Δεν θέλω ειρωνείες


Οι περισσότεροι άνθρωποι στον σύγχρονο κόσμο νομίζουν ότι γεννιούνται με το χάρισμα της ειρωνείας. Κάνουν εκεί χάμω ένα-δυο ρημαδοτρολαρίσματα και νομίζουν ότι είναι και είρωνες. Αλλά δεν μπορείς να τους πείσεις για το αντίθετο· όπως ακριβώς δεν μπορείς να πείσεις έναν άνθρωπο ότι δεν έχει χιούμορ. Θα σου απαντήσει ότι εσύ δεν έχεις διορατικότητα και θα βαλθεί να σε πείσει για το πηγαίο χιούμορ του, μετατρέποντας το στέρεο έδαφος τριγύρω σου, σε πίστα πατινάζ όπου πρέπει να απομακρυνθείς γρήγορα πριν φας τα μούτρα σου! Αν θες πράγματι να μάθεις τι εστί ειρωνεία πρέπει να προσπαθήσεις να διαβάσεις (όπως προσπαθώ και εγώ) το υπέροχο δοκίμιο του Βλαντιμίρ Γιανκέλεβιτς για το οποίο θα κάνω βιβλιοκριτική μια επόμενη φορά – μην ειρωνεύεστε ρε! Έξω από τη φιλοσοφική σφαίρα, τι σημαίνουν «πρακτικά» αυτές οι ασαφείς έννοιες που συχνότατα ο καθένας μας εξαπολύει προς ή στερεί από τον άλλον; Είναι ακριβώς αυτό· ασαφείς. Και αυτό είναι τραγική ειρωνεία, γαμώτο μου!

Ο Ρόθκο και τα αδέρφια του

 
Δηλαδή όλοι εμείς που αγαπάμε τα έργα του. Καλά τι θαυμάζεις από δαύτα, μοιάζουν με έργα του ομοαίματου εξάδελφου με την ισχυρή όρεξη αλλά ασθενή μνήμη στο «Κωνσταντίνου και Ελένης», απλώς, πάντα κάτι αχνοφαίνεται από πίσω! Δεν είναι όμως έτσι. Ο Ρόθκο υπήρξε ένας αυθεντικός καλλιτέχνης και σημαντικός στοχαστής που αξίζει να θαυμάζουμε και να μελετάμε τα έργα του – καλά για να αγοράσουμε, ούτε λόγος! Η υπεραξία της ζωγραφικής πάντα μου την έδινε στα νεύρα, το θεωρώ ένα καλλιτεχνικό καρκίνωμα που σκοτώνει την ζωή ενός έργου τέχνης εντός σου, αν δεν το ξεριζώσεις εγκαίρως. Το ότι κάποιος έχει τα λεφτά να αγοράσει έναν αυθεντικό πίνακα, φανερώνει μόνο ότι, έχει τα λεφτά να αγοράσει έναν αυθεντικό πίνακα. Τίποτα περισσότερο από αυτό – αντιθέτως, φανερώνει αρκετές αξιοσημείωτες ελλείψεις. Ο φιλότεχνος είναι πρωτίστως φιλοπερίεργος και πολύ πολύ πιο μετά φιλόδοξος ή φιλοχρήματος.

Στο τσιγάρο που κρατώ


Έχετε ακούσει για το παράδοξο του Ζήνωνα; Έτσι και με τον Σβέβο, η φήμη του πάντα προπορευόταν (και ας μην το γνώριζε) της συγγραφικής του αυτοπεποίθησης και όσο και αν την πλησίαζε ποτέ δεν την προσπερνούσε. Η φήμη είναι χελώνα και ο καημός της συγγραφικής αναγνώρισης γοργοπόδαρος λαγός. Είναι τρελό όταν σκέφτεσαι ότι ένας συγγραφέας σαν τον Σβέβο θα μπορούσε να τα παρατήσει οριστικά, αν δεν βρισκόταν στον δρόμο του ο Τζόυς. Ο Τζόυς δεν τον βοήθησε να αναγνωριστεί από τους άλλους (οκ, το έκανε και αυτό, «Ο Σβέβο τους έστειλε μερικά αντίτυπα και ο Τζόυς επιδόθηκε σε εκείνον το λογοτεχνικό σαματά υψηλού επιπέδου στον οποίο είχε γίνει πια πολύ καλός»), αλλά κυρίως να αναγνωρίσει ο ίδιος τον εαυτό του και αυτό είναι μεγάλη παρακαταθήκη, ισάξια του έργου του. Ο Τζόυς εν μέσω της λογοτεχνικής τρέλας που πάντα κυβερνούσε τη ζωή του (και παρά την βοήθεια του Πάουντ και άλλων) ήταν σίγουρο ότι θα αναγνωριστεί – σχεδόν νιώθεις ακόμα και τώρα την αύρα της καλλιτεχνικής του δύναμης, όπως και με τον Νίτσε στην φιλοσοφία. Ο Σβέβο όμως θα έσβηνε οριστικά, συμβιβαζόμενος με μια άχαρη ζωή εμπορικού αντιπροσώπου και αφότου θα είχε ενταφιάσει το λογοτεχνικό του όνειρο. «Αργότερα, ήρθε η ασήμαντη καθημερινή ζωή και το έσβησε χωρίς καμία αντίσταση από τη μεριά μου. Εξυπακούεται! Η ασήμαντη καθημερινότητα κάνει πολλά τέτοια πράγματα. Αλίμονο αν οι ιδιοφυείς το αντιλαμβάνονταν!» Η ζωή και η λογοτεχνία όμως είναι εντελώς παράλογα πράγματα και γι' αυτό είμαστε εμείς εδώ, να το γιορτάσουμε. Ζήτω τα παράλογα... ζήτω μας και μας!

Όσο ζω μαζώ

 
Κατά καιρούς, διάφοροι έχουν μιλήσει με επιτυχία για τις μάζες και την αψυχολόγητη ψυχολογία τους, με τελευταίο τον Αλέξη Τσίπρα στο δημοψήφιμα του 2015. Οι μάζες υπάρχουν και είναι καταστροφικές, δεν χρειάζεται να είσαι Αίνσταιν για να το καταλάβεις αυτό. Αν έπρεπε να επιλέξω ένα μοναδικό απόσπασμα βιβλίου που με εκφράζει απόλυτα, όπως μας παρότρυναν κάποτε να κάνουμε τα βλαχοπεριοδικά που μας ξεβλάχεψαν μαζικά, είναι αυτό: «Τα λογικά πνεύματα, μαθημένα να πείθονται από πυκνές αλληλουχίες συλλογισμών, δεν μπορούν να μην καταφεύγουν σ’ αυτόν τον τρόπο πειθούς όταν απευθύνονται στις μάζες, και η αναποτελεσματικότητα των επιχειρημάτων τους τα κάνει πάντα να απορούν». Αποοοοορώωωω με μένα, απορώ – χρόνια τώρα! Όποιος (αφελής) συνεχίζει ακόμα και σήμερα να έχει πίστη στη λογική, τότε πρέπει να έχει αυτό το βιβλίο του Γκιστάβ Λε Μπον σαν ευαγγέλιο. Και πάλι, παίζεται η σωτηρία του.