Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Οι άνθρωποι δεν είναι αριθμοί


Ισχύει όμως αυτό; Ένας, τουλάχιστον, μεγάλος συγγραφέας έχει αντίθετη γνώμη καθώς έχει μετρήσει μέχρι το εκατό χιλιάδες μέσα σε μόλις έναν άνθρωπο και στο τέλος το αποτέλεσμα του βγήκε μηδενικό! Ένας, κανένας και εκατό χιλιάδες. Το βιβλίο που, με μόλις μία ανάγνωση, πριν χρόνια, και ύστερα από εκατοντάδες σπουδαία βιβλία που συσσωρεύτηταν πάνω του, το θυμάμαι με τόση έξαψη που σχεδόν αναριγώ. Και αυτό χάρη στο πρώτο μισό του βιβλίου, ούτε καν λόγω του συνόλου, καθώς το δεύτερο μισό, εκείνος ο πρώιμος αναγνώστης που ήμουν, το είχα κρίνει ανεπαρκές και ελάχιστα το θυμάμαι. Εδώ είμαι όμως πάλι, να επανορθώσω.

Σχεδόν όλη η φιλοσοφία του Πιραντέλλο μπορεί να συμπυκνωθεί στην φράση που αποτελεί και τον τίτλο ενός θεατρικού του: Έτσι είναι, αν έτσι νομίζετε. Μια (υπέροχη) φράση που αυτοεπιβεβαιώνεται και αυτοαναιρείται την ίδια στιγμή. Γύρω από αυτήν, η κωμική φλέβα του συγγραφέα θα χτίσει και θα γκρεμίσει διασκεδαστικές ιλαροτραγωδίες. Ο Βιτάντζελο Μοσκάρντα λοιπόν, ζούσε μια ήσυχη ζωή, μια πραγματικότητα που τον ευχαριστούσε, ήταν απλώς ο εαυτός του – έτσι ήταν, εφ'όσον έτσι νόμιζε. Όμως ένα κοίταγμα στον καθρέφτη τού άλλαξε την ζωή (ο καθρέφτης εξάλλου δεν χρησιμοποιείται συχνότατα και ως διαμεσολαβητής αυτογνωσίας; Δεν μας λένε, Κοιτάξου στον καθρέφτη να δεις τα λάθη σου, κλπ;) – παρεμπιπτόντως, ωραίο εύρημα από μέρους του συγγραφέα. Η γυναίκα του τον ρωτάει περιπαικτικά γιατί κοιτάζει τόση ώρα τον καθρέφτη, προσπαθεί να διακρίνει προς τα πού κλίνει η μύτη του; Θέλει και ρώτημα, μα φυσικά, προς τα δεξιά! Αυτό ήταν. Ο κόσμος του ήρωά μας γκρεμίστηκε συθέμελα μόλις στην πρώτη σελίδα του βιβλίου! Τα χρόνια που ακολούθησαν, σκεφτόμουν αρκετά συχνά, πόσο υπέροχα ξεκινάει αυτό το βιβλίο – με τι απλότητα και χάρη ξεκινάει και πόση δραματουργική ένταση συσσωρεύει μόλις από την πρώτη του σελίδα, την οποία θα διοχετεύσει αριστουργηματικά στις υπόλοιπες. Ο Μοσκάρντα αντιλαμβάνεται με φρίκη ότι η γυναίκα του δεν τον βλέπει όπως αυτός βλέπει τον εαυτό του (αφού διακρίνει ότι η μύτη του κλίνει προς τα δεξιά όταν για τον ίδιο δεν φαίνεται να έχει κάποιο εμφανές ψεγάδι): άρα, ίσως και όλοι οι άλλοι γνωστοί του να τον βλέπουν με τον δικό τους τρόπο. Και ο ίδιος, πώς βλέπει τον εαυτό του; Ποιος είναι, τέλος πάντων, ο εαυτός του; 

Μελετήστε το καλά. Δεν θα αισθανόσασταν προδομένοι απ' τη σύζυγό σας με την πιο φίνα από τις απιστίες, αν μαθαίνατε ότι εκείνη, σφίγγοντάς σας στην αγκαλιά της, γευόταν και απολάμβανε μέσω του δικού σας κορμιού τον εναγκαλισμό ενός άλλου που εκείνη είχε στο μυαλό και στην καρδιά της;
 
Από εκείνο το σημείο και μετά, ο Πιραντέλλο ξεδιπλώνει μία χιουμοριστική φιλοσοφική πραγματεία που σε διασκεδάζει και σε προβληματίζει βαθύτατα. Οι σκέψεις του ήρωα έχουν μία επιφανειακή ελαφρότητα, προκαλούν σύγχυση και αλλοφροσύνη, αντικατοπρισμοί των συναισθημάτων που καταλαμβάνουν ξαφνικά τον, μέχρι πρότινος, συνειδητοποιημένο άντρα. Αυτά, στον γραπτό λόγο του Πιραντέλλο, εμφανίζονται με επαναλήψεις, με λεκτικά μοτίβα που προσπαθούν να κυκλώσουν τα νοήματά τους, πικρές δηλητηριώδεις σκέψεις, που σαν φίδια, πασχίζουν να δαγκώσουν την ουρά τους. Εγώ δεν μπορούσα να με δω να ζω. Αυτό απασχολεί τον Μοσκάρντα στις πρώτες σελίδες του βιβλίου, όταν πλέον έχει συνειδητοποιήσει ότι όλοι οι άλλοι τον βλέπουν ο καθένας με τον δικό του τρόπο. Ο ίδιος μπορεί να δει τον εαυτό του να ζει; Μια σκέψη που οδηγεί σφαίρα στην τρέλα! Έτσι, τον βλέπουμε να περνάει, τάχαμου αδιάφορος, μπροστά από καθρέφτες προσπαθώντας να αιχμαλωτίσει μια ανέμελη και χαλαρή εικόνα του εαυτού του μέσα στον καθρέφτη – όμως, όταν εκείνος τον κοιτά, ο εαυτός του μέσα στον καθρέφτη καταλαμβάνεται αίφνης από αμηχανία, παύει να είναι χαλαρός. Έτσι, είναι αδύνατο να δει τον εαυτό του να ζει. 

Μετά τις παροξυσμικές αντιδράσεις του αποπροσανατολισμένου και (καθ' οδόν!) ημίτρελου Μοσκάρντα, που καταλαμβάνουν περίπου τις πρώτες 50-60 σελίδες, ο Πιραντέλλο, φέρνει στο προσκήνιο διάφορες λεπτομέρειες από την ζωή του ήρωα, έτσι ώστε να κρατήσει το ενδιαφέρον του αναγνώστη και να τον γλυτώσει από το ενδεχόμενο να χαθεί και κείνος σε έναν κόσμο παραφροσύνης. Η επίφαση πλοκής μετριάζει την διανοητική ένταση της αρχής αλλά δεν ξεχνά ποτέ το κυρίως θέμα – την κρίση της ταυτότητας, το διαρκώς μεταλλασσόμενο πολυπρισματικό και αδηφάγο εγώ και πώς αυτό βιώνεται από τον καθένα μας. Να θυμάστε ότι διαβάζετε στιβαρές φιλοσοφικές ιδέες με μια γερή δόση παρωδίας! Δύσκολα μπορώ να φανταστώ έναν αναγνώστη που να μην εντυπωσιάζεται βαθιά από αυτό το βιβλίο, τουλάχιστον από την έκρηξη συνειδητοποίησης της αρχής. Είναι το πρώτο που μπορώ να ανακαλέσω με ευκολία όταν κάποιος με ρωτάει να του πω ένα βιβλίο που με έχει επηρεάσει – πολλά βιβλία με έχουν επηρεάσει, άλλα με το ύφος τους, άλλα με την μεγαλοφυία των συγγραφέων τους, άλλα με τα θέματά τους, ετούτο εδώ όμως με έχει επηρεάσει με την αστραπιαία σφοδρότητα της συνειδητοποίησης του κατακερματισμένου μας εγώ, μια κατάσταση που αν δεν θες να σε τρελάνει, πρέπει να την προσεγγίσεις γελώντας.
 
Κύριε των δυνάμεων, νόμιζα ότι σας το είχα αποδείξει! Γνωρίζω τον Τίτσιο. Ανάλογα με τον τρόπο που τον γνωρίζω, του δίνω μια πραγματικότητα: για μένα. Τον Τίτσιο όμως τον γνωρίζετε κι εσείς, και σίγουρα εκείνος που γνωρίζετε εσείς δεν είναι εκείνος ο ίδιος που γνωρίζω εγώ, διότι ο καθένας από μας τον γνωρίζει με τον δικό του τρόπο και του δίνει με τον δικό του τρόπο μια πραγματικότητα. Τώρα και για τον ίδιο του τον εαυτό ο Τίτσιο έχει τόσες πραγματικότητες για τον καθένα από εμάς που γνωρίζει, αφού μ' έναν τρόπο γνωρίζει τον εαυτό του μαζί μου και μ' έναν άλλον μαζί σας και μ' έναν τρίτο, μ' έναν τέταρτο και πάει λέγοντας. Κι αυτό σημαίνει ότι πράγματι ο Τίτσιο είναι ένας μ' εμένα, ένας μ' εσάς, ένας άλλος με κάποιον τρίτο, ένας άλλος με κάποιον τέταρτο και πάει λέγοντας, έχοντας βέβαια την ψευδαίσθηση κι εκείνος, ειδικά εκείνος μάλιστα, ότι είναι ένας για όλους. Αυτό είναι το κακό· ή το αστείο, αν σας αρέσει καλύτερα να το αποκαλείτε έτσι.

http://annapini.blogspot.gr/2013/06/uno-nessuno-centomila.html
Το βιβλίο του Πιραντέλλο παρουσιάζεται τόσο έντονα βιωματικό που θεωρείς ότι όσα περιγράφονται σ'αυτό, τα ένιωσε όλα ο ίδιος ο δημιουργός του. Μέσα σε όλες αυτές τις εμπειρίες, υπάρχουν και κάποιες προσωπικές καταστάσεις που ενίσχυσαν εντυπωσιακά το καλλιτεχνικό του έργο. Η γυναίκα του Πιραντέλλο τρελάθηκε, και για 17 ολόκληρα χρόνια εκείνος την κρατούσε στο σπίτι, ενώ ίσως θα ήταν καλύτερα να νοσηλευτεί σε κάποιο ίδρυμα. Αυτή η καθημερινή γειτνίαση με την τρέλα τον βοήθησε δημιουργικά και τον έκανε ακόμα και να ερωτευτεί για πρώτη φορά την γυναίκα του, που είχε παντρευτεί από συνοικέσιο, σύμφωνα με ένα άρθρο του Franco Zeffirelli. Στο βιβλίο του, ο Πιραντέλλο μέσω του ήρωά του Μοσκάρντα, κατηγορεί έντονα τον διαχειριστή της τράπεζάς του ότι έκλεισε την τρελή γυναίκα του στο ίδρυμα ενώ θα έπρεπε να την κρατήσει στο σπίτι και να την προσκυνάει γονυπετής: 

«Εσύ, όχι εγώ, κατάλαβες; Μπροστά στη σύζυγό σου, κατάλαβες; Θα έπρεπε να καθήσεις έτσι! Κι εγώ, κι αυτός, κι όλοι μαζί, μπροστά σ' αυτούς που τους αποκαλούν τρελούς, έτσι!»
Πετάχτηκα όρθιος, βρίζοντας. Οι δυo τους κοιτάχτηκαν στα μάτια, τρομαγμένοι. Ο ένας ρώτησε τον άλλον:
«Μα τι λέει;»
«Καινούργιες κουβέντες!» φώναξα. «Θέλετε να τις ακούσετε; Πηγαίνετε, πηγαίνετε εκεί που τους έχετε κλεισμένους: πηγαίνετε, πηγαίνετε να τους ακούσετε να μιλούν! Τους έχετε κλεισμένους διότι έτσι σας συμφέρει!»
 
...έτσι ακριβώς όπως συνέφερε και τον Πιραντέλλο να έχει την δική του γυναικά κοντά του στο σπίτι και όχι σε κάποιο ίδρυμα για να την «εξετάζει» όποτε ήθελε, μια πράξη περισσότερο ιδιοτέλειας παρά ευαισθησίας όπως νόμιζαν οι πολλοί, όπως αφήνει και το άρθρο του Zeffirelli να εννοηθεί. Βέβαια, δεν γνωρίσαμε ποτέ τον Πιραντέλλο για να μπορούμε να κατανοήσουμε τα κίνητρά του... αλλά και αν ακόμα τον γνωρίζαμε, θα τον γνωρίζαμε δίνοντάς του μια δική μας πραγματικότητα που θα ήταν αληθινή μόνο για μας, και όχι για κείνον, ο οποίος θα έδινε στον εαυτό του μια πραγματικότητα ειδικά για κείνον... και γενικά, καταλάβατε πώς πάει το στόρυ, μην τα ξαναλέμε!! 

Rene Magritte, «Decalcomanie»

Η Ίνδικτος μάς το προσφέρει με ένα υπέροχο εξώφυλλο, χρωματιστό και παραμορφωτικό, ανάλογο με τις σκέψεις που θα μας δημιουργήσει το βιβλίο. Η μετάφραση της Αρχοντίας Κυπριώτου είναι πάρα πολύ καλή. Ο Πιραντέλλο ισχυριζόταν ότι είχε ελληνική καταγωγή και το οικογενειακό του όνομα ήταν «Πυράγγελος», που ύστερα από φωνητική παραφθορά έγινε «Πιραντέλλο» – με ένα επίθετο λοιπόν, τόσο πρόσφορο σε συμβολισμούς, είναι σχεδόν βέβαιο ότι και το δικό μας μυαλό θα προσπαθήσει να γεννήσει μερικούς κατά την διάρκεια της ανάγνωσης. Ένα βιβλίο πυρωμένο και αγγελικό, που μπορεί να (και θα) γίνει ο δεύτερος εαυτός μας! Δύσκολο, αρκετά απαιτητικό, περίτεχνα στρυφνό αλλά και κομμάτι του εγώ μας... της πιο αποκρουστικής αντωνυμίας, που έγραφε και ο Γκάντα στην «Γνώση του πόνου».

Ένα βιβλίο, κανένα ελάττωμα, εκατό χιλιάδες σκέψεις.

Σχόλια

  1. Ανώνυμος3.3.17

    απολαυστικό κείμενο!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Σ' ευχαριστώ πολύ, θ. (αν εννοείς το κείμενό μου και όχι του Πιραντέλλο, γιατί και του Πιραντέλλο είναι πολύ απολαυστικό κείμενο, συνδυαστικά και με το σοβαρότατο του θέμα)! Σε χαιρετώ :)

      Διαγραφή
  2. Όπως πάντα, απολαυστικό και κατατοπιστικό το κείμενό σας και μας βάζετε σε νέα έξοδα.. :P

    Βαγγέλης

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Σας ευχαριστώ πολύ :)

      Αν αποδειχθεί και για σας τόσο συγκλονιστικό κείμενο, τότε σίγουρα θα αξίζει τα λεφτά του. Ελπίζω, να αποδειχθεί!

      Υ.Γ. Προτείνω και τις δανειστικές βιβλιοθήκες (ως οικονομική λύση, με επιπλέον πολύπλευρα και εκτετατένα οφέλη για πολύ κόσμο), αν δεν είστε τόσο κτητικός με τα βιβλία σας.

      Διαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Κουβεντολόι με μια μούμια!

Σημ: Εδώ λέγονται ιστορίες μόνο για αραχνιασμένα κρανία, οι "ψεκασμένοι" θα απομακρύνονται διακριτικά.

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

En passant

  Το «Αν πασάν» είναι ένας σκακιστικός κανόνας, περιθωριακός και άγνωστος αλλά ιδιαιτέρως αποτελεσματικός και σημαντικός. Στις αρχικές τους κινήσεις, τα πιόνια έχουν το δικαίωμα να κινηθούν ένα ή δύο τετράγωνα μπροστά. Αν επιλέξουν να κινηθούν δύο τετράγωνα μπροστά και ένα αντίπαλο πιόνι βρίσκεται σε τέτοια θέση ώστε να μπορούσε να το αιχμαλωτίσει αν το πιόνι που κινήθηκε δυο τετράγωνα αποφάσιζε να κινηθεί μόνο ένα, τότε, έχει το δικαίωμα να το αιχμαλωτίσει και σε αυτή την περίπτωση που κάνει δύο βήματα. Έχουμε δηλαδή, αν πασάν... αιχμαλωσία εν τη διελεύσει. Είναι δυσνόητο στην περιγραφή αλλά αρκετά ξεκάθαρο στην πράξη. Βέβαια, όταν είσαι αρχάριος σκακιστής και το συναντήσεις πρώτη φορά σε ηλεκτρονική παρτίδα, τότε πείθεσαι ότι κάποιο «bug» έχει η ιστοσελίδα, ότι σε χακάρανε ή ότι άρπαξες όλες τις ιώσεις του κυβερνοχώρου. Τα βιβλία του Ναμπόκοφ, μου προσφέρουν την ισχυρή εντύπωση ότι αποτελούν ένα συνεχές λογοτεχνικό en passant, σε αιχμαλωτίζουν εν τη διελεύσει.

Το Δώρο

Θα μπορούσε ο Στέφανος Ξενάκης να είναι ο Στέφανος Δαίδαλος του σήμερα; Ή να το αλλάξω κάπως για να ’χουμε καλό ρώτημα: θα μπορούσε ο Τζέημς Τζόυς (μαζί και οι όποιες καλλιτεχνικές μεταμορφώσεις του) να γίνει ένας motivational speaker της σημερινής εποχής; Κανείς πλέον (αν υποθέσουμε ότι μπορούσε κάποτε) δεν διαβάζει τον «Οδυσσέα». Δεν μπορεί να αντέξει ότι αυτό το βιβλίο τον περιγράφει, ακόμα και σήμερα ή και περισσότερο σήμερα, τόσο καλά παρά την μοναδικότητα του κάθε ανθρώπου. Του αφιερώνει μία μέρα τον χρόνο, την σημερινή (παρόλο που άλλαξε η μέρα, το blogger έμεινε σταθερά πίσω!), και μετά τον στέλνει αδιάβαστο. Αν κάποιος όμως του σερβίρει για πρωινό όμορφες φράσεις με γαρνιτ ούρα υπέροχα σκίτσα, τότε μπορεί να νιώσει στιγμιαία χαρά και να βελάζει σαν ανέφελο πρόβατο στα λιβάδια του χρόνου. 

Αποδοχή cookies

«Ευτυχώς, αν θέλει κάποιος να βρει μεστές απόψεις για καλά βιβλία, υπάρχουν ήδη πολύ αξιόλογα βιβλιοφιλικά μπλογκ, όπως το κορυφαίο, του Librofilo ή το αγαπημένο του, του Μαραμπού» . Να ξέρετε ότι όταν μου δίνουν γλυκό, έστω και σε μορφή βιβλίου, το αποδέχομαι αμέσως. Επίσης, να ξέρετε ότι ενίοτε μπορεί να γράφω για βιβλία που δεν έχω διαβάσει, όλοι το κάνουμε αυτό, απλώς οι περισσότεροι εντελώς αποτυχημένα, αλλά ποτέ δεν γράφω για βιβλίο που δεν μου άρεσε προφασιζόμενος το αντίστροφο∙ όλοι το κάνετε και αυτό, απλώς οι περισσότεροι εντελώς αποτυχημένα. Το βιβλίο είναι δώρο της συγγραφέα, καλής διαδικτυακής φίλης, και η άποψή μου για αυτό ολότελα υποκειμενική – ξέρω, απανωτά σοκ! – και ουδεμία σχέση έχει με την αντικειμενική κριτική που από καιρό θα έπρεπε να γίνει αντικείμενο κριτικής, τουλάχιστον στην Ελλάδα. Από το να μασήσω τα λόγια μου, θα προτιμήσω τα μπισκότα. «Όχι πως δεν ήταν επηρεασμένος και από το ιστολόγιο «Πιπέρι και σπασμένες γραμμές» με τις λαχταριστές αναρτήσεις σχετικά ...

Kinds of kindness

Τα περισσότερα μαγαζιά έχουν ήδη στολίσει με ελλειμματικό γούστο, οι κουραμπιέδες άρχισαν να ανταγωνίζονται τα μελομακάρονα – και τα δυο μαζί την Dubai chocolate –, η Black Friday με τις ασυναγώνιστες τιμές της θα κοντράρει στα ίσα την αληθινή ύπαρξη του ΑΙ Βασίλη, ο καιρός προσπαθεί να τα βρει με τον απορυθμισμένο θερμοστάτη του και γενικά είμαστε μια ωραία ατμόσφαιρα είμαστε. Και μέσα σε όλα αυτά, οι δημοσιογράφοι, οι αθλητές, η εκκλησία, τα ιδρύματα, οι πολιτικοί (που είναι για τα ιδρύματα) θα δείξουν το καλοσυνάτο πρόσωπό τους στους ταλαίπωρους ετούτου του κόσμου. Και μην ξεχνάμε, ότι κυρίως τα Χριστούγεννα είναι για τα παιδιά – και για όλα εκείνα που γιόρταζε η πρόσφατη «Παγκόσμια Ημέρα κατά της Κακοποίησης των παιδιών». «Πάντοτε, τα Χριστούγεννα έβγαζαν στους ανθρώπους τον καλύτερο αλλά και τον χειρότερο εαυτό τους».    

Ασκήσεις μνήμης

  Τις ασκήσεις ύφους τις κατέκτησε σε βαθμό που λίγοι συγγραφείς φτάνουν , με τις ασκήσεις μνήμης όμως κανείς άνθρωπος δεν τα βγάζει εύκολα πέρα. Όλοι μας γράφουμε autofiction από 8 χρονών – Περιγράψτε μας τα πιο ωραία σας Χριστούγεννα – τα νεύρα μου! Το autofiction πλέον μοιάζει να είναι ένας ευφημισμός για να αποδεχόμαστε κάποιες συγγραφικές μετριότητες ως κάτι παραπάνω από αυτό που είναι. Είναι προσβολή να θεωρείς ότι ο Τζόυς ή ο Σελίν (που επιτέλους σε λίγες μέρες θα εκδοθεί το «Θάνατος επί πιστώσει»∙ Γκάλοπ: ποιο άργησε περισσότερο; Το Μετρό Θεσσαλονίκης ή το βιβλίο του Σελίν;) έγραψαν autofiction. Το ίδιο ισχύει και για τον Καλβίνο στη συγκεκριμένη συλλογή. Δεν θα ξεχάσουμε και αυτά που ξέρουμε! «Μόνο πετώντας πράγματα μπορώ να βεβαιωθώ πως ακόμα δεν έχει πεταχτεί κάτι από μένα, κάτι που ίσως να μην είναι ούτε και θα είναι για πέταμα» .  

Βαρύ περιστατικό

Συγγραφείς με χιούμορ δεν χαίρουν ιδιαίτερης εκτίμησης, θεωρώ, από το αναγνωστικό κοινό. Ποιος ξέρει πόσα ελαττώματα πασχίζει να κρύψει πίσω από αυτό, θα σκέφτονται, και δεν μπορεί, κάποιο ελάττωμα θα έχει να κάνει σίγουρα και με την συγγραφή. Επίσης το χιούμορ αξιώνει ευφυΐα και το κοινό δεν θέλει να περνιέται για ηλίθιο. Ο Άμπροουζ Μπιρς με τις διάσημες σατιρικές ιστορίες του και τα σκωπτικά λήμματα θα μπορούσε να θεωρηθεί ένας τέτοιος∙ καλός για να χαμογελάμε πού και πού, μας κάνει ενίοτε και τον έξυπνο, αλλά δεν πειράζει, καλή καρδιά. Ίσως να ήταν έτσι – αν και δεν συμμερίζομαι καθόλου αυτή την άποψη – αν δεν έγραφε τα διηγήματα από τις εμπειρίες του στον Αμερικανικό Εμφύλιο. Σκλάβος του για πάντα!    

The Elephant Man

Υπάρχει ένας ελέφαντας στο δωμάτιο – όχι ρε, δεν εννοώ εσάς, φάτε ελεύθερα όσο θέλετε! – και αυτός δεν είναι άλλος από τον ίδιο τον άνθρωπο. Οξύμωρο, καταλαβαίνω, αλλά στο περίκλειστο δωμάτιο που είναι ο κόσμος ολάκερος, αν θες να παραμένεις ανθρώπινος πρέπει να έχεις καρφωμένα τα μάτια σου στον ελέφαντα. «–Είναι επειδή, με τον τρόπο που ο κερατάς σου παρουσιάζει τα πράγματα, παραέδινε την εντύπωση ότι έφτυνε κατάμουτρα το είδος για το οποίο πέθανε ο Κύριός μας. Δεν είχες την αίσθηση ότι υπέγραφες υπέρ των ελεφάντων αλλά εναντίον των ανθρώπων» . Διαβάζω το βιβλίο του Ρομαίν Γκαρύ περίπου από τον Ιούλιο, κυρίως επειδή τα μεγάλα βιβλία τα διαβάζω τραπεζίως , δηλαδή ανάμεσα σε άλλα μικρότερα αναγνωστικά γεύματα (και τις τελευταίες μέρες και κυριολεκτικά)∙ αλλά αυτό δεν με ενοχλεί καθόλου γιατί υπήρξε ένα από τα καλύτερα βιβλία που διάβασα τα πολλά τελευταία χρόνια, και αν δεν ανανέωσε την πίστη μου στον άνθρωπο, τουλάχιστον ανανέωσε εκείνη στο μυθιστόρημα: «ο καθείς και οι ελέφαντές του, ...

100% cotton

Μπορεί τον τελευταίο χρόνο να δουλεύω στον τριτογενή τομέα παραγωγής και συγκεκριμένα σε στεγνοκαθαριστήριο – φροντίζοντας να μην τα κάνω μούσκεμα με τα ρούχα… ενώ τα κάνω μούσκεμα! – και να χαζεύω στα ταμπελάκια τι ποσοστό επί τοις εκατό βαμβάκι περιέχουν – πολυεστέρα, κερδάμε! – αλλά υπήρξαν σκληρές εποχές που δεν βελτιώθηκαν και ιδιαίτερα για πολλούς ανθρώπους, που για 100% βαμβάκι πληρωνόσουν ένα υποπολλαπλάσιό του και θα έπρεπε να λες και ευχαριστώ από πάνω. «Η αχαριστία αποτελεί συστατικό στοιχείο του χαρακτήρα των ανθρώπων σε τέτοιο βαθμό, που είναι προτιμότερο να τη θεωρεί κανείς προκαταβολικά δεδομένη και να μη στενοχωριέται» . Εδώ το ίδιο σου το πλυντήριο δεν είναι αξιόπιστο (στους χρόνους) και δεν λέει την αλήθεια, γιατί περιμένεις να το κάνουν οι άνθρωποι;

Το κτίσμα

  Τώρα που έφτασε αισίως 46 Αυγούστου και χειμώνιασε για τα καλά, ποιος δε θα ήθελε να διαβάσει μία καλή ιστορία δίπλα στο τζάκι! Τι γίνεται όμως αν το τζάκι, και συγκεκριμένα η καμινάδα, είναι το θέμα της ίδιας της ιστορίας; Μην σας παγώνει αυτό, γιατί την ιστορία την έγραψε ο Χέρμαν Μέλβιλ και τίποτα δεν μπορεί να πάει στραβά όταν συμβαίνει αυτό. Η λογοτεχνία του είναι πάντα πρόσφορη σε αναλύσεις που θεωρητικά θα βελτίωναν την κατανόηση που κρύβεται βαθιά στα θεμέλια κάθε έργου του, αλλά ταυτόχρονα ίσως θα κατέστρεφε τα οφέλη που υπάρχουν στα υψηλότερα διανοητικά πατώματα, απόρροια της μαγευτικής του αρχιτεκτονικής γραφής – «Ή, μάλλον, αυτή η ίδια δίνει απαντήσεις ασταμάτητα, ασταμάτητα ταλανίζοντάς με μ’ αυτή την τρομερή της ζέση για βελτίωση, η οποία δεν είναι παρά μια ελαφρότερη απόδοση της λέξης καταστροφή».

Σαν ναυαγοί, σαν ροβινσώνες

Ο βιασμός ενός βιβλίου και ενός συγγραφέα γίνεται με τις διασκευές . Συγγραφείς μεγάλου βεληνεκούς και εξαιρετικού κύρους όπως ο Ντάνιελ Ντιφόου, ο Ρόμπερτ Στήβενσον, ο Ιούλιος Βερν και ο Τζόναθαν Σουίφτ (με την ευκαιρία, να ξαναπώ ότι «Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ» είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία. Δεν είναι απλώς ένα από τα καλύτερα βιβλία του είδους· ή του 18ου αιώνα· ή της αγγλοσαξονικής λογοτεχνίας. Πέρα από κάθε είδους περιορισμό, τροπικό, χρονικό ή χωρικό, το βιβλίο του Σουίφτ είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία που έχουν γραφτεί επί γης) αντιμετωπίζονται από το αναγνωστικό συγγραφικό φαντασιακό σαν μικρομέγαλοι συγγγραφίσκοι που είχαν κόλλημα με την παιδική ηλικία και ανακλύκλωναν απλοϊκές ιστορίες που δεν πρέπει να διαβάζονται μετά τα δώδεκα – λες και το να είσαι παιδί είναι ιδιότητα μόνο ενός παιδιού. Κούνια που σας κούναγε!