Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Only connect

 
Δυστοπία ο Ε.Μ. Φόρστερ;; Σίγουρα αυτός ήταν ο λόγος που ο Καβάφης αραίωσε ακόμα περισσότερο την ούτως ή άλλως ψυχρή αλληλογραφία μαζί του! Φυσικά δεν μπορούμε να ξέρουμε τι συνέβη – δυστυχώς, από μία σκοπιά, αφού καθετί που αφορούσε τον Καβάφη είχε μεγάλο ενδιαφέρον – ξέρουμε όμως ότι οι σύγχρονοι αναγνώστες θα κρίνουν αυτή την δυστοπία όπως της αρμόζει, γιατί χρονικά, έφτασε ως εμάς στην κατάλληλη περίοδο, εκείνη που αναδεικνύει όλα τα αρώματά της. Συνδεθείτε αμέσως από τις θεϊκές μηχανές σας, αραχτοί και βολεμένοι στο βολικό δωμάτιο σας, για να μάθετε περισσότερα!
 
«Μιλάς λες και κάποιος θεός έφτιαξε την Μηχανή» φώναξε ο άλλος. «Πιστεύω πως προσεύχεσαι σε αυτήν, όταν δεν νιώθεις καλά. Άνθρωποι την έφτιαξαν, μην το ξεχνάς ποτέ. Σπουδαίοι άνθρωποι, αλλά άνθρωποι. Η Μηχανή είναι πολύ σημαντική, αλλά δεν είναι το παν. Σε αυτή την πλακέτα βλέπω κάτι σαν εσένα, αλλά δεν βλέπω εσένα. Μέσα από αυτό το τηλέφωνο ακούω κάτι σαν εσένα, αλλά δεν ακούω εσένα. Γι' αυτό θέλω να έρθεις. Να έρθεις και να καθίσεις μαζί μου. Να με επισκεφτείς για να κοιταχτούμε πρόσωπο με πρόσωπο και να μιλήσουμε για τις ελπίδες μου».
 
Αυτή η νουβέλα του Φόρστερ απεδείχθη το καλύτερο δυστοπικό κείμενο που έχω διαβάσει. Εννοείται ότι δε θέλω να μειώσω τα μεγάλα βιβλία του είδους, αλλά αυτό το συγκεκριμένο αποφεύγοντας τον «σκόπελο» των πολύπλοκων κόσμων που δημιουργούν οι άλλες δυστοπίες, χτυπάει αμέσως στο ψαχνό με την διαυγή και εύστοχη οπτική του. Οι άνθρωποι πλέον ζουν σε κυψελοειδή απομονωμένα δωμάτια κάτω από την επιφάνεια της Γης, η Μηχανή τούς εξασφαλίζει τα πάντα. Όλη μέρα επικοινωνούν με τους φίλους τους μέσω πλακετών (τάμπλετ;) και παρουσιάζουν διάφορες αμφιλεγόμενες διαλέξεις σε όσους θέλουν να τις ακούσουν. Η ζωή τους είναι εστιασμένη στο πνευματικό στοιχείο, συνεχώς παράγουν ασαφείς ιδέες (σαθρές και μουντές όπως το τεχνητό φως που τις γεννάει), μακριά από την άμεση εμπειρία. Φαλακροί και ξεδοντιάρηδες ζουν προφυλαγμένοι από την μολυσμένη εξωτερική επιφάνεια της Γης και μετακινούνται μόνο σε σπάνιες περιπτώσεις, με κάτι τεράστια αερόπλοια, βίντατζ κατάλοιπο αλλοτινών πολιτισμών. Η Μηχανή τούς φροντίζει, τους παρέχει ακόμα και Ευθανασία όταν ζητηθεί. Αλλά γιατί να ζητηθεί, καλά δεν περνάνε όλοι; Με τον καιρό οι άνθρωποι την υπηρετούσαν με αυξημένη αποτελεσματικότητα και μειωμένη νοημοσύνη.
 
Ο Κούνο καλεί την μητέρα του Βάστι να τον επισκεφτεί στο Βόρειο ημισφαίριο όπου βρίσκεται για να της μιλήσει από κοντά για την άμεση εμπειρία του. Φαίνεται ότι η Μηχανή δεν είναι το παν. Επίσης, ενίοτε οι Μηχανές σταματούν. Βλάσφημη σκέψη, το ξέρω. Αν, όμως; Σε κάθε περίπτωση, ήταν εξαιρετικά ευφυής η επιλογή του να ονομάσει το κεντρικό σύστημα ελέγχου των ανθρώπων απλώς «Μηχανή», δηλαδή να του προσδώσει τον κατεξοχήν συμβολικό τεχνικό όρο. Με αυτό τον τρόπο εξασφάλισε την ταύτιση των μελλοντικών αναγνωστών της νουβέλας, οι οποίοι πιθανότατα θα αναγνώριζαν στην καταπίεση της Μηχανής την ενδεχόμενη καταπίεση που θα ασκούσε η όποια Μηχανή στη δική τους εποχή. Όταν λοιπόν η Μηχανή σταματά, μαζί με εκείνο το γλυκό και εκμαυλιστικό βουητό της, επέρχεται ο τρόμος... ο τρόμος της σιωπής. Παύει η «επικοινωνία» και οι άνθρωποι είναι αναγκασμένοι να βγουν από τα κελιά τους αναζητώντας την άμεση εμπειρία. Το κείμενο είναι συμβολικότατο και σίγουρα, διαβάζοντάς το, θα σας γεννηθούν ωραίες ιδέες που θα νιώσετε την ανάγκη να επικοινωνήσετε μέσω «διαλέξεων» στους φίλους σας... όπως κάνω εγώ τώρα από το δωματιό μου προς τα δωμάτια όλων σας! 
 

 
Ένα ακόμα πλεονέκτημα της νουβέλας του Φόρστερ είναι το γεγονός ότι η Μηχανή δεν αποτελεί τον φανερό καταπιεστικό Εξουσιαστή άλλων δυστοπιών, αλλά προσιδιάζει περισσότερο στον φιλικό σύμβουλό μας, έναν ουτοπικό φύλακα Άγγελο που χαιρόμαστε που τον έχουμε πάνω από τα κεφάλια μας. Οι άνθρωποι επιζητούν την εύνοια της Μηχανής και νιώθουν ευτυχισμένοι. Μια αλληλουχία σκέψεων και προβληματισμών που θα μας φέρει αναπόφευκτα αντιμέτωπους με το ερώτημα: πώς γίνεται η Τεχνική να έχει αυτονομηθεί, ενώ οι άνθρωποι είναι αυτοί που ευθύνονται για την εξέλιξή της; Δε ξέρω πόσο μακριά ή κοντά είναι η νουβέλα του Φόρστερ σε σχέση με το παρόν μας (ή καλύτερα, πόσο μακριά ή κοντά είναι το παρόν μας, με τη νουβέλα του Φόρστερ!), σίγουρα όμως όποιος την διαβάσει, θα την απολαύσει ολοκληρωτικά, καθότι πέραν όλων των άλλων είναι και καλογραμμένη.
 
Η έκδοση είναι πολύ όμορφη και το χαρτί της μυρίζει υπέροχα – καιρό είχα να το επισημάνω αυτό σε κάποιο βιβλίο. Το εξώφυλλο βγάζει μάτι... κυριολεκτικά, αν το κοιτάξεις για πολλή ώρα! Εμένα όμως μου άρεσε αυτή η ψυχεδελική σπειροειδής φάση που ταιριάζει γάντι στη πλοκή του βιβλίου. Η μετάφραση είναι του Γιώργου Λαμπράκου και είναι εξαιρετική, συνοδευόμενη από ένα κατατοπιστικό επίμετρο του ίδιου. Ξεκολλάτε, μην διαβάζετε μηχανικά από την οθόνη του δωματίου σας αυτά που γράφω, ξεχυθείτε στο βιβλιοπωλείο να αγοράσετε το βιβλίο του Φόρστερ – άμεση εμπειρία! 
 
    Το μεσημέρι η Βάστι κοίταξε για δεύτερη φορά τη Γη. Το αερόπλοιο περνούσε πάνω από μια ακόμη οροσειρά, αλλά η Βάστι δεν την καλοέβλεπε γιατί είχε σύννεφα. Από κάτω της, γκριζόμαυροι βραχώδεις όγκοι συμφύρονταν αδιακρίτως. Είχαν φανταστικά σχήματα: ένας από αυτούς έμοιαζε με καταβεβλημένο άνδρα.
   «Καμιά ιδέα εδώ» μουρμούρισε η Βάστι και έκρυψε τον Καύκασο πίσω από το μεταλλικό στόρι.
  Το βράδυ κοίταξε ξανά. Περνούσαν πάνω από μια χρυσαφιά θάλασσα στην οποία υπήρχαν πολλά νησάκια και μια χερσόνησος.
   Επανέλαβε: «Καμιά ιδέα εδώ», και έκρυψε την Ελλάδα πίσω από το μεταλλικό στόρι.
 
Υ.Γ. 2666 Το «Only connect...» αποτελούσε το μότο στο βιβλίο του Φόρστερ, «Επιστροφή στο Χάουαρντς Εντ». Σύμφωνα με μια σημείωση του μεταφραστή.

Σχόλια

  1. Καταλαβαίνω πόσο ενδιαφέρον είναι το βιβλίο, αλλά και πόσο τρομακτικοί είναι οι συνειρμοί αλλά και οι συγκρίσεις με την εποχή μας. Έτσι συνδεδεμένοι καθώς είμαστε όλοι, σκεφτείτε να μας αποσυνδέσουν από όλα, απροειδοποίητα, κάποια στιγμή. Ποιο θα ήταν άραγε το καλό ενδεχόμενο;



    ΟΙ ΜΗΧΑΝΕΣ ΜΟΥ (1972)

    Πώς αγαπώ τις μηχανές μου,
    πώς αγαπώ να τις κοιτάω
    κι αν θέλω κατιτί να κάνω,
    ένα κουμπί τους να πατάω.

    Πώς αγαπώ τις μηχανές μου,
    όλα ρολόι τώρα πάνε.
    Δεν έχω φίλους τι τους θέλω;
    Οι μηχανές πιο ωραία μιλάνε.

    Πώς αγαπώ τις μηχανές μου,
    αυτές με γέννησαν αλήθεια
    και βύζαξα απ’ αυτές το γάλα
    κι αυτές μου είπαν παραμύθια.

    Πώς αγαπώ τις μηχανές μου,
    κάθομαι μόνη μου στο σπίτι
    και στις οχτώ η ώρα ανάβω
    ηλεκτρικό αποσπερίτη.

    ΑΝΔΡΕΑΣ ΑΓΓΕΛΑΚΗΣ

    https://www.youtube.com/watch?v=Un5hDbGSfNQ

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Φανταστείτε μία παρέα ανθρώπων σ' ένα καφέ, να κοιτούν τα κινητά τους και αυτά τα ηλίθια ξαφνικά να αποσυνδεθούν οριστικά. Θα αναγκαστούν να μιλήσουν μεταξύ τους! Τραγικό, έτσι; :p

      Είναι έντονοι οι συμβολισμοί που δημιουργούνται, πράγματι. Αυτό που μου αρέσει είναι ότι αυτά τα «παρελθοντικά» (αλλά ταυτόχρονα και «μελλοντικά») βιβλία, είναι τόσο αποστασιοποιημένα που σε προβληματίζουν βαθιά χωρίς να γίνονται γκροτέσκα και ηθικοπλαστικά (τουλάχιστον σε αναγνώστες τόσο μακρινούς από την περίοδο που γράφτηκαν). Αν γραφόταν ένα βιβλίο για το «κακό ίντερνετ» του σήμερα, πιθανόν να φαινόταν γελοίο -- ειδικά αν ο συγγραφέας του είναι «disconnected»!!

      Υ.Γ. Φοβερό το ποίημα και ακόμα καλύτερη η μουσική εκδοχή του! Έχει και φυσαρμόνικα :)

      Διαγραφή
  2. Έχω την εντύπωση ότι οι άνθρωποι που τώρα δεν μιλάνε μεταξύ τους, δεν θα μιλήσουν σε καμιά περίπτωση, σα να είναι "προγραμματισμένοι". Eκτός και αν έρθει κάτι συγκλονιστικό, ώστε να γίνει restart στη ζωή τους και αναγκαστούν να δουν με άλλα μάτια τα πάντα.
    Μα τι λέω, η άφρων...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Χαχα μήπως έχετε «κρασάρει»;... το αναφέρω λόγω της αφροσύνης που θίξατε :p
      Στο τέλος θα μιλάμε με όρους ιντερνετικούς!

      Όπως είπε και ο Λίχτενμπεργκ, άλλος δυστ(ρ)οπικός με τον τρόπο του: «Καινούργιες ματιές μέσα από παλιές τρύπες»... άρα τίποτα δεν είναι απίθανο στον κόσμο που ζούμε!

      Διαγραφή
  3. Καλησπέρα,
    δεν έχω διαβάσει τίποτε από Forster, θα σπεύσω να το προμηθευτώ, πείστηκα απ΄οσα γράφεις.
    χαιρετώ Σουμέλα

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ούτε εγώ έχω διαβάσει κάποιο άλλο δικό του, Σουμέλα. Κινούνται σε εντελώς διαφορετικό ύφος, απ' όσο γνωρίζω. Αν είχαμε διαβάσει άλλα δικά του, σίγουρα αυτό το δυστοπικό θα μας φαινόταν ευχάριστη «παρέκκλιση» -- τώρα που δεν έχουμε διαβάσει, απλώς τοποθετούμε τον Φόρστερ με άνεση και παρανόμως στους κορυφαίους της επιστημονικής φαντασίας, χωρίς να το ψάχνουμε περαιτέρω! Το σίγουρο είναι πως πρόκειται για διορατικό βιβλίο, θα το απολαύσεις :)

      Διαγραφή
  4. Παιδιά, ο Φόρστερ έχει γράψει Το πέρασμα στην Ινδία, Δωμάτιο με θέα και Επιστροφή στο Χάουαρντ Εντ. Και τα τρία είναι εκπληκτικά και έχουν γυριστεί σε ενδιαφέρουσες ταινίες.
    Βέβαια, είναι άλλου ύφους, όπως σωστά είπατε. (Η "κρασαρισμένη". Χαχαχα.)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Τα γνωρίζω αυτά, «κρασαρισμένη» Rosa, αλλά δεν επιχείρησα να διαβάσω τα βιβλία του ούτε να δω τις ταινίες που βασίστηκαν πάνω τους. Τον Φόρστερ τον προσέγγισα περισσότερο μέσω της αλληλογραφίας που διατηρούσε με τον Καβάφη -- και γενικότερα, με ενδιέφερε η σχέση αυτή με τον Καβάφη, καθώς πλέον ο Φόρστερ θεωρείται εκείνος που «ανακάλυψε» τον Καβάφη και του έδωσε την ώθηση για να κατακτήσει την φήμη που έχει σήμερα. Βέβαια, όλα αυτά είναι πολύ σχετικά και θα είχε ενδιαφέρον να διαβάσετε την αλληλογραφία τους για να δείτε τους λεπτούς συσχετισμούς. Για την ώρα αρκεστείτε σε μία επιστολή του Καβάφη με μία κριτική για «Το πέρασμα στην Ινδία»:


      10 Rue Lepsius
      Αλεξάνδρεα

      15 Οκτωβρίου 1929

      Αγαπητέ μου Forster,
      Η εν πλω επιστολή σας της 26ης Σεπτεμβρίου με έδοσε μεγάλην ευχαρίστησι.
      Η παραμονή σας εδώ ήταν πολύ σύντομη και χαίρομαι που διαβάζω ότι έχετε σκοπόν να έλθετε πάλιν στην Αλεξάνδρεια. Οι ώρες που ήταν δυνατόν να περάσουμε μαζί ήσαν τόσο λίγες: η φιλία μας απαιτεί περισσότερες. Τουλάχιστον μέσα σε αυτές τις λίγες ώρες είχα την δυνατότητα να σας εκφράσω τον μεγάλον θαυμασμόν μου για κείνο το ωραίο βιβλίον A Passage to India, να εκθέσω τους λόγους του θαυμασμού μου. Έχουν γίνει σύντροφοί μου, ήδη από το 1924: η κυρία Moore, ο Fielding, ο Aziz, η Adela, ο Heaslop, ο Ναγουάμπ Bahadur,ο McBryde. Πηγαίνω στη Λέσχη και ταράζομαι από «women and children» ρήματα. Είμαι στο σπίτι του Heaslop και ακούω, με επίγνωση, «red nine on black ten», που βεβαίως αφορά την πασιέντσα, αλλά είναι επίσης ενδεικτικόν για μια σταθερή απόφασι να απέχει κανείς από την ανούσια συνάφεια.--
      [...]

      Δικός σας πάντοτε,
      Κ.Π. Καβάφης

      Διαγραφή
  5. Αγαπητέ μου εν διαδικτύω (και όχι μόνον),

    Σας ευχαριστώ για την επιστολή του Καβάφη, που είναι λίαν ενδιαφέρουσα και πιστοποιεί του λόγου το αληθές για το εν λόγω βιβλίο του Φόρστερ.
    Μου αρέσουν γενικώς οι επιστολές -και ειδικώς του Καβάφη, καθώς και άλλων τινων-, προς τούτο και και η απάντησίς μου έχει επιστολική μορφή.

    Διατελώ εν τιμή
    Υμετέρα Rosamund,
    που ξεκίνησε για Rosebud και κατέληξε, όπως τη γνωρίζετε.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Κουβεντολόι με μια μούμια!

Σημ: Εδώ λέγονται ιστορίες μόνο για αραχνιασμένα κρανία, οι "ψεκασμένοι" θα απομακρύνονται διακριτικά.

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

En passant

  Το «Αν πασάν» είναι ένας σκακιστικός κανόνας, περιθωριακός και άγνωστος αλλά ιδιαιτέρως αποτελεσματικός και σημαντικός. Στις αρχικές τους κινήσεις, τα πιόνια έχουν το δικαίωμα να κινηθούν ένα ή δύο τετράγωνα μπροστά. Αν επιλέξουν να κινηθούν δύο τετράγωνα μπροστά και ένα αντίπαλο πιόνι βρίσκεται σε τέτοια θέση ώστε να μπορούσε να το αιχμαλωτίσει αν το πιόνι που κινήθηκε δυο τετράγωνα αποφάσιζε να κινηθεί μόνο ένα, τότε, έχει το δικαίωμα να το αιχμαλωτίσει και σε αυτή την περίπτωση που κάνει δύο βήματα. Έχουμε δηλαδή, αν πασάν... αιχμαλωσία εν τη διελεύσει. Είναι δυσνόητο στην περιγραφή αλλά αρκετά ξεκάθαρο στην πράξη. Βέβαια, όταν είσαι αρχάριος σκακιστής και το συναντήσεις πρώτη φορά σε ηλεκτρονική παρτίδα, τότε πείθεσαι ότι κάποιο «bug» έχει η ιστοσελίδα, ότι σε χακάρανε ή ότι άρπαξες όλες τις ιώσεις του κυβερνοχώρου. Τα βιβλία του Ναμπόκοφ, μου προσφέρουν την ισχυρή εντύπωση ότι αποτελούν ένα συνεχές λογοτεχνικό en passant, σε αιχμαλωτίζουν εν τη διελεύσει.

Το Δώρο

Θα μπορούσε ο Στέφανος Ξενάκης να είναι ο Στέφανος Δαίδαλος του σήμερα; Ή να το αλλάξω κάπως για να ’χουμε καλό ρώτημα: θα μπορούσε ο Τζέημς Τζόυς (μαζί και οι όποιες καλλιτεχνικές μεταμορφώσεις του) να γίνει ένας motivational speaker της σημερινής εποχής; Κανείς πλέον (αν υποθέσουμε ότι μπορούσε κάποτε) δεν διαβάζει τον «Οδυσσέα». Δεν μπορεί να αντέξει ότι αυτό το βιβλίο τον περιγράφει, ακόμα και σήμερα ή και περισσότερο σήμερα, τόσο καλά παρά την μοναδικότητα του κάθε ανθρώπου. Του αφιερώνει μία μέρα τον χρόνο, την σημερινή (παρόλο που άλλαξε η μέρα, το blogger έμεινε σταθερά πίσω!), και μετά τον στέλνει αδιάβαστο. Αν κάποιος όμως του σερβίρει για πρωινό όμορφες φράσεις με γαρνιτ ούρα υπέροχα σκίτσα, τότε μπορεί να νιώσει στιγμιαία χαρά και να βελάζει σαν ανέφελο πρόβατο στα λιβάδια του χρόνου. 

Αποδοχή cookies

«Ευτυχώς, αν θέλει κάποιος να βρει μεστές απόψεις για καλά βιβλία, υπάρχουν ήδη πολύ αξιόλογα βιβλιοφιλικά μπλογκ, όπως το κορυφαίο, του Librofilo ή το αγαπημένο του, του Μαραμπού» . Να ξέρετε ότι όταν μου δίνουν γλυκό, έστω και σε μορφή βιβλίου, το αποδέχομαι αμέσως. Επίσης, να ξέρετε ότι ενίοτε μπορεί να γράφω για βιβλία που δεν έχω διαβάσει, όλοι το κάνουμε αυτό, απλώς οι περισσότεροι εντελώς αποτυχημένα, αλλά ποτέ δεν γράφω για βιβλίο που δεν μου άρεσε προφασιζόμενος το αντίστροφο∙ όλοι το κάνετε και αυτό, απλώς οι περισσότεροι εντελώς αποτυχημένα. Το βιβλίο είναι δώρο της συγγραφέα, καλής διαδικτυακής φίλης, και η άποψή μου για αυτό ολότελα υποκειμενική – ξέρω, απανωτά σοκ! – και ουδεμία σχέση έχει με την αντικειμενική κριτική που από καιρό θα έπρεπε να γίνει αντικείμενο κριτικής, τουλάχιστον στην Ελλάδα. Από το να μασήσω τα λόγια μου, θα προτιμήσω τα μπισκότα. «Όχι πως δεν ήταν επηρεασμένος και από το ιστολόγιο «Πιπέρι και σπασμένες γραμμές» με τις λαχταριστές αναρτήσεις σχετικά ...

Kinds of kindness

Τα περισσότερα μαγαζιά έχουν ήδη στολίσει με ελλειμματικό γούστο, οι κουραμπιέδες άρχισαν να ανταγωνίζονται τα μελομακάρονα – και τα δυο μαζί την Dubai chocolate –, η Black Friday με τις ασυναγώνιστες τιμές της θα κοντράρει στα ίσα την αληθινή ύπαρξη του ΑΙ Βασίλη, ο καιρός προσπαθεί να τα βρει με τον απορυθμισμένο θερμοστάτη του και γενικά είμαστε μια ωραία ατμόσφαιρα είμαστε. Και μέσα σε όλα αυτά, οι δημοσιογράφοι, οι αθλητές, η εκκλησία, τα ιδρύματα, οι πολιτικοί (που είναι για τα ιδρύματα) θα δείξουν το καλοσυνάτο πρόσωπό τους στους ταλαίπωρους ετούτου του κόσμου. Και μην ξεχνάμε, ότι κυρίως τα Χριστούγεννα είναι για τα παιδιά – και για όλα εκείνα που γιόρταζε η πρόσφατη «Παγκόσμια Ημέρα κατά της Κακοποίησης των παιδιών». «Πάντοτε, τα Χριστούγεννα έβγαζαν στους ανθρώπους τον καλύτερο αλλά και τον χειρότερο εαυτό τους».    

Ασκήσεις μνήμης

  Τις ασκήσεις ύφους τις κατέκτησε σε βαθμό που λίγοι συγγραφείς φτάνουν , με τις ασκήσεις μνήμης όμως κανείς άνθρωπος δεν τα βγάζει εύκολα πέρα. Όλοι μας γράφουμε autofiction από 8 χρονών – Περιγράψτε μας τα πιο ωραία σας Χριστούγεννα – τα νεύρα μου! Το autofiction πλέον μοιάζει να είναι ένας ευφημισμός για να αποδεχόμαστε κάποιες συγγραφικές μετριότητες ως κάτι παραπάνω από αυτό που είναι. Είναι προσβολή να θεωρείς ότι ο Τζόυς ή ο Σελίν (που επιτέλους σε λίγες μέρες θα εκδοθεί το «Θάνατος επί πιστώσει»∙ Γκάλοπ: ποιο άργησε περισσότερο; Το Μετρό Θεσσαλονίκης ή το βιβλίο του Σελίν;) έγραψαν autofiction. Το ίδιο ισχύει και για τον Καλβίνο στη συγκεκριμένη συλλογή. Δεν θα ξεχάσουμε και αυτά που ξέρουμε! «Μόνο πετώντας πράγματα μπορώ να βεβαιωθώ πως ακόμα δεν έχει πεταχτεί κάτι από μένα, κάτι που ίσως να μην είναι ούτε και θα είναι για πέταμα» .  

Βαρύ περιστατικό

Συγγραφείς με χιούμορ δεν χαίρουν ιδιαίτερης εκτίμησης, θεωρώ, από το αναγνωστικό κοινό. Ποιος ξέρει πόσα ελαττώματα πασχίζει να κρύψει πίσω από αυτό, θα σκέφτονται, και δεν μπορεί, κάποιο ελάττωμα θα έχει να κάνει σίγουρα και με την συγγραφή. Επίσης το χιούμορ αξιώνει ευφυΐα και το κοινό δεν θέλει να περνιέται για ηλίθιο. Ο Άμπροουζ Μπιρς με τις διάσημες σατιρικές ιστορίες του και τα σκωπτικά λήμματα θα μπορούσε να θεωρηθεί ένας τέτοιος∙ καλός για να χαμογελάμε πού και πού, μας κάνει ενίοτε και τον έξυπνο, αλλά δεν πειράζει, καλή καρδιά. Ίσως να ήταν έτσι – αν και δεν συμμερίζομαι καθόλου αυτή την άποψη – αν δεν έγραφε τα διηγήματα από τις εμπειρίες του στον Αμερικανικό Εμφύλιο. Σκλάβος του για πάντα!    

The Elephant Man

Υπάρχει ένας ελέφαντας στο δωμάτιο – όχι ρε, δεν εννοώ εσάς, φάτε ελεύθερα όσο θέλετε! – και αυτός δεν είναι άλλος από τον ίδιο τον άνθρωπο. Οξύμωρο, καταλαβαίνω, αλλά στο περίκλειστο δωμάτιο που είναι ο κόσμος ολάκερος, αν θες να παραμένεις ανθρώπινος πρέπει να έχεις καρφωμένα τα μάτια σου στον ελέφαντα. «–Είναι επειδή, με τον τρόπο που ο κερατάς σου παρουσιάζει τα πράγματα, παραέδινε την εντύπωση ότι έφτυνε κατάμουτρα το είδος για το οποίο πέθανε ο Κύριός μας. Δεν είχες την αίσθηση ότι υπέγραφες υπέρ των ελεφάντων αλλά εναντίον των ανθρώπων» . Διαβάζω το βιβλίο του Ρομαίν Γκαρύ περίπου από τον Ιούλιο, κυρίως επειδή τα μεγάλα βιβλία τα διαβάζω τραπεζίως , δηλαδή ανάμεσα σε άλλα μικρότερα αναγνωστικά γεύματα (και τις τελευταίες μέρες και κυριολεκτικά)∙ αλλά αυτό δεν με ενοχλεί καθόλου γιατί υπήρξε ένα από τα καλύτερα βιβλία που διάβασα τα πολλά τελευταία χρόνια, και αν δεν ανανέωσε την πίστη μου στον άνθρωπο, τουλάχιστον ανανέωσε εκείνη στο μυθιστόρημα: «ο καθείς και οι ελέφαντές του, ...

100% cotton

Μπορεί τον τελευταίο χρόνο να δουλεύω στον τριτογενή τομέα παραγωγής και συγκεκριμένα σε στεγνοκαθαριστήριο – φροντίζοντας να μην τα κάνω μούσκεμα με τα ρούχα… ενώ τα κάνω μούσκεμα! – και να χαζεύω στα ταμπελάκια τι ποσοστό επί τοις εκατό βαμβάκι περιέχουν – πολυεστέρα, κερδάμε! – αλλά υπήρξαν σκληρές εποχές που δεν βελτιώθηκαν και ιδιαίτερα για πολλούς ανθρώπους, που για 100% βαμβάκι πληρωνόσουν ένα υποπολλαπλάσιό του και θα έπρεπε να λες και ευχαριστώ από πάνω. «Η αχαριστία αποτελεί συστατικό στοιχείο του χαρακτήρα των ανθρώπων σε τέτοιο βαθμό, που είναι προτιμότερο να τη θεωρεί κανείς προκαταβολικά δεδομένη και να μη στενοχωριέται» . Εδώ το ίδιο σου το πλυντήριο δεν είναι αξιόπιστο (στους χρόνους) και δεν λέει την αλήθεια, γιατί περιμένεις να το κάνουν οι άνθρωποι;

Σαν ναυαγοί, σαν ροβινσώνες

Ο βιασμός ενός βιβλίου και ενός συγγραφέα γίνεται με τις διασκευές . Συγγραφείς μεγάλου βεληνεκούς και εξαιρετικού κύρους όπως ο Ντάνιελ Ντιφόου, ο Ρόμπερτ Στήβενσον, ο Ιούλιος Βερν και ο Τζόναθαν Σουίφτ (με την ευκαιρία, να ξαναπώ ότι «Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ» είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία. Δεν είναι απλώς ένα από τα καλύτερα βιβλία του είδους· ή του 18ου αιώνα· ή της αγγλοσαξονικής λογοτεχνίας. Πέρα από κάθε είδους περιορισμό, τροπικό, χρονικό ή χωρικό, το βιβλίο του Σουίφτ είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία που έχουν γραφτεί επί γης) αντιμετωπίζονται από το αναγνωστικό συγγραφικό φαντασιακό σαν μικρομέγαλοι συγγγραφίσκοι που είχαν κόλλημα με την παιδική ηλικία και ανακλύκλωναν απλοϊκές ιστορίες που δεν πρέπει να διαβάζονται μετά τα δώδεκα – λες και το να είσαι παιδί είναι ιδιότητα μόνο ενός παιδιού. Κούνια που σας κούναγε! 

Το κτίσμα

  Τώρα που έφτασε αισίως 46 Αυγούστου και χειμώνιασε για τα καλά, ποιος δε θα ήθελε να διαβάσει μία καλή ιστορία δίπλα στο τζάκι! Τι γίνεται όμως αν το τζάκι, και συγκεκριμένα η καμινάδα, είναι το θέμα της ίδιας της ιστορίας; Μην σας παγώνει αυτό, γιατί την ιστορία την έγραψε ο Χέρμαν Μέλβιλ και τίποτα δεν μπορεί να πάει στραβά όταν συμβαίνει αυτό. Η λογοτεχνία του είναι πάντα πρόσφορη σε αναλύσεις που θεωρητικά θα βελτίωναν την κατανόηση που κρύβεται βαθιά στα θεμέλια κάθε έργου του, αλλά ταυτόχρονα ίσως θα κατέστρεφε τα οφέλη που υπάρχουν στα υψηλότερα διανοητικά πατώματα, απόρροια της μαγευτικής του αρχιτεκτονικής γραφής – «Ή, μάλλον, αυτή η ίδια δίνει απαντήσεις ασταμάτητα, ασταμάτητα ταλανίζοντάς με μ’ αυτή την τρομερή της ζέση για βελτίωση, η οποία δεν είναι παρά μια ελαφρότερη απόδοση της λέξης καταστροφή».