Home alone


Σήμερα, 145 Αυγούστου και επειδή είμαι γνωστό στριμμένο άντερο είπα να διαβάσω ένα χαρούμενο και ανάλαφρο βιβλίο, απλώνοντας τα τριχωτά μου μπούτια μπροστά στην γλυκιά θαλπωρή του τζακιού – δεν υπάρχουν φωτογραφικά καρέ, δυστυχώς, λογοκρίθηκαν από το facebook! Η τηλεόραση να παίζει μόνη της για συντροφιά, με έναν Μακόλεϊ Κάλκιν εκνευριστικά κολλημένο στα εφτά χρόνια να μετράει τα δικά μου που αρχίζουν να βαραίνουν διπλά («Δεν αναφέρει με ευχαρίστηση αριθμούς, κάποιος που έχει φτάσει σε μια ορισμένη ηλικία»), και η αμμωνία που αναδίνουν οι κουραμπιέδες που ψήνονται να μετατρέπει το δωμάτιο σχεδόν σε θάλαμο αερίων. Αχ, Χριστούγεννα, η πιο ευτυχισμένη εποχή του χρόνου. Όλη η πλάσις α(να)γάλλεται! Υπάρχουν όμως και άνθρωποι που ζουν μονάχοι. Μην είστε σκληροί, ανοίξτε την καρδιά σας να πλημμυρίσει με αγάπη. Αυτά τα Χριστούγεννα σκεφτείτε για μια στιγμή όλους τους συνανθρώπους μας που είναι μόνοι τους – και αφήστε τους στην ησυχία τους!

Ανεξήγητη γραφή


Με Καββαδία μπάρκαρα σε αυτό το μπλογκ και με Καββαδία πάλι (ίσως) να ξεμπαρκάρω, αν πρώτα δεν με βρει ξαφνικά ο συγγραφικός θάνατος, γιατί ως γνωστόν, τα πουλιά τα βρίσκει ο χάρος στο φτερό – στην πένα, δηλαδή! Αν όμως είχα ταυτιστεί τόσο πολύ με τον Καββαδία όσο νομίζω εγώ και μερικοί από εσάς, θα έπρεπε να σταματήσω την παραπάνω φράση «στο φτερό» χωρίς πιθανές ή απίθανες ερμηνείες. «Όταν το άλλαξε, τού είπα: Τώρα όμως στο στίχο “το πρόσωπό σου θα το μούσκεψε το αγιάζι” πολύ λίγοι θα καταλάβουν αυτό που θέλεις να πεις – πως δηλαδή και οι δυνατοί μπορεί να κλαίνε. “Ας καταλάβουν ό,τι θέλουν”, είπε, αυτό είναι δική τους δουλειά». Αυτή είναι η δουλειά της υψηλής λογοτεχνίας, όχι ακριβώς να καταλαβαίνει κανείς μόνο ό,τι θέλει (και αυτό, όμως!), αλλά κυρίως να είναι ανοιχτή σε πολλαπλές ερμηνείες, που θα κάνει (μεταξύ άλλων) τους καθηγητάδες των επόμενων γενεών να σκύβουν πάνω από το έργο της. Πάει κάπου συγκεκριμένα το μυαλό σας;

Οι Έλληνες είμαστε τεμπέλ


Είδες; Η προκατάληψη καλά κρατεί. Αυτό πρέπει να αλλάξει. Σηκωθείτε από καναπέδες, κρεβάτια, ντιβανοκασέλες, φορέστε στραβά το (κίτρινο) γιλεκάκι και βγείτε στους δρόμους με όπλα στους ώμους. Ή μήπως όχι; Ωχ αδερφέ μου, ποιος τρέχει τώρα! Ψιλοβαριέμαι! […] «Η δράση είναι συνώνυμο της προόδου, η εργασία προϋπόθεση της καταξίωσης, η σκέψη αιχμάλωτη του θετικισμού. «Άνευ όρων, άνευ ορίων» η κοινωνία διατυπώνει αιτήματα, ορίζει δικαιώματα, κυρώνει υποχρεώσεις: ένας ολόκληρος νέος κόσμος οραματίζεται, ανακαλύπτει, εξερευνά τις νέες ουτοπίες. Το «σύνδρομο της ουτοπικής σκέψης» είναι διάχυτο, σχεδόν ολοκληρωτικό, καθώς οι αριστοκρατικές δομές και παραδόσεις δίνουν σταδιακά τη θέση τους (συχνά, όχι πρόθυμα) στον αστικό ριζοσπαστισμό (κοινωνικό, πολιτικό, πολιτισμικό) που αναδύεται μέσα από επαναστάσεις και εξεγέργεις («Aux armes, citoyens!» προτρέπει η «Μασσαλιώτιδα»), που άλλες θα πνιγούν στο αίμα, άλλες θα εμπεδώσουν κράτη-έθνη και άλλες θα εκθρέψουν τον ιακωβινισμό ή την τρομοκρατία». Ποια η θέση του αργόσχολου μέσα σ’ όλα αυτά; Άκου μάνα, αυτό το βιβλίο γράφτηκε για σένα, για όλες εκείνες τις φορές που είπες τον γιο σου τεμπελχανά και αχαΐρευτο. Θα στο κάνω δώρο στις γιορτές – μόνο μην μου πεις ότι βαριέσαι να το διαβάσεις. 

Ποιος απ’ τους δυο μας επινόησε τον άλλο


Επειδή ο «Ροβινσώνας» ήταν το βιβλίο του 2018 για μένα, αποφάσισα να κλείσω την αναγνωστική χρονιά με μερικές παραλλαγές πάνω στον σπουδαίο μύθο του. Επέλεξα το βιβλίο του Τζ. Μ. Κούτσι «Μια γυναίκα στο νησί του Ροβινσώνα»· ωραίο τίτλο διάλεξε, ποιος;, ο συγγραφέας σίγουρα όχι! Δείτε τον πρωτότυπο τίτλο, «FOE», – μοιάζει σχεδόν με αρκτικόλεξο – ενώ η μετάφρασή του είναι ένα flash διήγημα σαν εκείνα που φημολογείται ότι έγραφε ο Χέμινγουει για να τον κερνάνε Daiquiri στα μπαρ («For sale, Baby shoes, Never worn»). Τέλος πάντων, ας μην γίνω αιτία να χάσουν κάποιοι άνθρωποι την δουλειά τους, χρονιάρες μέρες! Ας μπούμε λοιπόν γρήγορα στις λεπτομέρειες της ιστορίας, γιατί ο Παρασκευάς σίγουρα θα έχει βαρεθεί να κρατάει τόση ώρα το φανάρι. 

Winter is coming


Εγώ όταν ακούω για το «Game of Thrones» παθαίνω αναφυλαξία, βγάζω… φολίδες σε όλο μου το σώμα. Μόλις όμως διάβασα ένα μικρό απόσπασμα από την εισαγωγή της μεταφράστριας Αγορίτσας Μπακοδήμου, ένα εκδικητικό χαιρέκακο καμπανάκι ήχησε μέσα μου σε γιορτινούς τόνους! «Η υπόθεση του Μαύρου Βέλους εκτυλίσσεται σε μια ιδιαίτερα σκοτεινή περίοδο της Ιστορίας, που έγινε γνωστή ως ο Πόλεμος των Ρόδων. Ο ρομαντικός αυτός τίτλος δόθηκε στον εμφύλιο πόλεμο που ξέσπασε το 1459 στην Αγγλία ανάμεσα στους δύο μεγαλύτερους οίκους ευγενών. Ο oίκος των Γιορκ, που είχε ως έμβλημα το λευκό ρόδο, και ο οίκος των Λάνκαστερ, που είχε το κόκκινο ρόδο, διεκδικούσαν τον θρόνο της Αγγλίας, επειδή ο Ερίκκος ο Ε’ βρισκόταν σε κατάσταση παραφροσύνης και δεν μπορούσε να ασκήσει τα καθήκοντά του. Η βασίλισσα όμως αρνούνταν να ορίσει το δούκα του Γιορκ επίτροπο του θρόνου, φοβούμενη ότι θα απέκλειε από τη διαδοχή τον ανήλικο γιο της και θα ανακηρυσσόταν ο ίδιος βασιλιάς». Από την αμετροέπεια και την πλήξη του Τζορτζ Μάρτιν προτιμώ χίλιες φορές την θαυμαστή οικονομία του Στήβενσον. Traitor at the Wall!