Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Είναι και χρόνος


Μόλις ξεκίνησε ο Μάιος και παρόλο που είμαστε πανέτοιμοι χάρη στο κυβερνητικό πρόγραμμα ΧΑΜ, να τον προϋπαντήσουμε με βήμα ταχύ, παιδιά στην εξοχή, ίσως είναι καλύτερα να τρέξουμε λίγο αυτή την αλλόκοτη εποχή και να μεταφερθούμε στο μέλλον – συγκεκριμένα στον Ιούλιο. Ακόμα πιο συγκεκριμένα, στον Ιούλιο Βερν που πάντοτε ήταν συνυφασμένος με το μέλλον, και εμείς οι αδαείς, τουλάχιστον στην Ελλάδα, τον καταδικάσαμε σ’ ένα σκληρό παρελθόν απολιθωμένων μεταφράσεων και πρωτόγονων διασκευών. Και μετά αναρωτιέστε κάποιοι αν ο κορονοϊός δημιουργήθηκε σε εργαστήριο· φυσικά και δημιουργήθηκε σε εργαστήριο – τυπογραφίας, ή έστω ωρολογοποιίας! «Αν είναι αλήθεια μαστρο-Ζαχαρία, ότι η υγεία σας επηρεάζει την υγεία των ρολογιών», επαναλάμβαναν οι περισσότεροι, «γιατρευτείτε το συντομότερο!» Ο γέροντας τους κοιτούσε βλοσυρά και δεν αποκρινόταν παρά με νεύματα ή με θλιμμένα λόγια: «Περιμένετε τις πρώτες καλές μέρες, φίλοι μου! Είναι η εποχή που η ύπαρξη αναζωογονείται μέσα στα κουρασμένα σώματα! Πρέπει να έρθει ο ήλιος να μας ζεστάνει όλους!»
 
Αφήστε με να σας βάλω για λίγο στο εργαστήριο του κριτικού – μη νομίζετε και εγώ σπάνια μπαίνω εδώ μέσα! Η αρχική μου πρόθεση ήταν να ονομάσω ετούτη την ανάρτηση «Σατανικοί μύθοι» και να παρουσιάσω παράλληλα δύο νουβέλες, του Ιουλίου Βερν και του Ρόμπερτ Λιούις Στήβενσον αντίστοιχα, που έχουν να κάνουν με… διαβολικές συμφωνίες. Εκτός αυτού, ήθελα να καταδείξω ξανά πόσο έχουν ταλαιπωρηθεί οι συγκεκριμένοι συγγραφείς από ανεκδιήγητες διασκευές και αναγνωστικές παιδικές φαντασιακές καθηλώσεις επί μακρόν στο πρωκτικό κατά Φρόυντ επίπεδο – με απλά λόγια, τους έχετε χεσμένους. Και είναι κρίμα. Η σχέση μου με τον σπουδαίο Στήβενσον αρχίζει να αποκαθίσταται με αργά αλλά σταθερά βήματα και θα φτάσει ως το τέλος. Για τον Βερν όμως, η κατάσταση είναι μη αναστρέψιμη, τουλάχιστον μέχρι να μάθω άπταιστα γαλλικά, και μόνο με αναγνωστικές εκλάμψεις σαν την σημερινή, μπορώ να αποκαταστήσω την ιδιοφυία του εντός μου. 
 
Δεν θα επεκταθώ στην νουβέλα του Στήβενσον «Το πνεύμα του μπουκαλιού» γιατί η σαρωτική νουβέλα του Βερν αξιώνει σχεδόν όλη την προσοχή μου. Αξίζει όμως να την αναφέρω για το εκπληκτικό λογικό της παράδοξο. «Αν και το θέμα του στοιχειωμένου μπουκαλιού ήταν ήδη γνωστό στην Ευρώπη από το σχετικό παραμύθι των Αδελφών Γκριμ (Spiritus familiaris), ο Στήβενσον βασίστηκε με τον δικό του τρόπο και στην ιστορία του Φάουστ και στον Τόμ Γουώκερ και τον Διάβολο του Γουόσινγκτον Ιρβινγκ». Φανταστείτε ένα μαγικό μπουκάλι με ένα διαβολικό πνεύμα εντός του που μπορεί να πραγματοποιήσει κάθε επιθυμία σας με ένα μόνο τίμημα· αν πεθάνετε και είναι ακόμα στην κατοχή σας, θα πάτε στην κόλαση. Ο τρόπος να το αποφύγετε αυτό είναι να το πουλήσετε, σε τιμή όμως, χαμηλότερη από αυτή που το αγοράσατε αλλιώς επιστρέφει σε σας. Το μπουκάλι αλλάζει αιώνες και κατόχους με την τιμή του να πέφτει συνεχώς. Αν, ας πούμε, ερχόσασταν να μου το πουλήσετε 5 σεντ, θα μπορούσατε να με πείσετε για τις μαγικές του ιδιότητες; Και αν τελικά το αγόραζα, θα μπορούσα με την σειρά μου να πείσω κάποιον άλλον να το αγοράσει λιγότερο από 5 σεντ; Αυτό το λογικό παράδοξο και η προσχηματική πλοκή που περιπλέκεται γύρω του περιέχουν κάποιες ωραίες σκέψεις αλλά δεν νομίζω ότι λογοτεχνικά προσφέρει κάτι περισσότερο. Συγγνώμη Λιούις, θα επανορθώσω μια άλλη φορά, στο υπόσχομαι. Η απλοϊκή του γραφή εξάλλου συμβαδίζει με την επιθυμία του συγγραφέα να το προσφέρει στις φυλές της Πολυνησίας, πράγμα που συνέβη καθώς κάποιος ιεραπόστολος το μετέφρασε στη γλώσσα των Σαμόα. Αλλά περνάει η ώρα και πρέπει να μπούμε στο κυρίως θέμα. 
 
Λίγη από την αγάπη μου για την ομορφιά και την πολυπλοκότητα των ρολογιών και της ωρολογοποιίας εξέφρασα στο κείμενο που είχα γράψει για το εξαιρετικό βιβλίο του Τάνπιναρ. Εδώ, θα επιμείνω στην παθιασμένη άποψή μου ότι τα ρολόγια είναι εκπληκτικά προϊόντα και μέσα από ένα τεράστιο πλήθος κακόγουστων – ακόμα και ελβετικών! – ρολογιών, η ελβετική ωρολογοποιία ξεχωρίζει από χιλιόμετρα για την ποιότητά της. Μπορεί πολλοί από εσάς να θεωρείτε βλακεία να κοστίζει ένα ελβετικό ρολόι, απλό ρολόι, χιλιάδες ευρώ, όπως και εγώ θεωρώ βλακεία να κοστίζει ένα iPhone, απλό κινητό, πάνω από 1000 ευρώ. Όποιος έχει δει όμως από κοντά ένα ελβετικό ρολόι ή ένα iPhone τείνει να αναθεωρεί. Είναι κάποιες λεπτομέρειες, ορατές, αδιόρατες και αόρατες που τα καθιστούν έργα τέχνης – τουλάχιστον τα ρολόγια, χέστηκα για τα iPhone! Τέλος πάντων, το θέμα εδώ δεν είναι ιδωμένο μόνο από την καταναλωτική του ή αισθητική του πλευρά. Τα μηχανικά ρολόγια, κυρίως, κρύβουν και ένα απίστευτα πολύπλοκο μηχανισμό, ο οποίος, μαζί με την ίδια την τέχνη της ωρολογοποιίας, μπορεί να καταστεί εξαίσια μεταφορά για την λογοτεχνία, την τέχνη, την ζωή και τον θάνατο. Και πάνω σε αυτό ακριβώς το πλαίσιο, ξεδιπλώνεται η νουβέλα του Βερν. «Εξάλλου ποιος ενδιαφερόταν την εποχή εκείνη να βάλει τάξη στο πέρασμα του χρόνου;»
 
Η παραπάνω σκέψη απηχεί κάτι που είχα διαβάσει στα αρχικά κεφάλαια του βιβλίου «Τα γρανάζια του χρόνου» – που περιμένει υπομονετικά να του διαθέσω τον χρόνο μου – όπου ο συγγραφέας διατύπωνε μια πρωτότυπη σκέψη: η πραγματική δημιουργία του σύγχρονου κόσμου (όπως είναι και ο υπότιτλος), το επαναστατικό ορόσημο που έστρεψε τις ζωές μας σε εντελώς άλλη κατεύθυνση, ήταν η εφεύρεση του μηχανισμού διαφυγής, η τιθάσευση του χρόνου, η προσωπική αίσθηση ότι τον κουβαλάμε σαν κόσμημα στον καρπό μας. Και απορούσε γιατί αυτή η σύγχρονη επανάσταση δεν είχε την προβολή που της άξιζε, έτσι λοιπόν ξεκίνησε να γράφει την εργασία του. Από την άλλη, χρόνια πριν, ο Ιούλιος Βερν είχε δει μπροστά και έβαζε τον ήρωά του μαστρο-Ζαχαρία να είναι ο εφευρέτης της διαφυγής, ο καλύτερος ωρολογοποιός της Γενεύης και ολόκληρης της Ελβετίας, ένας θεός που απολαμβάνει τιμές και δόξα.
 
[…] «Όταν οι θετικές επιστήμες έκαναν επιτέλους προόδους, η ωρολογοποιία ακολούθησε την άνθησή τους, παρ’ όλο που τη σταματούσε πάντοτε ένα ανυπέρβλητο εμπόδιο: η τακτική και συνεχής μέτρηση του χρόνου. Έτσι λοιπόν, μέσα σε αυτή την στασιμότητα, ο μαστρο-Ζαχαρίας επινόησε τον μοχλό διαφυγής, που του επέτρεψε να πετύχει μια μαθηματικά ακριβή κανονικότητα, υποτάσσοντας την κίνηση του εκκρεμούς σε μια σταθερή δύναμη. Αυτή η εφεύρεση τρέλανε τον ωρολογοποιό. Η αλαζονεία, μπαίνοντας στην καρδιά του όπως ο υδράργυρος μέσα στο θερμόμετρο, είχε φτάσει στη θερμοκρασία της παραφροσύνης. Είχε αφεθεί να παρασυρθεί σε υλιστικές σκέψεις και, κατασκευάζοντας τα ρολόγια του, φανταζόταν ότι είχε ανακαλύψει τα μυστικά της ένωσης της ψυχής με το σώμα».
 

 
Μέχρι που ξαφνικά, τα ρολόγια-έργα τέχνης που έχει φτιάξει, αρχίζουν να σταματούν χωρίς λόγο και επιστρέφονται συνοδευόμενα με παράπονα στο εργαστήριό του. Και παρά την εξαιρετική ποιότητα και διάταξη των μηχανισμών τους, εξακολουθούν να μην δουλεύουν. Ο Βερν πατάει με τον τρόπο του στον φαουστικό μύθο όπως κάνει και ο Στήβενσον στη δική του νουβέλα. Η αλαζονεία της επιστήμης – ή συνεκδοχικά και της τέχνης, της δημιουργίας – είναι έργο του διαβόλου που πρέπει να αποφευχθεί. Μέσω αυτής της (και θρησκευτικής) αλληγορίας ο Βερν βάζει τον γέρο ήρωά του να θεωρεί ότι η ψυχή είναι η αρχή της κίνησης και το σώμα μας ο ρυθμιστής της (ο μηχανισμός διαφυγής)· όταν λοιπόν το σώμα καταρρέει μπροστά στο θάνατο, η ψυχή του, τα ρολόγια του, αρχίζει να συρρικνώνεται και αν δεν καταφέρει να ζήσει για πάντα, τουλάχιστον δεν πρέπει να πέσει σε… λάθος χέρια. «Ο γερο-ρολογάς έμοιαζε με εξεγερμένο άγγελο που ορθωνόταν ενάντια στον Δημιουργό».
 
Οι «Εκδόσεις των Συναδέλφων», με πολιτικό προσανατολισμό που μαντεύεις με ευκολία, στην εισαγωγή τους θεωρούν την νουβέλα του Βερν κυρίως μία πολεμική εκ μέρους του απέναντι στα ηθικά ερωτήματα που εγείρει η επιστήμη, στον καπιταλισμό που συντρίβει τον άνθρωπο, κλπ. Εγώ θεωρώ αυτή την άποψη αρκετά μονόπλευρη και περιοριστική, χωρίς να την αγνοώ ωστόσο, και θεωρώ ότι ο Βερν σε αυτό το αξιοπρόσεκτο έργο νεότητας, στέκεται πολύ πολύ πιο ψηλά. Μπορείτε να το διαβάσετε στην καλή μετάφραση της Θεοδώρας Χριστοδούλου-Σκορδαρά και να έρθετε να το συζητήσουμε – ειδικά αν μου δωρίσετε ένα ελβετικό ρολόι, μπορώ να συμφωνήσω σε ό,τι μου πείτε! Διατίθεται δωρεάν και έτσι γλυτώνοντάς σας χρήμα, σας εξασφαλίζει και χρόνο για να το διαβάσετε. Δε θέλω δικαιολογίες!
 
[…] «… είσαι καλός τεχνίτης και σε αγαπώ, όμως όταν δουλεύεις νομίζεις ότι έχεις στα χέρια σου μόνο χαλκό, χρυσό κι ασήμι, δεν αισθάνεσαι τα μέταλλα που η μεγαλοφυΐα μου τους δίνει ζωή, δεν τα αισθάνεσαι να πάλλονται σαν ζωντανή σάρκα! Γι’ αυτό και δεν θα πεθάνεις από το θάνατο των έργων σου!»
 

Σχόλια

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

Ποίηση χωρίς τέλος

  Αυτή η χρονιά θα ξεκινήσει ακριβώς όπως τελείωσε: με ποίηση. Συλλεκτική ανάρτηση, σπάνια θα ξαναδιαβάσετε τέτοια. Σπάω την παράδοση (και το ρόδι)! Ακόμα σπανιότερα εντυπωσιάζομαι από ποιητές και ποιήματα. Δεν με συγκινεί η συμπύκνωση του λόγου όταν του λείπει ένα είδος «φλυαρίας» – ψάχνω ποιήματα που είναι αμετροεπή με έναν δικό τους τρόπο και ταυτόχρονα στοχευμένα και ουσιώδη. Ποιήματα που δεν πολυπαίρνουν στα σοβαρά τον εαυτό τους καθώς τσαλαβουτούν χαρούμενα στον χυλό της ειρωνείας. Ποιήματα που, απ' ό,τι σωστά αντιλαμβάνεστε, δεν γράφει η πλειοψηφία των ποιητών. Με δυο λόγια, κυνηγώ το ανέφικτο. Αλλά, αυτό δεν κυνηγάμε όλοι στην έναρξη κάθε χρονιάς; Το φλουρί μου για φέτος – λίρα εκατό – ήταν η Βισουάβα ή Βισλάβα ή όπως αλλιώς, Σιμπόρσκα. Η παλιά ποίηση, η ορθόδοξη, είναι Εδώ!

Με ανώμαλους δεν μιλάω

  Ανωμαλία είναι να μην μπορεί μια γυναίκα να κυκλοφορεί άφοβα στους δρόμους, ανωμαλία είναι να πιστεύεις ότι τα εμβόλια σκοπό έχουν να προκαλέσουν περισσότερο κακό από ό,τι καλό, ανωμαλία είναι να νομίζεις ότι η λογοτεχνία σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, ανωμαλία είναι ακόμα το προφιτερόλ να έχει μόνο ένα σουδάκι μέσα, ανωμαλία είναι και ότι ο «Πατάκης» εξακολουθεί να μην εκδίδει Χέρμαν Μέλβιλ. Και πόσες ακόμα ανωμαλίες! Με τελευταία εκείνη του Ερβέ Λε Τελιέ, ενός συγγραφέα που αγάπησα οριστικά από ένα και μόνο βιβλίο του που είχα διαβάσει κάποτε, το «Όλα τα μανιτάρια τρώγονται», η ουλιπιανή έμπνευση που είχε οραματιστεί το facebook χρόνια πριν από τον δημιουργό του. Κάθε φορά που μπαίνετε στο facebook και αντικρίζετε την ερώτηση «Τι σκέφτεσαι;», ικανή να σας παρασύρει ασυγκράτητα να μας εμπιστευτείτε τις επικές σας μπούρδες, σχεδόν πάντα χωρίς καθόλου φιλτράρισμα και ουσία, να θυμάστε ότι ο Τελιέ κάποτε το έκανε… χίλιες φορές καλύτερα από εσάς, πιο δημιουργικά και κυρίως με περισσότερο χι

Dogs never bite me. Just humans.

    Ψόφια πράγματα το φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης – τουλάχιστον οι επιλογές μου – αλλά μόλις είδα ότι θα προβληθεί «Η εξουσία του σκύλου», που βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Τόμας Σάβατζ, ήξερα ότι θα ρεφάρω γιατί κακό σκυλί ψόφο δεν έχει. Και έτσι έγινε, η ταινία δεν με απογοήτευσε και μου θύμισε πόσο είχα αγαπήσει εκείνο το βιβλίο. Μια παραγωγή του Νέτφλιξ που θα είναι διαθέσιμη στην πλατφόρμα από την 1 Δεκεμβρίου ώστε να προλάβει να κάνει τον κύκλο της στις αίθουσες, με τον Κάμπερμπατς στον ρόλο του Φιλ, τον σωσία του Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν στον ρόλο του Τζορτζ και την ωραία Κίρστεν Ντανστ ως Ρόουζ. Η ταινία, όπως και το βιβλίο, σε πολλούς θα φανούν αργά, αδιάφορα και αλλόκοτα, λόγω του περιεχομένου αλλά η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για αριστοτεχνικές δημιουργίες με βάθος. Αντιγράφω εδώ το κείμενο που είχα γράψει στο «Διαβάζοντας» για να θυμάμαι ότι εκείνη η ανάγνωση μετράει ακόμα μέσα μου· σπάνιο, ομολογουμένως.

Εγώ σε λέω αγάπη

  Οι πιο συνηθισμένοι απατεώνες στην Ελλάδα συνήθως ενδύονται τους υδραυλικούς που ζητάνε 55 ευρώ για μια τρόμπα στο καζανάκι και δεν μπορείς και να τους πεις «Χέσε με ρε μάστορα» γιατί μετά πώς θα τραβήξεις καζανάκι; Στη λογοτεχνία από την άλλη, το να χαρακτηρίσεις για οποιονδήποτε λόγο τον Χέρμαν Μέλβιλ απάτη , το κάνεις μόνο αν εξυπηρετεί την πλοκή! «Γιατί οι πιο τερατώδεις απ’ όλους τους υποκριτές είναι αυτοί ακριβώς οι κερδοσκόποι: υποκριτές δι’ αντιστροφής της πραγματικότητας· υποκριτές στην παρουσίαση των πραγμάτων ως σκοτεινών αντί φωτεινών· ψυχές που ευημερούν χρησιμοποιώντας όχι τη δυστυχία, αλλά το μύθευμα της δυστυχίας· δάσκαλοι της αισχρής τέχνης τού να κατασκευάζεις δυστυχία· κίβδηλοι Ιερεμίες· νόθοι Ηράκλειτοι που, μόλις η πένθιμη μέρα περάσει, επιστρέφουν, σαν απατηλοί Λάζαροι ανάμεσα στους επαίτες, για να ευφρανθούν με τα κέρδη που απέκτησαν από τα προσποιητά έλκη της κεφαλής τους – φαύλοι κερδοσκόποι!» . Θα με αναγκάσετε να κατέβω πορεία στον Λευκό Πύργο όλοι εσείς πο

Γάτα είσαι

  Οι γάτες είναι υπέροχα πλάσματα και αν δεν είσαι επηρεασμένος από τον «Κυνόδοντα» του Λάνθιμου δύσκολα να μην σε γοητεύουν ή έστω να μην τραβούν την προσοχή σου. Μία από τις αγαπημένες μου συνήθειες είναι να παρατηρώ πώς συμπεριφέρονται οι γάτες. Τι γίνεται όμως αν και εκείνες παρακολουθούν με το ίδιο ενδιαφέρον την ανθρώπινη συμπεριφορά; Κάπως έτσι θα σκέφτηκε και ο Ιάπωνας Σόσεκι Νατσούμε και έγραψε ένα αξιαγάπητο βιβλίο· επιπροσθέτως έγραψε ένα από τα λίγα βιβλία που θα ήθελα να είχα γράψει εγώ. Χεστήκαμε τι θα ήθελες να γράψεις εσύ ρε Μαραμπού, και δίκιο έχετε, δεν αντιλέγω, απλώς σκέφτηκα να το αφήσω εδώ να υπάρχει. Γιατί πάντοτε με ενθουσίαζαν εκείνα τα λιγοστά βιβλία ανεπιτήδευτης σοφίας και γατίσιας συμπεριφοράς που συμπύκνωναν όλη την φιλοσοφία τους και την συγγραφική τεχνική τους σε φράσεις όπως η ακόλουθη: «Ορισμένες φορές επινοώ κάποιες ανοησίες και οι άνθρωποι τις παίρνουν στα σοβαρά, αυτό προκαλεί έναν αισθητικό ενθουσιασμό ακραίας κωμικότητας την οποία θεωρώ ενδιαφέρ

Dance with the Devil

  A long time ago in a galaxy (στην επαρχία) far, far away… όταν περνούσα την emo φάση μου και έκλαιγα χωρίς λόγο καθώς να καθάριζα κρεμμύδια είχα ανακαλύψει τυχαία ένα βιβλιαράκι που το αγόρασα με τα πρώτα λεφτά που είχα αποταμιεύσει σε ένα βιβλιάριο τραπέζης που είχε δεν είχε μέσα 30 δραχμαί. Εκείνο το βιβλίο ήτο κάποιου ψιλοάγνωστου Χόφμαν μεταφρασμένο υπό του σπουδαίου Καρυωτάκη – αργότερα, όταν οι ισορροπίες άλλαξαν εντός μου, κατάλαβα ότι ο Χόφμαν λειτούργησε κάπως σαν το… καρυωθραυστικό του ποιητή∙ ξέρω, ξέρω, πάγωσε η θάλασσα μέσα σας, μακάρι να βρείτε ένα βιβλίο να πέσει πάνω της σαν τσεκούρι – «το λογοπαίγνιο είναι ένα καυτό σίδερο για μπούκλες στο χέρι της τρέλας και με δαύτο λυγίζει τις σκέψεις» . Ο λόγος είναι ότι ο Χόφμαν αποδείχθηκε μια εξαίσια διαβολική μορφή της παγκόσμιας λογοτεχνίας και τα παιδιά του κυκλοφορούν ελεύθερα γύρω μας – ευτυχώς για αυτά, και για εμάς, είχε πάντοτε δουλειά, και μάλιστα σημαντική, να γράφει αριστουργήματα.

Του πολέμου / Στο άλογό μου

Τι γιορτάζουμε σήμερα; Το όχι, το ναι, το ίσως; Γιατί, ενώ όλοι ξέρουμε ότι το εθνικό φρόνημα σε ψηλώνει ως άνθρωπο, εξεγειρόμαστε τόσο πολύ όταν κάτι τέτοιο γίνεται και με τεχνητά μέσα, ας πούμε, με δεκάποντες γόβες; Γιατί μετά την παρέλαση όλοι πάμε και πίνουμε φρέντο εσπρέσσο, έναν τόσο χαρακτηριστικά ιταλικό καφέ; Τι θα συμβεί αν σε μία αντιπολιτευτική συνωμοσία όλοι συντονίσουν το... ένα στο δεξί; Το ένα στ' αριστερό αποκτά όντως βαρύνουσα σημασία όταν κυβερνά η Αριστερά, ή απλώς έχουμε συνηθίσει να το θεωρούμε ηθικό πλεονέκτημα της παρέλασης;

Τελειωμένοι

    Είμαστε γεννημένοι ο ένας για τον άλλον. Τέλος. Αυτά στην αρχή, βέβαια. Γιατί μετά, ανάθεμα την ώρα που βρέθηκες μπροστά μου. Αυτή η σχέση των σχέσεων όμως, μπορεί κάλλιστα να επεκταθεί και στα βιβλία. Μόνο που σε μένα λειτούργησε αντίστροφα· ανάθεμα την ώρα που βρέθηκε μπροστά μου, είπα για αυτό το βιβλίο, μου το δάνεισαν επειδή δεν άρεσε (ωραίο προμόσιον), ήθελα από την άλλη να δω και την ταινία του Κάουφμαν , ας πάει στα κομμάτια, θα το ξεκινήσω, με την σκέψη ήδη από την αρχή να βάλω ένα τέλος όταν δω ότι δεν τραβάει το πράγμα. Αλλά, γαμώτο, τραβούσε. Για ελάχιστους αναγνώστες αυτό θα είναι το βιβλίο της ζωής τους, σύμφωνοι. Κι όμως. «Είναι εντυπωσιακό. Όταν βλέπεις κάποιον με τους γονείς του, αποδεικνύεται απτά ότι όλοι είμαστε αποτέλεσμα σύνθεσης» . Όπως ακριβώς και τα αξιανάγνωστα βιβλία, τα συγγραφικά παιδιά των δημιουργών τους – ξεράστε με την ησυχία σας και ελάτε πίσω. Μείνετέ μου πιστοί! Σας αγαπώ !

Η μέθοδος του Κούντερα

  Σε κάποιες περισσότερο κιτς εποχές ένα παρόμοιο χαστούκι σαν εκείνο του Γουίλ Σμιθ είχε ταράξει τα νερά της κοινωνικής μας ζωής. Η Νατάσα Αθήνη είχε χαστουκίσει την Δήμητρα Λιάνη στην παρουσίαση του βιβλίου της «10 χρόνια και 54 μέρες» – βέβαια, τώρα που τα συζητάμε, μπορεί να έχουν περάσει κοντά 30 χρόνια. Μια επισήμανση που μου ήρθε μόλις: όλες οι βιβλιοπαρουσιάσεις είναι για σφαλιάρες∙ συγγραφείς μην πέφτετε σε αυτή την παγίδα, μακριά. Τέλος πάντων, όταν η Δήμητρα δεν έγραφε βιβλία, διάβαζε, λένε, Κούντερα. Τότε ήταν πολύ της μόδας. Κούντερα από εδώ, Κούντερα από εκεί, είχαν τρελαθεί όλοι. Ποιος είναι ρε αυτός ο Κούντερας; Ήταν τελικά ένα πιο λογοτεχνικό Nitro όπως νόμιζαν αρκετοί; Γιατί τόσα χρόνια τον αντιμετωπίζουμε με αβάσταχτη ελαφρότητα; «Γιατί άραγε θέλει να κάνει έρωτα μαζί μου; αναρωτιόταν πολύ συχνά, αλλά δεν έβρισκε απάντηση. Ένα μόνο ήξερε, πως οι σιωπηρές συνευρέσεις τους ήταν αναπόφευκτες, έτσι όπως είναι αναπόφευκτο να σταθεί προσοχή ένας πολίτης ακούγοντας τον εθν

Θα φάτε τα μούτρα σας

  Πού βαδίζει η λογοτεχνία; Όπου και όπως βάδιζε πάντα, ελεύθερη και ασυμβίβαστη, ασυνόδευτη και ασυνόρευτη , πριν έρθει ο (κακός μας) καιρός με την πρόφαση του υποστηρίγματος/«υποστήριξης» κάποιοι να της προσφέρουν τα δεκανίκια της πολιτικής ορθότητας που θα την καθιστούσαν έκτοτε αδιανόητα στάσιμη. «Αυτό που βλέπουμε το σκεφτόμαστε, κι έτσι τελικά δεν το βλέπουμε, λέει ο Όλερ, ενώ άλλοι βλέπουν αυτό που βλέπουν χωρίς πρόβλημα, επειδή δεν το σκέφτονται αυτό που βλέπουν. Αυτό που αποκαλούμε αντίληψη είναι για μας κατά βάση στασιμότητα, ακινησία, τίποτα. Τίποτα. Οτιδήποτε έχει συμβεί το έχουμε σκεφτεί, δεν το έχουμε δει, λέει ο Όλερ» . Είδα και απόειδα λοιπόν με το… φαινόμενο Φερνάντα Μελτσόρ και είπα ό,τι βρέξει ας κατεβάσει! Βαδίζοντας στην εποχή των τυφώνων.