Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Τρελό κι αγαπησιάρικο

 
Αυτό μοιάζει να είναι ο Αργύρης Χιόνης. Ένα κάπως λοξό (παρά τις περί του αντιθέτου γραπτές διαβεβαιώσεις του) και τρυφερό πλάσμα που δεν μπορείς να σταματήσεις να χαϊδεύεις με το βλέμμα σου τις λέξεις του και με το χέρι σου τις ράχες των βιβλίων του. Είναι κάπως δύσκολο να μιλήσεις για τα βιβλία του, αν και εγώ, γεννημένος νικητής, έχω ξαναμιλήσει γι' αυτά εδώ κι εδώ κι εδώ κι εδώ κι εδώ – μωρέ, τι τα πατάτε όλα, το ίδιο λινκ είναι. Αυτό θα πει επιθετική αυτοδιαφήμιση, τύφλα να 'χει η Σίλικον Βάλει! Εντούτοις, πάντα θα υπάρχει μια αφορμή να μιλήσεις γι' αυτόν και η αφορμή αυτή τη φορά ήταν τα κόλλυβα (φτου, κακά). Ένα απίστευτο σούπερ φουντ που αν η Εκκλησία αποφάσιζε κάποτε να το στείλει στο Master Chef θα σήκωνε όλα τα κύπελλα(κια) από τα αποδυτήρια. Επειδή σήμερα είναι Ψυχοσάββατο, νομίζω ότι τραβιέται ένα κόλλυβο («Σε ανάμνηση του θαύματος αυτού, επικράτησε η συνήθεια να γίνονται κάθε χρόνο κόλλυβα, στη μνήμη του Αγίου Θεοδώρου, την πρώτη βδομάδα των Νηστειών της Μεγάλης Σαρακοστής»). Μπον απετίτ και ζωή σε μας!
 
Υπάρχει μία ρήση του οικοδεσπότη Λίχτενμπεργκ, μιας και ετούτο το μπλογκ του ανήκει, που αγαπώ πολύ, κυρίως για εκείνη την παρένθεση που φανερώνει τον δισταγμό της σκέψης και την διαύγεια της μεγαλοφυούς αντίληψης του κόσμου. Γιατί, η ζωή του καθενός μας είναι ακριβώς αυτή η παρένθεση: «Γιατί είναι τόσο όμορφες οι νεαρές χήρες μέσα στο πένθος τους; (να ερευνηθεί)». Έτσι και γω, εμμένοντας στο ίδιο πένθιμο κλίμα αναρωτιέμαι κάθε φορά, «Γιατί τα κόλλυβα είναι πάντα πιο νόστιμα όταν τρώγονται σε περιστάσεις που απορρέουν από τις τυπολατρίες της Εκκλησίας, κι χάνουν σε νοστιμιά όταν τρώγονται σε εντελώς ανεπίκαιρες στιγμές; (να διευρευνηθεί!)». Αυτό αποτελεί για μένα, απ' όλα, το μεγαλύτερο μυστήριο της Εκκλησίας!! Του κώλου τα εννιάμερα θα μου πείτε, τι μας νοιάζουν εμάς, όλες αυτές οι μπούρδες;
 
[...] Τελευταία, διάβασα τη συνέντευξη ενός μεταμοντέρνου Έλληνα σεφ, ο οποίος διαφήμιζε, ως εξαιρετικό ντεσέρ, τα κόλλυβα. Δεν έχω απολύτως τίποτε εναντίον του μεταμοντερνισμού, ακόμη και του γαστριμαργικού, αλλά, ως ειδικός εις την κολλυβοφαγίαν, σας συνιστώ, ανεπιφύλακτα, την αποχή από αυτό το ντεσέρ· είναι τόσο δύσπεπτο όσο και ο θάνατος.
 
Κακά τα ψέματα, όσοι προσπάθησαν να απολαύσουν κόλλυβα ως επιδόρπιο, απέτυχαν πανηγυρικά. Και ο Αργύρης Χιόνης εξηγεί τους λόγους μέσα στο όμορφο διήγημά του. Κατ' αρχήν, θαυμάζω τον Χιόνη γιατί έδωσε θαρρετά τον τίτλο «Κόλλυβα» σ' ένα διήγημά του – όταν οι χριστιανοταλιμπάν αυτής της χώρας ενεδρεύουν παντού, όταν οι αφορισμοί της Εκκλησίας μας ξεπερνούν κατά πολύ τους αφορισμούς του Λίχτενμπεργκ, και όταν ο νόμος περί βλασφημίας συναγωνίζεται στα ίσα το δικαίωμά μας περί ελευθερίας του λόγου – είναι, αν μη τι άλλο, τολμηρό αυτό που έκανε και μπράβο του. Μην αποκαλύψω περισσότερα για τα «Κόλλυβα», εξάλλου το διήγημα είναι ολιγοσέλιδο, και επιπροσθέτως ίσως να μην το βρείτε καν ενδιαφέρον. Προσωπικά ενθουσιάστηκα γιατί δεν περίμενα ποτέ να βρω συγγραφέα που να έχει γράψει για αυτό το θέμα που με απασχολεί κατά καιρούς (τι σκέφτομαι και γω, ώρες ώρες!). Το πιθανότερο θα ήταν, κάποτε να έγραφα εγώ τις σκέψεις μου για τα κόλλυβα και σίγουρα δεν θα τις έγραφα τόσο καλά όσο ο Χιόνης – ευτυχώς για όλους μας, δεν χρειάστηκε, γιατί δεν πολυέχω και σώας τας φρένας μου.
 
Η έκδοση της «Κίχλης» είναι προσεγμένη και όμορφη. Υπάρχει όμως και ένα μικρό παράπονο, μη φοβάστε δε θα πω για το πολυτονικό πάλι. Στο διήγημα «Κόλλυβα» (ας περιοριστώ σ' αυτό, μιας και έχει την τιμητική του σε αυτήν την ανάρτηση) παρουσιάζονται 5-6 αστερίσκοι που παραπέμπουν στις σημειώσεις πίσω. Πηγαίνοντας εκεί βλέπεις ότι μόνο οι δυο αστερίσκοι συνοδεύονται από επεξηγήσεις. Τι έγιναν οι άλλοι; Πεφταστέρια;; Να κάνουμε ευχή, αν είναι. Δεν ήξερα τι να υποθέσω, μέχρι να φτάσω στο τέλος του βιβλίου όπου η εκδότρια Γιώτα Κριτσέλη γράφει μερικές σκέψεις για κάθε διήγημα ξεχωριστά. Εκεί λοιπόν, αναφέρεται στους αστερίσκους λέγοντας ότι ήταν του ίδιου του συγγραφέα με σκοπό να γράψει ο ίδιος τις σημειώσεις με το γνωστό του περιπαικτικό ύφος που θα επέκτειναν και θα ολοκλήρωναν την ίδια την ιστορία του διηγήματος. Το πρόβλημα είναι ότι πολλοί δεν θα φτάσουν καν ως εκεί, αγνοούν σημειώσεις και επίμετρα, γιατί λοιπόν για αυτούς τους αναγνώστες να μείνει η εντύπωση ότι η έκδοση δεν πέρασε από σωστή επιμέλεια; Πρόβλημά τους, θα πείτε, ας έφθαναν ως το τέλος. Σωστά, αλλά και εγώ (που το ήξερα ότι θα φτάσω ως το τέλος), καθώς διάβαζα το διήγημα τσαντίστηκα που γυρνούσα να βρω επεξηγήσεις για τους αστερίσκους και δεν έβρισκα τίποτα. Μια σημείωση στην αρχή του διηγήματος που να εξηγεί ότι οι αστερίσκοι είναι επιλογή του Χιόνη που δεν πρόλαβε να τους τελειώσει, θα έλυνε το πρόβλημα. Από την άλλη, σκέφτομαι ότι μέσα στο διήγημα που φέρει τον τίτλο «Κόλλυβα» υπάρχουν σημειώσεις που δεν μπόρεσαν να ολοκληρωθούν λόγω θανάτου του συγγραφέα. Πόσο θλιβερά υπέροχο είναι αυτό!
 

 
Ο Χιόνης, όσο ψυχρός και αν σου φαίνεται όταν σου πρωτοσυστήνεται, μόλις τον αφήσεις να σου ψιθυρίσει τις πρώτες φράσεις του αμέσως σου ζεσταίνει την καρδιά και το μυαλό. Είναι μεγάλο ταλέντο αυτό. Είναι η τελευταία του συλλογή αυτή και δυστυχώς, η φωνή της σιωπής του έγινε οριστική και αμετάκλητη. Ωστόσο, πολύ ευχαρίστως θα έτρωγα ένα κυπελλάκι κόλλυβα αφιερωμένο στην μνήμη του και στην λογοτεχνική μέθεξη που μας κοινώνησε μέσω των γραπτών του. Αμήν και χρόνια πολλά σε όσους γιορτάζουν.

Σχόλια

  1. Σε αγαπημένα λιβάδια βρέθηκα. Ανταποδίδω με κάτι παλιό:http://logotexniakatefthinsis.blogspot.gr/2011/12/blog-post_27.html
    Καλημέρα

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Έτσι ακριβώς Διονύση! Σπουδαίος συγγραφέας (γιατί αν έγραφα ποιητής, μου το περιορίζει κάπως, μιας και δεν είμαι ένθερμος υποστηρικτής της ποίησης, κάνω ωστόσο φιλότιμες προσπάθειες με την αρωγή και της κυρίας που σχολιάζει πιο κάτω!), μεγάλη απώλεια. Φάγαμε ήττα, που λένε, τουλάχιστον όμως κερδίσαμε διαβάζοντας τα βιβλία του.

      Διαγραφή
  2. Για να μην ξεχνιόμαστε:

    *

    Ὤ ναί, ξέρω καλά πώς δέν χρειάζεται καράβι γιά νά ναυαγήσεις,
    πώς δέν χρειάζεται ὠκεανός γιά νά πνιγεῖς.

    Ὑπάρχουνε πολλοί πού ναυαγῆσαν μέσα στό κοστούμι τους,
    μές στή βαθιά τους πολυθρόνα,
    πολλοί πού γιά πάντα τούς σκέπασε
    τό πουπουλένιο πάπλωμά τους.

    Πλῆθος ἀμέτρητο πνίγηκαν μέσα στή σούπα τους,
    σ’ ἕνα κουπάκι του καφέ,
    σ’ ἕνα κουτάλι του γλυκοῦ...

    Ἄς εἶναι γλυκός ὁ ὕπνος τους ἐκεῖ βαθιά πού κοιμοῦνται,
    ἅς εἶναι γλυκός κι ἀνόνειρος.

    Κι ἅς εἶναι ἐλαφρύ τό νοικοκυριό πού τούς σκεπάζει."

    Αργύρης Χιόνης (1943 - 2011) - IA', Σαν τόν τυφλό μπροστά στόν καθρέφτη (1986)



    ***


    θ

    Είπες βαθιά θα σκάψεις μες στον εαυτό σου
    Να τον γνωρίσεις να τον καταχτήσεις ίσως

    Μα τι νόμισες πως είναι ο εαυτός σου ορυχείο
    Στοές ν’ ανοίγεις και να αναζητάς
    Φλέβες χρυσάφι φλέβες κάρβουνο

    Ή μήπως νόμισες πως είναι χώρος αρχαιολογικός
    Που κρύβει μέσα του στρώματα στρώματα
    Πολιτισμούς χαμένους

    Ένα κομμάτι πονεμένη σάρκα είσαι
    Κι όσο κι αν σκάψεις μέσα σου δε θα ’βρεις
    Παρά αίμα σκοτωμένο κι αίμα ζωντανό

    Και τρόμο για το σκοτωμένο αίμα

    ΑΡΓΥΡΗΣ ΧΙΟΝΗΣ: Η ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1966-2000

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Ανώνυμος20.3.18

    Εξαιρετικός ο Αργύρης Χιόνης και τα ποιήματα και τα πεζά!
    Σουμέλα

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Σουμέλα, από την στιγμή που δεν χρόνισε το σχόλιο σου είμαι ακόμα εντός ορίων :p Συγγνώμη που δεν το είδα νωρίτερα. Φυσικά και συμφωνώ μαζί σου. Ακόμα και αν φαίνεται κάπου κάπου άνισος μέσα στο έργο του, είναι τόσο χαρακτηριστικό το ύφος του και τόσο ανατρεπτική η σκέψη του που το παραβλέπεις.

      Να περνάς να με βλέπεις. Ελπίζω να το βλέπω εγκαίρως :)

      Διαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Κουβεντολόι με μια μούμια!

Σημ: Εδώ λέγονται ιστορίες μόνο για αραχνιασμένα κρανία, οι "ψεκασμένοι" θα απομακρύνονται διακριτικά.

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

Ποίηση χωρίς τέλος

  Αυτή η χρονιά θα ξεκινήσει ακριβώς όπως τελείωσε: με ποίηση. Συλλεκτική ανάρτηση, σπάνια θα ξαναδιαβάσετε τέτοια. Σπάω την παράδοση (και το ρόδι)! Ακόμα σπανιότερα εντυπωσιάζομαι από ποιητές και ποιήματα. Δεν με συγκινεί η συμπύκνωση του λόγου όταν του λείπει ένα είδος «φλυαρίας» – ψάχνω ποιήματα που είναι αμετροεπή με έναν δικό τους τρόπο και ταυτόχρονα στοχευμένα και ουσιώδη. Ποιήματα που δεν πολυπαίρνουν στα σοβαρά τον εαυτό τους καθώς τσαλαβουτούν χαρούμενα στον χυλό της ειρωνείας. Ποιήματα που, απ' ό,τι σωστά αντιλαμβάνεστε, δεν γράφει η πλειοψηφία των ποιητών. Με δυο λόγια, κυνηγώ το ανέφικτο. Αλλά, αυτό δεν κυνηγάμε όλοι στην έναρξη κάθε χρονιάς; Το φλουρί μου για φέτος – λίρα εκατό – ήταν η Βισουάβα ή Βισλάβα ή όπως αλλιώς, Σιμπόρσκα. Η παλιά ποίηση, η ορθόδοξη, είναι Εδώ!

Με ανώμαλους δεν μιλάω

  Ανωμαλία είναι να μην μπορεί μια γυναίκα να κυκλοφορεί άφοβα στους δρόμους, ανωμαλία είναι να πιστεύεις ότι τα εμβόλια σκοπό έχουν να προκαλέσουν περισσότερο κακό από ό,τι καλό, ανωμαλία είναι να νομίζεις ότι η λογοτεχνία σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, ανωμαλία είναι ακόμα το προφιτερόλ να έχει μόνο ένα σουδάκι μέσα, ανωμαλία είναι και ότι ο «Πατάκης» εξακολουθεί να μην εκδίδει Χέρμαν Μέλβιλ. Και πόσες ακόμα ανωμαλίες! Με τελευταία εκείνη του Ερβέ Λε Τελιέ, ενός συγγραφέα που αγάπησα οριστικά από ένα και μόνο βιβλίο του που είχα διαβάσει κάποτε, το «Όλα τα μανιτάρια τρώγονται», η ουλιπιανή έμπνευση που είχε οραματιστεί το facebook χρόνια πριν από τον δημιουργό του. Κάθε φορά που μπαίνετε στο facebook και αντικρίζετε την ερώτηση «Τι σκέφτεσαι;», ικανή να σας παρασύρει ασυγκράτητα να μας εμπιστευτείτε τις επικές σας μπούρδες, σχεδόν πάντα χωρίς καθόλου φιλτράρισμα και ουσία, να θυμάστε ότι ο Τελιέ κάποτε το έκανε… χίλιες φορές καλύτερα από εσάς, πιο δημιουργικά και κυρίως με περισσότερο χι

Dogs never bite me. Just humans.

    Ψόφια πράγματα το φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης – τουλάχιστον οι επιλογές μου – αλλά μόλις είδα ότι θα προβληθεί «Η εξουσία του σκύλου», που βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Τόμας Σάβατζ, ήξερα ότι θα ρεφάρω γιατί κακό σκυλί ψόφο δεν έχει. Και έτσι έγινε, η ταινία δεν με απογοήτευσε και μου θύμισε πόσο είχα αγαπήσει εκείνο το βιβλίο. Μια παραγωγή του Νέτφλιξ που θα είναι διαθέσιμη στην πλατφόρμα από την 1 Δεκεμβρίου ώστε να προλάβει να κάνει τον κύκλο της στις αίθουσες, με τον Κάμπερμπατς στον ρόλο του Φιλ, τον σωσία του Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν στον ρόλο του Τζορτζ και την ωραία Κίρστεν Ντανστ ως Ρόουζ. Η ταινία, όπως και το βιβλίο, σε πολλούς θα φανούν αργά, αδιάφορα και αλλόκοτα, λόγω του περιεχομένου αλλά η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για αριστοτεχνικές δημιουργίες με βάθος. Αντιγράφω εδώ το κείμενο που είχα γράψει στο «Διαβάζοντας» για να θυμάμαι ότι εκείνη η ανάγνωση μετράει ακόμα μέσα μου· σπάνιο, ομολογουμένως.

Εγώ σε λέω αγάπη

  Οι πιο συνηθισμένοι απατεώνες στην Ελλάδα συνήθως ενδύονται τους υδραυλικούς που ζητάνε 55 ευρώ για μια τρόμπα στο καζανάκι και δεν μπορείς και να τους πεις «Χέσε με ρε μάστορα» γιατί μετά πώς θα τραβήξεις καζανάκι; Στη λογοτεχνία από την άλλη, το να χαρακτηρίσεις για οποιονδήποτε λόγο τον Χέρμαν Μέλβιλ απάτη , το κάνεις μόνο αν εξυπηρετεί την πλοκή! «Γιατί οι πιο τερατώδεις απ’ όλους τους υποκριτές είναι αυτοί ακριβώς οι κερδοσκόποι: υποκριτές δι’ αντιστροφής της πραγματικότητας· υποκριτές στην παρουσίαση των πραγμάτων ως σκοτεινών αντί φωτεινών· ψυχές που ευημερούν χρησιμοποιώντας όχι τη δυστυχία, αλλά το μύθευμα της δυστυχίας· δάσκαλοι της αισχρής τέχνης τού να κατασκευάζεις δυστυχία· κίβδηλοι Ιερεμίες· νόθοι Ηράκλειτοι που, μόλις η πένθιμη μέρα περάσει, επιστρέφουν, σαν απατηλοί Λάζαροι ανάμεσα στους επαίτες, για να ευφρανθούν με τα κέρδη που απέκτησαν από τα προσποιητά έλκη της κεφαλής τους – φαύλοι κερδοσκόποι!» . Θα με αναγκάσετε να κατέβω πορεία στον Λευκό Πύργο όλοι εσείς πο

Γάτα είσαι

  Οι γάτες είναι υπέροχα πλάσματα και αν δεν είσαι επηρεασμένος από τον «Κυνόδοντα» του Λάνθιμου δύσκολα να μην σε γοητεύουν ή έστω να μην τραβούν την προσοχή σου. Μία από τις αγαπημένες μου συνήθειες είναι να παρατηρώ πώς συμπεριφέρονται οι γάτες. Τι γίνεται όμως αν και εκείνες παρακολουθούν με το ίδιο ενδιαφέρον την ανθρώπινη συμπεριφορά; Κάπως έτσι θα σκέφτηκε και ο Ιάπωνας Σόσεκι Νατσούμε και έγραψε ένα αξιαγάπητο βιβλίο· επιπροσθέτως έγραψε ένα από τα λίγα βιβλία που θα ήθελα να είχα γράψει εγώ. Χεστήκαμε τι θα ήθελες να γράψεις εσύ ρε Μαραμπού, και δίκιο έχετε, δεν αντιλέγω, απλώς σκέφτηκα να το αφήσω εδώ να υπάρχει. Γιατί πάντοτε με ενθουσίαζαν εκείνα τα λιγοστά βιβλία ανεπιτήδευτης σοφίας και γατίσιας συμπεριφοράς που συμπύκνωναν όλη την φιλοσοφία τους και την συγγραφική τεχνική τους σε φράσεις όπως η ακόλουθη: «Ορισμένες φορές επινοώ κάποιες ανοησίες και οι άνθρωποι τις παίρνουν στα σοβαρά, αυτό προκαλεί έναν αισθητικό ενθουσιασμό ακραίας κωμικότητας την οποία θεωρώ ενδιαφέρ

Dance with the Devil

  A long time ago in a galaxy (στην επαρχία) far, far away… όταν περνούσα την emo φάση μου και έκλαιγα χωρίς λόγο καθώς να καθάριζα κρεμμύδια είχα ανακαλύψει τυχαία ένα βιβλιαράκι που το αγόρασα με τα πρώτα λεφτά που είχα αποταμιεύσει σε ένα βιβλιάριο τραπέζης που είχε δεν είχε μέσα 30 δραχμαί. Εκείνο το βιβλίο ήτο κάποιου ψιλοάγνωστου Χόφμαν μεταφρασμένο υπό του σπουδαίου Καρυωτάκη – αργότερα, όταν οι ισορροπίες άλλαξαν εντός μου, κατάλαβα ότι ο Χόφμαν λειτούργησε κάπως σαν το… καρυωθραυστικό του ποιητή∙ ξέρω, ξέρω, πάγωσε η θάλασσα μέσα σας, μακάρι να βρείτε ένα βιβλίο να πέσει πάνω της σαν τσεκούρι – «το λογοπαίγνιο είναι ένα καυτό σίδερο για μπούκλες στο χέρι της τρέλας και με δαύτο λυγίζει τις σκέψεις» . Ο λόγος είναι ότι ο Χόφμαν αποδείχθηκε μια εξαίσια διαβολική μορφή της παγκόσμιας λογοτεχνίας και τα παιδιά του κυκλοφορούν ελεύθερα γύρω μας – ευτυχώς για αυτά, και για εμάς, είχε πάντοτε δουλειά, και μάλιστα σημαντική, να γράφει αριστουργήματα.

Του πολέμου / Στο άλογό μου

Τι γιορτάζουμε σήμερα; Το όχι, το ναι, το ίσως; Γιατί, ενώ όλοι ξέρουμε ότι το εθνικό φρόνημα σε ψηλώνει ως άνθρωπο, εξεγειρόμαστε τόσο πολύ όταν κάτι τέτοιο γίνεται και με τεχνητά μέσα, ας πούμε, με δεκάποντες γόβες; Γιατί μετά την παρέλαση όλοι πάμε και πίνουμε φρέντο εσπρέσσο, έναν τόσο χαρακτηριστικά ιταλικό καφέ; Τι θα συμβεί αν σε μία αντιπολιτευτική συνωμοσία όλοι συντονίσουν το... ένα στο δεξί; Το ένα στ' αριστερό αποκτά όντως βαρύνουσα σημασία όταν κυβερνά η Αριστερά, ή απλώς έχουμε συνηθίσει να το θεωρούμε ηθικό πλεονέκτημα της παρέλασης;

Τελειωμένοι

    Είμαστε γεννημένοι ο ένας για τον άλλον. Τέλος. Αυτά στην αρχή, βέβαια. Γιατί μετά, ανάθεμα την ώρα που βρέθηκες μπροστά μου. Αυτή η σχέση των σχέσεων όμως, μπορεί κάλλιστα να επεκταθεί και στα βιβλία. Μόνο που σε μένα λειτούργησε αντίστροφα· ανάθεμα την ώρα που βρέθηκε μπροστά μου, είπα για αυτό το βιβλίο, μου το δάνεισαν επειδή δεν άρεσε (ωραίο προμόσιον), ήθελα από την άλλη να δω και την ταινία του Κάουφμαν , ας πάει στα κομμάτια, θα το ξεκινήσω, με την σκέψη ήδη από την αρχή να βάλω ένα τέλος όταν δω ότι δεν τραβάει το πράγμα. Αλλά, γαμώτο, τραβούσε. Για ελάχιστους αναγνώστες αυτό θα είναι το βιβλίο της ζωής τους, σύμφωνοι. Κι όμως. «Είναι εντυπωσιακό. Όταν βλέπεις κάποιον με τους γονείς του, αποδεικνύεται απτά ότι όλοι είμαστε αποτέλεσμα σύνθεσης» . Όπως ακριβώς και τα αξιανάγνωστα βιβλία, τα συγγραφικά παιδιά των δημιουργών τους – ξεράστε με την ησυχία σας και ελάτε πίσω. Μείνετέ μου πιστοί! Σας αγαπώ !

Η μέθοδος του Κούντερα

  Σε κάποιες περισσότερο κιτς εποχές ένα παρόμοιο χαστούκι σαν εκείνο του Γουίλ Σμιθ είχε ταράξει τα νερά της κοινωνικής μας ζωής. Η Νατάσα Αθήνη είχε χαστουκίσει την Δήμητρα Λιάνη στην παρουσίαση του βιβλίου της «10 χρόνια και 54 μέρες» – βέβαια, τώρα που τα συζητάμε, μπορεί να έχουν περάσει κοντά 30 χρόνια. Μια επισήμανση που μου ήρθε μόλις: όλες οι βιβλιοπαρουσιάσεις είναι για σφαλιάρες∙ συγγραφείς μην πέφτετε σε αυτή την παγίδα, μακριά. Τέλος πάντων, όταν η Δήμητρα δεν έγραφε βιβλία, διάβαζε, λένε, Κούντερα. Τότε ήταν πολύ της μόδας. Κούντερα από εδώ, Κούντερα από εκεί, είχαν τρελαθεί όλοι. Ποιος είναι ρε αυτός ο Κούντερας; Ήταν τελικά ένα πιο λογοτεχνικό Nitro όπως νόμιζαν αρκετοί; Γιατί τόσα χρόνια τον αντιμετωπίζουμε με αβάσταχτη ελαφρότητα; «Γιατί άραγε θέλει να κάνει έρωτα μαζί μου; αναρωτιόταν πολύ συχνά, αλλά δεν έβρισκε απάντηση. Ένα μόνο ήξερε, πως οι σιωπηρές συνευρέσεις τους ήταν αναπόφευκτες, έτσι όπως είναι αναπόφευκτο να σταθεί προσοχή ένας πολίτης ακούγοντας τον εθν

Θα φάτε τα μούτρα σας

  Πού βαδίζει η λογοτεχνία; Όπου και όπως βάδιζε πάντα, ελεύθερη και ασυμβίβαστη, ασυνόδευτη και ασυνόρευτη , πριν έρθει ο (κακός μας) καιρός με την πρόφαση του υποστηρίγματος/«υποστήριξης» κάποιοι να της προσφέρουν τα δεκανίκια της πολιτικής ορθότητας που θα την καθιστούσαν έκτοτε αδιανόητα στάσιμη. «Αυτό που βλέπουμε το σκεφτόμαστε, κι έτσι τελικά δεν το βλέπουμε, λέει ο Όλερ, ενώ άλλοι βλέπουν αυτό που βλέπουν χωρίς πρόβλημα, επειδή δεν το σκέφτονται αυτό που βλέπουν. Αυτό που αποκαλούμε αντίληψη είναι για μας κατά βάση στασιμότητα, ακινησία, τίποτα. Τίποτα. Οτιδήποτε έχει συμβεί το έχουμε σκεφτεί, δεν το έχουμε δει, λέει ο Όλερ» . Είδα και απόειδα λοιπόν με το… φαινόμενο Φερνάντα Μελτσόρ και είπα ό,τι βρέξει ας κατεβάσει! Βαδίζοντας στην εποχή των τυφώνων.