Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Όλα πάνε ρολόι


Συχνά λέγεται ότι κάθε βιβλίο θέλει τον χρόνο του ή ότι θα σε βρει την ώρα που πρέπει. Μπούρδες! Εγώ έτρεξα να το παραλάβω πριν καν μπει στα ράφια του βιβλιοπωλείου. Δεν πρέπει να χάνεις χρόνο με κάτι τέτοια. Η «Πρωτοπορία» απ’ όπου το αγόρασα δεν είχε προλάβει καν να τα ξεπακετάρει, δυο αντίτυπα όλα και όλα, καθότι κάτι εντελώς καινούριο και κάπως παρακινδυνευμένο σαν (άγνωστο) προϊον, όπως μου είπε η υπάλληλος – ε ναι, δεν είναι και Βάσκες για να μοσχοπουλήσει! – πράγμα ανήκουστο για μένα αλλά εφ’ όσον ήμουν ο κάτοχος του ενός αντιτύπου, δεν έκατσα να το συζητήσω περαιτέρω. Μπορεί να άργησα κάπως να τελειώσω την ανάγνωσή του, σύμφωνα και με τους συνήθεις αναγνωστικούς χρόνους που φέρει εντός του ένας εκπαιδευμένος συστηματικός αναγνώστης αλλά λίγο με νοιάζει· ας πληρώσω και πρόστιμο για χάρη του, το αξίζει. «Η αρχή στην οποία βασιζόταν η χρηματική ποινή που επιβάλαμε ήταν πέντε γρόσια για κάθε ρολόι που δεν ήταν ρυθμισμένο σύμφωνα με τα δημόσια ρολόγια της πόλης». Γι’ αυτό, συγχρονίστε τα ρολόγια σας! 

Το βιβλίο θα το αγόραζα ούτως ή άλλως για το θέμα του και τον πανέμορφο τίτλο του. Λατρεύω τα ρολόγια. Αν με ρωτούσατε, «Τι θα ήθελες να γίνεις όταν μεγαλώσεις (κι άλλο);», θα απαντούσα χωρίς ενδοιασμούς, «Ωρολογοποιός». Βέβαια, πάντα υπάρχει χρόνος και χώρος για τα όνειρα – όσοι πλούσιοι με διαβάζουν όπου γης, ας κρατήσουν στην άκρη περίπου δέκα χιλιάδες ευρώ από το 1 δις που μαζεύτηκε για την αποκατάσταση της Παναγίας των Παρισίων και ας τα δώσουν στον Φτωχοδιάβολο της Θεσσαλονίκης να πάει εν Αθήναις να εξειδικευτεί στην τέχνη της ωρολογοποιΐας! Μέχρι να φτάσει εκείνη η ώρα όμως, ας δούμε τι πραγματεύεται το βιβλίο. 

[…] «Είστε Ελβετός, κύριέ μου; Ή μήπως σπουδάσατε εκεί;» 
«Κι αυτό, πώς προέκυψε;» 
«Επείδη καταλαβαίνετε από ρολόγια». 
Εγώ είπα λακωνικά: 
«Τα αγαπώ τα ρολόγια, τα αγαπώ πολύ». 

Μα πόσο αφελής είμαι! Το να δηλώνει κάποιος «ας δούμε τι πραγματεύεται (αυτό) το βιβλίο» είναι σαν να λέει για ένα ρολόι υψηλής ωρολογοποιΐας, «Ας ανοίξω αυτό το μαραφέτι να δω τι κρύβει μέσα του». Θαυμάζοντας από μακριά τον τέλειο μηχανισμό του καταλαβαίνεις λίγα, και χαρχαλεύοντας τα εξαρτήματά του όντας μη σίγουρος για το καθετί, καταλαβαίνεις ακόμα λιγότερα! Έτσι λειτουργεί αυτό το βιβλίο – σπανιότατο λογοτεχνικό κομψοτέχνημα. Μια από τις πρώτες ιδέες που σχημάτισα και συνεχίστηκε καθόλη την διάρκεια της ανάγνωσης ήταν ότι πολύ δύσκολα θα μπορούσα να μιλήσω για αυτό το βιβλιο· ακόμα και αν στην τελική ανάρτηση φαίνεται ότι τα αναλύω σχετικά καλά, περίπου όπως το πετυχαίνω με όλα τα βιβλία που παρουσιάζω εδώ, πρέπει να ξέρετε ότι δεν ισχύει σε αυτή την περίπτωση, είναι μια πλάνη. «Σάμπως οι περισσότερες δυσκολίες που αντιμετωπίζουμε στη ζωή δεν προκύπτουν επειδή δεν μπορούμε να αποδιώξουμε την πρώτη ιδέα που μας ήρθε στο νου;» 

Το βιβλίο έχει εκλεκτικές συγγένειες (δεν είναι όλες οι συγγένειες κακές τελικά) με δύο βιβλία που αγαπώ πολύ για το ύφος τους και την ιδιαίτερη φωνή τους: την «Συνείδηση του Ζήνωνα» του Σβέβο και τον «Γατόπαρδο» του Λαμπεντούζα. Από τον «Γατόπαρδο» δανείζεται εκείνη την μεταιχμιακή ατμόσφαιρα δύο κόσμων που αλλάζουν και ο ένας δίνει, με πείσματα, την θέση του στον άλλον. Σαφώς όμως η σύγκριση με το κείμενο του Σβέβο είναι εντονότερη – εννοείται η σύγκριση γίνεται αποκλειστικά στα δικά μου αναγνωστικά μάτια, δεν ξέρω τι παίζει στα λογοτεχνικά σαλόνια –, εκεί όπου η ιδιότυπη ειρωνεία συναρπάζει και η αυτοανάλυση φτάνει σε δυσθεώρητα βάθη και ταυτόχρονα απολαυστικά ύψη. Όπως και με τον Σβέβο, έτσι και με τον Τάνπιναρ, υποψιάζομαι ότι σε πολλούς αναγνώστες θα φανεί μια λογοτεχνία με κάπως παλαιϊκή γραφή, όχι και τόσο μοντέρνα τελικά, που μάλλον αδίκως διεκδικεί τις λογοτεχνικές δάφνες από άλλα κείμενα – εμφανώς, τουλάχιστον ως προς τη δομή τους – μοντέρνας υφής. Μέγα λάθος! Το «Ινστιτούτο ρύθμισης ρολογιών» (όπως και η «Συνείδηση του Ζήνωνα», αν και ήρθε η ώρα να το αφήσουμε αυτό πάλι πίσω στη δίκαιη αθανασία του) λειτουργεί περισσότερο υπογείως, αν και για μένα λειτουργεί ξεκάθαρα και υπεργείως. Ένα τέτοιο κείμενο δημιουργεί την ανάγκη της απόλαυσης στο πνεύμα του αναγνώστη εν προόδω και από μηδενική βάση, όπως ακριβώς και το «άχρηστο» Ινστιτούτο ρύθμισης ρολογιών του μυθιστορήματος, ήρθε να καλύψει μια ανάγκη που δεν είχε δημιουργηθεί ακόμα στους ανθρώπους. «Οι άνθρωποι προετοιμάζονται αφ’ εαυτού τους. Το θέμα είναι να δίνεις στον άλλο τη δυνατότητα της δημιουργικότητας»

Όπως ήδη γνωρίζετε πολύ καλύτερα από μένα, το σημαντικό στην λογοτεχνία είναι η τελική (και ει δυνατόν, άνετη) επικράτηση της μεταφοράς πάνω στην κυριολεξία. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο τα ρολόγια και τα εξαρτήματά τους μετατοπίζονται προοδευτικά από την κυριολεξία στη μεταφορά του χρόνου, του θανάτου και εν τέλει της ζωής. 

[…] «...Τέλος, η μοναδική μαύρη στήλη της γραφικής παράστασης σηματοδοτεί την απουσία οποιασδήποτε επαφής μεταξύ των νεκρών και του χρόνου». 
«Καλά, χρειάζεται κι αυτό να απεικονιστεί στη γραφική παράσταση; Αφού είναι το πιο φυσικό πράγμα». 
«Θεωρώ πως χρειάζεται. Πρέπει να απεικονιστεί οπωσδήποτε. Αν δεν απεικονίσουμε αυτή τη στήλη, πώς θα διδάξουμε ότι η σχέση μας με το ρολόι και τον χρόνο είναι, κατά βάθος, η αντίληψή μας για τη ζωή; Τι παράξενο, μιλάτε σαν να μην ξέρετε γιατί ιδρύσαμε το ινστιτούτο». 


Καθώς θα διαβάζετε αυτό το υπέροχο βιβλίο ούτε και σεις θα ξέρετε γιατί τελικά ιδρύσανε το ινστιτούτο, όπως ο ήρωας του βιβλίου Χαϊρί Ιρντάλ απορεί σχεδόν ως το τέλος παρά τις διαυγείς απαντήσεις που του δίνει ακούραστα ο ευεργέτης του και ιδρυτής του ινστιτούτου, Χαλίτ Αγιαρτζί. Μέσα σε αυτή την ατέρμονη εσωτερική αυτορύθμιση, ο Χαϊρί αλλάζει διαρκώς, συμπυκνώνοντας εκπληκτικά σε μια φράση το λατρεμένο μου μυθιστόρημα του Λουίτζι Πιραντέλλο: «Ο Χαΐρί μπέης, ο δικός μας Χαϊρί, ο δικός σας Χαϊρί, ο αφηρημένος Χαϊρί… Μα πόσο πολλοί Χαϊρί υπήρχαν. Μακάρι να σπέρναμε μερικούς στον δρόμο. Να γινόμουν και εγώ επιτέλους ένας και μοναδικός άνρθωπος όπως όλοι οι άλλοι, να γινόμουν ο εαυτός μου»

Η μετάφραση της Στέλλας Χρηστίδου είναι καλοκουρδισμένη όσο δεν πάει άλλο. Πραγματικά, μπράβο της. Όπως και η έκδοση του πάντα καλού «Καστανιώτη» που αν ήταν μια «ωρολογοποιΐα» ανάμεσα στις άλλες του εκδοτικού χώρου, θα ήταν μια σταθερά ποιοτική και αποδοτική εταιρεία που ξέρει να υπολογίζει και να σέβεται τον χρόνο των αναγνωστών της. Όσοι αγαπάτε τα ρολόγια μπαταρίας ή τα υπερσύγχρονα ψηφιακά, ίσως βρείτε το βιβλίο ελαφρώς εκτός εποχής. Όσοι πάλι αγαπάτε τα ρολόγια με καμπύλες που αγκαλιάζουν αισθαντικά τους πολύπλοκους μηχανισμούς τους, εκείνα που σας κλέβουν ή σας χαρίζουν 10-15 δευτερόλεπτα κάθε μέρα σαν μια εξαίσια μεταφορά της ίδιας της ζωής, εκείνα τέλος που θα δουλεύουν με υπομονή ακόμα και όταν οι κάτοχοί τους θα έχουν πεθάνει, τότε διαβάστε το «Ινστιτούτο ρύθμισης ρολογιών». Γιατί το βιβλίο αυτό κρύβει θησαυρούς· ακριβώς δηλαδή όπως και τα αυτόματα ρολόγια, κάτι που αγνοούν ή παραβλέπουν πολλοί άνθρωποι, κρύβουν εντός τους πολύτιμους λίθους. 

Υ.Γ. 2666  Επιτέλους, έφτασε η ώρα και κατάφερα να διαβάσω έναν αξιόλογο Τούρκο συγγραφέα – γιατί δεν νομίζω ότι θα διαβάσω ποτέ μου τον Ορχάν Παμούκ. «Πολλές φορές αναλογίζομαι πόσο θα άλλαζε και θα ομόρφαινε η ζωή μας αν έβρισκαν την πραγματική τους θέση στη χώρα μας τα αληθινά ταλέντα».

Σχόλια

  1. Ευχαριστώ για τα καλά σας λόγια για τη μετάφραση, είχα και πολύ καλή επιμελήτρια αυτή τη φορά, χάρηκα που διάβασα την κριτική σας, Στέλλα Χρηστίδου

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Εγώ σας ευχαριστώ για την άψογη μετάφραση. Αν και δεν γνωρίζω τούρκικα (εκτός από τις λέξεις δάνεια που έχουμε στην ελληνική!) καταλάβαινα από ένα μυστήριο ένστικτο την αρτιότητά της, ειδικά σε ένα κείμενο παιγνιώδες και με λεκτικές ακροβασίες όπως του Τάνπιναρ. Φυσικά βοήθησε και η επιμέλεια, εννοείται. Δεν το ανέφερα γιατί δεν είδα κάπου εμφανώς το όνομά της. Παράλειψή μου, μόλις τώρα το εντόπισα. Μπράβο και στην Αρετή Μπουκάλα, λοιπόν!

      Καλό σας απόγευμα :)

      Διαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Κουβεντολόι με μια μούμια!

Σημ: Εδώ λέγονται ιστορίες μόνο για αραχνιασμένα κρανία, οι "ψεκασμένοι" θα απομακρύνονται διακριτικά.

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

Ποίηση χωρίς τέλος

  Αυτή η χρονιά θα ξεκινήσει ακριβώς όπως τελείωσε: με ποίηση. Συλλεκτική ανάρτηση, σπάνια θα ξαναδιαβάσετε τέτοια. Σπάω την παράδοση (και το ρόδι)! Ακόμα σπανιότερα εντυπωσιάζομαι από ποιητές και ποιήματα. Δεν με συγκινεί η συμπύκνωση του λόγου όταν του λείπει ένα είδος «φλυαρίας» – ψάχνω ποιήματα που είναι αμετροεπή με έναν δικό τους τρόπο και ταυτόχρονα στοχευμένα και ουσιώδη. Ποιήματα που δεν πολυπαίρνουν στα σοβαρά τον εαυτό τους καθώς τσαλαβουτούν χαρούμενα στον χυλό της ειρωνείας. Ποιήματα που, απ' ό,τι σωστά αντιλαμβάνεστε, δεν γράφει η πλειοψηφία των ποιητών. Με δυο λόγια, κυνηγώ το ανέφικτο. Αλλά, αυτό δεν κυνηγάμε όλοι στην έναρξη κάθε χρονιάς; Το φλουρί μου για φέτος – λίρα εκατό – ήταν η Βισουάβα ή Βισλάβα ή όπως αλλιώς, Σιμπόρσκα. Η παλιά ποίηση, η ορθόδοξη, είναι Εδώ!

Με ανώμαλους δεν μιλάω

  Ανωμαλία είναι να μην μπορεί μια γυναίκα να κυκλοφορεί άφοβα στους δρόμους, ανωμαλία είναι να πιστεύεις ότι τα εμβόλια σκοπό έχουν να προκαλέσουν περισσότερο κακό από ό,τι καλό, ανωμαλία είναι να νομίζεις ότι η λογοτεχνία σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, ανωμαλία είναι ακόμα το προφιτερόλ να έχει μόνο ένα σουδάκι μέσα, ανωμαλία είναι και ότι ο «Πατάκης» εξακολουθεί να μην εκδίδει Χέρμαν Μέλβιλ. Και πόσες ακόμα ανωμαλίες! Με τελευταία εκείνη του Ερβέ Λε Τελιέ, ενός συγγραφέα που αγάπησα οριστικά από ένα και μόνο βιβλίο του που είχα διαβάσει κάποτε, το «Όλα τα μανιτάρια τρώγονται», η ουλιπιανή έμπνευση που είχε οραματιστεί το facebook χρόνια πριν από τον δημιουργό του. Κάθε φορά που μπαίνετε στο facebook και αντικρίζετε την ερώτηση «Τι σκέφτεσαι;», ικανή να σας παρασύρει ασυγκράτητα να μας εμπιστευτείτε τις επικές σας μπούρδες, σχεδόν πάντα χωρίς καθόλου φιλτράρισμα και ουσία, να θυμάστε ότι ο Τελιέ κάποτε το έκανε… χίλιες φορές καλύτερα από εσάς, πιο δημιουργικά και κυρίως με περισσότερο χι

Dogs never bite me. Just humans.

    Ψόφια πράγματα το φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης – τουλάχιστον οι επιλογές μου – αλλά μόλις είδα ότι θα προβληθεί «Η εξουσία του σκύλου», που βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Τόμας Σάβατζ, ήξερα ότι θα ρεφάρω γιατί κακό σκυλί ψόφο δεν έχει. Και έτσι έγινε, η ταινία δεν με απογοήτευσε και μου θύμισε πόσο είχα αγαπήσει εκείνο το βιβλίο. Μια παραγωγή του Νέτφλιξ που θα είναι διαθέσιμη στην πλατφόρμα από την 1 Δεκεμβρίου ώστε να προλάβει να κάνει τον κύκλο της στις αίθουσες, με τον Κάμπερμπατς στον ρόλο του Φιλ, τον σωσία του Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν στον ρόλο του Τζορτζ και την ωραία Κίρστεν Ντανστ ως Ρόουζ. Η ταινία, όπως και το βιβλίο, σε πολλούς θα φανούν αργά, αδιάφορα και αλλόκοτα, λόγω του περιεχομένου αλλά η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για αριστοτεχνικές δημιουργίες με βάθος. Αντιγράφω εδώ το κείμενο που είχα γράψει στο «Διαβάζοντας» για να θυμάμαι ότι εκείνη η ανάγνωση μετράει ακόμα μέσα μου· σπάνιο, ομολογουμένως.

Εγώ σε λέω αγάπη

  Οι πιο συνηθισμένοι απατεώνες στην Ελλάδα συνήθως ενδύονται τους υδραυλικούς που ζητάνε 55 ευρώ για μια τρόμπα στο καζανάκι και δεν μπορείς και να τους πεις «Χέσε με ρε μάστορα» γιατί μετά πώς θα τραβήξεις καζανάκι; Στη λογοτεχνία από την άλλη, το να χαρακτηρίσεις για οποιονδήποτε λόγο τον Χέρμαν Μέλβιλ απάτη , το κάνεις μόνο αν εξυπηρετεί την πλοκή! «Γιατί οι πιο τερατώδεις απ’ όλους τους υποκριτές είναι αυτοί ακριβώς οι κερδοσκόποι: υποκριτές δι’ αντιστροφής της πραγματικότητας· υποκριτές στην παρουσίαση των πραγμάτων ως σκοτεινών αντί φωτεινών· ψυχές που ευημερούν χρησιμοποιώντας όχι τη δυστυχία, αλλά το μύθευμα της δυστυχίας· δάσκαλοι της αισχρής τέχνης τού να κατασκευάζεις δυστυχία· κίβδηλοι Ιερεμίες· νόθοι Ηράκλειτοι που, μόλις η πένθιμη μέρα περάσει, επιστρέφουν, σαν απατηλοί Λάζαροι ανάμεσα στους επαίτες, για να ευφρανθούν με τα κέρδη που απέκτησαν από τα προσποιητά έλκη της κεφαλής τους – φαύλοι κερδοσκόποι!» . Θα με αναγκάσετε να κατέβω πορεία στον Λευκό Πύργο όλοι εσείς πο

Γάτα είσαι

  Οι γάτες είναι υπέροχα πλάσματα και αν δεν είσαι επηρεασμένος από τον «Κυνόδοντα» του Λάνθιμου δύσκολα να μην σε γοητεύουν ή έστω να μην τραβούν την προσοχή σου. Μία από τις αγαπημένες μου συνήθειες είναι να παρατηρώ πώς συμπεριφέρονται οι γάτες. Τι γίνεται όμως αν και εκείνες παρακολουθούν με το ίδιο ενδιαφέρον την ανθρώπινη συμπεριφορά; Κάπως έτσι θα σκέφτηκε και ο Ιάπωνας Σόσεκι Νατσούμε και έγραψε ένα αξιαγάπητο βιβλίο· επιπροσθέτως έγραψε ένα από τα λίγα βιβλία που θα ήθελα να είχα γράψει εγώ. Χεστήκαμε τι θα ήθελες να γράψεις εσύ ρε Μαραμπού, και δίκιο έχετε, δεν αντιλέγω, απλώς σκέφτηκα να το αφήσω εδώ να υπάρχει. Γιατί πάντοτε με ενθουσίαζαν εκείνα τα λιγοστά βιβλία ανεπιτήδευτης σοφίας και γατίσιας συμπεριφοράς που συμπύκνωναν όλη την φιλοσοφία τους και την συγγραφική τεχνική τους σε φράσεις όπως η ακόλουθη: «Ορισμένες φορές επινοώ κάποιες ανοησίες και οι άνθρωποι τις παίρνουν στα σοβαρά, αυτό προκαλεί έναν αισθητικό ενθουσιασμό ακραίας κωμικότητας την οποία θεωρώ ενδιαφέρ

Dance with the Devil

  A long time ago in a galaxy (στην επαρχία) far, far away… όταν περνούσα την emo φάση μου και έκλαιγα χωρίς λόγο καθώς να καθάριζα κρεμμύδια είχα ανακαλύψει τυχαία ένα βιβλιαράκι που το αγόρασα με τα πρώτα λεφτά που είχα αποταμιεύσει σε ένα βιβλιάριο τραπέζης που είχε δεν είχε μέσα 30 δραχμαί. Εκείνο το βιβλίο ήτο κάποιου ψιλοάγνωστου Χόφμαν μεταφρασμένο υπό του σπουδαίου Καρυωτάκη – αργότερα, όταν οι ισορροπίες άλλαξαν εντός μου, κατάλαβα ότι ο Χόφμαν λειτούργησε κάπως σαν το… καρυωθραυστικό του ποιητή∙ ξέρω, ξέρω, πάγωσε η θάλασσα μέσα σας, μακάρι να βρείτε ένα βιβλίο να πέσει πάνω της σαν τσεκούρι – «το λογοπαίγνιο είναι ένα καυτό σίδερο για μπούκλες στο χέρι της τρέλας και με δαύτο λυγίζει τις σκέψεις» . Ο λόγος είναι ότι ο Χόφμαν αποδείχθηκε μια εξαίσια διαβολική μορφή της παγκόσμιας λογοτεχνίας και τα παιδιά του κυκλοφορούν ελεύθερα γύρω μας – ευτυχώς για αυτά, και για εμάς, είχε πάντοτε δουλειά, και μάλιστα σημαντική, να γράφει αριστουργήματα.

Του πολέμου / Στο άλογό μου

Τι γιορτάζουμε σήμερα; Το όχι, το ναι, το ίσως; Γιατί, ενώ όλοι ξέρουμε ότι το εθνικό φρόνημα σε ψηλώνει ως άνθρωπο, εξεγειρόμαστε τόσο πολύ όταν κάτι τέτοιο γίνεται και με τεχνητά μέσα, ας πούμε, με δεκάποντες γόβες; Γιατί μετά την παρέλαση όλοι πάμε και πίνουμε φρέντο εσπρέσσο, έναν τόσο χαρακτηριστικά ιταλικό καφέ; Τι θα συμβεί αν σε μία αντιπολιτευτική συνωμοσία όλοι συντονίσουν το... ένα στο δεξί; Το ένα στ' αριστερό αποκτά όντως βαρύνουσα σημασία όταν κυβερνά η Αριστερά, ή απλώς έχουμε συνηθίσει να το θεωρούμε ηθικό πλεονέκτημα της παρέλασης;

Τελειωμένοι

    Είμαστε γεννημένοι ο ένας για τον άλλον. Τέλος. Αυτά στην αρχή, βέβαια. Γιατί μετά, ανάθεμα την ώρα που βρέθηκες μπροστά μου. Αυτή η σχέση των σχέσεων όμως, μπορεί κάλλιστα να επεκταθεί και στα βιβλία. Μόνο που σε μένα λειτούργησε αντίστροφα· ανάθεμα την ώρα που βρέθηκε μπροστά μου, είπα για αυτό το βιβλίο, μου το δάνεισαν επειδή δεν άρεσε (ωραίο προμόσιον), ήθελα από την άλλη να δω και την ταινία του Κάουφμαν , ας πάει στα κομμάτια, θα το ξεκινήσω, με την σκέψη ήδη από την αρχή να βάλω ένα τέλος όταν δω ότι δεν τραβάει το πράγμα. Αλλά, γαμώτο, τραβούσε. Για ελάχιστους αναγνώστες αυτό θα είναι το βιβλίο της ζωής τους, σύμφωνοι. Κι όμως. «Είναι εντυπωσιακό. Όταν βλέπεις κάποιον με τους γονείς του, αποδεικνύεται απτά ότι όλοι είμαστε αποτέλεσμα σύνθεσης» . Όπως ακριβώς και τα αξιανάγνωστα βιβλία, τα συγγραφικά παιδιά των δημιουργών τους – ξεράστε με την ησυχία σας και ελάτε πίσω. Μείνετέ μου πιστοί! Σας αγαπώ !

Η μέθοδος του Κούντερα

  Σε κάποιες περισσότερο κιτς εποχές ένα παρόμοιο χαστούκι σαν εκείνο του Γουίλ Σμιθ είχε ταράξει τα νερά της κοινωνικής μας ζωής. Η Νατάσα Αθήνη είχε χαστουκίσει την Δήμητρα Λιάνη στην παρουσίαση του βιβλίου της «10 χρόνια και 54 μέρες» – βέβαια, τώρα που τα συζητάμε, μπορεί να έχουν περάσει κοντά 30 χρόνια. Μια επισήμανση που μου ήρθε μόλις: όλες οι βιβλιοπαρουσιάσεις είναι για σφαλιάρες∙ συγγραφείς μην πέφτετε σε αυτή την παγίδα, μακριά. Τέλος πάντων, όταν η Δήμητρα δεν έγραφε βιβλία, διάβαζε, λένε, Κούντερα. Τότε ήταν πολύ της μόδας. Κούντερα από εδώ, Κούντερα από εκεί, είχαν τρελαθεί όλοι. Ποιος είναι ρε αυτός ο Κούντερας; Ήταν τελικά ένα πιο λογοτεχνικό Nitro όπως νόμιζαν αρκετοί; Γιατί τόσα χρόνια τον αντιμετωπίζουμε με αβάσταχτη ελαφρότητα; «Γιατί άραγε θέλει να κάνει έρωτα μαζί μου; αναρωτιόταν πολύ συχνά, αλλά δεν έβρισκε απάντηση. Ένα μόνο ήξερε, πως οι σιωπηρές συνευρέσεις τους ήταν αναπόφευκτες, έτσι όπως είναι αναπόφευκτο να σταθεί προσοχή ένας πολίτης ακούγοντας τον εθν

Θα φάτε τα μούτρα σας

  Πού βαδίζει η λογοτεχνία; Όπου και όπως βάδιζε πάντα, ελεύθερη και ασυμβίβαστη, ασυνόδευτη και ασυνόρευτη , πριν έρθει ο (κακός μας) καιρός με την πρόφαση του υποστηρίγματος/«υποστήριξης» κάποιοι να της προσφέρουν τα δεκανίκια της πολιτικής ορθότητας που θα την καθιστούσαν έκτοτε αδιανόητα στάσιμη. «Αυτό που βλέπουμε το σκεφτόμαστε, κι έτσι τελικά δεν το βλέπουμε, λέει ο Όλερ, ενώ άλλοι βλέπουν αυτό που βλέπουν χωρίς πρόβλημα, επειδή δεν το σκέφτονται αυτό που βλέπουν. Αυτό που αποκαλούμε αντίληψη είναι για μας κατά βάση στασιμότητα, ακινησία, τίποτα. Τίποτα. Οτιδήποτε έχει συμβεί το έχουμε σκεφτεί, δεν το έχουμε δει, λέει ο Όλερ» . Είδα και απόειδα λοιπόν με το… φαινόμενο Φερνάντα Μελτσόρ και είπα ό,τι βρέξει ας κατεβάσει! Βαδίζοντας στην εποχή των τυφώνων.