Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Ποιος απ’ τους δυο μας επινόησε τον άλλο


Επειδή ο «Ροβινσώνας» ήταν το βιβλίο του 2018 για μένα, αποφάσισα να κλείσω την αναγνωστική χρονιά με μερικές παραλλαγές πάνω στον σπουδαίο μύθο του. Επέλεξα το βιβλίο του Τζ. Μ. Κούτσι «Μια γυναίκα στο νησί του Ροβινσώνα»· ωραίο τίτλο διάλεξε, ποιος;, ο συγγραφέας σίγουρα όχι! Δείτε τον πρωτότυπο τίτλο, «FOE», – μοιάζει σχεδόν με αρκτικόλεξο – ενώ η μετάφρασή του είναι ένα flash διήγημα σαν εκείνα που φημολογείται ότι έγραφε ο Χέμινγουει για να τον κερνάνε Daiquiri στα μπαρ («For sale, Baby shoes, Never worn»). Τέλος πάντων, ας μην γίνω αιτία να χάσουν κάποιοι άνθρωποι την δουλειά τους, χρονιάρες μέρες! Ας μπούμε λοιπόν γρήγορα στις λεπτομέρειες της ιστορίας, γιατί ο Παρασκευάς σίγουρα θα έχει βαρεθεί να κρατάει τόση ώρα το φανάρι. 

«Ποιος απ’ τους δυο μας επινόησε τον άλλο» είναι ο τίτλος ενός βιβλίου του Πασκάλ Μπρυκνέρ που είχα διαβάσει πολύ παλιά και πλέον δεν θυμάμαι τίποτα. Ο τίτλος όμως μου έμεινε και τον ανακαλούσα κάθε τόσο με ευχαρίστηση – ηρεμήστε, τσέκαρα και τον πρωτότυπο, «Qui de nous deux invental l’ autre?», μοιάζει να είναι πιστός, όχι σαν τους αστείους πειραματισμούς του Μεταίχμιου. Αυτή η φράση μού ήρθε αμέσως στο μυαλό όταν άρχισα να αντιλαμβάνομαι το τέχνασμα που επινόησε ο Κούτσι για το βιβλίο του. Η κυρία Μπάρτον ναυαγεί στο νησί του Ροβινσώνα και στις πρώτες σελίδες μάς εξιστορεί το πώς ζούσε εκεί ο Ροβινσώνας παρέα με τον Παρασκευά. Όσοι έχουμε διαβάσει την (πλήρη) έκδοση του «Ροβινσώνα» αμέσως αντιλαμβανόμαστε ότι όσα μας εξιστορεί η κυρία Μπάρτον είναι πολύ διαφορετικά από όσα μας έχει εξιστορήσει ο Ντιφόου στο δικό του. Στα μισά του βιβλίου (του Κούτσι, για να μην μπερδεύουμε τα βιβλία!) μαθαίνουμε ότι η εξιστόρηση της κυρίας Μπάρτον γίνεται απευθείας στον Ντιφόου (ή Φόε/Foe όπως αναφέρεται στο βιβλίο, αλλά εγώ θα επιμένω να τον λέω Ντιφόου) μέσω επιστολών που του στέλνει, ο οποίος θα την αναδιαμορφώσει στην γνωστή ιστορία που όλοι ξέρουμε. 

[…] «Ήταν σαν να ευχόταν η ιστορία του να είχε αρχίσει με τον ερχομό του στο νησί, και η δική μου να είχε αρχίσει με τον δικό μου ερχομό, και η ιστορία μας μαζί να τελείωνε κι αυτή στο νησί. Που να μην έσωνε να σωνόταν ο Κρούσος, συλλογίστηκα. Γιατί ο κόσμος περιμένει ιστορίες από τους ταξιδευτές και τους τυχοδιώκτες του, ιστορίες καλύτερες από υπολογισμούς για το πόσες πέτρες μετακίνησαν μέσα στα δεκαπέντε χρόνια κι από πού μέχρι πού τις κουβάλησαν. Ένας Κρούσος διασωθείς θα είναι μια μεγάλη απογοήτευση για τον κόσμο. Η ιδέα ενός Κρούσου πάνω στο νησί του είναι καλύτερη από τον αυθεντικό, λιγόλογο και σκυθρωπό Κρούσο σε μια Αγγλία ξένη». 

Και κάπου σε αυτό το σημείο, το βιβλίο (του Κούτσι, λέμε!) αρχίζει να παίρνει την μοντέρνα όψη του, μετατρέπεται σε μια αλληγορία που εξερευνά μεταξύ άλλων και τα μυστήρια της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Η κυρία Μπάρτον, η Γυναίκα, γίνεται το όχημα της δημιουργίας, μεταμορφώνεται στην Έμπνευση, στην ίδια την Δημιουργία. «Μπορείτε πάντως να έχετε κατά νου ότι η ζωή μου είναι φριχτά μετέωρη έως ότου ολοκληρωθεί η συγγραφή σας;» Ζει πλέον στην Αγγλία παρέα με έναν σαστισμένο από τον πολιτισμό Παρασκευά, ο Κρουσός είναι νεκρός, και ο Ντιφόου μετά από μια πρώτη σύντομη συνάντηση με την γυναίκα, αόρατος πια, μετέρχεται όλα τα συγγραφικά του όπλα για να καταφέρει να αποδώσει την ιστορία της γυναίκας όσο το δυνατόν καλύτερα, όχι τόσο πιστή στην πραγματικότητα όμως όσο στην τέχνη και στα αλλόκοτα μυστήριά της. «Σας εκπλήσσει όσο και μένα αυτή η αντιστοίχιση ανάμεσα στα πράγματα όπως είναι στην πραγματικότητα και στις εικόνες που έχουμε γι’ αυτά μες στο μυαλό μας;» 

Είναι από τα πιο όμορφα βιβλία που έχω διαβάσει και που ασχολούνται με το θέμα της συγγραφής και τα μυστικά της. Εμένα δε θα με χάλαγε να διαβάσω οποιοδήποτε βιβλίο κοιτάζει πίσω από την κουρτίνα της δημιουργίας, γιατί έχω την πετριά της συγγραφής, στο ευρύ κοινό όμως ένα ανάλογο εγχείρημα θα φαινόταν τουλάχιστον ελιτίστικο. Σε αυτό το βιβλίο όμως, ο Κούτσι χρησιμοποιώντας τον μύθο του Ροβινσώνα, χτίζει μια ιστορία τρυφερή και παιγνιώδη και έναν εκπληκτικό γυναικείο χαρακτήρα. Μια υπενθύμιση ότι η Γυναίκα είναι σημαντική, είτε ως στήριγμα είτε ως έμπνευση είτε ως κινητήριος μοχλός είτε ως οτιδήποτε άλλο, ακόμα και όταν ο κόσμος την κάνει να φαίνεται και να φέρεται ως αόρατη. 

[…] «Μια μέρα που θα έχουμε φύγει, θα τα ξετρυπώσετε και θα τους ρίξετε μια ματιά. «Καλύτερα να ήταν μόνο ο Κρούσος και ο Παρασκευάς» θα μουρμουρίσετε από μέσα σας. «Καλύτερα χωρίς τη γυναίκα». Κι όμως, σε ποιο σημείο θα βρισκόσασταν χωρίς τη γυναίκα; Θα σας είχε πλησιάσει με δική του πρωτοβουλία ο Κρούσος; Θα μπορούσατε να συναρμολογήσετε την εικόνα με τον Κρούσο και τον Παρασκευά και το νησί με τους ψύλλους του, με τους πιθήκους και τις σαύρες του; Νομίζω πως όχι. Έχετε πολλά δυνατά σημεία, αλλά η ευρηματικότητα δεν είναι ένα απ’ αυτά». 

Είναι απαραίτητο να έχετε διαβάσει πρώτα τον «αυθεντικό» Ροβινσώνα για να απολαύσετε το βιβλίο του Κούτσι; Η απάντηση είναι όχι και ναι: Όχι δεν είναι απαραίτητο και Ναι πανάθεμά σας, ο Ροβινσώνας είναι σημαντικότατο βιβλίο για να εκτιμήσεις και να επανεκτιμήσεις πολλά και διαφορετικά βιβλία! Όσοι όμως έχει τύχει και το διαβάσατε θα χαρείτε λίγο παραπάνω το βιβλίο του Κούτσι γιατί θα βρίσκετε τις διαφορές ανάμεσα στον «άχρωμο» Ροβινσώνα που συναντά η γυναίκα και σε εκείνον που τελικά καταλήγει να γίνει στα χέρια του Ντιφόου. Οι πίθηκοι του νησιού θα μετατραπούν σε κατσίκια, το μοναδικό μαχαίρι που έχει ο Ροβινσώνας θα μετατραπεί σε πανδαισία εργαλείων που θα σώσει από το ναυάγιο, η απροθυμία του να κρατήσει ημερολόγιο θα μετατραπεί σε παθιασμένη σειρά εξομολογήσεων κλπ. Ωραία πινελιά του Κούτσι είναι και όταν οι επιστολές που βάζει την γυναίκα να στέλνει στον Ντιφόου με την ημερολογιακή καταγραφή πάνω πάνω, παραπέμπουν σαφώς στο ημερολόγιο που (θα) κρατούσε και ο αυθεντικός Ροβινσώνας! 

Ένα μικρό παράπτωμα του Κούτσι είναι όταν βάζει την κυρία Μπάρτον να λέει ότι είναι ανίκανη να γράψει η ίδια τις εμπειρίες που έζησε. Διαβάζοντας όμως τις παθιασμένες επιστολές που στέλνει στον Ντιφόου, διακρίνουμε ένα γλαφυρότατο ύφος και μια εκτεταμένη χρήση εικόνων και μεταφορών που μας κάνει να απορούμε γιατί να μην μπορούσε η ίδια να γράψει το βιβλίο. Νομίζω ότι ο Κούτσι παρασύρθηκε από την γραφή του, χαλώντας σε κείνο το σημείο την λογική της πλοκής του. «Αυτό όμως που μπορούμε να δεχτούμε στη ζωή δεν μπορούμε να το δεχτούμε στην ιστορία». Είναι σχεδόν αμελητέο το παράπτωμα, ωστόσο. Η μετάφραση είναι της Άννας Παπασταύρου (χρόνια της πολλά και σήμερα, για την ονομαστική της εορτή!) και είναι πολύ καλή. Όπως και η γενικότερη έκδοση του Μεταίχμιου. Ακόμα και το εξώφυλλο δείχνει να αποπνέει μια κάποια καλαισθησία. Συγκρίνετε την έκδοση αυτή, του 2004, με τις τελευταίες εκδόσεις του και θα καταλάβετε τον ξεπεσμό. Για την διαστρέβλωση του τίτλου, τα είπαμε στην αρχή. 

[…] «Είμαι εξίσου εξοικειωμένη όσο κι εσείς με τους πολλούς, πάμπολλους τρόπους με τους οποίους μπορούμε να εξαπατήσουμε τους εαυτούς μας. Πώς όμως μπορούμε να ζήσουμε αν δεν πιστέψουμε ότι ξέρουμε ποιοι είμαστε και ποιοι υπήρξαμε κάποτε;» 

Εν τέλει, δεν του το είχα του Κούτσι. Δεν με έπειθε να διαβάσω κάποιο βιβλίο του και τον θεωρούσα ένα ακόμα αποτυχημένο νόμπελ λογοτεχνίας μέσα στα υπόλοιπα. Έτυχε να μάθω για αυτό το βιβλίο με την παραλλαγή του Ροβινσώνα και να αναθεωρήσω τις απόψεις μου. Ομολογώ ότι η γραφή του δεν με ξετρέλανε, μέσα στο συγκεκριμένο βιβλίο όμως, έδενε τέλεια με την ιστορία. Θα του δώσω ακόμα μια ευκαιρία, Χριστούγεννα έρχονται, δεν είμαι δα και τόσο σκατόψυχος! Το βιβλίο του Κούτσι, παρά την εύκολη αφήγηση και το μικρό μέγεθος, δεν είναι ένα βιβλίο που μπορεί να διαβάσει και η κουτσή Μαρία, προϋποθέτει μια πολύπλευρη ευαισθησία και μια εκλεπτυσμένη αντιμετώπιση της λογοτεχνίας. Το βιβλίο είναι πολύ καλό και αυτό το αντιλαμβανόμαστε από τον εξής απλό καβαφικό κανόνα: θέτει παραπάνω ερωτήματα από όσα προτίθεται ή μπορεί να απαντήσει. «Έχεις όμως υπολογίσει ότι οι αμφιβολίες σου μπορεί να είναι κομμάτι της ιστορίας που ζεις, και να μην έχουν μεγαλύτερη βαρύτητα από οποιαδήποτε άλλη περιπέτειά σου; Εγώ απλώς θέτω την ερώτηση». Ο μύθος του Ροβινσώνα, ακόμα και φιλτραρισμένος, συνεχίζει να προσφέρει σε όλους την όμορφη φιλοσοφία του – ήδη θα το κατάλαβες η Ροβινσώνες τι σημαίνουν. 


[…] «Μερικές φορές ξυπνάω μην ξέροντας πού βρίσκομαι. Ο κόσμος είναι γεμάτος νησιά, είπε κάποτε ο Κρούσος. Τα λόγια του κάθε μέρα ηχούν και πιο αληθινά».

Σχόλια

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

Ποίηση χωρίς τέλος

  Αυτή η χρονιά θα ξεκινήσει ακριβώς όπως τελείωσε: με ποίηση. Συλλεκτική ανάρτηση, σπάνια θα ξαναδιαβάσετε τέτοια. Σπάω την παράδοση (και το ρόδι)! Ακόμα σπανιότερα εντυπωσιάζομαι από ποιητές και ποιήματα. Δεν με συγκινεί η συμπύκνωση του λόγου όταν του λείπει ένα είδος «φλυαρίας» – ψάχνω ποιήματα που είναι αμετροεπή με έναν δικό τους τρόπο και ταυτόχρονα στοχευμένα και ουσιώδη. Ποιήματα που δεν πολυπαίρνουν στα σοβαρά τον εαυτό τους καθώς τσαλαβουτούν χαρούμενα στον χυλό της ειρωνείας. Ποιήματα που, απ' ό,τι σωστά αντιλαμβάνεστε, δεν γράφει η πλειοψηφία των ποιητών. Με δυο λόγια, κυνηγώ το ανέφικτο. Αλλά, αυτό δεν κυνηγάμε όλοι στην έναρξη κάθε χρονιάς; Το φλουρί μου για φέτος – λίρα εκατό – ήταν η Βισουάβα ή Βισλάβα ή όπως αλλιώς, Σιμπόρσκα. Η παλιά ποίηση, η ορθόδοξη, είναι Εδώ!

Με ανώμαλους δεν μιλάω

  Ανωμαλία είναι να μην μπορεί μια γυναίκα να κυκλοφορεί άφοβα στους δρόμους, ανωμαλία είναι να πιστεύεις ότι τα εμβόλια σκοπό έχουν να προκαλέσουν περισσότερο κακό από ό,τι καλό, ανωμαλία είναι να νομίζεις ότι η λογοτεχνία σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, ανωμαλία είναι ακόμα το προφιτερόλ να έχει μόνο ένα σουδάκι μέσα, ανωμαλία είναι και ότι ο «Πατάκης» εξακολουθεί να μην εκδίδει Χέρμαν Μέλβιλ. Και πόσες ακόμα ανωμαλίες! Με τελευταία εκείνη του Ερβέ Λε Τελιέ, ενός συγγραφέα που αγάπησα οριστικά από ένα και μόνο βιβλίο του που είχα διαβάσει κάποτε, το «Όλα τα μανιτάρια τρώγονται», η ουλιπιανή έμπνευση που είχε οραματιστεί το facebook χρόνια πριν από τον δημιουργό του. Κάθε φορά που μπαίνετε στο facebook και αντικρίζετε την ερώτηση «Τι σκέφτεσαι;», ικανή να σας παρασύρει ασυγκράτητα να μας εμπιστευτείτε τις επικές σας μπούρδες, σχεδόν πάντα χωρίς καθόλου φιλτράρισμα και ουσία, να θυμάστε ότι ο Τελιέ κάποτε το έκανε… χίλιες φορές καλύτερα από εσάς, πιο δημιουργικά και κυρίως με περισσότερο χι

Dogs never bite me. Just humans.

    Ψόφια πράγματα το φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης – τουλάχιστον οι επιλογές μου – αλλά μόλις είδα ότι θα προβληθεί «Η εξουσία του σκύλου», που βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Τόμας Σάβατζ, ήξερα ότι θα ρεφάρω γιατί κακό σκυλί ψόφο δεν έχει. Και έτσι έγινε, η ταινία δεν με απογοήτευσε και μου θύμισε πόσο είχα αγαπήσει εκείνο το βιβλίο. Μια παραγωγή του Νέτφλιξ που θα είναι διαθέσιμη στην πλατφόρμα από την 1 Δεκεμβρίου ώστε να προλάβει να κάνει τον κύκλο της στις αίθουσες, με τον Κάμπερμπατς στον ρόλο του Φιλ, τον σωσία του Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν στον ρόλο του Τζορτζ και την ωραία Κίρστεν Ντανστ ως Ρόουζ. Η ταινία, όπως και το βιβλίο, σε πολλούς θα φανούν αργά, αδιάφορα και αλλόκοτα, λόγω του περιεχομένου αλλά η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για αριστοτεχνικές δημιουργίες με βάθος. Αντιγράφω εδώ το κείμενο που είχα γράψει στο «Διαβάζοντας» για να θυμάμαι ότι εκείνη η ανάγνωση μετράει ακόμα μέσα μου· σπάνιο, ομολογουμένως.

Εγώ σε λέω αγάπη

  Οι πιο συνηθισμένοι απατεώνες στην Ελλάδα συνήθως ενδύονται τους υδραυλικούς που ζητάνε 55 ευρώ για μια τρόμπα στο καζανάκι και δεν μπορείς και να τους πεις «Χέσε με ρε μάστορα» γιατί μετά πώς θα τραβήξεις καζανάκι; Στη λογοτεχνία από την άλλη, το να χαρακτηρίσεις για οποιονδήποτε λόγο τον Χέρμαν Μέλβιλ απάτη , το κάνεις μόνο αν εξυπηρετεί την πλοκή! «Γιατί οι πιο τερατώδεις απ’ όλους τους υποκριτές είναι αυτοί ακριβώς οι κερδοσκόποι: υποκριτές δι’ αντιστροφής της πραγματικότητας· υποκριτές στην παρουσίαση των πραγμάτων ως σκοτεινών αντί φωτεινών· ψυχές που ευημερούν χρησιμοποιώντας όχι τη δυστυχία, αλλά το μύθευμα της δυστυχίας· δάσκαλοι της αισχρής τέχνης τού να κατασκευάζεις δυστυχία· κίβδηλοι Ιερεμίες· νόθοι Ηράκλειτοι που, μόλις η πένθιμη μέρα περάσει, επιστρέφουν, σαν απατηλοί Λάζαροι ανάμεσα στους επαίτες, για να ευφρανθούν με τα κέρδη που απέκτησαν από τα προσποιητά έλκη της κεφαλής τους – φαύλοι κερδοσκόποι!» . Θα με αναγκάσετε να κατέβω πορεία στον Λευκό Πύργο όλοι εσείς πο

Γάτα είσαι

  Οι γάτες είναι υπέροχα πλάσματα και αν δεν είσαι επηρεασμένος από τον «Κυνόδοντα» του Λάνθιμου δύσκολα να μην σε γοητεύουν ή έστω να μην τραβούν την προσοχή σου. Μία από τις αγαπημένες μου συνήθειες είναι να παρατηρώ πώς συμπεριφέρονται οι γάτες. Τι γίνεται όμως αν και εκείνες παρακολουθούν με το ίδιο ενδιαφέρον την ανθρώπινη συμπεριφορά; Κάπως έτσι θα σκέφτηκε και ο Ιάπωνας Σόσεκι Νατσούμε και έγραψε ένα αξιαγάπητο βιβλίο· επιπροσθέτως έγραψε ένα από τα λίγα βιβλία που θα ήθελα να είχα γράψει εγώ. Χεστήκαμε τι θα ήθελες να γράψεις εσύ ρε Μαραμπού, και δίκιο έχετε, δεν αντιλέγω, απλώς σκέφτηκα να το αφήσω εδώ να υπάρχει. Γιατί πάντοτε με ενθουσίαζαν εκείνα τα λιγοστά βιβλία ανεπιτήδευτης σοφίας και γατίσιας συμπεριφοράς που συμπύκνωναν όλη την φιλοσοφία τους και την συγγραφική τεχνική τους σε φράσεις όπως η ακόλουθη: «Ορισμένες φορές επινοώ κάποιες ανοησίες και οι άνθρωποι τις παίρνουν στα σοβαρά, αυτό προκαλεί έναν αισθητικό ενθουσιασμό ακραίας κωμικότητας την οποία θεωρώ ενδιαφέρ

Dance with the Devil

  A long time ago in a galaxy (στην επαρχία) far, far away… όταν περνούσα την emo φάση μου και έκλαιγα χωρίς λόγο καθώς να καθάριζα κρεμμύδια είχα ανακαλύψει τυχαία ένα βιβλιαράκι που το αγόρασα με τα πρώτα λεφτά που είχα αποταμιεύσει σε ένα βιβλιάριο τραπέζης που είχε δεν είχε μέσα 30 δραχμαί. Εκείνο το βιβλίο ήτο κάποιου ψιλοάγνωστου Χόφμαν μεταφρασμένο υπό του σπουδαίου Καρυωτάκη – αργότερα, όταν οι ισορροπίες άλλαξαν εντός μου, κατάλαβα ότι ο Χόφμαν λειτούργησε κάπως σαν το… καρυωθραυστικό του ποιητή∙ ξέρω, ξέρω, πάγωσε η θάλασσα μέσα σας, μακάρι να βρείτε ένα βιβλίο να πέσει πάνω της σαν τσεκούρι – «το λογοπαίγνιο είναι ένα καυτό σίδερο για μπούκλες στο χέρι της τρέλας και με δαύτο λυγίζει τις σκέψεις» . Ο λόγος είναι ότι ο Χόφμαν αποδείχθηκε μια εξαίσια διαβολική μορφή της παγκόσμιας λογοτεχνίας και τα παιδιά του κυκλοφορούν ελεύθερα γύρω μας – ευτυχώς για αυτά, και για εμάς, είχε πάντοτε δουλειά, και μάλιστα σημαντική, να γράφει αριστουργήματα.

Του πολέμου / Στο άλογό μου

Τι γιορτάζουμε σήμερα; Το όχι, το ναι, το ίσως; Γιατί, ενώ όλοι ξέρουμε ότι το εθνικό φρόνημα σε ψηλώνει ως άνθρωπο, εξεγειρόμαστε τόσο πολύ όταν κάτι τέτοιο γίνεται και με τεχνητά μέσα, ας πούμε, με δεκάποντες γόβες; Γιατί μετά την παρέλαση όλοι πάμε και πίνουμε φρέντο εσπρέσσο, έναν τόσο χαρακτηριστικά ιταλικό καφέ; Τι θα συμβεί αν σε μία αντιπολιτευτική συνωμοσία όλοι συντονίσουν το... ένα στο δεξί; Το ένα στ' αριστερό αποκτά όντως βαρύνουσα σημασία όταν κυβερνά η Αριστερά, ή απλώς έχουμε συνηθίσει να το θεωρούμε ηθικό πλεονέκτημα της παρέλασης;

Τελειωμένοι

    Είμαστε γεννημένοι ο ένας για τον άλλον. Τέλος. Αυτά στην αρχή, βέβαια. Γιατί μετά, ανάθεμα την ώρα που βρέθηκες μπροστά μου. Αυτή η σχέση των σχέσεων όμως, μπορεί κάλλιστα να επεκταθεί και στα βιβλία. Μόνο που σε μένα λειτούργησε αντίστροφα· ανάθεμα την ώρα που βρέθηκε μπροστά μου, είπα για αυτό το βιβλίο, μου το δάνεισαν επειδή δεν άρεσε (ωραίο προμόσιον), ήθελα από την άλλη να δω και την ταινία του Κάουφμαν , ας πάει στα κομμάτια, θα το ξεκινήσω, με την σκέψη ήδη από την αρχή να βάλω ένα τέλος όταν δω ότι δεν τραβάει το πράγμα. Αλλά, γαμώτο, τραβούσε. Για ελάχιστους αναγνώστες αυτό θα είναι το βιβλίο της ζωής τους, σύμφωνοι. Κι όμως. «Είναι εντυπωσιακό. Όταν βλέπεις κάποιον με τους γονείς του, αποδεικνύεται απτά ότι όλοι είμαστε αποτέλεσμα σύνθεσης» . Όπως ακριβώς και τα αξιανάγνωστα βιβλία, τα συγγραφικά παιδιά των δημιουργών τους – ξεράστε με την ησυχία σας και ελάτε πίσω. Μείνετέ μου πιστοί! Σας αγαπώ !

Η μέθοδος του Κούντερα

  Σε κάποιες περισσότερο κιτς εποχές ένα παρόμοιο χαστούκι σαν εκείνο του Γουίλ Σμιθ είχε ταράξει τα νερά της κοινωνικής μας ζωής. Η Νατάσα Αθήνη είχε χαστουκίσει την Δήμητρα Λιάνη στην παρουσίαση του βιβλίου της «10 χρόνια και 54 μέρες» – βέβαια, τώρα που τα συζητάμε, μπορεί να έχουν περάσει κοντά 30 χρόνια. Μια επισήμανση που μου ήρθε μόλις: όλες οι βιβλιοπαρουσιάσεις είναι για σφαλιάρες∙ συγγραφείς μην πέφτετε σε αυτή την παγίδα, μακριά. Τέλος πάντων, όταν η Δήμητρα δεν έγραφε βιβλία, διάβαζε, λένε, Κούντερα. Τότε ήταν πολύ της μόδας. Κούντερα από εδώ, Κούντερα από εκεί, είχαν τρελαθεί όλοι. Ποιος είναι ρε αυτός ο Κούντερας; Ήταν τελικά ένα πιο λογοτεχνικό Nitro όπως νόμιζαν αρκετοί; Γιατί τόσα χρόνια τον αντιμετωπίζουμε με αβάσταχτη ελαφρότητα; «Γιατί άραγε θέλει να κάνει έρωτα μαζί μου; αναρωτιόταν πολύ συχνά, αλλά δεν έβρισκε απάντηση. Ένα μόνο ήξερε, πως οι σιωπηρές συνευρέσεις τους ήταν αναπόφευκτες, έτσι όπως είναι αναπόφευκτο να σταθεί προσοχή ένας πολίτης ακούγοντας τον εθν

Θα φάτε τα μούτρα σας

  Πού βαδίζει η λογοτεχνία; Όπου και όπως βάδιζε πάντα, ελεύθερη και ασυμβίβαστη, ασυνόδευτη και ασυνόρευτη , πριν έρθει ο (κακός μας) καιρός με την πρόφαση του υποστηρίγματος/«υποστήριξης» κάποιοι να της προσφέρουν τα δεκανίκια της πολιτικής ορθότητας που θα την καθιστούσαν έκτοτε αδιανόητα στάσιμη. «Αυτό που βλέπουμε το σκεφτόμαστε, κι έτσι τελικά δεν το βλέπουμε, λέει ο Όλερ, ενώ άλλοι βλέπουν αυτό που βλέπουν χωρίς πρόβλημα, επειδή δεν το σκέφτονται αυτό που βλέπουν. Αυτό που αποκαλούμε αντίληψη είναι για μας κατά βάση στασιμότητα, ακινησία, τίποτα. Τίποτα. Οτιδήποτε έχει συμβεί το έχουμε σκεφτεί, δεν το έχουμε δει, λέει ο Όλερ» . Είδα και απόειδα λοιπόν με το… φαινόμενο Φερνάντα Μελτσόρ και είπα ό,τι βρέξει ας κατεβάσει! Βαδίζοντας στην εποχή των τυφώνων.