Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Είναι και χρόνος


Μόλις ξεκίνησε ο Μάιος και παρόλο που είμαστε πανέτοιμοι χάρη στο κυβερνητικό πρόγραμμα ΧΑΜ, να τον προϋπαντήσουμε με βήμα ταχύ, παιδιά στην εξοχή, ίσως είναι καλύτερα να τρέξουμε λίγο αυτή την αλλόκοτη εποχή και να μεταφερθούμε στο μέλλον – συγκεκριμένα στον Ιούλιο. Ακόμα πιο συγκεκριμένα, στον Ιούλιο Βερν που πάντοτε ήταν συνυφασμένος με το μέλλον, και εμείς οι αδαείς, τουλάχιστον στην Ελλάδα, τον καταδικάσαμε σ’ ένα σκληρό παρελθόν απολιθωμένων μεταφράσεων και πρωτόγονων διασκευών. Και μετά αναρωτιέστε κάποιοι αν ο κορονοϊός δημιουργήθηκε σε εργαστήριο· φυσικά και δημιουργήθηκε σε εργαστήριο – τυπογραφίας, ή έστω ωρολογοποιίας! «Αν είναι αλήθεια μαστρο-Ζαχαρία, ότι η υγεία σας επηρεάζει την υγεία των ρολογιών», επαναλάμβαναν οι περισσότεροι, «γιατρευτείτε το συντομότερο!» Ο γέροντας τους κοιτούσε βλοσυρά και δεν αποκρινόταν παρά με νεύματα ή με θλιμμένα λόγια: «Περιμένετε τις πρώτες καλές μέρες, φίλοι μου! Είναι η εποχή που η ύπαρξη αναζωογονείται μέσα στα κουρασμένα σώματα! Πρέπει να έρθει ο ήλιος να μας ζεστάνει όλους!»
 
Αφήστε με να σας βάλω για λίγο στο εργαστήριο του κριτικού – μη νομίζετε και εγώ σπάνια μπαίνω εδώ μέσα! Η αρχική μου πρόθεση ήταν να ονομάσω ετούτη την ανάρτηση «Σατανικοί μύθοι» και να παρουσιάσω παράλληλα δύο νουβέλες, του Ιουλίου Βερν και του Ρόμπερτ Λιούις Στήβενσον αντίστοιχα, που έχουν να κάνουν με… διαβολικές συμφωνίες. Εκτός αυτού, ήθελα να καταδείξω ξανά πόσο έχουν ταλαιπωρηθεί οι συγκεκριμένοι συγγραφείς από ανεκδιήγητες διασκευές και αναγνωστικές παιδικές φαντασιακές καθηλώσεις επί μακρόν στο πρωκτικό κατά Φρόυντ επίπεδο – με απλά λόγια, τους έχετε χεσμένους. Και είναι κρίμα. Η σχέση μου με τον σπουδαίο Στήβενσον αρχίζει να αποκαθίσταται με αργά αλλά σταθερά βήματα και θα φτάσει ως το τέλος. Για τον Βερν όμως, η κατάσταση είναι μη αναστρέψιμη, τουλάχιστον μέχρι να μάθω άπταιστα γαλλικά, και μόνο με αναγνωστικές εκλάμψεις σαν την σημερινή, μπορώ να αποκαταστήσω την ιδιοφυία του εντός μου. 
 
Δεν θα επεκταθώ στην νουβέλα του Στήβενσον «Το πνεύμα του μπουκαλιού» γιατί η σαρωτική νουβέλα του Βερν αξιώνει σχεδόν όλη την προσοχή μου. Αξίζει όμως να την αναφέρω για το εκπληκτικό λογικό της παράδοξο. «Αν και το θέμα του στοιχειωμένου μπουκαλιού ήταν ήδη γνωστό στην Ευρώπη από το σχετικό παραμύθι των Αδελφών Γκριμ (Spiritus familiaris), ο Στήβενσον βασίστηκε με τον δικό του τρόπο και στην ιστορία του Φάουστ και στον Τόμ Γουώκερ και τον Διάβολο του Γουόσινγκτον Ιρβινγκ». Φανταστείτε ένα μαγικό μπουκάλι με ένα διαβολικό πνεύμα εντός του που μπορεί να πραγματοποιήσει κάθε επιθυμία σας με ένα μόνο τίμημα· αν πεθάνετε και είναι ακόμα στην κατοχή σας, θα πάτε στην κόλαση. Ο τρόπος να το αποφύγετε αυτό είναι να το πουλήσετε, σε τιμή όμως, χαμηλότερη από αυτή που το αγοράσατε αλλιώς επιστρέφει σε σας. Το μπουκάλι αλλάζει αιώνες και κατόχους με την τιμή του να πέφτει συνεχώς. Αν, ας πούμε, ερχόσασταν να μου το πουλήσετε 5 σεντ, θα μπορούσατε να με πείσετε για τις μαγικές του ιδιότητες; Και αν τελικά το αγόραζα, θα μπορούσα με την σειρά μου να πείσω κάποιον άλλον να το αγοράσει λιγότερο από 5 σεντ; Αυτό το λογικό παράδοξο και η προσχηματική πλοκή που περιπλέκεται γύρω του περιέχουν κάποιες ωραίες σκέψεις αλλά δεν νομίζω ότι λογοτεχνικά προσφέρει κάτι περισσότερο. Συγγνώμη Λιούις, θα επανορθώσω μια άλλη φορά, στο υπόσχομαι. Η απλοϊκή του γραφή εξάλλου συμβαδίζει με την επιθυμία του συγγραφέα να το προσφέρει στις φυλές της Πολυνησίας, πράγμα που συνέβη καθώς κάποιος ιεραπόστολος το μετέφρασε στη γλώσσα των Σαμόα. Αλλά περνάει η ώρα και πρέπει να μπούμε στο κυρίως θέμα. 
 
Λίγη από την αγάπη μου για την ομορφιά και την πολυπλοκότητα των ρολογιών και της ωρολογοποιίας εξέφρασα στο κείμενο που είχα γράψει για το εξαιρετικό βιβλίο του Τάνπιναρ. Εδώ, θα επιμείνω στην παθιασμένη άποψή μου ότι τα ρολόγια είναι εκπληκτικά προϊόντα και μέσα από ένα τεράστιο πλήθος κακόγουστων – ακόμα και ελβετικών! – ρολογιών, η ελβετική ωρολογοποιία ξεχωρίζει από χιλιόμετρα για την ποιότητά της. Μπορεί πολλοί από εσάς να θεωρείτε βλακεία να κοστίζει ένα ελβετικό ρολόι, απλό ρολόι, χιλιάδες ευρώ, όπως και εγώ θεωρώ βλακεία να κοστίζει ένα iPhone, απλό κινητό, πάνω από 1000 ευρώ. Όποιος έχει δει όμως από κοντά ένα ελβετικό ρολόι ή ένα iPhone τείνει να αναθεωρεί. Είναι κάποιες λεπτομέρειες, ορατές, αδιόρατες και αόρατες που τα καθιστούν έργα τέχνης – τουλάχιστον τα ρολόγια, χέστηκα για τα iPhone! Τέλος πάντων, το θέμα εδώ δεν είναι ιδωμένο μόνο από την καταναλωτική του ή αισθητική του πλευρά. Τα μηχανικά ρολόγια, κυρίως, κρύβουν και ένα απίστευτα πολύπλοκο μηχανισμό, ο οποίος, μαζί με την ίδια την τέχνη της ωρολογοποιίας, μπορεί να καταστεί εξαίσια μεταφορά για την λογοτεχνία, την τέχνη, την ζωή και τον θάνατο. Και πάνω σε αυτό ακριβώς το πλαίσιο, ξεδιπλώνεται η νουβέλα του Βερν. «Εξάλλου ποιος ενδιαφερόταν την εποχή εκείνη να βάλει τάξη στο πέρασμα του χρόνου;»
 
Η παραπάνω σκέψη απηχεί κάτι που είχα διαβάσει στα αρχικά κεφάλαια του βιβλίου «Τα γρανάζια του χρόνου» – που περιμένει υπομονετικά να του διαθέσω τον χρόνο μου – όπου ο συγγραφέας διατύπωνε μια πρωτότυπη σκέψη: η πραγματική δημιουργία του σύγχρονου κόσμου (όπως είναι και ο υπότιτλος), το επαναστατικό ορόσημο που έστρεψε τις ζωές μας σε εντελώς άλλη κατεύθυνση, ήταν η εφεύρεση του μηχανισμού διαφυγής, η τιθάσευση του χρόνου, η προσωπική αίσθηση ότι τον κουβαλάμε σαν κόσμημα στον καρπό μας. Και απορούσε γιατί αυτή η σύγχρονη επανάσταση δεν είχε την προβολή που της άξιζε, έτσι λοιπόν ξεκίνησε να γράφει την εργασία του. Από την άλλη, χρόνια πριν, ο Ιούλιος Βερν είχε δει μπροστά και έβαζε τον ήρωά του μαστρο-Ζαχαρία να είναι ο εφευρέτης της διαφυγής, ο καλύτερος ωρολογοποιός της Γενεύης και ολόκληρης της Ελβετίας, ένας θεός που απολαμβάνει τιμές και δόξα.
 
[…] «Όταν οι θετικές επιστήμες έκαναν επιτέλους προόδους, η ωρολογοποιία ακολούθησε την άνθησή τους, παρ’ όλο που τη σταματούσε πάντοτε ένα ανυπέρβλητο εμπόδιο: η τακτική και συνεχής μέτρηση του χρόνου. Έτσι λοιπόν, μέσα σε αυτή την στασιμότητα, ο μαστρο-Ζαχαρίας επινόησε τον μοχλό διαφυγής, που του επέτρεψε να πετύχει μια μαθηματικά ακριβή κανονικότητα, υποτάσσοντας την κίνηση του εκκρεμούς σε μια σταθερή δύναμη. Αυτή η εφεύρεση τρέλανε τον ωρολογοποιό. Η αλαζονεία, μπαίνοντας στην καρδιά του όπως ο υδράργυρος μέσα στο θερμόμετρο, είχε φτάσει στη θερμοκρασία της παραφροσύνης. Είχε αφεθεί να παρασυρθεί σε υλιστικές σκέψεις και, κατασκευάζοντας τα ρολόγια του, φανταζόταν ότι είχε ανακαλύψει τα μυστικά της ένωσης της ψυχής με το σώμα».
 

 
Μέχρι που ξαφνικά, τα ρολόγια-έργα τέχνης που έχει φτιάξει, αρχίζουν να σταματούν χωρίς λόγο και επιστρέφονται συνοδευόμενα με παράπονα στο εργαστήριό του. Και παρά την εξαιρετική ποιότητα και διάταξη των μηχανισμών τους, εξακολουθούν να μην δουλεύουν. Ο Βερν πατάει με τον τρόπο του στον φαουστικό μύθο όπως κάνει και ο Στήβενσον στη δική του νουβέλα. Η αλαζονεία της επιστήμης – ή συνεκδοχικά και της τέχνης, της δημιουργίας – είναι έργο του διαβόλου που πρέπει να αποφευχθεί. Μέσω αυτής της (και θρησκευτικής) αλληγορίας ο Βερν βάζει τον γέρο ήρωά του να θεωρεί ότι η ψυχή είναι η αρχή της κίνησης και το σώμα μας ο ρυθμιστής της (ο μηχανισμός διαφυγής)· όταν λοιπόν το σώμα καταρρέει μπροστά στο θάνατο, η ψυχή του, τα ρολόγια του, αρχίζει να συρρικνώνεται και αν δεν καταφέρει να ζήσει για πάντα, τουλάχιστον δεν πρέπει να πέσει σε… λάθος χέρια. «Ο γερο-ρολογάς έμοιαζε με εξεγερμένο άγγελο που ορθωνόταν ενάντια στον Δημιουργό».
 
Οι «Εκδόσεις των Συναδέλφων», με πολιτικό προσανατολισμό που μαντεύεις με ευκολία, στην εισαγωγή τους θεωρούν την νουβέλα του Βερν κυρίως μία πολεμική εκ μέρους του απέναντι στα ηθικά ερωτήματα που εγείρει η επιστήμη, στον καπιταλισμό που συντρίβει τον άνθρωπο, κλπ. Εγώ θεωρώ αυτή την άποψη αρκετά μονόπλευρη και περιοριστική, χωρίς να την αγνοώ ωστόσο, και θεωρώ ότι ο Βερν σε αυτό το αξιοπρόσεκτο έργο νεότητας, στέκεται πολύ πολύ πιο ψηλά. Μπορείτε να το διαβάσετε στην καλή μετάφραση της Θεοδώρας Χριστοδούλου-Σκορδαρά και να έρθετε να το συζητήσουμε – ειδικά αν μου δωρίσετε ένα ελβετικό ρολόι, μπορώ να συμφωνήσω σε ό,τι μου πείτε! Διατίθεται δωρεάν και έτσι γλυτώνοντάς σας χρήμα, σας εξασφαλίζει και χρόνο για να το διαβάσετε. Δε θέλω δικαιολογίες!
 
[…] «… είσαι καλός τεχνίτης και σε αγαπώ, όμως όταν δουλεύεις νομίζεις ότι έχεις στα χέρια σου μόνο χαλκό, χρυσό κι ασήμι, δεν αισθάνεσαι τα μέταλλα που η μεγαλοφυΐα μου τους δίνει ζωή, δεν τα αισθάνεσαι να πάλλονται σαν ζωντανή σάρκα! Γι’ αυτό και δεν θα πεθάνεις από το θάνατο των έργων σου!»
 

Σχόλια

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

En passant

  Το «Αν πασάν» είναι ένας σκακιστικός κανόνας, περιθωριακός και άγνωστος αλλά ιδιαιτέρως αποτελεσματικός και σημαντικός. Στις αρχικές τους κινήσεις, τα πιόνια έχουν το δικαίωμα να κινηθούν ένα ή δύο τετράγωνα μπροστά. Αν επιλέξουν να κινηθούν δύο τετράγωνα μπροστά και ένα αντίπαλο πιόνι βρίσκεται σε τέτοια θέση ώστε να μπορούσε να το αιχμαλωτίσει αν το πιόνι που κινήθηκε δυο τετράγωνα αποφάσιζε να κινηθεί μόνο ένα, τότε, έχει το δικαίωμα να το αιχμαλωτίσει και σε αυτή την περίπτωση που κάνει δύο βήματα. Έχουμε δηλαδή, αν πασάν... αιχμαλωσία εν τη διελεύσει. Είναι δυσνόητο στην περιγραφή αλλά αρκετά ξεκάθαρο στην πράξη. Βέβαια, όταν είσαι αρχάριος σκακιστής και το συναντήσεις πρώτη φορά σε ηλεκτρονική παρτίδα, τότε πείθεσαι ότι κάποιο «bug» έχει η ιστοσελίδα, ότι σε χακάρανε ή ότι άρπαξες όλες τις ιώσεις του κυβερνοχώρου. Τα βιβλία του Ναμπόκοφ, μου προσφέρουν την ισχυρή εντύπωση ότι αποτελούν ένα συνεχές λογοτεχνικό en passant, σε αιχμαλωτίζουν εν τη διελεύσει.

Αποδοχή cookies

«Ευτυχώς, αν θέλει κάποιος να βρει μεστές απόψεις για καλά βιβλία, υπάρχουν ήδη πολύ αξιόλογα βιβλιοφιλικά μπλογκ, όπως το κορυφαίο, του Librofilo ή το αγαπημένο του, του Μαραμπού» . Να ξέρετε ότι όταν μου δίνουν γλυκό, έστω και σε μορφή βιβλίου, το αποδέχομαι αμέσως. Επίσης, να ξέρετε ότι ενίοτε μπορεί να γράφω για βιβλία που δεν έχω διαβάσει, όλοι το κάνουμε αυτό, απλώς οι περισσότεροι εντελώς αποτυχημένα, αλλά ποτέ δεν γράφω για βιβλίο που δεν μου άρεσε προφασιζόμενος το αντίστροφο∙ όλοι το κάνετε και αυτό, απλώς οι περισσότεροι εντελώς αποτυχημένα. Το βιβλίο είναι δώρο της συγγραφέα, καλής διαδικτυακής φίλης, και η άποψή μου για αυτό ολότελα υποκειμενική – ξέρω, απανωτά σοκ! – και ουδεμία σχέση έχει με την αντικειμενική κριτική που από καιρό θα έπρεπε να γίνει αντικείμενο κριτικής, τουλάχιστον στην Ελλάδα. Από το να μασήσω τα λόγια μου, θα προτιμήσω τα μπισκότα. «Όχι πως δεν ήταν επηρεασμένος και από το ιστολόγιο «Πιπέρι και σπασμένες γραμμές» με τις λαχταριστές αναρτήσεις σχετικά ...

Το Δώρο

Θα μπορούσε ο Στέφανος Ξενάκης να είναι ο Στέφανος Δαίδαλος του σήμερα; Ή να το αλλάξω κάπως για να ’χουμε καλό ρώτημα: θα μπορούσε ο Τζέημς Τζόυς (μαζί και οι όποιες καλλιτεχνικές μεταμορφώσεις του) να γίνει ένας motivational speaker της σημερινής εποχής; Κανείς πλέον (αν υποθέσουμε ότι μπορούσε κάποτε) δεν διαβάζει τον «Οδυσσέα». Δεν μπορεί να αντέξει ότι αυτό το βιβλίο τον περιγράφει, ακόμα και σήμερα ή και περισσότερο σήμερα, τόσο καλά παρά την μοναδικότητα του κάθε ανθρώπου. Του αφιερώνει μία μέρα τον χρόνο, την σημερινή (παρόλο που άλλαξε η μέρα, το blogger έμεινε σταθερά πίσω!), και μετά τον στέλνει αδιάβαστο. Αν κάποιος όμως του σερβίρει για πρωινό όμορφες φράσεις με γαρνιτ ούρα υπέροχα σκίτσα, τότε μπορεί να νιώσει στιγμιαία χαρά και να βελάζει σαν ανέφελο πρόβατο στα λιβάδια του χρόνου. 

Kinds of kindness

Τα περισσότερα μαγαζιά έχουν ήδη στολίσει με ελλειμματικό γούστο, οι κουραμπιέδες άρχισαν να ανταγωνίζονται τα μελομακάρονα – και τα δυο μαζί την Dubai chocolate –, η Black Friday με τις ασυναγώνιστες τιμές της θα κοντράρει στα ίσα την αληθινή ύπαρξη του ΑΙ Βασίλη, ο καιρός προσπαθεί να τα βρει με τον απορυθμισμένο θερμοστάτη του και γενικά είμαστε μια ωραία ατμόσφαιρα είμαστε. Και μέσα σε όλα αυτά, οι δημοσιογράφοι, οι αθλητές, η εκκλησία, τα ιδρύματα, οι πολιτικοί (που είναι για τα ιδρύματα) θα δείξουν το καλοσυνάτο πρόσωπό τους στους ταλαίπωρους ετούτου του κόσμου. Και μην ξεχνάμε, ότι κυρίως τα Χριστούγεννα είναι για τα παιδιά – και για όλα εκείνα που γιόρταζε η πρόσφατη «Παγκόσμια Ημέρα κατά της Κακοποίησης των παιδιών». «Πάντοτε, τα Χριστούγεννα έβγαζαν στους ανθρώπους τον καλύτερο αλλά και τον χειρότερο εαυτό τους».    

Ασκήσεις μνήμης

  Τις ασκήσεις ύφους τις κατέκτησε σε βαθμό που λίγοι συγγραφείς φτάνουν , με τις ασκήσεις μνήμης όμως κανείς άνθρωπος δεν τα βγάζει εύκολα πέρα. Όλοι μας γράφουμε autofiction από 8 χρονών – Περιγράψτε μας τα πιο ωραία σας Χριστούγεννα – τα νεύρα μου! Το autofiction πλέον μοιάζει να είναι ένας ευφημισμός για να αποδεχόμαστε κάποιες συγγραφικές μετριότητες ως κάτι παραπάνω από αυτό που είναι. Είναι προσβολή να θεωρείς ότι ο Τζόυς ή ο Σελίν (που επιτέλους σε λίγες μέρες θα εκδοθεί το «Θάνατος επί πιστώσει»∙ Γκάλοπ: ποιο άργησε περισσότερο; Το Μετρό Θεσσαλονίκης ή το βιβλίο του Σελίν;) έγραψαν autofiction. Το ίδιο ισχύει και για τον Καλβίνο στη συγκεκριμένη συλλογή. Δεν θα ξεχάσουμε και αυτά που ξέρουμε! «Μόνο πετώντας πράγματα μπορώ να βεβαιωθώ πως ακόμα δεν έχει πεταχτεί κάτι από μένα, κάτι που ίσως να μην είναι ούτε και θα είναι για πέταμα» .  

Βαρύ περιστατικό

Συγγραφείς με χιούμορ δεν χαίρουν ιδιαίτερης εκτίμησης, θεωρώ, από το αναγνωστικό κοινό. Ποιος ξέρει πόσα ελαττώματα πασχίζει να κρύψει πίσω από αυτό, θα σκέφτονται, και δεν μπορεί, κάποιο ελάττωμα θα έχει να κάνει σίγουρα και με την συγγραφή. Επίσης το χιούμορ αξιώνει ευφυΐα και το κοινό δεν θέλει να περνιέται για ηλίθιο. Ο Άμπροουζ Μπιρς με τις διάσημες σατιρικές ιστορίες του και τα σκωπτικά λήμματα θα μπορούσε να θεωρηθεί ένας τέτοιος∙ καλός για να χαμογελάμε πού και πού, μας κάνει ενίοτε και τον έξυπνο, αλλά δεν πειράζει, καλή καρδιά. Ίσως να ήταν έτσι – αν και δεν συμμερίζομαι καθόλου αυτή την άποψη – αν δεν έγραφε τα διηγήματα από τις εμπειρίες του στον Αμερικανικό Εμφύλιο. Σκλάβος του για πάντα!    

The Elephant Man

Υπάρχει ένας ελέφαντας στο δωμάτιο – όχι ρε, δεν εννοώ εσάς, φάτε ελεύθερα όσο θέλετε! – και αυτός δεν είναι άλλος από τον ίδιο τον άνθρωπο. Οξύμωρο, καταλαβαίνω, αλλά στο περίκλειστο δωμάτιο που είναι ο κόσμος ολάκερος, αν θες να παραμένεις ανθρώπινος πρέπει να έχεις καρφωμένα τα μάτια σου στον ελέφαντα. «–Είναι επειδή, με τον τρόπο που ο κερατάς σου παρουσιάζει τα πράγματα, παραέδινε την εντύπωση ότι έφτυνε κατάμουτρα το είδος για το οποίο πέθανε ο Κύριός μας. Δεν είχες την αίσθηση ότι υπέγραφες υπέρ των ελεφάντων αλλά εναντίον των ανθρώπων» . Διαβάζω το βιβλίο του Ρομαίν Γκαρύ περίπου από τον Ιούλιο, κυρίως επειδή τα μεγάλα βιβλία τα διαβάζω τραπεζίως , δηλαδή ανάμεσα σε άλλα μικρότερα αναγνωστικά γεύματα (και τις τελευταίες μέρες και κυριολεκτικά)∙ αλλά αυτό δεν με ενοχλεί καθόλου γιατί υπήρξε ένα από τα καλύτερα βιβλία που διάβασα τα πολλά τελευταία χρόνια, και αν δεν ανανέωσε την πίστη μου στον άνθρωπο, τουλάχιστον ανανέωσε εκείνη στο μυθιστόρημα: «ο καθείς και οι ελέφαντές του, ...

100% cotton

Μπορεί τον τελευταίο χρόνο να δουλεύω στον τριτογενή τομέα παραγωγής και συγκεκριμένα σε στεγνοκαθαριστήριο – φροντίζοντας να μην τα κάνω μούσκεμα με τα ρούχα… ενώ τα κάνω μούσκεμα! – και να χαζεύω στα ταμπελάκια τι ποσοστό επί τοις εκατό βαμβάκι περιέχουν – πολυεστέρα, κερδάμε! – αλλά υπήρξαν σκληρές εποχές που δεν βελτιώθηκαν και ιδιαίτερα για πολλούς ανθρώπους, που για 100% βαμβάκι πληρωνόσουν ένα υποπολλαπλάσιό του και θα έπρεπε να λες και ευχαριστώ από πάνω. «Η αχαριστία αποτελεί συστατικό στοιχείο του χαρακτήρα των ανθρώπων σε τέτοιο βαθμό, που είναι προτιμότερο να τη θεωρεί κανείς προκαταβολικά δεδομένη και να μη στενοχωριέται» . Εδώ το ίδιο σου το πλυντήριο δεν είναι αξιόπιστο (στους χρόνους) και δεν λέει την αλήθεια, γιατί περιμένεις να το κάνουν οι άνθρωποι;

Το κτίσμα

  Τώρα που έφτασε αισίως 46 Αυγούστου και χειμώνιασε για τα καλά, ποιος δε θα ήθελε να διαβάσει μία καλή ιστορία δίπλα στο τζάκι! Τι γίνεται όμως αν το τζάκι, και συγκεκριμένα η καμινάδα, είναι το θέμα της ίδιας της ιστορίας; Μην σας παγώνει αυτό, γιατί την ιστορία την έγραψε ο Χέρμαν Μέλβιλ και τίποτα δεν μπορεί να πάει στραβά όταν συμβαίνει αυτό. Η λογοτεχνία του είναι πάντα πρόσφορη σε αναλύσεις που θεωρητικά θα βελτίωναν την κατανόηση που κρύβεται βαθιά στα θεμέλια κάθε έργου του, αλλά ταυτόχρονα ίσως θα κατέστρεφε τα οφέλη που υπάρχουν στα υψηλότερα διανοητικά πατώματα, απόρροια της μαγευτικής του αρχιτεκτονικής γραφής – «Ή, μάλλον, αυτή η ίδια δίνει απαντήσεις ασταμάτητα, ασταμάτητα ταλανίζοντάς με μ’ αυτή την τρομερή της ζέση για βελτίωση, η οποία δεν είναι παρά μια ελαφρότερη απόδοση της λέξης καταστροφή».

Σαν ναυαγοί, σαν ροβινσώνες

Ο βιασμός ενός βιβλίου και ενός συγγραφέα γίνεται με τις διασκευές . Συγγραφείς μεγάλου βεληνεκούς και εξαιρετικού κύρους όπως ο Ντάνιελ Ντιφόου, ο Ρόμπερτ Στήβενσον, ο Ιούλιος Βερν και ο Τζόναθαν Σουίφτ (με την ευκαιρία, να ξαναπώ ότι «Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ» είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία. Δεν είναι απλώς ένα από τα καλύτερα βιβλία του είδους· ή του 18ου αιώνα· ή της αγγλοσαξονικής λογοτεχνίας. Πέρα από κάθε είδους περιορισμό, τροπικό, χρονικό ή χωρικό, το βιβλίο του Σουίφτ είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία που έχουν γραφτεί επί γης) αντιμετωπίζονται από το αναγνωστικό συγγραφικό φαντασιακό σαν μικρομέγαλοι συγγγραφίσκοι που είχαν κόλλημα με την παιδική ηλικία και ανακλύκλωναν απλοϊκές ιστορίες που δεν πρέπει να διαβάζονται μετά τα δώδεκα – λες και το να είσαι παιδί είναι ιδιότητα μόνο ενός παιδιού. Κούνια που σας κούναγε!