Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Cheshire Cat

 
Λαμπεντούζα. Ένας τόπος θανάτου και νεκρανάστασης, χωρικό ορόσημο κοινωνικών ζυμώσεων και απάνθρωπων τραγωδιών. Πριν τον «μάθουμε» αιφνιδιώς πριν 1-2 χρόνια, υπήρχε και μια παλιότερη αναφορά, πιο ήπια και διακριτική, που έκρυβε με τη σειρά της για καιρό μια ανθρώπινη τραγωδία – συγγραφική αυτή τη φορά (ίσως, και όχι μόνο). Ο Λαμπεντούζα στο βιβλίο του περιγράφει έναν κόσμο που καταρρέει και αλλάζει οριστικά μορφή. Η σύγχρονη Λαμπεντούζα περιγράφει ακριβώς το ίδιο, χωρίς όμως την ομορφιά των λέξεων, μόνο με την αθλιότητα των εικόνων. Και στα δύο αξίζει να κάνουμε μία ανάγνωση, θα αποδειχθεί αναμφιβόλως ωφέλιμο. Εντούτοις, σήμερα θα περιοριστούμε στην ομορφιά των λέξεων, η οποία όταν αναμειγνύεται με την μαγεία της λογοτεχνίας, φαντάζει απεριόριστη.
 
Θυμάστε τον Γάτο του Τσεσάιρ από την «Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων» που εμφανιζόταν από το πουθενά και εξαφανιζόταν προς το πουθενά αφήνοντας το πελώριο σκανταλιάρικο χαμόγελό του, τελευταίο αποτύπωμα, μια αθάνατη στιγμή, πριν σβήσει εντελώς η μορφή του; Η ανθρώπινη υπόσταση εκείνου του γάτου υπήρξε ο Τζιουζέπε Ντι Λαμπεντούζα και ο «Γατόπαρδος» το (πρώτο και) τελευταίο του αποτύπωμα, ένα πλατύ ειρωνικό χαμόγελο στην ιστορία της λογοτεχνίας που διατηρεί ζωντανή τη μορφή του. Τι ώθησε όμως έναν ράθυμο αριστοκράτη και μανιώδη αναγνώστη να γράψει βιβλίο; Ο Χαβιέρ Μαρίας στο βιβλίο του με τα ολιγοσέλιδα συγγραφικά πορτραίτα, υποστηρίζει ότι ο Λαμπεντούζα κινητοποιήθηκε όταν διαπίστωσε ότι ένας ξαδερφός του είχε ήδη εκδώσει και μάλιστα είχε κερδίσει και βραβείο. «Με τη μαθηματική βεβαιότητα ότι δεν ήμουν πιο κουτός, κάθισα στο τραπέζι μου και έγραψα ένα μυθιστόρημα». Και τι μυθιστόρημα! 
 
Η πλοκή του βιβλίου περιγράφεται επαρκέστατα στο οπισθόφυλλο, δε θα πρόσθετε τίποτε η ανακύκλωσή της, εξάλλου η μαγεία του βιβλίου δεν κρύβεται στην πλοκή του. Μια πλοκή που θα μπορούσαμε ενδεχομένως να χαρακτηρίσουμε έως και βαρετή, χωρίς κάποιος να μπορεί να μας προσάψει ιδιαίτερες κατηγορίες γι' αυτήν την ανάρμοστη κρίση μας. Ας συνοψίσουμε όμως το νόημα του μυθιστορήματος όπως το συμπυκνώνει ο ίδιος ο Λαμπεντούζα σε ένα γράμμα του προς τον Ενρίκο Μέρλο: Μου φαίνεται πως έχει κάποιο ενδιαφέρον, γιατί παρουσιάζει έναν ευγενή Σικελό σε μια στιγμή κρίσης (χωρίς αυτό να σημαίνει πως υπάρχει μόνο αυτή του 1860), με ποιο τρόπο αντιδρά και πώς κλιμακώνεται ο ξεπεσμός της οικογένειας μέχρι τη σχεδόν ολοσχερή καταστροφή της· όλα αυτά όμως είναι βιωμένα και δοσμένα εκ των έσω, με τη συμμετοχή σ' ένα βαθμό του συγγραφέα και χωρίς την μνησικακία που αντίθετα υπάρχει στους «Αντιβασιλείς». Οι «Αντιβασιλείς» είναι έργο του Φεντερίκο Ντε Ρομπέρτο και τοποθετείται στο ίδιο ιστορικό πλαίσιο της απόβασης των Χιλίων με την επέμβαση του Γκαριμπάλντι στις 11 Μαίου 1860, και σκιαγραφεί επίσης τον ξεπεσμό μιας αριστοκρατικής οικογένειας, τόσο που να θεωρείται πρότυπο για τον «Γατόπαρδο». Ωστόσο, το κείμενο του Λαμπεντούζα παίρνει αποστάσεις από εκείνο του Ντε Ρομπέρτο καθώς είναι προιόν μιας ιδιοφυίας που ο χρόνος και η σταθερή του δημοτικότητα, αποτελούν την καλύτερη επαλήθευση.
 
Η ξαφνική εμφάνιση του συγγραφέα στα ιταλικά γράμματα θεωρήθηκε σαν θαύμα και αντιμετωπίστηκε αναλόγως. Όταν λοιπόν κόπασε ο αχός έγινε γνωστό ότι η ιδέα του μυθιστορήματος κλωθογύριζε στο μυαλό του δεκαοκτώ χρόνια και δεν ήταν τόσο συγγραφική έκλαμψη όσο θεωρήθηκε. Η όψιμη συγγραφική του ενασχόληση έδωσε τον απαιτούμενο χρόνο να αναδυθεί όλο το αριστοκρατικό παρελθόν του Λαμπεντούζα (του τελευταίου του Οίκου του) και σε συνδυασμό με την αδηφάγα βιβλιοφαγία του (κατά τα μυθικά πρότυπα της μπορχεσιανής έννοιας που δίνουμε κατά καιρούς στην λέξη «ανάγνωση» σε ανάλογους αναγνώστες – ένας άλλος που μου έρχεται στο μυαλό είναι ο Τόμας Ντε Κουίνσι) δημιούργησε ένα αριστουργηματικό σύνολο. Ταπεινός ο ίδιος, βάζει ένα υπέροχο απόσπασμα στο στόμα του ήρωά του Ντον Φαμπρίτσιο, που απηχεί την δική του συγγραφική πορεία που βρήκε έκφραση (δυστυχώς και ευτυχώς) στο τέλος της ζωής του: 
 

 
Ο Ντον Φαμπρίτσιο ανέκαθεν έτρεφε μεγάλη συμπάθεια για τον ντον Τσίτσο· αυτό όμως το συναίσθημα οφειλόταν στη συμπόνοια που του ενέπνεαν όλοι όσοι είχαν πιστέψει στα νιάτα τους πως ήταν προορισμένοι να γίνουν σπουδαίοι καλλιτέχνες και, μεγάλοι πια, αντιλήφθηκαν πως δεν είχαν ταλέντο και συνέχιζαν την ίδια εκείνη δραστηριότητα πιο ταπεινά, έχοντας καταχωνιάσει τα καημένα τα όνειρά τους.
 
Το βιβλίο του Λαμπεντούζα έχει θεωρηθεί πεσιμιστικό και βιβλίο της ήττας, μια (πολυεδρική) αποδοχή της ήττας όμως που γίνεται με τον σνομπισμό που αρμόζει σε έναν ευγενή («Ο σνομπισμός είναι πράγματι το αντίθετο του φθόνου») ή με την εσωτερική οργή που αναστατώνει τους ανθρώπους πασπαλισμένη με την εξωτερική ειρωνεία που καλύπτει αυτή την κόντρα («Η οργή και η ειρωνεία είναι ίδιον των αρχόντων, όχι τα μοιρολόγια και οι διαμαρτυρίες»). Το σίγουρο είναι ότι ο «Γατόπαρδος» κάθε άλλο παρά καταθλιπτικό βιβλίο είναι, και η ακαταμάχητη ροπή του Λαμπεντούζα στην υπαινικτική γραφή και στην χρήση της ειρωνείας, το μετατρέπει σε ένα ιδιαιτέρως ευχάριστο ανάγνωσμα. Ξεχώρισα και θαύμασα πολύ τις σελίδες που περιγράφουν τις πολιτικές σκέψεις του Ντον Φαμπρίτσιο για την ένωση της Ιταλίας, που τις μετέφερα με πικρία στο δικό μου παρόν, κάνοντας αφειδώς αναγωγές σε πρόσωπα και καταστάσεις. Η οξυδέρκεια και η παρατηρητικότητα του Λαμπεντούζα είναι αξιοθαύμαστες, η λεκτική του σκευή πλούσια και το ρητό una faccia una razza διαχρονικότατο. 
 
“Έρχονται για να μας διδάξουν καλούς τρόπους, αλλά δε θα τα καταφέρουν, γιατί εμείς είμαστε θεοί”. Νομίζω πως δεν κατάλαβαν αυτό που είπα, γέλασαν όμως και έφυγαν. Το ίδιο λέω και σ' εσάς. Οι Σικελοί δεν θα θελήσουν ποτέ να βελτιωθούν για τον εξής απλό λόγο: πιστεύουν ότι είναι τέλειοι. Η ματαιοδοξία τους είναι πιο ισχυρή από την εξαθλίωσή τους. Κάθε παρέμβαση ξένου εξαιτίας της διαφορετικής καταγωγής του, ή Σικελού εξαιτίας της ελεύθερης σκέψης του, διαταράσσει τη φαντασίωση της κεκτημένης τελειότητας, αναστατώνει τη φιλάρεσκη προσμονή του μηδενός. Ποδοπατημένοι από μια δεκάδα διαφορετικούς λαούς, οι Σικελοί πιστεύουν πως έχουν ένα ένδοξο αυτοκρατορικό παρελθόν που τους δίνει το δικαίωμα για μια μεγαλοπρεπή κηδεία. 
 
Αυτό που με ξετρέλανε πραγματικά είναι μερικές εγκιβωτισμένες αναφορές από το παρόν του Λαμπεντούζα, μέσα στον αφηγηματικό χρόνο του βιβλίου. Το αγαπημένο μου απόσπασμα λόγω και της δηκτικής του καλαισθησίας είναι το ακόλουθο: [...] με το οποίο κοινοποιούσαν στους εργατικούς πολίτες της Ντοναφουγκάτα τη χορήγηση οικονομικής βοήθειας ύψους δύο χιλιάδων λιρών για αποχετευτικά έργα που θα ολοκληρώνονταν μέσα στο 1961, όπως διαβεβαίωσε ο Δήμαρχος, κάνοντας ένα από κείνα τα lapsus που το μηχανισμό τους θα εξηγούσε πολλές δεκαετίες αργότερα ο Φρόυντ. Απολαυστικότατος!
 
Ο «Γατόπαρδος» ξετυλίγεται σαν μια παραμυθένια ταινία, άλλωστε είναι γνωστή η αγάπη του Λαμπεντούζα για τον κινηματογράφο, ήταν σχεδόν τόσο μανιώδης κινηματογραφόφιλος όσο και αναγνώστης. Διαβάζοντας το βιβλίο, το κάνεις αμέσως εικόνα. Αν όμως, θες πράγματι να το κάνεις εικόνα, τότε η κινηματογραφική του εκδοχή από τον μεγάλο Βισκόντι είναι το άμεσο επακόλουθο. Ακόμα και αν βαριέσαι τις πολύωρες ταινίες του, ξέρεις ότι η τελειομανία του Ιταλού σκηνοθέτη θα έχει μετουσιώσει σε εικονοποιητικό αριστούργημα το συγγραφικό αντίστοιχο του Λαμπεντούζα. Εφοδιάσου με θάρρος και όχι με ποπ-κορν και απόλαυσέ την!
 
«Βάλθηκε να κοιτάζει έναν πίνακα που έστεκε εμπρός του: ήταν ένα καλό αντίγραφο του "Θανάτου του Δικαίου" του Γκρεζ. Ο γέροντας άφηνε την τελευταία του πνοή στο κρεβάτι, ανάμεσα σε πτυχές ακηλίδωτων ασπροσέντονων, περιτριγυρισμένος από θλιμμένα εγγόνια και εγγονές που ύψωναν τα χέρια τους προς τον ουρανό. Οι κοπέλες ήταν όμορφες και προκλητικές και τα ακατάστατα ρούχα τους υποδήλωναν περισσότερο ασωτία παρά οδύνη. Ήταν φανερό πως το κεντρικό θέμα του πίνακα ήταν εκείνες.»
 
Η έκδοση είναι υπέροχη και πλούσια – επίμετρα και κόντρα επίμετρα, εισαγωγές, το παρασκήνιο και η κόντρα με τις διαφορετικές εκδοχές του «Γατόπαρδου», κρίσεις από ομοτέχνους του και άλλα πολλά και ενδιαφέροντα. Μου έκανε θετική εντύπωση το βάρος του βιβλίου. Χρησιμοποιεί ποιοτικότατο χαρτί αλλά πολύ ελαφρύ που δίνει την αίσθηση του βάρους των «εκδόσεων με χαρτί εφημερίδας» αλλά όχι και εκείνη την ενοχλητική και αμφισβητήσιμη ποιότητά τους. Οι 430 σελίδες του βιβλίου ζυγίζουν όσο περίπου 250 ενός κοινού βιβλίου! Εντούτοις, λόγω της λογοτεχνικής μοναδικότητας του «Γατόπαρδου» θα μου άρεσε αν υπήρχε και μία «αριστοκρατική» εκδοχή του, με σκληρό εξώφυλλο, γυαλιστερές σελίδες όταν απεικονίζονται φωτογραφίες και ανάλογα «γαλαζοαίματα» καλούδια. Οι συνεχείς επανακδόσεις του βιβλίου ίσως κάνουν τις εκδόσεις Bell να το σκεφτούν στο μέλλον. Η βραβευμένη μετάφραση της Μαρίας Σπυριδοπούλου είναι εξαιρετική (γιατί το βραβείο από μόνο του δεν λέει τίποτα όπως έχουμε δει και από άλλες «βραβευμένες» μεταφράσεις!) και το επίμετρό της διαφωτιστικό και αρκετά συγκινητικό. 
 
Ο γατόπαρδος λαμβάνει διάφορους συμβολισμούς μέσα στο κείμενο. Όσοι όμως έχουν παρακολουθήσει έστω και για λίγο τις «ταπεινές» γάτες, αυτές τις χνουδωτές φιλοσοφίες ζωής, θα εκτιμήσουν λίγο καλύτερα το έργο του... γάτου Λαμπεντούζα! Όπως έγραψε και ο Μοντάλε, είναι το βιβλίο ενός σπουδαίου άνδρα, ενός μεγάλου snob, με την πιο υψηλή σημασία της λέξης, ενός ανθρώπου που είχε κατανοήσει τα πάντα από τη ζωή, ενός ποιητή-αφηγητή προικισμένου με αδυσώπητη διορατικότητα και μ' ένα υπαρξιακό αίσθημα που ήταν ταυτόχρονα στωικό και απεριόριστα φιλάνθρωπο.

Σχόλια

  1. Το είχα διαβάσει πριν αρκετά χρόνια σε παλιότερη έκδοση από τον ίδιο οίκο.Η νέα απ'ότι λες πρέπει να είναι βελτιωμένη όπως ταιριάζει σε ένα κλασσικό βιβλίο.
    Και ο Βισκόντι μάλλον ήταν ο πλέον κατάλληλος για την ταινία.Βλέπω στο ΥΤ ότι υπάρχει η Ιταλική ταινία και μπαίνω στο πειρασμό να την ανεβάσω με ελλην.υπότιτλους ελπίζοντας ότι δεν θα τη κόψει.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Λύσιππε, έχω την (πρόσφατη) ΣΤ' έκδοση όπου από τις 430 σελίδες του βιβλίου, οι 100 περίπου είναι όσα αναφέρω στην ανάρτηση, που εγώ προσωπικά τα απολαμβάνω πολύ όταν υπάρχουν, μου ενισχύουν την αίσθηση της απόλαυσης που αποκομίζω από την ανάγνωση.

      Έχω ήδη αποθηκευμένο στον υπολογιστή ένα σετ 6 ταινιών του Βισκόντι και ψάχνω την κατάλληλη στιγμή για να την απολαύσω. Ναι, ανέβασέ την και εσύ, είναι υπέροχος ο Βισκόντι.

      Διαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Κουβεντολόι με μια μούμια!

Σημ: Εδώ λέγονται ιστορίες μόνο για αραχνιασμένα κρανία, οι "ψεκασμένοι" θα απομακρύνονται διακριτικά.

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

Ποίηση χωρίς τέλος

  Αυτή η χρονιά θα ξεκινήσει ακριβώς όπως τελείωσε: με ποίηση. Συλλεκτική ανάρτηση, σπάνια θα ξαναδιαβάσετε τέτοια. Σπάω την παράδοση (και το ρόδι)! Ακόμα σπανιότερα εντυπωσιάζομαι από ποιητές και ποιήματα. Δεν με συγκινεί η συμπύκνωση του λόγου όταν του λείπει ένα είδος «φλυαρίας» – ψάχνω ποιήματα που είναι αμετροεπή με έναν δικό τους τρόπο και ταυτόχρονα στοχευμένα και ουσιώδη. Ποιήματα που δεν πολυπαίρνουν στα σοβαρά τον εαυτό τους καθώς τσαλαβουτούν χαρούμενα στον χυλό της ειρωνείας. Ποιήματα που, απ' ό,τι σωστά αντιλαμβάνεστε, δεν γράφει η πλειοψηφία των ποιητών. Με δυο λόγια, κυνηγώ το ανέφικτο. Αλλά, αυτό δεν κυνηγάμε όλοι στην έναρξη κάθε χρονιάς; Το φλουρί μου για φέτος – λίρα εκατό – ήταν η Βισουάβα ή Βισλάβα ή όπως αλλιώς, Σιμπόρσκα. Η παλιά ποίηση, η ορθόδοξη, είναι Εδώ!

Με ανώμαλους δεν μιλάω

  Ανωμαλία είναι να μην μπορεί μια γυναίκα να κυκλοφορεί άφοβα στους δρόμους, ανωμαλία είναι να πιστεύεις ότι τα εμβόλια σκοπό έχουν να προκαλέσουν περισσότερο κακό από ό,τι καλό, ανωμαλία είναι να νομίζεις ότι η λογοτεχνία σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, ανωμαλία είναι ακόμα το προφιτερόλ να έχει μόνο ένα σουδάκι μέσα, ανωμαλία είναι και ότι ο «Πατάκης» εξακολουθεί να μην εκδίδει Χέρμαν Μέλβιλ. Και πόσες ακόμα ανωμαλίες! Με τελευταία εκείνη του Ερβέ Λε Τελιέ, ενός συγγραφέα που αγάπησα οριστικά από ένα και μόνο βιβλίο του που είχα διαβάσει κάποτε, το «Όλα τα μανιτάρια τρώγονται», η ουλιπιανή έμπνευση που είχε οραματιστεί το facebook χρόνια πριν από τον δημιουργό του. Κάθε φορά που μπαίνετε στο facebook και αντικρίζετε την ερώτηση «Τι σκέφτεσαι;», ικανή να σας παρασύρει ασυγκράτητα να μας εμπιστευτείτε τις επικές σας μπούρδες, σχεδόν πάντα χωρίς καθόλου φιλτράρισμα και ουσία, να θυμάστε ότι ο Τελιέ κάποτε το έκανε… χίλιες φορές καλύτερα από εσάς, πιο δημιουργικά και κυρίως με περισσότερο χι

Dogs never bite me. Just humans.

    Ψόφια πράγματα το φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης – τουλάχιστον οι επιλογές μου – αλλά μόλις είδα ότι θα προβληθεί «Η εξουσία του σκύλου», που βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Τόμας Σάβατζ, ήξερα ότι θα ρεφάρω γιατί κακό σκυλί ψόφο δεν έχει. Και έτσι έγινε, η ταινία δεν με απογοήτευσε και μου θύμισε πόσο είχα αγαπήσει εκείνο το βιβλίο. Μια παραγωγή του Νέτφλιξ που θα είναι διαθέσιμη στην πλατφόρμα από την 1 Δεκεμβρίου ώστε να προλάβει να κάνει τον κύκλο της στις αίθουσες, με τον Κάμπερμπατς στον ρόλο του Φιλ, τον σωσία του Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν στον ρόλο του Τζορτζ και την ωραία Κίρστεν Ντανστ ως Ρόουζ. Η ταινία, όπως και το βιβλίο, σε πολλούς θα φανούν αργά, αδιάφορα και αλλόκοτα, λόγω του περιεχομένου αλλά η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για αριστοτεχνικές δημιουργίες με βάθος. Αντιγράφω εδώ το κείμενο που είχα γράψει στο «Διαβάζοντας» για να θυμάμαι ότι εκείνη η ανάγνωση μετράει ακόμα μέσα μου· σπάνιο, ομολογουμένως.

Εγώ σε λέω αγάπη

  Οι πιο συνηθισμένοι απατεώνες στην Ελλάδα συνήθως ενδύονται τους υδραυλικούς που ζητάνε 55 ευρώ για μια τρόμπα στο καζανάκι και δεν μπορείς και να τους πεις «Χέσε με ρε μάστορα» γιατί μετά πώς θα τραβήξεις καζανάκι; Στη λογοτεχνία από την άλλη, το να χαρακτηρίσεις για οποιονδήποτε λόγο τον Χέρμαν Μέλβιλ απάτη , το κάνεις μόνο αν εξυπηρετεί την πλοκή! «Γιατί οι πιο τερατώδεις απ’ όλους τους υποκριτές είναι αυτοί ακριβώς οι κερδοσκόποι: υποκριτές δι’ αντιστροφής της πραγματικότητας· υποκριτές στην παρουσίαση των πραγμάτων ως σκοτεινών αντί φωτεινών· ψυχές που ευημερούν χρησιμοποιώντας όχι τη δυστυχία, αλλά το μύθευμα της δυστυχίας· δάσκαλοι της αισχρής τέχνης τού να κατασκευάζεις δυστυχία· κίβδηλοι Ιερεμίες· νόθοι Ηράκλειτοι που, μόλις η πένθιμη μέρα περάσει, επιστρέφουν, σαν απατηλοί Λάζαροι ανάμεσα στους επαίτες, για να ευφρανθούν με τα κέρδη που απέκτησαν από τα προσποιητά έλκη της κεφαλής τους – φαύλοι κερδοσκόποι!» . Θα με αναγκάσετε να κατέβω πορεία στον Λευκό Πύργο όλοι εσείς πο

Γάτα είσαι

  Οι γάτες είναι υπέροχα πλάσματα και αν δεν είσαι επηρεασμένος από τον «Κυνόδοντα» του Λάνθιμου δύσκολα να μην σε γοητεύουν ή έστω να μην τραβούν την προσοχή σου. Μία από τις αγαπημένες μου συνήθειες είναι να παρατηρώ πώς συμπεριφέρονται οι γάτες. Τι γίνεται όμως αν και εκείνες παρακολουθούν με το ίδιο ενδιαφέρον την ανθρώπινη συμπεριφορά; Κάπως έτσι θα σκέφτηκε και ο Ιάπωνας Σόσεκι Νατσούμε και έγραψε ένα αξιαγάπητο βιβλίο· επιπροσθέτως έγραψε ένα από τα λίγα βιβλία που θα ήθελα να είχα γράψει εγώ. Χεστήκαμε τι θα ήθελες να γράψεις εσύ ρε Μαραμπού, και δίκιο έχετε, δεν αντιλέγω, απλώς σκέφτηκα να το αφήσω εδώ να υπάρχει. Γιατί πάντοτε με ενθουσίαζαν εκείνα τα λιγοστά βιβλία ανεπιτήδευτης σοφίας και γατίσιας συμπεριφοράς που συμπύκνωναν όλη την φιλοσοφία τους και την συγγραφική τεχνική τους σε φράσεις όπως η ακόλουθη: «Ορισμένες φορές επινοώ κάποιες ανοησίες και οι άνθρωποι τις παίρνουν στα σοβαρά, αυτό προκαλεί έναν αισθητικό ενθουσιασμό ακραίας κωμικότητας την οποία θεωρώ ενδιαφέρ

Dance with the Devil

  A long time ago in a galaxy (στην επαρχία) far, far away… όταν περνούσα την emo φάση μου και έκλαιγα χωρίς λόγο καθώς να καθάριζα κρεμμύδια είχα ανακαλύψει τυχαία ένα βιβλιαράκι που το αγόρασα με τα πρώτα λεφτά που είχα αποταμιεύσει σε ένα βιβλιάριο τραπέζης που είχε δεν είχε μέσα 30 δραχμαί. Εκείνο το βιβλίο ήτο κάποιου ψιλοάγνωστου Χόφμαν μεταφρασμένο υπό του σπουδαίου Καρυωτάκη – αργότερα, όταν οι ισορροπίες άλλαξαν εντός μου, κατάλαβα ότι ο Χόφμαν λειτούργησε κάπως σαν το… καρυωθραυστικό του ποιητή∙ ξέρω, ξέρω, πάγωσε η θάλασσα μέσα σας, μακάρι να βρείτε ένα βιβλίο να πέσει πάνω της σαν τσεκούρι – «το λογοπαίγνιο είναι ένα καυτό σίδερο για μπούκλες στο χέρι της τρέλας και με δαύτο λυγίζει τις σκέψεις» . Ο λόγος είναι ότι ο Χόφμαν αποδείχθηκε μια εξαίσια διαβολική μορφή της παγκόσμιας λογοτεχνίας και τα παιδιά του κυκλοφορούν ελεύθερα γύρω μας – ευτυχώς για αυτά, και για εμάς, είχε πάντοτε δουλειά, και μάλιστα σημαντική, να γράφει αριστουργήματα.

Του πολέμου / Στο άλογό μου

Τι γιορτάζουμε σήμερα; Το όχι, το ναι, το ίσως; Γιατί, ενώ όλοι ξέρουμε ότι το εθνικό φρόνημα σε ψηλώνει ως άνθρωπο, εξεγειρόμαστε τόσο πολύ όταν κάτι τέτοιο γίνεται και με τεχνητά μέσα, ας πούμε, με δεκάποντες γόβες; Γιατί μετά την παρέλαση όλοι πάμε και πίνουμε φρέντο εσπρέσσο, έναν τόσο χαρακτηριστικά ιταλικό καφέ; Τι θα συμβεί αν σε μία αντιπολιτευτική συνωμοσία όλοι συντονίσουν το... ένα στο δεξί; Το ένα στ' αριστερό αποκτά όντως βαρύνουσα σημασία όταν κυβερνά η Αριστερά, ή απλώς έχουμε συνηθίσει να το θεωρούμε ηθικό πλεονέκτημα της παρέλασης;

Τελειωμένοι

    Είμαστε γεννημένοι ο ένας για τον άλλον. Τέλος. Αυτά στην αρχή, βέβαια. Γιατί μετά, ανάθεμα την ώρα που βρέθηκες μπροστά μου. Αυτή η σχέση των σχέσεων όμως, μπορεί κάλλιστα να επεκταθεί και στα βιβλία. Μόνο που σε μένα λειτούργησε αντίστροφα· ανάθεμα την ώρα που βρέθηκε μπροστά μου, είπα για αυτό το βιβλίο, μου το δάνεισαν επειδή δεν άρεσε (ωραίο προμόσιον), ήθελα από την άλλη να δω και την ταινία του Κάουφμαν , ας πάει στα κομμάτια, θα το ξεκινήσω, με την σκέψη ήδη από την αρχή να βάλω ένα τέλος όταν δω ότι δεν τραβάει το πράγμα. Αλλά, γαμώτο, τραβούσε. Για ελάχιστους αναγνώστες αυτό θα είναι το βιβλίο της ζωής τους, σύμφωνοι. Κι όμως. «Είναι εντυπωσιακό. Όταν βλέπεις κάποιον με τους γονείς του, αποδεικνύεται απτά ότι όλοι είμαστε αποτέλεσμα σύνθεσης» . Όπως ακριβώς και τα αξιανάγνωστα βιβλία, τα συγγραφικά παιδιά των δημιουργών τους – ξεράστε με την ησυχία σας και ελάτε πίσω. Μείνετέ μου πιστοί! Σας αγαπώ !

Η μέθοδος του Κούντερα

  Σε κάποιες περισσότερο κιτς εποχές ένα παρόμοιο χαστούκι σαν εκείνο του Γουίλ Σμιθ είχε ταράξει τα νερά της κοινωνικής μας ζωής. Η Νατάσα Αθήνη είχε χαστουκίσει την Δήμητρα Λιάνη στην παρουσίαση του βιβλίου της «10 χρόνια και 54 μέρες» – βέβαια, τώρα που τα συζητάμε, μπορεί να έχουν περάσει κοντά 30 χρόνια. Μια επισήμανση που μου ήρθε μόλις: όλες οι βιβλιοπαρουσιάσεις είναι για σφαλιάρες∙ συγγραφείς μην πέφτετε σε αυτή την παγίδα, μακριά. Τέλος πάντων, όταν η Δήμητρα δεν έγραφε βιβλία, διάβαζε, λένε, Κούντερα. Τότε ήταν πολύ της μόδας. Κούντερα από εδώ, Κούντερα από εκεί, είχαν τρελαθεί όλοι. Ποιος είναι ρε αυτός ο Κούντερας; Ήταν τελικά ένα πιο λογοτεχνικό Nitro όπως νόμιζαν αρκετοί; Γιατί τόσα χρόνια τον αντιμετωπίζουμε με αβάσταχτη ελαφρότητα; «Γιατί άραγε θέλει να κάνει έρωτα μαζί μου; αναρωτιόταν πολύ συχνά, αλλά δεν έβρισκε απάντηση. Ένα μόνο ήξερε, πως οι σιωπηρές συνευρέσεις τους ήταν αναπόφευκτες, έτσι όπως είναι αναπόφευκτο να σταθεί προσοχή ένας πολίτης ακούγοντας τον εθν

Θα φάτε τα μούτρα σας

  Πού βαδίζει η λογοτεχνία; Όπου και όπως βάδιζε πάντα, ελεύθερη και ασυμβίβαστη, ασυνόδευτη και ασυνόρευτη , πριν έρθει ο (κακός μας) καιρός με την πρόφαση του υποστηρίγματος/«υποστήριξης» κάποιοι να της προσφέρουν τα δεκανίκια της πολιτικής ορθότητας που θα την καθιστούσαν έκτοτε αδιανόητα στάσιμη. «Αυτό που βλέπουμε το σκεφτόμαστε, κι έτσι τελικά δεν το βλέπουμε, λέει ο Όλερ, ενώ άλλοι βλέπουν αυτό που βλέπουν χωρίς πρόβλημα, επειδή δεν το σκέφτονται αυτό που βλέπουν. Αυτό που αποκαλούμε αντίληψη είναι για μας κατά βάση στασιμότητα, ακινησία, τίποτα. Τίποτα. Οτιδήποτε έχει συμβεί το έχουμε σκεφτεί, δεν το έχουμε δει, λέει ο Όλερ» . Είδα και απόειδα λοιπόν με το… φαινόμενο Φερνάντα Μελτσόρ και είπα ό,τι βρέξει ας κατεβάσει! Βαδίζοντας στην εποχή των τυφώνων.