Θα ξαναδιαβάσεις ποίηση εσύ όταν γεμίσουν οι ελληνικές θάλασσες με λαγοκέφαλους. Ουπς! Και δεν είναι καν ποίηση αλλά νουβέλα. Πάλι σας γλύτωσα από τα χειρότερα αχάριστοι. Κολυμπήστε χαλαροί στην Νικήτη, τι σκατά μπορεί να πάει στραβά; Τώρα πώς μου ήρθε να διαβάσω το τελευταίο βιβλίο της ποιήτριας Λουίζ Γκλικ ούτε ξέρω – ό,τι μου κάνει Γκλικ και μένα! Μου φάνηκε μια παράξενη ιστορία που ίσως έκρυβε μερικές αλήθειες εντός της∙ από παιδί και από τρελό. «Πόσο λίγα ξέρουμε, σκέφτηκε και πάλι η Μάριγκολντ. Αποφάσισε πως θα έλεγε ό,τι έκαναν τα δίδυμα και μετά θα άλλαζε τα ονόματά τους σε Μητέρα. Δεν μπορείς να το κάνεις αυτό, σκέφτηκε η Ρόουζ. Πρέπει να λες μόνο αληθινές ιστορίες. Είναι αληθινή, σκέφτηκε η Μάριγκολντ∙ απλώς δεν είναι πραγματική».
Έλα, πού είσαι; Κάποτε η έκφραση «Τουρίστας στην πόλη σου» είχε μια ρομαντική χροιά, έκρυβε τη γλυκιά δυνατότητα να ανακαλύπτεις μέρη της πόλης σου με μια νέα ματιά και μια αθώα ανυπομονησία. Πλέον, για να μπεις στο Κουκάκι θες διαβατήριο και για να φας καλά στη Θεσσαλονίκη χρονομηχανή. Είναι δύσκολο να νιώθεις ντόπιος σε μια πόλη και ακόμα πιο δύσκολο να βρεις μάτσα λάτε που να πίνεται. Τι ματσαλάτε μάς ρωτούσε η γιαγιά στο χωριό όταν μας άκουγε να ροκανίζουμε δυνατά τα καρύδια∙ αλλά οι τουρίστες που καταφτάνουν σε ορδές κάθε σαββατοκύριακο σίγουρα δεν ψάχνουν τέτοιου είδους αυθεντικότητα. Αν δεν φας μπραντς θεωρείσαι δεύτερος και αν δεν το φωτογραφίσεις πριν, τριτοτέταρτος. Το αλμυρό τσιζκέικ πρέπει να συναγωνίζεται σε ανοστιά το γλυκό αλλά η τιμή του να είναι πάντα αλμυρή. Η πόλη να αναδεικνύει κάθε μέρα και ένα νέο hot spot για να φορτίσεις τις μπαταρίες της εξαντλημένης κοινωνικότητάς σου και του κινητού σου. Να μένεις σε υπερλούξ λοφτ 12,5 τ.μ. ενώ ο μισθός σου πιά...