Έλα, πού είσαι; Κάποτε η έκφραση «Τουρίστας στην πόλη σου» είχε μια ρομαντική χροιά, έκρυβε τη γλυκιά δυνατότητα να ανακαλύπτεις μέρη της πόλης σου με μια νέα ματιά και μια αθώα ανυπομονησία. Πλέον, για να μπεις στο Κουκάκι θες διαβατήριο και για να φας καλά στη Θεσσαλονίκη χρονομηχανή. Είναι δύσκολο να νιώθεις ντόπιος σε μια πόλη και ακόμα πιο δύσκολο να βρεις μάτσα λάτε που να πίνεται. Τι ματσαλάτε μάς ρωτούσε η γιαγιά στο χωριό όταν μας άκουγε να ροκανίζουμε δυνατά τα καρύδια∙ αλλά οι τουρίστες που καταφτάνουν σε ορδές κάθε σαββατοκύριακο σίγουρα δεν ψάχνουν τέτοιου είδους αυθεντικότητα. Αν δεν φας μπραντς θεωρείσαι δεύτερος και αν δεν το φωτογραφίσεις πριν, τριτοτέταρτος. Το αλμυρό τσιζκέικ πρέπει να συναγωνίζεται σε ανοστιά το γλυκό αλλά η τιμή του να είναι πάντα αλμυρή. Η πόλη να αναδεικνύει κάθε μέρα και ένα νέο hot spot για να φορτίσεις τις μπαταρίες της εξαντλημένης κοινωνικότητάς σου και του κινητού σου. Να μένεις σε υπερλούξ λοφτ 12,5 τ.μ. ενώ ο μισθός σου πιά...
Για την αντίσταση στην ινσουλίνη, γύρω από το πασχαλινό τραπέζι που παραδοσιακά δεν μπορεί να σας αντισταθεί τίποτα, ίσως να ξέρετε ήδη αρκετά. Για την αντίσταση στην γνώση, όμως, ξέρετε τίποτα; Γλυκάδια ξέρετε! Ξεράδια, εννοούσα, μπερδεύτηκα. Το φιλότιμο και η ξερολίαση, λένε ότι δεν υπάρχουν σε άλλες φυλές του κόσμου∙ αλλά είναι όντως έτσι; Δε θα το μάθουμε ποτέ! «Η αποδοχή της γνώσης των ορίων μας και των επιθυμιών μας είναι δύσκολη. Αλλά το να λάβουμε ως ανταμοιβή τη γνώση του ίδιου του κόσμου – ποιος θα μπορούσε να αντισταθεί σε αυτό; Απάντηση: σχεδόν όλοι» . Η επιθυμία για άγνοια μπορεί να μην είναι εγγενής αλλά σίγουρα είναι επίκτητη και μετά την ανάγνωση του δοκιμίου, το γνωρίζουμε πλέον αρκετά καλά. Χωνέψτε το, μαζί με το μεγάλο φαγοπότι, να πάμε παρακάτω. Και αν κάτι πρέπει να ξέρουμε τώρα που πηγαινοερχόμαστε όλοι στα χωριά μας για το Πάσχα είναι τούτο: «Το σπίτι στο οποίο επιστρέφουμε δεν είναι ποτέ το σπίτι από το οποίο φύγαμε» . Στερνή μου γνώση…