Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Οι άνθρωποι δεν είναι αριθμοί


Ισχύει όμως αυτό; Ένας, τουλάχιστον, μεγάλος συγγραφέας έχει αντίθετη γνώμη καθώς έχει μετρήσει μέχρι το εκατό χιλιάδες μέσα σε μόλις έναν άνθρωπο και στο τέλος το αποτέλεσμα του βγήκε μηδενικό! Ένας, κανένας και εκατό χιλιάδες. Το βιβλίο που, με μόλις μία ανάγνωση, πριν χρόνια, και ύστερα από εκατοντάδες σπουδαία βιβλία που συσσωρεύτηταν πάνω του, το θυμάμαι με τόση έξαψη που σχεδόν αναριγώ. Και αυτό χάρη στο πρώτο μισό του βιβλίου, ούτε καν λόγω του συνόλου, καθώς το δεύτερο μισό, εκείνος ο πρώιμος αναγνώστης που ήμουν, το είχα κρίνει ανεπαρκές και ελάχιστα το θυμάμαι. Εδώ είμαι όμως πάλι, να επανορθώσω.

Σχεδόν όλη η φιλοσοφία του Πιραντέλλο μπορεί να συμπυκνωθεί στην φράση που αποτελεί και τον τίτλο ενός θεατρικού του: Έτσι είναι, αν έτσι νομίζετε. Μια (υπέροχη) φράση που αυτοεπιβεβαιώνεται και αυτοαναιρείται την ίδια στιγμή. Γύρω από αυτήν, η κωμική φλέβα του συγγραφέα θα χτίσει και θα γκρεμίσει διασκεδαστικές ιλαροτραγωδίες. Ο Βιτάντζελο Μοσκάρντα λοιπόν, ζούσε μια ήσυχη ζωή, μια πραγματικότητα που τον ευχαριστούσε, ήταν απλώς ο εαυτός του – έτσι ήταν, εφ'όσον έτσι νόμιζε. Όμως ένα κοίταγμα στον καθρέφτη τού άλλαξε την ζωή (ο καθρέφτης εξάλλου δεν χρησιμοποιείται συχνότατα και ως διαμεσολαβητής αυτογνωσίας; Δεν μας λένε, Κοιτάξου στον καθρέφτη να δεις τα λάθη σου, κλπ;) – παρεμπιπτόντως, ωραίο εύρημα από μέρους του συγγραφέα. Η γυναίκα του τον ρωτάει περιπαικτικά γιατί κοιτάζει τόση ώρα τον καθρέφτη, προσπαθεί να διακρίνει προς τα πού κλίνει η μύτη του; Θέλει και ρώτημα, μα φυσικά, προς τα δεξιά! Αυτό ήταν. Ο κόσμος του ήρωά μας γκρεμίστηκε συθέμελα μόλις στην πρώτη σελίδα του βιβλίου! Τα χρόνια που ακολούθησαν, σκεφτόμουν αρκετά συχνά, πόσο υπέροχα ξεκινάει αυτό το βιβλίο – με τι απλότητα και χάρη ξεκινάει και πόση δραματουργική ένταση συσσωρεύει μόλις από την πρώτη του σελίδα, την οποία θα διοχετεύσει αριστουργηματικά στις υπόλοιπες. Ο Μοσκάρντα αντιλαμβάνεται με φρίκη ότι η γυναίκα του δεν τον βλέπει όπως αυτός βλέπει τον εαυτό του (αφού διακρίνει ότι η μύτη του κλίνει προς τα δεξιά όταν για τον ίδιο δεν φαίνεται να έχει κάποιο εμφανές ψεγάδι): άρα, ίσως και όλοι οι άλλοι γνωστοί του να τον βλέπουν με τον δικό τους τρόπο. Και ο ίδιος, πώς βλέπει τον εαυτό του; Ποιος είναι, τέλος πάντων, ο εαυτός του; 

Μελετήστε το καλά. Δεν θα αισθανόσασταν προδομένοι απ' τη σύζυγό σας με την πιο φίνα από τις απιστίες, αν μαθαίνατε ότι εκείνη, σφίγγοντάς σας στην αγκαλιά της, γευόταν και απολάμβανε μέσω του δικού σας κορμιού τον εναγκαλισμό ενός άλλου που εκείνη είχε στο μυαλό και στην καρδιά της;
 
Από εκείνο το σημείο και μετά, ο Πιραντέλλο ξεδιπλώνει μία χιουμοριστική φιλοσοφική πραγματεία που σε διασκεδάζει και σε προβληματίζει βαθύτατα. Οι σκέψεις του ήρωα έχουν μία επιφανειακή ελαφρότητα, προκαλούν σύγχυση και αλλοφροσύνη, αντικατοπρισμοί των συναισθημάτων που καταλαμβάνουν ξαφνικά τον, μέχρι πρότινος, συνειδητοποιημένο άντρα. Αυτά, στον γραπτό λόγο του Πιραντέλλο, εμφανίζονται με επαναλήψεις, με λεκτικά μοτίβα που προσπαθούν να κυκλώσουν τα νοήματά τους, πικρές δηλητηριώδεις σκέψεις, που σαν φίδια, πασχίζουν να δαγκώσουν την ουρά τους. Εγώ δεν μπορούσα να με δω να ζω. Αυτό απασχολεί τον Μοσκάρντα στις πρώτες σελίδες του βιβλίου, όταν πλέον έχει συνειδητοποιήσει ότι όλοι οι άλλοι τον βλέπουν ο καθένας με τον δικό του τρόπο. Ο ίδιος μπορεί να δει τον εαυτό του να ζει; Μια σκέψη που οδηγεί σφαίρα στην τρέλα! Έτσι, τον βλέπουμε να περνάει, τάχαμου αδιάφορος, μπροστά από καθρέφτες προσπαθώντας να αιχμαλωτίσει μια ανέμελη και χαλαρή εικόνα του εαυτού του μέσα στον καθρέφτη – όμως, όταν εκείνος τον κοιτά, ο εαυτός του μέσα στον καθρέφτη καταλαμβάνεται αίφνης από αμηχανία, παύει να είναι χαλαρός. Έτσι, είναι αδύνατο να δει τον εαυτό του να ζει. 

Μετά τις παροξυσμικές αντιδράσεις του αποπροσανατολισμένου και (καθ' οδόν!) ημίτρελου Μοσκάρντα, που καταλαμβάνουν περίπου τις πρώτες 50-60 σελίδες, ο Πιραντέλλο, φέρνει στο προσκήνιο διάφορες λεπτομέρειες από την ζωή του ήρωα, έτσι ώστε να κρατήσει το ενδιαφέρον του αναγνώστη και να τον γλυτώσει από το ενδεχόμενο να χαθεί και κείνος σε έναν κόσμο παραφροσύνης. Η επίφαση πλοκής μετριάζει την διανοητική ένταση της αρχής αλλά δεν ξεχνά ποτέ το κυρίως θέμα – την κρίση της ταυτότητας, το διαρκώς μεταλλασσόμενο πολυπρισματικό και αδηφάγο εγώ και πώς αυτό βιώνεται από τον καθένα μας. Να θυμάστε ότι διαβάζετε στιβαρές φιλοσοφικές ιδέες με μια γερή δόση παρωδίας! Δύσκολα μπορώ να φανταστώ έναν αναγνώστη που να μην εντυπωσιάζεται βαθιά από αυτό το βιβλίο, τουλάχιστον από την έκρηξη συνειδητοποίησης της αρχής. Είναι το πρώτο που μπορώ να ανακαλέσω με ευκολία όταν κάποιος με ρωτάει να του πω ένα βιβλίο που με έχει επηρεάσει – πολλά βιβλία με έχουν επηρεάσει, άλλα με το ύφος τους, άλλα με την μεγαλοφυία των συγγραφέων τους, άλλα με τα θέματά τους, ετούτο εδώ όμως με έχει επηρεάσει με την αστραπιαία σφοδρότητα της συνειδητοποίησης του κατακερματισμένου μας εγώ, μια κατάσταση που αν δεν θες να σε τρελάνει, πρέπει να την προσεγγίσεις γελώντας.
 
Κύριε των δυνάμεων, νόμιζα ότι σας το είχα αποδείξει! Γνωρίζω τον Τίτσιο. Ανάλογα με τον τρόπο που τον γνωρίζω, του δίνω μια πραγματικότητα: για μένα. Τον Τίτσιο όμως τον γνωρίζετε κι εσείς, και σίγουρα εκείνος που γνωρίζετε εσείς δεν είναι εκείνος ο ίδιος που γνωρίζω εγώ, διότι ο καθένας από μας τον γνωρίζει με τον δικό του τρόπο και του δίνει με τον δικό του τρόπο μια πραγματικότητα. Τώρα και για τον ίδιο του τον εαυτό ο Τίτσιο έχει τόσες πραγματικότητες για τον καθένα από εμάς που γνωρίζει, αφού μ' έναν τρόπο γνωρίζει τον εαυτό του μαζί μου και μ' έναν άλλον μαζί σας και μ' έναν τρίτο, μ' έναν τέταρτο και πάει λέγοντας. Κι αυτό σημαίνει ότι πράγματι ο Τίτσιο είναι ένας μ' εμένα, ένας μ' εσάς, ένας άλλος με κάποιον τρίτο, ένας άλλος με κάποιον τέταρτο και πάει λέγοντας, έχοντας βέβαια την ψευδαίσθηση κι εκείνος, ειδικά εκείνος μάλιστα, ότι είναι ένας για όλους. Αυτό είναι το κακό· ή το αστείο, αν σας αρέσει καλύτερα να το αποκαλείτε έτσι.

http://annapini.blogspot.gr/2013/06/uno-nessuno-centomila.html
Το βιβλίο του Πιραντέλλο παρουσιάζεται τόσο έντονα βιωματικό που θεωρείς ότι όσα περιγράφονται σ'αυτό, τα ένιωσε όλα ο ίδιος ο δημιουργός του. Μέσα σε όλες αυτές τις εμπειρίες, υπάρχουν και κάποιες προσωπικές καταστάσεις που ενίσχυσαν εντυπωσιακά το καλλιτεχνικό του έργο. Η γυναίκα του Πιραντέλλο τρελάθηκε, και για 17 ολόκληρα χρόνια εκείνος την κρατούσε στο σπίτι, ενώ ίσως θα ήταν καλύτερα να νοσηλευτεί σε κάποιο ίδρυμα. Αυτή η καθημερινή γειτνίαση με την τρέλα τον βοήθησε δημιουργικά και τον έκανε ακόμα και να ερωτευτεί για πρώτη φορά την γυναίκα του, που είχε παντρευτεί από συνοικέσιο, σύμφωνα με ένα άρθρο του Franco Zeffirelli. Στο βιβλίο του, ο Πιραντέλλο μέσω του ήρωά του Μοσκάρντα, κατηγορεί έντονα τον διαχειριστή της τράπεζάς του ότι έκλεισε την τρελή γυναίκα του στο ίδρυμα ενώ θα έπρεπε να την κρατήσει στο σπίτι και να την προσκυνάει γονυπετής: 

«Εσύ, όχι εγώ, κατάλαβες; Μπροστά στη σύζυγό σου, κατάλαβες; Θα έπρεπε να καθήσεις έτσι! Κι εγώ, κι αυτός, κι όλοι μαζί, μπροστά σ' αυτούς που τους αποκαλούν τρελούς, έτσι!»
Πετάχτηκα όρθιος, βρίζοντας. Οι δυo τους κοιτάχτηκαν στα μάτια, τρομαγμένοι. Ο ένας ρώτησε τον άλλον:
«Μα τι λέει;»
«Καινούργιες κουβέντες!» φώναξα. «Θέλετε να τις ακούσετε; Πηγαίνετε, πηγαίνετε εκεί που τους έχετε κλεισμένους: πηγαίνετε, πηγαίνετε να τους ακούσετε να μιλούν! Τους έχετε κλεισμένους διότι έτσι σας συμφέρει!»
 
...έτσι ακριβώς όπως συνέφερε και τον Πιραντέλλο να έχει την δική του γυναικά κοντά του στο σπίτι και όχι σε κάποιο ίδρυμα για να την «εξετάζει» όποτε ήθελε, μια πράξη περισσότερο ιδιοτέλειας παρά ευαισθησίας όπως νόμιζαν οι πολλοί, όπως αφήνει και το άρθρο του Zeffirelli να εννοηθεί. Βέβαια, δεν γνωρίσαμε ποτέ τον Πιραντέλλο για να μπορούμε να κατανοήσουμε τα κίνητρά του... αλλά και αν ακόμα τον γνωρίζαμε, θα τον γνωρίζαμε δίνοντάς του μια δική μας πραγματικότητα που θα ήταν αληθινή μόνο για μας, και όχι για κείνον, ο οποίος θα έδινε στον εαυτό του μια πραγματικότητα ειδικά για κείνον... και γενικά, καταλάβατε πώς πάει το στόρυ, μην τα ξαναλέμε!! 

Rene Magritte, «Decalcomanie»

Η Ίνδικτος μάς το προσφέρει με ένα υπέροχο εξώφυλλο, χρωματιστό και παραμορφωτικό, ανάλογο με τις σκέψεις που θα μας δημιουργήσει το βιβλίο. Η μετάφραση της Αρχοντίας Κυπριώτου είναι πάρα πολύ καλή. Ο Πιραντέλλο ισχυριζόταν ότι είχε ελληνική καταγωγή και το οικογενειακό του όνομα ήταν «Πυράγγελος», που ύστερα από φωνητική παραφθορά έγινε «Πιραντέλλο» – με ένα επίθετο λοιπόν, τόσο πρόσφορο σε συμβολισμούς, είναι σχεδόν βέβαιο ότι και το δικό μας μυαλό θα προσπαθήσει να γεννήσει μερικούς κατά την διάρκεια της ανάγνωσης. Ένα βιβλίο πυρωμένο και αγγελικό, που μπορεί να (και θα) γίνει ο δεύτερος εαυτός μας! Δύσκολο, αρκετά απαιτητικό, περίτεχνα στρυφνό αλλά και κομμάτι του εγώ μας... της πιο αποκρουστικής αντωνυμίας, που έγραφε και ο Γκάντα στην «Γνώση του πόνου».

Ένα βιβλίο, κανένα ελάττωμα, εκατό χιλιάδες σκέψεις.

Σχόλια

  1. Ανώνυμος3.3.17

    απολαυστικό κείμενο!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Σ' ευχαριστώ πολύ, θ. (αν εννοείς το κείμενό μου και όχι του Πιραντέλλο, γιατί και του Πιραντέλλο είναι πολύ απολαυστικό κείμενο, συνδυαστικά και με το σοβαρότατο του θέμα)! Σε χαιρετώ :)

      Διαγραφή
  2. Όπως πάντα, απολαυστικό και κατατοπιστικό το κείμενό σας και μας βάζετε σε νέα έξοδα.. :P

    Βαγγέλης

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Σας ευχαριστώ πολύ :)

      Αν αποδειχθεί και για σας τόσο συγκλονιστικό κείμενο, τότε σίγουρα θα αξίζει τα λεφτά του. Ελπίζω, να αποδειχθεί!

      Υ.Γ. Προτείνω και τις δανειστικές βιβλιοθήκες (ως οικονομική λύση, με επιπλέον πολύπλευρα και εκτετατένα οφέλη για πολύ κόσμο), αν δεν είστε τόσο κτητικός με τα βιβλία σας.

      Διαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Κουβεντολόι με μια μούμια!

Σημ: Εδώ λέγονται ιστορίες μόνο για αραχνιασμένα κρανία, οι "ψεκασμένοι" θα απομακρύνονται διακριτικά.

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

Ποίηση χωρίς τέλος

  Αυτή η χρονιά θα ξεκινήσει ακριβώς όπως τελείωσε: με ποίηση. Συλλεκτική ανάρτηση, σπάνια θα ξαναδιαβάσετε τέτοια. Σπάω την παράδοση (και το ρόδι)! Ακόμα σπανιότερα εντυπωσιάζομαι από ποιητές και ποιήματα. Δεν με συγκινεί η συμπύκνωση του λόγου όταν του λείπει ένα είδος «φλυαρίας» – ψάχνω ποιήματα που είναι αμετροεπή με έναν δικό τους τρόπο και ταυτόχρονα στοχευμένα και ουσιώδη. Ποιήματα που δεν πολυπαίρνουν στα σοβαρά τον εαυτό τους καθώς τσαλαβουτούν χαρούμενα στον χυλό της ειρωνείας. Ποιήματα που, απ' ό,τι σωστά αντιλαμβάνεστε, δεν γράφει η πλειοψηφία των ποιητών. Με δυο λόγια, κυνηγώ το ανέφικτο. Αλλά, αυτό δεν κυνηγάμε όλοι στην έναρξη κάθε χρονιάς; Το φλουρί μου για φέτος – λίρα εκατό – ήταν η Βισουάβα ή Βισλάβα ή όπως αλλιώς, Σιμπόρσκα. Η παλιά ποίηση, η ορθόδοξη, είναι Εδώ!

Dogs never bite me. Just humans.

    Ψόφια πράγματα το φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης – τουλάχιστον οι επιλογές μου – αλλά μόλις είδα ότι θα προβληθεί «Η εξουσία του σκύλου», που βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Τόμας Σάβατζ, ήξερα ότι θα ρεφάρω γιατί κακό σκυλί ψόφο δεν έχει. Και έτσι έγινε, η ταινία δεν με απογοήτευσε και μου θύμισε πόσο είχα αγαπήσει εκείνο το βιβλίο. Μια παραγωγή του Νέτφλιξ που θα είναι διαθέσιμη στην πλατφόρμα από την 1 Δεκεμβρίου ώστε να προλάβει να κάνει τον κύκλο της στις αίθουσες, με τον Κάμπερμπατς στον ρόλο του Φιλ, τον σωσία του Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν στον ρόλο του Τζορτζ και την ωραία Κίρστεν Ντανστ ως Ρόουζ. Η ταινία, όπως και το βιβλίο, σε πολλούς θα φανούν αργά, αδιάφορα και αλλόκοτα, λόγω του περιεχομένου αλλά η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για αριστοτεχνικές δημιουργίες με βάθος. Αντιγράφω εδώ το κείμενο που είχα γράψει στο «Διαβάζοντας» για να θυμάμαι ότι εκείνη η ανάγνωση μετράει ακόμα μέσα μου· σπάνιο, ομολογουμένως.

Με ανώμαλους δεν μιλάω

  Ανωμαλία είναι να μην μπορεί μια γυναίκα να κυκλοφορεί άφοβα στους δρόμους, ανωμαλία είναι να πιστεύεις ότι τα εμβόλια σκοπό έχουν να προκαλέσουν περισσότερο κακό από ό,τι καλό, ανωμαλία είναι να νομίζεις ότι η λογοτεχνία σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, ανωμαλία είναι ακόμα το προφιτερόλ να έχει μόνο ένα σουδάκι μέσα, ανωμαλία είναι και ότι ο «Πατάκης» εξακολουθεί να μην εκδίδει Χέρμαν Μέλβιλ. Και πόσες ακόμα ανωμαλίες! Με τελευταία εκείνη του Ερβέ Λε Τελιέ, ενός συγγραφέα που αγάπησα οριστικά από ένα και μόνο βιβλίο του που είχα διαβάσει κάποτε, το «Όλα τα μανιτάρια τρώγονται», η ουλιπιανή έμπνευση που είχε οραματιστεί το facebook χρόνια πριν από τον δημιουργό του. Κάθε φορά που μπαίνετε στο facebook και αντικρίζετε την ερώτηση «Τι σκέφτεσαι;», ικανή να σας παρασύρει ασυγκράτητα να μας εμπιστευτείτε τις επικές σας μπούρδες, σχεδόν πάντα χωρίς καθόλου φιλτράρισμα και ουσία, να θυμάστε ότι ο Τελιέ κάποτε το έκανε… χίλιες φορές καλύτερα από εσάς, πιο δημιουργικά και κυρίως με περισσότερο χι

Dance with the Devil

  A long time ago in a galaxy (στην επαρχία) far, far away… όταν περνούσα την emo φάση μου και έκλαιγα χωρίς λόγο καθώς να καθάριζα κρεμμύδια είχα ανακαλύψει τυχαία ένα βιβλιαράκι που το αγόρασα με τα πρώτα λεφτά που είχα αποταμιεύσει σε ένα βιβλιάριο τραπέζης που είχε δεν είχε μέσα 30 δραχμαί. Εκείνο το βιβλίο ήτο κάποιου ψιλοάγνωστου Χόφμαν μεταφρασμένο υπό του σπουδαίου Καρυωτάκη – αργότερα, όταν οι ισορροπίες άλλαξαν εντός μου, κατάλαβα ότι ο Χόφμαν λειτούργησε κάπως σαν το… καρυωθραυστικό του ποιητή∙ ξέρω, ξέρω, πάγωσε η θάλασσα μέσα σας, μακάρι να βρείτε ένα βιβλίο να πέσει πάνω της σαν τσεκούρι – «το λογοπαίγνιο είναι ένα καυτό σίδερο για μπούκλες στο χέρι της τρέλας και με δαύτο λυγίζει τις σκέψεις» . Ο λόγος είναι ότι ο Χόφμαν αποδείχθηκε μια εξαίσια διαβολική μορφή της παγκόσμιας λογοτεχνίας και τα παιδιά του κυκλοφορούν ελεύθερα γύρω μας – ευτυχώς για αυτά, και για εμάς, είχε πάντοτε δουλειά, και μάλιστα σημαντική, να γράφει αριστουργήματα.

Η Αλίκη στις πόλεις

  Καλύτερα Αλίκη στις πόλεις των θαυμάτων παρά Ωραία Κοιμωμένη στο χωριό. Αυτή είναι η τελεσίδικη γνώμη μου. Αλλά τώρα που καλοκαίριασε δύσκολα να σας πείσω, το ξέρω. Τα ξαναλέμε when September ends. «Οι πόλεις δεν προσφέρουν μόνο υλικά οφέλη αλλά και ενθουσιασμό και την ευκαιρία να επαναπροσδιορίσει κάποιος τον εαυτό του. Για πολλούς πολίτες του Μάντσεστερ και του Σικάγου, η πόλη σήμαινε μια μορφή ελευθερίας. Αυτό ήταν κάτι που οι επικριτές της βικτοριανής πόλης δεν μπόρεσαν ποτέ να συλλάβουν: με τόσο σκότος και βρομιά δεν μπόρεσαν ποτέ να διακρίνουν τους τρόπους με τους οποίους η κοινότητα επαναπροσδιοριζόταν μέσα στη σύγχρονη βιομηχανική μητρόπολη». Όσοι πάλι επι-μένετε στις πόλεις πρέπει να προμηθευτείτε αμέσως το καταπληκτικό βιβλίο του Ben Wilson – γιατί αν εξαντληθεί θα το ψάχνετε στα επαρχιακά βιβλιοπωλεία!

Θα φάτε τα μούτρα σας

  Πού βαδίζει η λογοτεχνία; Όπου και όπως βάδιζε πάντα, ελεύθερη και ασυμβίβαστη, ασυνόδευτη και ασυνόρευτη , πριν έρθει ο (κακός μας) καιρός με την πρόφαση του υποστηρίγματος/«υποστήριξης» κάποιοι να της προσφέρουν τα δεκανίκια της πολιτικής ορθότητας που θα την καθιστούσαν έκτοτε αδιανόητα στάσιμη. «Αυτό που βλέπουμε το σκεφτόμαστε, κι έτσι τελικά δεν το βλέπουμε, λέει ο Όλερ, ενώ άλλοι βλέπουν αυτό που βλέπουν χωρίς πρόβλημα, επειδή δεν το σκέφτονται αυτό που βλέπουν. Αυτό που αποκαλούμε αντίληψη είναι για μας κατά βάση στασιμότητα, ακινησία, τίποτα. Τίποτα. Οτιδήποτε έχει συμβεί το έχουμε σκεφτεί, δεν το έχουμε δει, λέει ο Όλερ» . Είδα και απόειδα λοιπόν με το… φαινόμενο Φερνάντα Μελτσόρ και είπα ό,τι βρέξει ας κατεβάσει! Βαδίζοντας στην εποχή των τυφώνων.

Η μέθοδος του Κούντερα

  Σε κάποιες περισσότερο κιτς εποχές ένα παρόμοιο χαστούκι σαν εκείνο του Γουίλ Σμιθ είχε ταράξει τα νερά της κοινωνικής μας ζωής. Η Νατάσα Αθήνη είχε χαστουκίσει την Δήμητρα Λιάνη στην παρουσίαση του βιβλίου της «10 χρόνια και 54 μέρες» – βέβαια, τώρα που τα συζητάμε, μπορεί να έχουν περάσει κοντά 30 χρόνια. Μια επισήμανση που μου ήρθε μόλις: όλες οι βιβλιοπαρουσιάσεις είναι για σφαλιάρες∙ συγγραφείς μην πέφτετε σε αυτή την παγίδα, μακριά. Τέλος πάντων, όταν η Δήμητρα δεν έγραφε βιβλία, διάβαζε, λένε, Κούντερα. Τότε ήταν πολύ της μόδας. Κούντερα από εδώ, Κούντερα από εκεί, είχαν τρελαθεί όλοι. Ποιος είναι ρε αυτός ο Κούντερας; Ήταν τελικά ένα πιο λογοτεχνικό Nitro όπως νόμιζαν αρκετοί; Γιατί τόσα χρόνια τον αντιμετωπίζουμε με αβάσταχτη ελαφρότητα; «Γιατί άραγε θέλει να κάνει έρωτα μαζί μου; αναρωτιόταν πολύ συχνά, αλλά δεν έβρισκε απάντηση. Ένα μόνο ήξερε, πως οι σιωπηρές συνευρέσεις τους ήταν αναπόφευκτες, έτσι όπως είναι αναπόφευκτο να σταθεί προσοχή ένας πολίτης ακούγοντας τον εθν

Τώρα μας σώνει μόνο ένα θαύμα

    Μπορεί ένα βιβλιοπωλείο να αποτελέσει καταφύγιο; Όχι καταφύγιο πολέμου, μην παρασύρεστε από τις εξελίξεις στην Ουκρανία, δεν παίζει τέτοιο πράγμα∙ ούτε βέβαια να σταματήσει τον ίδιο τον πόλεμο, αυτό και αν θα ήταν θαύμα! Μπορεί ωστόσο να αποτελέσει πού και πού ένα ζεστό καταφύγιο μιας μεμονωμένης ζωής, που παρέα με δισεκατομμύρια άλλες συγκροτούν τον κόσμο γύρω μας, τα ακρότατα όρια του οποίου συχνότατα και εντελώς απροσδόκητα μπορεί να είναι οι πιο αναίτιες και ακραίες σφαγές. Oh yes! Το να διεξάγεις ακήρυχτο πόλεμο αλληλεγγύης μέσω social media, να φας μια μπριζόλα επειδή τυχαίνει να είναι Τσικνοπέμπτη στα μέρη σου ή να διαβάσεις ένα ανάλαφρο βιβλίο δεν μοιάζουν αρκετά. Αλλά και τι θα μπορούσε να μοιάζει αρκετό στη ζωή ενός ανθρώπου; «Φοβάμαι ότι αυτό είναι σαν εκείνα τα feelgood μυθιστορήματα που διαβάζει η Τζάσμιν, όπου το τέλος είναι πάντα χαρούμενο γιατί πώς αλλιώς θα μπορούσαν οι αναγνώστες να αντισταθμίσουν τις κακές ειδήσεις και όλα αυτά τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν

Μας κούφανε

  Όταν η Λεονόρα Κάρινγκτον γράφει το βιβλίο της είναι 60 χρονών και η ηρωίδα της που ζει τις απόλυτα εκκεντρικές περιπέτειές της είναι 92∙ η ίδια η συγγραφέας πέθανε στα 94 της και μέσα από αλλόκοτες και ακατανόητα αποκρυφιστικές διαδρομές, κανείς πλέον δεν μπορεί να βγάλει από το μυαλό μου ότι είναι η ίδια η ηρωίδα της. «Όλα αυτά είναι μια παρέκκλιση και δεν θέλω να νομίζει κανείς ότι τρέχει αλλού το μυαλό μου∙ τρέχει, αλλά ποτέ πιο γρήγορα απ’ όσο θέλω εγώ» . Η ταύτιση ενός δημιουργού με το έργο του, σε καλλιτέχνες τόσο απύθμενου καλλιτεχνικού βάθους, δεν είναι σχεδόν ποτέ αβάσιμη. Το βιβλίο της είναι ένα φεμινιστικό μανιφέστο και ένα από τα ομορφότερα που έχουν γραφτεί σχετικά, και τα όποια προγραμματικά στοιχεία φαίνεται να αναδύονται μπροστά σε έντρομες αρσενικές αναγνώσεις, εξαλείφονται αμέσως από την υψηλή λογοτεχνική ποιότητα. Εξάλλου, η σπουδαία λογοτεχνία είναι ερμαφρόδιτη. «Το Ακουστικό Κέρας διαφεύγει κάθε κατηγοριοποίηση. Από την πρώτη του κιόλας πρόταση παρουσιάζει ένα

Εδώ γελάμε

    Χιούμορ; Γίναμε τώρα! Θα μπορούσε έτσι μικρή και περιεκτική να ήταν όλη η ανάρτηση και να τελείωνε εδώ αναίμακτα και αγέλαστα. Αλλά πρέπει να πούμε δυο λόγια παραπάνω γιατί όλοι σας έχετε χιούμορ, σωστά; Το χιούμορ είναι σαν την γνώμη, όλοι έχουν από ένα. Και όλοι έχουν το καλύτερο από όλους τους άλλους, δεν χωράει αμφιβολία. Στη θεωρία πάντα, γιατί στην πράξη, γελάνε και οι πέτρες! Η κάθε χρονιά οφείλει να κλείνει με χιούμορ, η νέα επιβάλλεται να ξεκινάει με τέτοιο, η ζωή να το ακολουθεί πατώντας στα ξέγνοιαστα βήματά του, ακόμα και ο κόσμος να τελειώνει με εκείνο∙ αν κάπου σε όλη αυτή την διαδρομή τα βρίσκει και με την λογοτεχνία, ακόμα καλύτερα. Μας αξίζει γαμώτο να γελάμε σαν μικρά παιδιά, πίνοντας παράλληλα και πολύ νερό – το χιούμορ είναι δώρο . «Τα παιδιά, υποστηρίζει ο Φρόιντ, δεν διαθέτουν καμία αίσθηση του κωμικού, αλλά είναι πιθανό να τα μπερδεύει με τον συγγραφέα ενός διαβόητου και καθόλου αστείου βιβλίου με τίτλο Το ευφυολόγημα και η σχέση του με το ασυνείδητο » .