ότι είναι συλλογή διηγημάτων, ξενερώνω, σκέφτομαι διαρκώς ποιο διήγημα θα είναι καλό, ποιο όχι, γιατί οι συγγραφείς βαριούνται να γράψουν μυθιστορήματα, κλπ), εδώ ο Κούντερα απλώς έβαλε μαζί μερικές ιστορίες με επίκεντρο τον έρωτα στην πιο λαμπρή του γελοιότητα. Το βιβλίο μοιάζει σφιχτοδεμένο αλλά μπορείς να το απολαύσεις εξίσου και αποσπασματικά μέσω των διαφορετικών ιστοριών-διηγημάτων. Αυτό που εντυπωσιάζει στον Κούντερα είναι η επακόλουθη παραλυτική αδυναμία που προκαλείται στον αναγνώστη στην προσπάθειά του να απομονώσει συγκεκριμένα αποσπάσματα λόγου. Η γραφή του και οι σκέψεις του είναι εξαιρετικά βραδυφλεγείς και τακτοποιημένες, σαν ένα πυροτέχνημα που αγνοείς την τέλεια δομή του, [και επιπλέον υπομένεις στωικά την εκνευριστική αναμονή της έκρηξης], τουλάχιστον μέχρι την στιγμή που θα στρέψεις τα μάτια σου στον ουρανό και θα δεις τις πινελιές να σχηματίζουν τον πίνακα. Και τότε, μου λέτε, πώς μπορεί κάποιος να απομονώσει ένα συγκεκριμένο κομμάτι του;! Ο Πεσσόα έλεγε ότι όλα τα ερωτικά γράμματα είναι εξ ορισμού γελοία, και ο Κούντερα, το πάει ένα βήμα παραπέρα. Ένα υπέροχο βιβλίο για τον έρωτα. Πώς να στο εξηγήσω, πιο έρωτας πεθαίνεις! – και λίγο κουλτούρα· ποπ.
 
[...] το σώμα της ήταν θνητό και καταστρεφόταν, αλλά ήξερε τώρα ότι έμενε κάτι το άυλο, κάτι που έμοιαζε με μια αχτίδα που συνεχίζει να λάμπει, ακόμη κι όταν σβήσει το αστέρι· και δεν είχε σημασία που γερνούσε, από την στιγμή που η νεότητά της έμενε άθικτη, παρούσα μόνο σε μια άλλη ύπαρξη. «Μου αναγείρατε ένα μνημείο μες στη μνήμη σας. Δεν μπορούμε να το αφήσουμε να καταστραφεί. Καταλάβετέ με», έλεγε η γυναίκα για να προστατέψει τον εαυτό της. «Δεν έχετε το δικαίωμα, δεν έχετε το δικαίωμα».
 
Υ.Γ. 2666 Φιλικό μήνυμα προς εκείνους που τον έχουν ήδη διαβάσει: Ου να μου χαθείτε, θολοκουλτουριάρηδες!

Σχόλια

  1. Μια χαρά το τσιμπήσατε το συλλεκτικό -έχω κι εγώ ένα ίδιο αντίτυπο. Συμφωνώ με όσα λέτε για τους τίτλους, με τους οποίους καταξιώθηκαν τα βιβλία και επαυξάνω, όσον αφορά τα ονόματα των ηρώων, που κι αυτά πρέπει να μένουν σταθερά στις νεότερες μεταφράσεις.

    Α, επίσης, η Νατάσα Μποφίλιου μου αρέσει πολύ και δεν ξέρω τι λέτε εσείς και τι υπονοείτε.
    Όσο για το ΥΓ. 2666, αν συμπεριλαμβάνει κι εμένα, είναι γνωστό τοις πάσι ότι λατρεύω τον Κούντερα για ό,τι έχει γράψει και για ό,τι θα γράψει στο μέλλον.
    Τώρα το ζητάει ο οργανισμός σας το ποιηματάκι. Σπεύδω λοιπόν να το αναζητήσω.

    Ο ΕΡΩΣ ΜΑΚΡΑΙΝΕΙ –ΛΕΝΕ– ΤΗ ΖΩΗ

    Ο έρως μακραίνει –λένε– τη ζωή. Και, προφανώς,
    σε βοηθάει και να γράφεις καλά: ο Ονέττι
    είχε τέσσερις συζύγους –χώρια οι απιστίες του–
    και έζησε ηδυπαθώς 84 εν συνόλω έτη.

    Άλλος που ήξερε ν’ αγαπάει και να ζει (κι ας πέρασε
    τα καλύτερά του χρόνια μες στη φυλακή)
    ήταν ο τούρκος ποιητής Ναζίμ Χικμέτ: «Έφτασα
    να είμαι ζηλότυπος με όσες γυναίκες αγάπησα»,
    μας εξομολογείται σ’ ένα αυτοβιογραφικό του ποίημα.

    Και εντελώς αναίσχυντα προσθέτει: «Γυναίκες και γυναίκες
    απάτησα· ποτέ μου όμως δεν μίλησα άσχημα για φίλο».
    Τουλάχιστον στις φιλίες του επεδείκνυε, ναι, αφοσίωση.

    Ούτε του Νερούδα τού έλειπε η ετοιμότητα. Εδώ
    θα έπρεπε να μιλήσουμε για τη Μαρία Αντονιέτα,
    τη Δέλια, τη Ματίλδε –για τις νόμιμες συζύγους του–
    μεταξύ άλλων όχι και τόσο ξεκάθαρων ιστοριών.

    Υπάρχουν βέβαια κι εκείνοι που υπέφεραν στη μοναξιά τους,
    αλλά είχαν και την Οφηλία τους, όπως ο Πεσσόα,
    ή την Φελίτσε τους, όπως ο Κάφκα: έρωτες ανιαρούς μεν,
    ταιριαστούς ωστόσο με ό,τι ένιωθε η καρδιά τους.

    Τούτο επιβεβαιώνει ότι πίσω από κάθε μεγάλον άνδρα
    υπάρχει πάντα μια γυναίκα –ή δύο ... ή και τρεις ... ίσως

    και εκατό– και ότι, επί πλέον, για να γράψεις Δον Κιχώτη
    το δίχως άλλο χρειάζεται οπωσδήποτε να είσαι ερωτευμένος.

    CÉSAR CANTONI, Μετ: Γιώργος Κεντρωτής.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Γνωστή κουντερόπληκτη, το θυμάμαι καλά! Τίγκα στη θολοκουλτούρα :p Φυσικά αστειεύομαι με το υστερόγραφο, εξάλλου τώρα πια είμαι και γω αχνό μέρος αυτής της θολοκουλτούρας. Απλώς ήθελα να σατιρίσω το γεγονός ότι η αναφορά στον Κούντερα αποτελεί κάτι σαν στίγμα για αυτόν που το αναφέρει. Δε ξέρω πώς προέκυψε αυτό. Ο Κούντερα είναι σπουδαίος συγγραφέας αλλά δεν είναι περισσότερο "κουλτουριάρης" ή δύσκολος από άλλους. Γιατί του κόλλησε η ταμπέλα, απορώ. Και τέλος πάντων, σιχτίρ με τις ταμπέλες.

      Ψάχνοντας αφηρημένα στη Βικιπαίδεια, έπεσα στο παρακάτω απόσπασμα και μοιραία τον αγάπησα λίγο παραπάνω:

      Ο Κούντερα αυτοπροσδιορίζεται ως μυθιστοριογράφος χωρίς μήνυμα. Για παράδειγμα, στην "Τέχνη του Μυθιστορήματος", μιας συλλογής από δοκίμια του ανακαλεί ένα περιστατικό με κάποιον Σκανδιναβό εκδότη, διστακτικό στην προοπτική της έκδοσης του μυθιστορήματος "Αποχαιρετιστήριο Πάρτυ" εξαιτίας του διαφαινόμενου μηνύματος κατά των εκτρώσεων. Ο συγγραφέας εξηγεί πως όχι μόνο ο εκδότης εσφαλμένα προσέδωσε μήνυμα στο έργο αλλά και ότι ο ίδιος "...είναι ευτυχής με την παρεξήγηση. Είχα επιτύχει ως μυθιστοριογράφος. Είχα επιτύχει στη συντήρηση της ηθικής ασάφειας της περίστασης. Είχα μείνει πιστός στην ουσία της τέχνης του μυθιστορήματος: στην ειρωνεία. Και η ειρωνεία δε δίνει δεκάρα για μηνύματα!"

      Υπέροχο αυτό το τελευταίο με την ειρωνεία. Εγώ μπορεί να μην γράφω μυθιστορήματα αλλά οι αναρτήσεις μου (που μοιάζουν με μυθιστορήματα... έλα, δε θέλω κακεντρέχειες!) και είναι, συχνά, φουλ στην ειρωνεία, δεν φέρουν κανένα μήνυμα, δεκάρα δεν δίνουν. Με την ευκαιρία, καλό είναι να το αποσαφηνίσω και αυτό.

      Γενικά καλή αρχή έκανα με τον Κούντερα. Δεν έχω παράπονο. Στη συχέχεια όμως, θα ήθελα να πιάσω ένα μυθιστόρημά του και όχι πάλι διηγήματα. Και μένα μου άρεσε παλιότερα η Μποφίλιου (τώρα όχι τόσο), ωστόσο, μην δίνετε δεκάρα για την ειρωνεία μου και για τα, και καλά, κρυμμένα μηνύματα ;)

      Ωραιότατο το ποιηματάκι σας... μάκρυνε το σχόλιό σας!! :)

      Διαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Κουβεντολόι με μια μούμια!

Σημ: Εδώ λέγονται ιστορίες μόνο για αραχνιασμένα κρανία, οι "ψεκασμένοι" θα απομακρύνονται διακριτικά.

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

En passant

  Το «Αν πασάν» είναι ένας σκακιστικός κανόνας, περιθωριακός και άγνωστος αλλά ιδιαιτέρως αποτελεσματικός και σημαντικός. Στις αρχικές τους κινήσεις, τα πιόνια έχουν το δικαίωμα να κινηθούν ένα ή δύο τετράγωνα μπροστά. Αν επιλέξουν να κινηθούν δύο τετράγωνα μπροστά και ένα αντίπαλο πιόνι βρίσκεται σε τέτοια θέση ώστε να μπορούσε να το αιχμαλωτίσει αν το πιόνι που κινήθηκε δυο τετράγωνα αποφάσιζε να κινηθεί μόνο ένα, τότε, έχει το δικαίωμα να το αιχμαλωτίσει και σε αυτή την περίπτωση που κάνει δύο βήματα. Έχουμε δηλαδή, αν πασάν... αιχμαλωσία εν τη διελεύσει. Είναι δυσνόητο στην περιγραφή αλλά αρκετά ξεκάθαρο στην πράξη. Βέβαια, όταν είσαι αρχάριος σκακιστής και το συναντήσεις πρώτη φορά σε ηλεκτρονική παρτίδα, τότε πείθεσαι ότι κάποιο «bug» έχει η ιστοσελίδα, ότι σε χακάρανε ή ότι άρπαξες όλες τις ιώσεις του κυβερνοχώρου. Τα βιβλία του Ναμπόκοφ, μου προσφέρουν την ισχυρή εντύπωση ότι αποτελούν ένα συνεχές λογοτεχνικό en passant, σε αιχμαλωτίζουν εν τη διελεύσει.

Αποδοχή cookies

«Ευτυχώς, αν θέλει κάποιος να βρει μεστές απόψεις για καλά βιβλία, υπάρχουν ήδη πολύ αξιόλογα βιβλιοφιλικά μπλογκ, όπως το κορυφαίο, του Librofilo ή το αγαπημένο του, του Μαραμπού» . Να ξέρετε ότι όταν μου δίνουν γλυκό, έστω και σε μορφή βιβλίου, το αποδέχομαι αμέσως. Επίσης, να ξέρετε ότι ενίοτε μπορεί να γράφω για βιβλία που δεν έχω διαβάσει, όλοι το κάνουμε αυτό, απλώς οι περισσότεροι εντελώς αποτυχημένα, αλλά ποτέ δεν γράφω για βιβλίο που δεν μου άρεσε προφασιζόμενος το αντίστροφο∙ όλοι το κάνετε και αυτό, απλώς οι περισσότεροι εντελώς αποτυχημένα. Το βιβλίο είναι δώρο της συγγραφέα, καλής διαδικτυακής φίλης, και η άποψή μου για αυτό ολότελα υποκειμενική – ξέρω, απανωτά σοκ! – και ουδεμία σχέση έχει με την αντικειμενική κριτική που από καιρό θα έπρεπε να γίνει αντικείμενο κριτικής, τουλάχιστον στην Ελλάδα. Από το να μασήσω τα λόγια μου, θα προτιμήσω τα μπισκότα. «Όχι πως δεν ήταν επηρεασμένος και από το ιστολόγιο «Πιπέρι και σπασμένες γραμμές» με τις λαχταριστές αναρτήσεις σχετικά ...

Το Δώρο

Θα μπορούσε ο Στέφανος Ξενάκης να είναι ο Στέφανος Δαίδαλος του σήμερα; Ή να το αλλάξω κάπως για να ’χουμε καλό ρώτημα: θα μπορούσε ο Τζέημς Τζόυς (μαζί και οι όποιες καλλιτεχνικές μεταμορφώσεις του) να γίνει ένας motivational speaker της σημερινής εποχής; Κανείς πλέον (αν υποθέσουμε ότι μπορούσε κάποτε) δεν διαβάζει τον «Οδυσσέα». Δεν μπορεί να αντέξει ότι αυτό το βιβλίο τον περιγράφει, ακόμα και σήμερα ή και περισσότερο σήμερα, τόσο καλά παρά την μοναδικότητα του κάθε ανθρώπου. Του αφιερώνει μία μέρα τον χρόνο, την σημερινή (παρόλο που άλλαξε η μέρα, το blogger έμεινε σταθερά πίσω!), και μετά τον στέλνει αδιάβαστο. Αν κάποιος όμως του σερβίρει για πρωινό όμορφες φράσεις με γαρνιτ ούρα υπέροχα σκίτσα, τότε μπορεί να νιώσει στιγμιαία χαρά και να βελάζει σαν ανέφελο πρόβατο στα λιβάδια του χρόνου. 

Kinds of kindness

Τα περισσότερα μαγαζιά έχουν ήδη στολίσει με ελλειμματικό γούστο, οι κουραμπιέδες άρχισαν να ανταγωνίζονται τα μελομακάρονα – και τα δυο μαζί την Dubai chocolate –, η Black Friday με τις ασυναγώνιστες τιμές της θα κοντράρει στα ίσα την αληθινή ύπαρξη του ΑΙ Βασίλη, ο καιρός προσπαθεί να τα βρει με τον απορυθμισμένο θερμοστάτη του και γενικά είμαστε μια ωραία ατμόσφαιρα είμαστε. Και μέσα σε όλα αυτά, οι δημοσιογράφοι, οι αθλητές, η εκκλησία, τα ιδρύματα, οι πολιτικοί (που είναι για τα ιδρύματα) θα δείξουν το καλοσυνάτο πρόσωπό τους στους ταλαίπωρους ετούτου του κόσμου. Και μην ξεχνάμε, ότι κυρίως τα Χριστούγεννα είναι για τα παιδιά – και για όλα εκείνα που γιόρταζε η πρόσφατη «Παγκόσμια Ημέρα κατά της Κακοποίησης των παιδιών». «Πάντοτε, τα Χριστούγεννα έβγαζαν στους ανθρώπους τον καλύτερο αλλά και τον χειρότερο εαυτό τους».    

Ασκήσεις μνήμης

  Τις ασκήσεις ύφους τις κατέκτησε σε βαθμό που λίγοι συγγραφείς φτάνουν , με τις ασκήσεις μνήμης όμως κανείς άνθρωπος δεν τα βγάζει εύκολα πέρα. Όλοι μας γράφουμε autofiction από 8 χρονών – Περιγράψτε μας τα πιο ωραία σας Χριστούγεννα – τα νεύρα μου! Το autofiction πλέον μοιάζει να είναι ένας ευφημισμός για να αποδεχόμαστε κάποιες συγγραφικές μετριότητες ως κάτι παραπάνω από αυτό που είναι. Είναι προσβολή να θεωρείς ότι ο Τζόυς ή ο Σελίν (που επιτέλους σε λίγες μέρες θα εκδοθεί το «Θάνατος επί πιστώσει»∙ Γκάλοπ: ποιο άργησε περισσότερο; Το Μετρό Θεσσαλονίκης ή το βιβλίο του Σελίν;) έγραψαν autofiction. Το ίδιο ισχύει και για τον Καλβίνο στη συγκεκριμένη συλλογή. Δεν θα ξεχάσουμε και αυτά που ξέρουμε! «Μόνο πετώντας πράγματα μπορώ να βεβαιωθώ πως ακόμα δεν έχει πεταχτεί κάτι από μένα, κάτι που ίσως να μην είναι ούτε και θα είναι για πέταμα» .  

Βαρύ περιστατικό

Συγγραφείς με χιούμορ δεν χαίρουν ιδιαίτερης εκτίμησης, θεωρώ, από το αναγνωστικό κοινό. Ποιος ξέρει πόσα ελαττώματα πασχίζει να κρύψει πίσω από αυτό, θα σκέφτονται, και δεν μπορεί, κάποιο ελάττωμα θα έχει να κάνει σίγουρα και με την συγγραφή. Επίσης το χιούμορ αξιώνει ευφυΐα και το κοινό δεν θέλει να περνιέται για ηλίθιο. Ο Άμπροουζ Μπιρς με τις διάσημες σατιρικές ιστορίες του και τα σκωπτικά λήμματα θα μπορούσε να θεωρηθεί ένας τέτοιος∙ καλός για να χαμογελάμε πού και πού, μας κάνει ενίοτε και τον έξυπνο, αλλά δεν πειράζει, καλή καρδιά. Ίσως να ήταν έτσι – αν και δεν συμμερίζομαι καθόλου αυτή την άποψη – αν δεν έγραφε τα διηγήματα από τις εμπειρίες του στον Αμερικανικό Εμφύλιο. Σκλάβος του για πάντα!    

The Elephant Man

Υπάρχει ένας ελέφαντας στο δωμάτιο – όχι ρε, δεν εννοώ εσάς, φάτε ελεύθερα όσο θέλετε! – και αυτός δεν είναι άλλος από τον ίδιο τον άνθρωπο. Οξύμωρο, καταλαβαίνω, αλλά στο περίκλειστο δωμάτιο που είναι ο κόσμος ολάκερος, αν θες να παραμένεις ανθρώπινος πρέπει να έχεις καρφωμένα τα μάτια σου στον ελέφαντα. «–Είναι επειδή, με τον τρόπο που ο κερατάς σου παρουσιάζει τα πράγματα, παραέδινε την εντύπωση ότι έφτυνε κατάμουτρα το είδος για το οποίο πέθανε ο Κύριός μας. Δεν είχες την αίσθηση ότι υπέγραφες υπέρ των ελεφάντων αλλά εναντίον των ανθρώπων» . Διαβάζω το βιβλίο του Ρομαίν Γκαρύ περίπου από τον Ιούλιο, κυρίως επειδή τα μεγάλα βιβλία τα διαβάζω τραπεζίως , δηλαδή ανάμεσα σε άλλα μικρότερα αναγνωστικά γεύματα (και τις τελευταίες μέρες και κυριολεκτικά)∙ αλλά αυτό δεν με ενοχλεί καθόλου γιατί υπήρξε ένα από τα καλύτερα βιβλία που διάβασα τα πολλά τελευταία χρόνια, και αν δεν ανανέωσε την πίστη μου στον άνθρωπο, τουλάχιστον ανανέωσε εκείνη στο μυθιστόρημα: «ο καθείς και οι ελέφαντές του, ...

100% cotton

Μπορεί τον τελευταίο χρόνο να δουλεύω στον τριτογενή τομέα παραγωγής και συγκεκριμένα σε στεγνοκαθαριστήριο – φροντίζοντας να μην τα κάνω μούσκεμα με τα ρούχα… ενώ τα κάνω μούσκεμα! – και να χαζεύω στα ταμπελάκια τι ποσοστό επί τοις εκατό βαμβάκι περιέχουν – πολυεστέρα, κερδάμε! – αλλά υπήρξαν σκληρές εποχές που δεν βελτιώθηκαν και ιδιαίτερα για πολλούς ανθρώπους, που για 100% βαμβάκι πληρωνόσουν ένα υποπολλαπλάσιό του και θα έπρεπε να λες και ευχαριστώ από πάνω. «Η αχαριστία αποτελεί συστατικό στοιχείο του χαρακτήρα των ανθρώπων σε τέτοιο βαθμό, που είναι προτιμότερο να τη θεωρεί κανείς προκαταβολικά δεδομένη και να μη στενοχωριέται» . Εδώ το ίδιο σου το πλυντήριο δεν είναι αξιόπιστο (στους χρόνους) και δεν λέει την αλήθεια, γιατί περιμένεις να το κάνουν οι άνθρωποι;

Σαν ναυαγοί, σαν ροβινσώνες

Ο βιασμός ενός βιβλίου και ενός συγγραφέα γίνεται με τις διασκευές . Συγγραφείς μεγάλου βεληνεκούς και εξαιρετικού κύρους όπως ο Ντάνιελ Ντιφόου, ο Ρόμπερτ Στήβενσον, ο Ιούλιος Βερν και ο Τζόναθαν Σουίφτ (με την ευκαιρία, να ξαναπώ ότι «Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ» είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία. Δεν είναι απλώς ένα από τα καλύτερα βιβλία του είδους· ή του 18ου αιώνα· ή της αγγλοσαξονικής λογοτεχνίας. Πέρα από κάθε είδους περιορισμό, τροπικό, χρονικό ή χωρικό, το βιβλίο του Σουίφτ είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία που έχουν γραφτεί επί γης) αντιμετωπίζονται από το αναγνωστικό συγγραφικό φαντασιακό σαν μικρομέγαλοι συγγγραφίσκοι που είχαν κόλλημα με την παιδική ηλικία και ανακλύκλωναν απλοϊκές ιστορίες που δεν πρέπει να διαβάζονται μετά τα δώδεκα – λες και το να είσαι παιδί είναι ιδιότητα μόνο ενός παιδιού. Κούνια που σας κούναγε! 

Το κτίσμα

  Τώρα που έφτασε αισίως 46 Αυγούστου και χειμώνιασε για τα καλά, ποιος δε θα ήθελε να διαβάσει μία καλή ιστορία δίπλα στο τζάκι! Τι γίνεται όμως αν το τζάκι, και συγκεκριμένα η καμινάδα, είναι το θέμα της ίδιας της ιστορίας; Μην σας παγώνει αυτό, γιατί την ιστορία την έγραψε ο Χέρμαν Μέλβιλ και τίποτα δεν μπορεί να πάει στραβά όταν συμβαίνει αυτό. Η λογοτεχνία του είναι πάντα πρόσφορη σε αναλύσεις που θεωρητικά θα βελτίωναν την κατανόηση που κρύβεται βαθιά στα θεμέλια κάθε έργου του, αλλά ταυτόχρονα ίσως θα κατέστρεφε τα οφέλη που υπάρχουν στα υψηλότερα διανοητικά πατώματα, απόρροια της μαγευτικής του αρχιτεκτονικής γραφής – «Ή, μάλλον, αυτή η ίδια δίνει απαντήσεις ασταμάτητα, ασταμάτητα ταλανίζοντάς με μ’ αυτή την τρομερή της ζέση για βελτίωση, η οποία δεν είναι παρά μια ελαφρότερη απόδοση της λέξης καταστροφή».