Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

Προβολή αναρτήσεων από 2020

Who’ s who

  Ένας χρόνος που ξεκίνησε με αντιποίηση (αρχών), του αξίζει νομίζω να τελειώσει με (αρχών) ποίηση. Και γενικά η ποίηση έπαιξε πολύ φέτος: αποποίηση (ευθυνών), απλοποίηση (συλλογισμών), παραποίηση (στοιχείων), καλά πήγε αυτό. Ήταν μια χρονιά που ο καθένας σας βρήκε τον εαυτό του, μην λέτε τίποτα άλλο, σας κατάλαβα από την κραυγή! Όλο αφορισμούς ήσασταν για την χρονιά που διανύσαμε αλλά ο αφορισμός δεν είναι τόσο εύκολος παιδιά και η ποίηση πανάκεια για τίποτα. Φέτος κέρδισαν το φλουρί – φλουρί καραντινάτο – οι επιστήμονες και ο Ώντεν υπήρξε ένας από αυτούς, γιατί έτυχε και τον διάβασα, και απέκτησα, έστω και όψιμα, ψυχικά αντισώματα … αντί σωμάτων ασφαλείας να με ελέγχουν σε κάθε 6η μετακίνησή μου. «Η ποίηση δεν είναι μαγεία. Στον βαθμό που μπορούμε να πούμε ότι η ποίηση, ή οποιαδήποτε άλλη τέχνη, έχει κάποιον απώτερο σκοπό, ο σκοπός αυτός, επειδή ακριβώς λέει την αλήθεια, δεν είναι άλλος από την απομάγευση και την αποτοξίνωση» .

Είναι στα χάη του

    Μπορεί ο Πλάτων να εξόρισε τους ποιητές από την Πολιτεία του επειδή είναι μιμητές και μη φορείς αλήθειας αλλά ο Αργύρης Χιόνης έμαθε με τα χρόνια ότι η ζωή είναι σκέτος λαβύρινθος και όλα βρίσκονται και χάνονται εντός της. Μου είναι πολύ δύσκολο να μιλήσω για τα κείμενα του Αργύρη Χιόνη – το έχω επιχειρήσει μια - δυο φορές παλιότερα με αμφιλεγόμενα σίγουρα αποτελέσματα. Ακόμα και αυτός ο χαζοτίτλος της ανάρτησης είναι το καλύτερο που μπόρεσα να σκεφτώ για αυτόν. Δεν είναι υποτιμητικός για την γραφή του, κάθε άλλο. Είναι ενδεικτικός όμως της αδυναμίας μου να συγκεκριμενοποιήσω όσα όμορφα διαβάζω από αυτόν. Αφ’ ενός είναι στα χάι του, ανεβασμένος σε ένα υψηλότατο και άρτιο λογοτεχνικό επίπεδο και ανεβασμένος είναι και ο αναγνώστης που διαβάζει τις λέξεις του, αφ’ ετέρου είναι και στα χάη του, παραδομένος και περιδινούμενος σε μία γοητευτική στάση ζωής που όταν βυθίζεσαι εντός της αμέσως το πνεύμα σου ανυψώνεται. Αν ο Χιόνης ήταν εμβόλιο θα είχε αποτελεσματικότητα πάνω από 99%, και

Αλλόκοτος φιλελληνισμός

  Από τα μαθητικά τα χρόνια, που δεν τα άλλαζε με τίποτα η Απόλυτη Θεά, θυμάμαι να μου γίνεται ανυπόφορη η φιγούρα του Μπάιρον· κυρίως γιατί αποτελούσε μέρος κάποιας διδακτέας ύλης ( «Για τους Έλληνες ο Μπάιρον είναι πιο πολύ ένας δικός μας αγωνιστής παρά ένας Άγγλος ποιητής, έστω και ο πιο σπουδαίος της γενιάς του ή ο πιο δημοφιλής» ), μια περίοδο που ήμουν εν γένει ανεπίδεκτος μαθήσεως. Από την άλλη, ο Γ. Χ. Ώντεν συνδέθηκε μυστηριωδώς με την ποίηση και τη φιγούρα του Καβάφη , του μοναδικού πραγματικά εξαγώγιμου καλλιτεχνικού προϊόντος που έβγαλε ετούτη η χώρα. «Σκέφτομαι ποιήματά [μου] που, αν δεν γνώριζα τον Καβάφη, θα τα είχα γράψει εντελώς διαφορετικά, ή δε θα τα είχα γράψει ίσως καθόλου» . Επίσης, έγραψε και ένα μεγάλο ποίημα με τίτλο «Letter to Lord Byron» και έτσι σκέφτηκα να παρουσιάσω μαζί αυτά τα δύο βιβλία, μέσα από τα οποία φαίνεται αρκετά καθαρά ότι, παρόλο που είχαν διαφορετική καλλιτεχνική διαδρομή και πορεία ζωής, είχαν επίσης και μια μεγάλη μεταξύ τους αλλά ελαφρώς

Χωριό που φαίνεται

Μπετόν στην Ακρόπολη; Στο λίκνο του πολιτισμού; Αν είναι δυνατόν! Τον Μπέρνχαρντ δεν θα τον ένοιαζε ακόμα και αν την έκαναν πισίνα – που την έκαναν. Φαινομενικά αδιάφορος για τα πάντα αλλά βαθιά αγαπησιάρης, αγκάλιαζε με θέρμη όλη την ανθρωπότητα για να την τραβήξει αργότερα κάτω στα σκατά μαζί του (plot twist!). Απόλυτα απολαυστικός γιατί ποιος αναγνώστης δεν τρελαίνεται να διαβάζει για μοχθηρότητες που αφορούν άλλους; Τουλάχιστον μέχρι την στιγμή που αντιλαμβάνεται ότι αφορούν τον ίδιο. Γιατί αυτό καταφέρνει ο Μπέρνχαρντ σε όλο του το έργο: οικοδομεί μια άρρωστη κοινωνία με αρρωστημένους ανθρώπους όπου ο καθένας έχει το προνόμιο να αντιλαμβάνεται υγιή μόνο τον εαυτό του και στην προσπάθειά του να γιατρέψει όσους (νομίζει ότι) αγαπά, (τους) μολύνει ακόμα περισσότερο(υς). «Μια και σχεδόν όλη η ανθρωπότητα είναι άρρωστη στις μέρες μας, και μια και χρησιμοποιεί του κόσμου τα φάρμακα, ας παραδεχτεί τουλάχιστον, πως υπάρχει κατά ένα μεγάλο ποσοστό χάριν της χημείας» . Σεσημασμένος υπερ-μετ

Θα χυθεί αίμα!

Μόλις βγει το εμβόλιο σε λίγο καιρό, φυσικά και θα χυθεί αίμα, ανάμεσα στο προλεταριάτο του πνεύματος και τους καπιταλιστές του οινοπνεύματος, όταν δηλαδή και οι τελευταίες φυσαλίδες της πανάκριβης σαμπάνιας τους από το χριστουγεννιάτικο ρεβεγιόν θα αρχίσουν να εξατμίζονται. «Όχι τσιπς στους τσίπηδες!», «Οι φτωχοί με Γιάννη Μπέζο και οι πλούσιοι με Τζεφ Μπέζο!» και διάφορα άλλα φαιδρά – αλλά προσέξτε, όχι τόσο σοβαρά… φαιδρά όσο τα παρωδώ εδώ, ακόμα φαιδρότερα – θα ακουστούν από εδώ και από εκεί, να είστε προετοιμασμένοι. Κάποιοι έχουν ήδη μπερδευτεί και νομίζουν ότι έχουν την Ρόζα Μπλάνκα τους κάπου στο Μπάντεν Μπάντεν αλλά δεν είναι ακριβώς έτσι. Δεν φταίνε αυτοί οι κακόμοιροι. Οι καιροί φταίνε, και λίγο ο κακός τους ο καιρός, οκ. Ο Τρέηβεν , όμως, αυτός ο μεγαλειώδης συγγραφέας, πάντα ήξερε να εστιάζει στην ουσία των πραγμάτων. Αν αυτά τα Χριστούγεννα σου παρέχουν πλουσιοπάροχα το προνόμιο να γιορτάσεις με μία ακόμα οικογένεια, ας είναι με την λεκτική οικογένεια του Τρέηβεν , που

Γλυκοχαράζει λογοτεχνία

      Το λογοτεχνικό του ντεμπούτο έγινε με το «Κομπλεξικό» , ένα λεξικό που θα έκανε ακόμη και τον Μπαμπινιώτη να αναφωνήσει OMG! Μετά από αυτό το πρώτο βήμα λογικό είναι να ακολουθήσει κάτι εντελώς διαφορετικό. Όταν ξέρεις πλέον πώς λειτουργεί ένα λεξικό, ξεκινάς να το χρησιμοποιείς σωστά – μην κρίνετε από την πλειονότητα των Ελλήνων συγγραφέων που πρωτίστως λειτουργούν… ανελέξεγκτοι ! «Ο Καραβάγγος, πρώην τσομπανόσκυλο σε στάνη των Γρεβενών, δεν κατάλαβε ποτέ πώς είχε καταφέρει να μπλέξει τόσο άσχημα… Η μία μικρή υποχώρηση είχε φέρει την άλλη, και εντελώς ξαφνικά βρέθηκε να συμμετέχει σε διαγωνισμούς ομορφιάς και να φωτογραφίζεται σε γελοίες πόζες, που καθόλου δεν ταίριαζαν με την ιδιοσυγκρασία του» . Wanna be on top! Και δεν ξέρω τόσο για τον Καραβάγγο, αλλά ο Αχιλλέας ΙΙΙ σίγουρα στοχεύει ψηλά με την λογοτεχνία του και αυτό είναι πολύ καλό – κυρίως για την λογοτεχνία που πασχίζει με αξιοπρέπεια να γίνει μόδα, και όχι τόσο για την μόδα που νομίζει εδώ και χρόνια ότι έγινε λογοτεχν

Ζωή σε μας

  Πρώτα βγαίνει η ψυχή και μετά το χούι λέει ο λαός. Κάπως έτσι σκέφτηκε και ο συγγραφέας και σου λέει, Φαντάσου τι θάψιμο θα φάω αφού πεθάνω, δεν γράφω ένα βιβλίο να γίνω αθάνατος; Τώρα με το καθολικό απαγορευτικό, που κάθε σπίτι μια (ταφική) γωνιά του μικρού ιού, με μόνο τους τροφοδιανομείς να το επισκέπτονται ανά τακτά χρονικά διαστήματα, όλα θα μοιάζουν θανατερά πληκτικά. Είναι όμως ο θάνατος τόσο πληκτικός όσο το φανταζόμαστε; Αναλόγως την θρησκεία και το μπάτζετ των πιστών τους καθορίζονται αυτές οι μεταφυσικές φαντασιοκοπίες. Για έναν συγγραφέα όμως που ενδιαφέρεται για τον θάνατο μέσα στην ζωή, και για την ζωή μέσα στον θάνατο, τα πράγματα είναι κάπως πιο απλά – μέσα στην περιπλοκότητά τους, γιατί ο τύπος είναι Ιρλανδός και εφάμιλλος του Τζόυς, λένε οι κακές γλώσσες· εγώ λέω, να χαλαρώσετε λίγο, γιατί θα τρίζουν τα κόκαλά του στον τάφο του στη Ζυρίχη. Βέβαια, μία αναπάντεχη σύνδεση μπορεί να αναδυθεί από αυτό που λέγεται ότι είπε η κόρη του Λουτσία Τζόυς, όταν πληροφορήθηκε το

Οικογενειακές ιστορίες

  Τώρα που το νέο λοκντάουν είναι προ των πυλών του σπιτιού σας και θα ξαναγίνετε μία Αγία (αφού τα αλληλογλειψίματα στις εκκλησίες παραμένουν θεμιτά) Ελληνική Οικογένεια γύρω από το ψητό της Κυριακής, όπως θα μοιάζουν εφεξής όλες οι μέρες, να θυμάστε δύο πράγματα: πρώτον, να μην πλένει τα πιάτα πάντα το ίδιο άτομο και δεύτερον, να τροχίσετε καλά τους κυνόδοντές σας για να δούμε ποιος θα φαγωθεί! Αν ο Τόμας Μπέρνχαρντ ζούσε τώρα δεν θα ήταν αρνητής της μάσκας· μόνο . Είναι γνωστό αυτό αλλά ταυτόχρονα είναι και το όμορφο παράδοξο της γραφής του και της φιλοσοφίας του. Απέναντι σε μια (μικρο ή μακρο) κοινωνία που διαρκώς λοιδορεί, είναι μαζί και υποστηρικτής της, ένθερμος – και όχι θερμοκέφαλος, Γρηγόρη Πετράκο. «Πάντα στο όριο της τρέλας / μην ξεπερνώντας ποτέ αυτό το όριο / όμως πάντα στο όριο της τρέλας / αν εγκαταλείψουμε αυτή την οριακή ζώνη / είμαστε νεκροί» .

Ο απόκληρος

  Για να μπορέσεις να γίνεις συνειδητά πνευματικός απόκληρος πρέπει πρώτα να γνωρίσεις σε βάθος τι έπραξαν οι προηγούμενοι κληρονόμοι με την περιφερόμενη κληρονομιά και για να μην καταλήξει κάποτε να προδοθεί και η δική σου διαθήκη ( «Αλλά ποιος τις λογαριάζει τις διαθήκες;» ) το καλύτερο που έχεις να κάνεις είναι να μην αφήσεις καμία. «Περισσότερο και από την Τρομοκρατία, ο εκλυρισμός της Τρομοκρατίας υπήρξε τραυματική εμπειρία για μένα. Απέκτησα έτσι μια ανοσία μια για πάντα απέναντι σε όλους τους λυρικούς πειρασμούς. Το μόνο που επιθυμούσα τότε βαθιά και άπληστα ήταν ένα καθαρό βλέμμα, απαλλαγμένο από ψευδαισθήσεις. Το βρήκα τελικά στην τέχνη του μυθιστορήματος. Γι’ αυτό και το να είμαι μυθιστοριογράφος υπήρξε για μένα κάτι παραπάνω από το να ασκώ κάποιο απ’ τα «λογοτεχνικά είδη».· υπήρξε στάση, σύνεση, θέση· μια θέση που απέκλειε κάθε ταύτιση με πολιτική, με θρησκεία, με ιδεολογία, με ηθική, με συλλογικότητα· μια συνειδητή, πεισματική και μανιασμένη μη ταύτιση , που δεν την αντιλαμ

Ο θάνατος είναι διασκέδαση

Πριν με χαρακτηρίσετε σκατόψυχο, που κάποιοι από εσάς το έχετε ψωμοτύρι, να πω ότι η παραπάνω πρόταση που αποτελεί υπότιτλο στο τελευταίο προσχεδιασμένα ημιτελές μυθιστόρημα του Ναμπόκοφ, δεν είναι κατηγορική κρίση· για κάποιους ανθρώπους ο θάνατος μπορεί και να είναι διασκέδαση ή πρέπει να είναι διασκέδαση, λειτουργώντας σαν ανακουφιστικό αντίβαρο. Για μένα, ποτέ ο θάνατος πραγματικών ανθρώπων δεν υπήρξε πεδίο για πλάκα, ποτέ – αλλά είναι ιδιαζόντως δύσκολο να σας το εξηγήσω και ακόμα δυσκολότερο να σας πείσω για το αντίθετο. Θα πεθάνω και μυαλό ακόμα δεν θα έχετε βάλει! Κάνοντας μια παύση από τις «Προδομένες διαθήκες» του Μίλαν Κούντερα που συνεκδοχικά προεξάρχουσα όλων είναι εκείνη του Φραντς Κάφκα, είπα να πιάσω μια μικρότερη προδομένη διαθήκη, αυτή τη φορά από τα χέρια του γιου του Ναμπόκοφ, Ντμίτρι. «Ανάμεσα στις ορδές που θα μου έκαναν επίθεση, οι λιγότερο νοήμονες επιστολογράφοι θα με διαβεβαίωναν ότι, αν ένας καλλιτέχνης θέλει να καταστρέψει κάποιο έργο που του φαίνεται

Αναφορά περιπτώσεων

Υπάρχουν κάποιες σπάνιες και όμορφες βιβλιοφιλικές περιπτώσεις που σίγουρα αξίζουν μία αναφορά. Πριν από μερικούς μήνες είχα δει ένα ποστ στο facebook του Αχιλλέα ΙΙΙ που μιλούσε για την λογοτεχνική περίπτωση του Αλέξανδρου Σχινά (εκεί άκουσα το όνομά του πρώτη φορά). Πριν λίγο καιρό η βιβλιοπώλισσά μου που γνωρίζει την αγάπη μου για το σκάκι, προσφέρθηκε να μου δανείσει ένα σχετικό βιβλίο που είναι χρόνια εξαντλημένο. Κάποτε κάποιος πελάτης της το αναζητούσε παντού και ρώτησε για αυτό και στο βιβλιοπωλείο της. Εκείνη όσο και αν έψαξε δεν κατάφερε να το βρει. Καιρό μετά, ο αναγνώστης πέρασε και της άφησε ένα αντίτυπο για την προσπάθειά της γιατί εντελώς αναπάντεχα είχε καταφέρει να βρει δύο αντίτυπα του βιβλίου. Αυτό το όμορφο δικό της δώρο, προσφέρθηκε να μου το δανείσει να το διαβάσω και για μια στιγμή ένιωσα σαν βασιλιάς. «Είμαι η εμού μεγαλειότης ο βασιλεύς των λευκών».

Των Φώτων

  «Ποιο βιβλίο σας άλλαξε τη ζωή;» Κανένα, γαμώ το κέρατό μου, μην λέτε βλακείες. Η ανεργία αλλάζει τη ζωή. Υπάρχουν ωστόσο μερικά βιβλία αναγνωρισμένα ή και παραγνωρισμένα που τα θυμάσαι έντονα πολλά χρόνια μετά την ανάγνωσή τους. Ένα από αυτά ήταν για μένα το «Κανείς δεν άναβε τα φώτα» του Φελισμπέρτο Ερνάντες. Γελάω τρανταχτά με όποιες αναφορές γίνονται ότι τα διηγήματα του Ερνάντες υπήρξαν ο προπομπός του μαγικού ρεαλισμού. Ο μαγικός ρεαλισμός είναι μια παιδική ασθένεια της λογοτεχνίας (εννοώ του αναγνώστη που καταπιάνεται μαζί της)· κανείς δεν ασχολείται σοβαρά με τα Εκατό χρόνια μοναξιάς του Μάρκες ύστερα από τα είκοσι χρόνια της δική του ζωής! Ο κόσμος του Ερνάντες είναι πολύ πιο βαθύς, σιωπηλός και υποφωτισμένος, μοιρασμένος στη ζωή των ανθρώπων και στη ζωή των αντικειμένων. Και πατάει υπέροχα τα λογοτεχνικά πλήκτρα. «Έχωνα τα χέρια μέσα στην ηχητική μάζα και τη μάλαζα σαν να δούλευα ένα εύπλαστο και ζεστό υλικό· κάθε τόσο σταματούσα, τροποποιώντας το τέμπο, και προσπαθούσα να

My name is Alice

Είτε είσαι ο Alice Cooper είτε ο Big Alice είτε η εκπληπτική Milla Jovovich κάτω από την ομπρέλα των ταινιών φρανσάιζ «Resident Evil», το όνομα Alice δεν μπορεί πια να έχει παρά μόνο μία πηγή. Δεν μπορούμε πλέον να είμαστε σίγουροι αν ο Λιούις Κάρολ υπήρξε διαφθορέας αθώων κορασίδων που τις δελέαζε με λεκτικές καραμελίτσες κάτω από τα παραλίμνια δέντρα, αλλά αυτό που ξέρουμε είναι ότι έχει διαφθείρει την φαντασία εκατομμυρίων ανθρώπων ανεξαρτήτως φύλου. Και η φαντασία, όπως και το καλοκαίρι στην Ελλάδα, είναι ένα state of mind. «Μη με ζαλίζεις», είπε η Αλίκη κοιτώντας γύρω της και προσπαθώντας χωρίς επιτυχία να δει από πού ερχότανε η φωνή· «αφού σ' αρέσουνε τόσο πολύ τα λογοπαίγνια, γιατί δεν κάνεις κανένα εσύ;»

Είναι τρέλα

Συχνά εμφανίζονται σε βιβλιοφιλικές ομάδες διάφορες αφελείς ερωτήσεις, «Ποιον λογοτεχνικό ήρωα θα θέλατε να συναντήσετε;», «Με ποιον θα τα πίνατε σε ένα μπαρ;», «Ποιον θα θέλατε να γνωρίσετε στη μάνα σας;», κλπ, που δέχονται εξίσου αφελείς απαντήσεις. Ίσως, μια σωστότερη ερώτηση θα ήταν η εξής, «Ποιος λογοτεχνικός χαρακτήρας θα ήθελε να κάνει παρέα εσάς ;» (...) «Επειδή αυτό που είναι πραγματικότητα για τους ανθρώπους, για έναν λογοτεχνικό χαρακτήρα είναι παραίσθηση. Οι λογοτεχνικοί χαρακτήρες έχουν οράματα αληθινής ζωής – ονειρεύονται την πραγματικότητα και μετά χάνονται» . Κάπως έτσι θα σκέφτηκε και ο Αλφάου, την εποχή πριν τα σόσιαλ μίντια, αραχτός καθώς ήταν στο καφενείο των τρελών που συνήθιζε να ψαρεύει χαρακτήρες για τα βιβλία του και αναφώνησε ενθουσιασμένος... δεν κάνω μια τρέλα; Αν τυχόν είστε από εκείνους τους αναγνώστες που δεν μπορούν να καταλάβουν πώς γίνεται και χαμογελούν δύο στήθη τότε καλύτερα αποφύγετε αυτό το βιβλίο· δεν το λέω από κουλτουριάρικη υπεροψία μα από γν

Γάτα είσαι

  Οι γάτες είναι υπέροχα πλάσματα και αν δεν είσαι επηρεασμένος από τον «Κυνόδοντα» του Λάνθιμου δύσκολα να μην σε γοητεύουν ή έστω να μην τραβούν την προσοχή σου. Μία από τις αγαπημένες μου συνήθειες είναι να παρατηρώ πώς συμπεριφέρονται οι γάτες. Τι γίνεται όμως αν και εκείνες παρακολουθούν με το ίδιο ενδιαφέρον την ανθρώπινη συμπεριφορά; Κάπως έτσι θα σκέφτηκε και ο Ιάπωνας Σόσεκι Νατσούμε και έγραψε ένα αξιαγάπητο βιβλίο· επιπροσθέτως έγραψε ένα από τα λίγα βιβλία που θα ήθελα να είχα γράψει εγώ. Χεστήκαμε τι θα ήθελες να γράψεις εσύ ρε Μαραμπού, και δίκιο έχετε, δεν αντιλέγω, απλώς σκέφτηκα να το αφήσω εδώ να υπάρχει. Γιατί πάντοτε με ενθουσίαζαν εκείνα τα λιγοστά βιβλία ανεπιτήδευτης σοφίας και γατίσιας συμπεριφοράς που συμπύκνωναν όλη την φιλοσοφία τους και την συγγραφική τεχνική τους σε φράσεις όπως η ακόλουθη: «Ορισμένες φορές επινοώ κάποιες ανοησίες και οι άνθρωποι τις παίρνουν στα σοβαρά, αυτό προκαλεί έναν αισθητικό ενθουσιασμό ακραίας κωμικότητας την οποία θεωρώ ενδιαφέρ

Δεν τρώγεται

Ας γράψω και γω την κριτική μου για την «Χορτοφάγο» για να φάμε τις σάρκες μας καλοκαιριάτικα, όλο χορτοφαγικές και άνοστες κριτικές, δεν μπορούν να θρέψουν το μίσος σας! Όπως συνήθως συμβαίνει με τα περισσότερα χορτοφαγικά μενού, πληρώνεις πολλά, τρως λίγο, απολαμβάνεις λιγότερο· και ως προς αυτό, το βιβλίο της Χαν Γκανγκ τήρησε όλα τα προβλεπόμενα και αναμενόμενα (ημι)μέτρα. Φάγαμε πίκρα, δηλαδή. «Οι μόνες φορές που ο πόνος σταματάει σαν από θαύμα είναι οι στιγμές μετά από ένα γέλιο» – εφόσον οι στιγμές γέλιου είναι ανύπαρκτες στο βιβλίο, η ανάγνωσή του αποδείχθηκε ένα συνεχές μαρτύριο. Το αν πήρε βραβείο Μπούκερ ή αστέρι Μισελέν με αφήνει παντελώς αδιάφορο – σαν φαγητό χωρίς μουστάρδα!

Ο Κάφκα στην ακτή

Ήρθα και γω λίγες μέρες στο παραθαλάσσιο χωριό μου και με περίμενε αυτό το όμορφο σημειωματάριο αγορασμένο από μία εβραϊκή συνοικία της Κρακοβίας. Μόλις το αντίκρισα άρχισαν να πλατσουρίζουν και κάποιες σκέψεις στις ακτές του μυαλού μου· γιατί δεν υπάρχει κανένας βυθός εκεί μέσα, σας διαβεβαιώνω. Με συναρπάζουν τα άγραφα σημειωματάρια κυρίως γιατί ενισχύουν την εγγενή μου αδυναμία να γράψω σε αυτά. Όταν τα βλέπω στην ολολευκή τους γεωμετρία αδυνατώ να πιστέψω ότι κάποια βρώμικα και στραβά λεκτικά μου σχήματα θα μπορούσαν να βρουν την θέση τους εκεί. Και έτσι τα αφήνω πάντα άγραφα. Είναι κάτι σαν άγραφος νόμος για μένα. Ποια Ελληνίδα μάνα θα έβγαζε το καλό σερβίτσιο αν δεν ήταν σημαντική γιορτή ή έστω Δεκαπενταύγουστος; Και ποιος γιος Ελληνίδας μάνας θα ζητούσε το πορσελάνινο φλιτζάνι για να πιει το διπλό εσπρέσο του ένα πρωινό μιας τυχαίας Δευτέρας;

Μου ανέβηκε η ποίηση στο κεφάλι

Τον ηλίθιο σκύλο μου τον έχω ονομάσει Ντύλαν ενώ έναν γάτο που αλήτεψε οριστικά έφηβος από την ζωή μου προς άγνωστες αστρικές διαδρομές τον είχα ονομάσει Τόμας· βλέπετε το μοτίβο που κρύβεται εδώ; Ποίηση και προσωπικός χρόνος, ακριβώς αυτό, διάνα φίλοι μου! Μεταξεταστεός στην έκθεση, αγαπώ λίγους ποιητές και ακόμα λιγότερα ποιήματα. Η ποίηση δεν με βρίσκει σχεδόν πουθενά, εκτός και αν με τέτοια ζέστη μου κάνει αέρα με τις δάφνες της, τότε πάω πάσο! Από την άλλη, μεγαλύτερο πρόβλημα είναι ότι την ποίηση δεν την βρίσκουν ούτε οι μεταφραστές της ή την... παραβρίσκουν μαζί της και της αλλάζουν τα φώτα (Γιώργο, μ' ακούς;). Ο Ντύλαν Τόμας είναι ευεπίφορος σε τέτοιες αλλοιώσεις γι' αυτό πρέπει να τον προσεγγίζουμε με προσοχή. Ποιητές σαν αυτόν χρειάζονται πρωτίστως μία εμβριθή και εκτενή μελέτη για το έργο τους και τις δυσκολίες που ενέχει η μεταγραφή σε άλλες γλώσσες, και δευτερευόντως μία επιλογή απλών ποιημάτων μαζί με όλες τις απαραίτητες σημειώσεις. Η Λύντια Στεφάνου φέρνει εν

Σκυλίσια ζωή

Μπορεί πριν κάμποσα χρόνια ο πρωτοποριακός καλλιτέχνης Νίκος Καρβέλας να τραγουδούσε ότι ο σκύλος του είναι γκέι αλλά πολύ πριν από αυτόν ο συγγραφέας Τζον Φάντε μας περιέγραφε μέσω της απολαυστικής νουβέλας του πώς ο σκύλος του ο Ηλίθιος με την εμμονή να καβαλάει όλα τα αρσενικά όντα που συναντούσε, «εννοείς πως επειδή πήγε να σε καβαλήσει, είναι αδερφή;» , κατάφερε να τον κάνει να επαναπροσδιορίσει την ζωή του με την οικογένειά του και τον εαυτό του. Όσοι έχετε διαβάσει Μπουκόφσκι θα έχετε παρατηρήσει την εμμονή του να αναφέρει συνέχεια τον Τζον Φάντε ως σπουδαίο συγγραφέα που τον επηρέασε βαθιά στην γραφή του· το δεύτερο είναι κάτι παραπάνω από εμφανές μόλις κάποιος διαβάσει ένα βιβλίο του Φάντε (εν προκειμένω το « Ρώτα τη σκόνη », το μόνο που κυκλοφορούσε στα ελληνικά μέχρι πρότινος). Η σπουδαιότητα του Τζον Φάντε όμως αρχίζει να μας παρουσιάζεται αυτόφωτη χωρίς την βοήθεια ετερόφωτων σημάνσεων και ελπίζω αυτό να συνεχίσει με αμείωτο ρυθμό. Γιατί η γραφή του παραμένει πιστή σαν σ

Υποβρύχιες καταστροφές

Ωραίο το υποβρύχιο να το τρως, λιγότερο ωραίο να το πίνεις – ειδικά μετά από δυο τρία – σχετικά ωραίο και να το ακούς αν σου αρέσουν ακόμα οι Beatles και φαντάζεσαι όλο τον κόσμο να ζει ειρηνικά, με ή χωρίς πανδημίες, αλλά την περίοδο του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου ήταν καταστροφικό όπλο που μπορούσε να σου χαλάσει τις ειδυλλιακές διακοπές σου πάνω στο υπερωκεάνιο! Κατάφερα να λατρέψω τον Έρικ Λάρσον από το μοναδικό βιβλίο του που είχα διαβάσει κατά τύχη παλιότερα, εγώ που στάζω χολή στο μαξιλάρι κάθε πρωί που ξυπνάω, και τον θεωρώ πλέον έναν μέγιστο συγγραφέα. Κατά κανόνα βαριέμαι, αν δεν αποστρέφομαι κιόλας, εκείνα τα βιβλία που βασίζονται σε ιστορικά γεγονότα προσπαθώντας να πασαλείψουν λίγη λογοτεχνία γύρω τους, κυρίως γιατί εμμένουν περισσότερο στην ιστορική οπτική ή ακόμα χειρότερα γιατί είναι λιγότερο μυθιοστοριογράφοι οι συγγραφείς τους και περισσότερο οτιδήποτε άλλο. Αλλά και ο Λάρσον διατείνεται ότι δεν γράφει μυθιστορήματα! Πώς λοιπόν γίνεται και μου αρέσει; Ο Λάρσον έχει π

The others

Είστε με μένα ή με τους άλλους; Πάρτε θέση ή πάρτε πούλο! Ωχ ωχ ωχ, για τον πούτσο κριτική θα κάνω πάλι – επιτέλους, μπαίνω στους χώρους της διανόησης! Δεν μου αρέσει να βρίζω, πρόκειται για φτηνή εντυπωσιοθηρία και εγώ σχεδόν πάντα χρησιμοποιώ ακριβή εντυπωσιοθηρία αλλά αυτή την φορά θέλω να δοκιμάσω τις αντοχές του συστήματος μιας και πρόσφατα το facebook κατέβασε μία ανάρτηση μου από το γκρουπ «Διαβάζοντας» επειδή παραβίαζε τους όρους χρήσης του μέσου και εκείνους της ευθιξίας των αναγνωστών του. Ή οι εκφράσεις μου περιέχουν μίση ή κάποιος (απ)άνθρωπος μισεί τις εκφράσεις μου. «Άμα συμφωνούμε δε γίνεται καβγάς, αλλά άμα δε συμφωνούμε αρχίζει καβγάς». Κυνηγώντας τα φαντάσματα της γλώσσας έχει καταντήσει η φάση· και να καλείς συνεχώς την αστυνομία της σκέψης, αντιμετωπίζεις το κίνδυνο κάποτε να κάνει παράβαση καθηκόντων και να στραγγαλίσει τη φωνή σου. Και τότε, who you gonna call?

Ώστε θέλω να γίνω συγγραφέας;

Η συζήτηση άνοιξε πάλι σαν χαίνουσα πληγή –πωωω τα σπάω με τις ευφάνταστες παρομοιώσεις, είμαι έτοιμος για συγγραφέας! – για την Δημουλίδου και την κάθε Δημουλίδου ετούτου του κόσμου, και κατά πόσο κρατάνε σαν Άτλαντες στους ώμους τους την παγκόσμια εκδοτική παραγωγή. Όταν επενδύεις, κατά κόρον, στο μελό και στο επιφανειακό φτηνό πηχτό συναίσθημα των αναγνωστών/ανθρώπων, μην τους ζητάς μετά όταν θα ζορίσουν να πράγματα, να οπλιστούν με κριτική σκέψη γιατί θα βάλουν τα κλάματα – και δικαίως! Γιατί αν αναλογιστούν έστω για λίγο τι φούμαρα τους πούλαγες τόσα χρόνια, δύσκολα θα πειστούν να σε βοηθήσουν όταν θα το έχεις ανάγκη. Και μεις παλιά βλέπαμε «Τόλμη και Γοητεία» αλλά είχαμε την τόλμη (ενδεχομένως και τη γοητεία) να αναζητήσουμε και κάτι καλύτερο. «Μου αρέσει η ιδέα ότι το Άγιο Πνεύμα βρίσκεται μέσα στο μελανοδοχείο» . Δεν είμαι δημοσιοσχεσίτης αλλά… και ο «Πατάκης» έχει βγάλει ροζ λογοτεχνία! Ναι συμφωνώ, μας φλόμωσε χρόνια τώρα στην φτηνή λογοτεχνία και θυμήθηκε ξαφνικά μέσα στη

La Casa de Papel

Σας αρέσει η ισπανική σειρά και θέλετε να διαβάσετε κάτι αντίστοιχο; Ο προφεσόρ Ρεϊμόν Κενώ σας δίνει την λύση. Παρόλο που και η πλοκή ομοιάζει κάπως στην σειρά – ένα τσούρμο κατσαπλιάδες επαναστάτες που ταμπουρώνονται σε ένα μέρος πολεμώντας την εξουσία, το έχουμε δει το έργο με μικρές παραλλαγές και με την παρέα του Τσίπρα – η κύρια ομοιότητα είναι η γκροτέσκα διάθεση με την οποία αντιμετωπίζει τους χαρακτήρες του ο συγγραφέας. Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και με την σειρά (ακόμα και αν θέλει να περνιέται για πολύ σοβαρή) και γι’ αυτό μου αρέσει να την παρακολουθώ. Καταστρατηγεί τις συμβάσεις του είδους με μια ανατρεπτική επιβεβαίωσή τους – μοιάζει αντιφατικό και μάλλον έτσι είναι. Κάπως έτσι λειτουργεί και το βιβλίο του Κενώ· αν το πάρεις στα σοβαρά βγήκες χαμένος· αν δεν το πάρεις στα σοβαρά πάλι βγήκες χαμένος! Ακόμα και ο τίτλος του λειτουργεί ειρωνικά, ακριβώς όπως θα λειτουργούσε ένας τέτοιος τίτλος και στην σημερινή εποχή, όπου τα θύματα ενδοοικογενειακής βίας – στην πλειον

Είναι και χρόνος

Μόλις ξεκίνησε ο Μάιος και παρόλο που είμαστε πανέτοιμοι χάρη στο κυβερνητικό πρόγραμμα ΧΑΜ, να τον προϋπαντήσουμε με βήμα ταχύ, παιδιά στην εξοχή, ίσως είναι καλύτερα να τρέξουμε λίγο αυτή την αλλόκοτη εποχή και να μεταφερθούμε στο μέλλον – συγκεκριμένα στον Ιούλιο. Ακόμα πιο συγκεκριμένα, στον Ιούλιο Βερν που πάντοτε ήταν συνυφασμένος με το μέλλον, και εμείς οι αδαείς, τουλάχιστον στην Ελλάδα, τον καταδικάσαμε σ’ ένα σκληρό παρελθόν απολιθωμένων μεταφράσεων και πρωτόγονων διασκευών. Και μετά αναρωτιέστε κάποιοι αν ο κορονοϊός δημιουργήθηκε σε εργαστήριο· φυσικά και δημιουργήθηκε σε εργαστήριο – τυπογραφίας, ή έστω ωρολογοποιίας! «Αν είναι αλήθεια μαστρο-Ζαχαρία, ότι η υγεία σας επηρεάζει την υγεία των ρολογιών», επαναλάμβαναν οι περισσότεροι, «γιατρευτείτε το συντομότερο!» Ο γέροντας τους κοιτούσε βλοσυρά και δεν αποκρινόταν παρά με νεύματα ή με θλιμμένα λόγια: «Περιμένετε τις πρώτες καλές μέρες, φίλοι μου! Είναι η εποχή που η ύπαρξη αναζωογονείται μέσα στα κουρασμένα σώματα! Πρ

Γελάσαμε πάλι

Θεέ μου, πόσες σελίδες ξόδεψες για να μην δούμε τι είναι το χιούμορ! Εξάλλου, το χιούμορ είναι μια θεότητα που κάποιοι την αντικρίζουν εμπρός τους εκστασιασμένοι και κάποιοι άλλοι βάρβαροι αρνούνται την ύπαρξή της. Επίσης, σας το έχω ξαναπεί από αυτό εδώ το ταπεινό μετερίζι: ποτέ μα ποτέ μην μπαίνετε σε κόντρα για το χιούμορ… όποιος έχει χιούμορ βγαίνει πάντα χαμένος – και με μηνύσεις στην πλάτη του! «Έτσι και ο Πιραντέλλο ως καλλιτέχνης, αποκρίνεται ότι η δουλειά του εργάτη της τέχνης δεν είναι άλλη από το να προσδιορίζει και να αναπαριστά ψυχικές εκφράσεις. Φτάνει μάλιστα στο σημείο να πει «…ή εγώ δεν ξέρω να γράφω ή ο Croce δεν ξέρει να διαβάζει…», καταλήγοντας στο συμπέρασμα: «…Όλα τούτα μου προκαλούν αληθινά τον οίκτο». Το συμπέρασμα βεβαίως, υποδηλώνει τη συνειδητοποίηση ότι η διαμάχη τους έχει ξεπεράσει κατά πολύ τα ακαδημαϊκά πλαίσια και ότι κινδυνεύουν να γίνουν και οι δύο ο περίγελος των πάντων, δεδομένου ότι βρίσκονται πλησίον του να αποτελέσουν ένα χαρακτηριστικό παρά

Confiteor

Καλέ μην τσιμπάτε, clickbait είναι ο τίτλος. Σιγά μην μιλούσα για την υπερεκτιμημένη λογοτεχνική μπούρδα του Καμπρέ που μπορούσε να πάει 500 χρόνια μπρος πίσω μες στην ίδια πρόταση – και μεις πήγαμε 500 χρόνια πίσω με την πανδημία αλλά δεν το κάνουμε και θέμα! Στον αντίποδα, ευτυχώς να λέμε που έχουμε συγγραφείς όπως ο Τζόυς και μπορούμε να κοιτάμε λογοτεχνικά μπροστά για καμιά 200αριά χρόνια ακόμα. Εκατό και βάλε χρόνια έχουν περάσει και ακόμα προσπαθούμε να ξεφύγουμε από τα ίδια δίχτυα που πάλευε και ο Τζόυς: την πατρίδα, την θρησκεία και την οικογένεια – συν την πανδημία! Τι θα γίνει με μας, δεν ξέρω. «– Έννοια σας και θα τα θυμάται όλα αυτά όταν θα μεγαλώσει! είπε η Ντάντη με έξαψη. Τα λόγια που άκουσε κατά του Θεού και της θρησκείας και των ιερέων, μες στο ίδιο του το σπίτι! – Ας θυμάται επίσης, της φώναξε ο κύριος Κέισυ από την άλλη άκρη του τραπεζιού, τα λόγια που είπανε για τον Παρνέλ οι παπάδες και τα τσιράκια τους, τα λόγια που του ράγισαν την καρδιά και τον έστειλαν

Οι μη κανονικοί

Ευρισκόμενος στο μπαλκόνι μου, καθώς ο ήλιος μου ’λιαζε το κεφάλι όπως θα έλεγε ένας πιο διανοούμενος Τοτός, το μάτι έπεσε στο φετινό ημερολόγιο του Σ.Μ.Ε.Δ. που βρισκόταν στο διπλανό τραπεζάκι. Όταν μου το είχαν δωρίσει στις αρχές του χρόνου το είχα βρει πολύ όμορφο για τα γούστα μου. Βέβαια το ημερολόγιο φιλοξενεί μια γκόθικ ιστορία και έτσι το μαύρο χρώμα είναι κάτι παραπάνω από επιβεβλημένο. Ωστόσο, ίσως και να είχα σκεφτεί, άραγε ποιος φυσιολογικός άνθρωπος αγοράζει ένα κατάμαυρο ημερολόγιο για τον νέο χρόνο; Συνήθως το – φανερό ή κρυφό – χρώμα κάθε ετήσιου ημερολογίου είναι το ροζ· ακόμα και αν είσαι άντρας (σεξιστικό σχόλιο, να διαγραφεί!). Όλοι μας ονειρευόμαστε με βάση το ροζ, κανονικοί και μη κανονικοί. Δεν πρέπει να ξεχνάμε όμως ότι το μαύρο είναι βασικότατο χρώμα στην παλέτα της ζωής. Μπορεί μεν να σβήσει μεμιάς όλες τις άλλες αποχρώσεις αλλά μπορεί και να τις αναδείξει. «Αιωνίως φαίνεται θα βρέχει. Κι αιωνίως θα κυκλοφορώ [αφού στείλω ΜΕΤΑΚΙΝΗΣΗ 2 ή 6!] με μιαν ο

Κάψε το σενάριο

Και πρέπει να γίνει 9 στις 10 φορές· αυτό ισχυρίζεται ο Ρόμπερτ ΜακΚί στην εμβριθή μελέτη του. Γιατί πολύ απλά, αν δεν παίξεις καλά το χαρτί σου τότε θα αποδειχθεί καμένο χαρτί. Τώρα με την καραντίνα όλοι οι επίδοξοι γραφιάδες θα στύψουν το μυαλό τους και την πέτρα για να μας δώσουν τα έργα τους – επίτηδες δεν αναφέρομαι στις άλλες τέχνες γιατί εκείνες χρειάζονται δεξιότητες, η γραφή όχι, τα ξέρουμε αυτά! «Αν το όνειρό σας είναι να συνθέσετε μουσική, θα λέγατε στον εαυτό σας: “Έχω ακούσει πολλές συμφωνίες… Επίσης παίζω πιάνο… Λέω να σκαρφιστώ μία το Σαββατοκύριακο”; Όχι. Όμως έτσι ακριβώς ξεκινούν αρκετοί σεναριογράφοι: “Έχω δει πολλές ταινίες, άλλες καλές και άλλες κακές… Έχω άριστα στα φιλολογικά… Πλησιάζουν και οι διακοπές…”» – και αν όλα πάνε καλά (που δεν θα πάνε) θα έχουμε να επιλέξουμε από ένα πλήθος αριστουργημάτων . Αλλά σκεφτείτε το λίγο, ποιος θα ήθελε να φύγει από μια επιβεβλημένη πλήξη για να πέσει σε μία άλλη; Να θυμάστε τούτο: η αύξηση στην αταλαντοσύνη είναι πά

Λύκε, είσαι εδώ;

Περπατούσαμε εις τα δάση όταν ο λύκος δεν ήταν εδώ· τώρα που το κράτος επέβαλε καθολική απαγόρευση κυκλοφορίας, η άλλοτε ζωή σαν παραμύθι έγινε ξαφνικά παραμύθι σαν ζωή : Η Κοκκινοσκουφίτσα θα πρέπει να λάβει ειδική άδεια για να επισκεφτεί τη γιαγιά της, ενώ οι εφτά Νάνοι, κρίνεται εξαιρετικά δύσκολο, να καταφέρουν να αθληθούν όλοι μαζί σε εξωτερικό χώρο. Όσο για τον Χάνσελ και την Γκρέτελ θα τους παραχωρηθεί εφάπαξ ειδική άδεια να επισκεφτούν τον φούρνο! «Στο μυαλό της Νόρας άστραψε η σκέψη: “Θεέ μου! Τα παιδιά ξέρουν κάτι που δεν μπορούν να εκφράσουν· τους αρέσει η Κοκκινοσκουφίτσα στο κρεβάτι μαζί με το λύκο!”» . Σε τέτοιες σκοτεινές καταστάσεις πρέπει να τα βρεις με τον εαυτό σου, διαβάζεις μόνο βιβλία που σε ανυψώνουν, είναι ακριβώς εκείνες οι στιγμές που σχεδόν όλοι δηλώνουν ότι ήρθε η στιγμή να διαβάσουν (ανεπιτυχώς, προφανώς!) τον «Οδυσσέα» του Τζόυς! Έλα όμως που σε τέτοιες δύσκολες στιγμές τα μόνα βιβλία που με παρηγορούν και με καθησυχάζουν είναι εκείνα του Τζόυς και τ

Απ’ όλα με ρώσικη

Ο Ναμπόκοφ μιλάει πάντα για λίγο απ’ όλα ακόμα και όταν φαίνεται ότι μιλάει μόνο και εμμονικά για τη λογοτεχνία. Παρόλα αυτά, μιλάει πάντα με την κομψή του αλαζονεία, με το απαράμιλλο στυλ του, με τον παιγνιώδη κυνισμό του, με τις οξυδερκείς αναλύσεις του. Μιλάει απολαυστικά για ιστορίες και μας δείχνει πώς αυτές μετατρέπονται μπροστά στα μάτια μας σε απολαυστικές ιστορίες! «Άλλωστε, η άποψη ότι τελικά η μαγεία που αποπνέει η μεγάλη λογοτεχνία πρέπει να αποσκοπεί στην απόλαυση του αναγνώστη ενισχύεται και από το ακόλουθο περιστατικό: Όταν τον Σεπτέμβριο του 1953, στο Cornell, ο Ναμπόκοφ ζήτησε από τους φοιτητές του να γράψουν σε μια κόλλα χαρτί γιατί είχαν επιλέξει το μάθημά του, με μεγάλη ικανοποίηση διαπίστωσε ότι ένας φοιτητής είχε απαντήσει: “Επειδή μου αρέσουν οι ιστορίες”» . Φημολογείται ότι αυτός ο φοιτητής ήταν ο Τόμας Πύντσον! Φυσικά κάτι τέτοιο δεν ισχύει αλλά μετά τον θάνατο του Πύντσον μπορώ να το κοινοποιήσω με άνεση ως αληθές, γιατί δείχνει πολύ κουλ (ο) στα κοινων

Η αισθητική του χιούμορ

Το νούμερο ένα στοιχείο που ψάχνουν όλοι στους άλλους, σε όλων των ειδών τις σχέσεις, είναι το χιούμορ. «Θέλω να με κάνει να γελάω», «Γελάω πολύ με αυτόν τον άνθρωπο», «Είναι απίστευτα αστείος», κλπ. Όταν όμως, σχετικά γρήγορα το χιούμορ εξαπλώνεται σαν ιός πάνω στις παθογένειες της κοινωνίας μας και του (μικρο)κόσμου μας, αμέσως χαρακτηρίζεται άρρωστο, φοράμε την μάσκα (της εκδίκησης) απέναντί του και αναφωνούμε: «Μαλάκα μου, είναι αστείο τώρα αυτό;», «Ο τύπος χρειάζεται άσυλο», «ΜΗΝΥΣΗ…!», κλπ. Το δικαίωμα να γελάς με κάτι είναι ακριβώς ισότιμο με το δικαίωμα να μην γελάς με κάτι. Είναι τόσο απλό – γλυτώνεις και τα έξοδα από τα παράβολα έτσι. Πότε λοιπόν το χιούμορ χάνει το χιούμορ του; Είναι θέμα αισθητικής; Μήπως είναι θέμα χρημάτων; Δεν έχω ιδέα και ούτε με νοιάζει κιόλας. Ξέρω μόνο ότι αν ο καθένας μου έδινε ένα ευρώ για κάθε φορά που τον έκανα να γελάσει, τώρα θα είχα τα λεφτά να ανταπεξέλθω σε όλες τις δικαστικές διαμάχες και θα μου έμεναν και ψιλά να σας κεράσω όλους προφ

Why so serious?

«Σε μερικούς ανθρώπους έρχεται μια μέρα που πρέπει το μεγάλο Ναι ή το μεγάλο Όχι να πούνε» – στη μεγάλη λογοτεχνία, την επονομαζόμενη κλασική. Είχα καταλήξει ότι μάλλον δε θα διάβαζα ποτέ μου Βίκτορ Ουγκό. Λίγο οι βάναυσες παιδικές διασκευές των βιβλίων του (πώς εκφυλίζουν στα παιδικά/εφηβικά μας μάτια τέτοιους μεγαλειώδεις συγγραφείς, ποτέ δε θα μπορέσω να το χωνέψω), λίγο οι άθλιες εκδόσεις με τις άθλιες μεταφράσεις των «Αθλίων», λίγο η αβάσταχτη (για μένα) λυρικότητα της «Παναγίας των Παρισίων»… ε, δε θέλει και πολύ! Έλα όμως που ένα δοκίμιο για την ειρωνεία ( «Να είσαι εξωτερικά κωμικός και εσωτερικά τραγικός, δεν υπάρχει πιο ταπεινωτικός πόνος, δεν υπάρχει οργή πιο βαθιά» , ορίστε και ένας περιεκτικότατος ορισμός της ειρωνείας δια χειρός του ίδιου του Ουγκό) έπλεκε το εγκώμιο για το συνολικό έργο του και ειδικότερα για το βιβλίο του, με τον απίστευτο τίτλο, «Ο άνθρωπος που γελά». Πόσο μάλλον όταν στην πορεία ανακάλυψα εντελώς τυχαία – That’s Lifo! * – ότι από αυτό το συγκ

Ένας κόμπος η χαρά μου

Στην «Βιογραφία του Τζέημς Τζόυς» , ο βιογράφος του Ρίτσαρντ Έλμαν, παραθέτει ένα περιστατικό όπου η αγαπητή Μις Γουίβερ, φανατική αναγνώστριά του που πλήρωνε χοντρά (κυριολεκτικά) για να τα διαβάζει πρώτη, όταν έλαβε ένα απόσπασμα από τα αρχικά κεφάλαια του «Finnegans Wake», απάντησε στον Τζόυς προς απογοήτευση εκείνου, «δεν λαμβάνω καμία απόλαυση από τα προϊόντα ενός εργοστασίου παραγωγής λογοπαιγνίων» … (από μνήμης το συγκεκριμένο απόσπασμα). Μου είχε κάνει φοβερή εντύπωση εκείνο το απόσπασμα, γιατί για πολλά χρόνια ονειρευόμουν ότι μπορώ να γίνω κάποτε ένας αξιοσέβαστος βιοτέχνης λογοπαιγνικής παραγωγής. Βέβαια, γρήγορα κατάλαβα πόσο δύσκολο είναι αυτό και όπως εμείς γελάμε με το χιούμορ, αρκετά συχνά γελάει και κείνο μαζί μας! Το πείραμά μου θα αποδεικνυόταν επιεικώς « Ανεκδιήγημα : Λογοατεχνικό είδος» ! Ευτυχώς, υπήρξε κάποιος, ύστερα από δύο αποτυχημένες εκδοχές προσωπικότητας , που πραγματοποίησε το όνειρό μου. Διαβάστε… κομπλεξάρες!

Όλο νάζι!

Ήξερες ότι στο βιβλίο της Katharine Burdekin συναντάμε μία πρώιμη συμπύκνωση σημαντικών κειμένων και ιδεών που μέχρι τότε ήταν απλώς αποκυήματα της φαντασίας κάποιων εκκολαπτόμενων συγγραφέων («The man in the high castle» - 1962, «The handmaid’s tale» - 1985, «Nineteen Eighty-Four» - 1949, «Fahrenheit 451» - 1953, κλπ); Πώς άραγε θα νιώθαμε τώρα αν δεν είχε γεννηθεί αυτό το βιβλίο; «Δεν γίνεται να κόψεις τον πολιτισμό απ’ τη ρίζα και να περιμένεις ν’ ανθίσει στη κορυφή» . Αν πάλι θεωρείς ότι πρότυπο φεμινιστικής λογοτεχνίας είναι τα βιβλία της Μάρως Βαμβουνάκη τότε ρίξ’το αδιάβαστο στην πυρά για να ζεστάνει ακόμα περισσότερο τις προκαταλήψεις σου. Το βιβλίο της είναι γραμμένο το 1936 και όσα ευαγγελίζεται και περιγράφει είναι εξαιρετικά θαρραλέα και διορατικά – αν γραφόταν το 2020, νομίζω, θα δυσκολευόταν πολύ να βρει εκδότη, σε αρκετές περιοχές του πλανήτη. «Δεν μπορείς πραγματικά να εμπιστευτείς έναν θρήσκο άνθρωπο. Αν τα ενδιαφέροντά σου συγκρούονται με την θρησκεία του, δεν θα

Ο λόγος δεν έχει λόγο να λέγεται

Πήγα λίγες μέρες στο χωριό να δω την φουκαριάρα τη μάνα μου και πραγματικά την λυπήθηκα την κακομοίρα. Με κοιτούσε με εκείνη την σιωπηλή μητρική αγάπη, ενώ την ίδια στιγμή πετάριζαν στο μυαλό της σημαντικές σκέψεις – φοράει τη ζακέτα του, άραγε στρώνει το κρεβάτι του κάθε μέρα, τρώει καμιά σουπίτσα αυγολέμενο που προλαμβάνει το κρυολόγημα, κλπ – ενώ εγώ καθισμένος στην απέναντι μεριά του τραπεζιού, με προσποιητό χαμόγελο, αναρωτιόμουν αν θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί πόσο σκατόψυχος είναι πραγματικά ο γιος της. Δεν είχα δώσει και δικαιώματα στην γειτονιά, είναι αλήθεια αυτό! Βολτάροντας γιορτινά στην Ηγουμενίτσα σκεπτόμενος σοβαρά την αυτοκτονία, έπεσα στο βιβλίο του Πολ Ρικέρ «Λόγος και σύμβολο», που αποτελεί μια τρόπον τινά εισαγωγή στην «Ζωντανή μεταφορά» του – όπα, συμβολική αυτή η σύμπτωση, σκέφτηκα, και έτσι το πήρα. Πριν με καταδικάσετε σε ζωντανή… περιφορά, ας πούμε δυο πράγματα για την ζωντανή μεταφορά. «Δεν θα έπρεπε άραγε να πούμε ότι η μεταφορά ενέχει και απαιτεί έν

Το φαινόμενο της πεταλούδας

Είναι πασίγνωστο αυτό το φαινόμενο, το ξέρετε όλοι. Όπως μας έλεγαν παλιά, αν πετάξει μια πεταλούδα κάπου εδώ , μπορεί να προκαλέσει τρικυμία... στο κρανίο κάποιου δικομανούς παλαβιάρη κάπου αλλού. Έτσι λοιπόν, μία σπάνια πεταλούδα που πετάει εδώ κι εκεί, οδηγεί τον Πέτρο, τον νεαρό ήρωα της νουβέλας του Μπους, έξω από τα όρια της ζωής, της λογικής ή ακόμα και της γλώσσας. Ο σφοδρός και τρικυμιώδης συγγραφέας όμως, Βίλχελμ Μπους, δεν αφήνει τίποτα να ξεφύγει από την απόχη της καλλιτεχνικής του δημιουργίας. «Με το που το πήραν αυτό είδηση οι κότες, έτρεξαν να προλάβουν και να δοκιμάσουν κι εκείνες με τη σειρά τους την τύχη τους, η μία καταπόδι στην άλλη – είκοσι θα ήσαν· πλην όμως, όλα τα χτυπήματα και τα τσιμπολογήματα πήγαν στράφι μπροστά στην ακατανίκητη αναποδιά της εν λόγω γουρουνόπετσας. Τελευταίο ζύγωσε γοργά ένα χαρωπό γουρουνάκι και την καταβρόχθισε σαν να ήταν παιχνιδάκι· οπότε το πράγμα παρέμεινε τελικά εντός της οικογενείας» . Όσοι πάλι θέλετε να κάνετε αποχή από την κα