Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

En passant

 
Το «Αν πασάν» είναι ένας σκακιστικός κανόνας, περιθωριακός και άγνωστος αλλά ιδιαιτέρως αποτελεσματικός και σημαντικός. Στις αρχικές τους κινήσεις, τα πιόνια έχουν το δικαίωμα να κινηθούν ένα ή δύο τετράγωνα μπροστά. Αν επιλέξουν να κινηθούν δύο τετράγωνα μπροστά και ένα αντίπαλο πιόνι βρίσκεται σε τέτοια θέση ώστε να μπορούσε να το αιχμαλωτίσει αν το πιόνι που κινήθηκε δυο τετράγωνα αποφάσιζε να κινηθεί μόνο ένα, τότε, έχει το δικαίωμα να το αιχμαλωτίσει και σε αυτή την περίπτωση που κάνει δύο βήματα. Έχουμε δηλαδή, αν πασάν... αιχμαλωσία εν τη διελεύσει. Είναι δυσνόητο στην περιγραφή αλλά αρκετά ξεκάθαρο στην πράξη. Βέβαια, όταν είσαι αρχάριος σκακιστής και το συναντήσεις πρώτη φορά σε ηλεκτρονική παρτίδα, τότε πείθεσαι ότι κάποιο «bug» έχει η ιστοσελίδα, ότι σε χακάρανε ή ότι άρπαξες όλες τις ιώσεις του κυβερνοχώρου. Τα βιβλία του Ναμπόκοφ, μου προσφέρουν την ισχυρή εντύπωση ότι αποτελούν ένα συνεχές λογοτεχνικό en passant, σε αιχμαλωτίζουν εν τη διελεύσει.


Διάβασα τρία απανωτά βιβλία του (Ο αξιοπρεπής κύριος Πνιν, Το Μάτι, Η αληθινή ζωή του Σεμπάστιαν Νάιτ) γιατί κανείς δεν μπορεί να διαβάσει μόνο ένα. Εξάλλου, μέσω του μπλογκ μου εκφράζω κυρίως τον ενθουσιασμό μου για συγγραφείς περισσότερο – ειδικά για αυτούς που εκτιμώ βαθύτατα – και όχι τόσο για μεμονωμένα βιβλία. Θα μου ήταν αδιανόητα βαρετό να γράφω για κάθε ένα βιβλίο που διαβάζω. Συνήθως αδιαφορώ πλήρως για τις πλοκές των βιβλίων και αυτό αποτελεί σαφώς μειονέκτημα όταν θες να γράφεις ένα κειμενάκι για κάθε ανάγνωση που περατώνεις. Θα γράψω λοιπόν μια σούμα για την αισθητική απόλαυση των τριών βιβλίων, αλλά αμφιβάλλω αν θα καταφέρω να σας μεταδώσω επαρκές μέρος των πλοκών τους!
 
Ο Ναμπόκοφ μού προκαλεί την ακαθόριστη αίσθηση ότι είναι μία ασύλληπτης έντασης διάνοια. Ένας υπερευφυής συγγραφέας που σαφέσταστα αδυνατούμε να καταλάβουμε. Ιδιοφυΐα είναι η μη συμβατικότητα. Φυσικά, πολλοί ακόμα συγγραφείς δίνουν αυτή την αίσθηση της υπερευφυίας, όμως ο Ναμπόκοφ τους ξεπερνά όλους – να είναι άραγε εξαιτίας και εκείνης της ψαρωτικής φωτογραφίας που κοσμεί τα αυτιά πολλών βιβλίων του; Γιατί λοιπόν αρκετοί αναγνώστες τον θεωρούν βαρετό συγγραφέα; Μία κουτσοβάσιμη ερμηνεία που μπορώ να δώσω προέρχεται από το σκάκι. Το σκάκι αποτελεί τον πυρήνα πολλών βιβλίων του είτε ως θέμα (Η άμυνα του Λούζιν) είτε ως δομή (Η αληθινή ζωή του Σεμπάστιαν Νάιτ=Knight). Όμως σε ένα βαθύτερο επίπεδο, υποψιάζομαι ότι, αποτελεί την κινητήρια δύναμη της γραφής του. Και εξηγούμαι. 
 
Οι αρχάριοι σκακιστές βαριούνται εύκολα με αυτό το κωλοπαίχνιδο, στο διάολο με την ηλίθια μπούρδα, και θέλουν να ξεμπερδεύουν με τις ασάφειες και τις θεωρίες και να περάσουν γρήγορα στη μάχη, να γίνει τζέρτζελο! Αυτό ανασύρει στο μυαλό την ρομαντική εποχή του σκακιού τότε που οι άμυνες παραγκωνίζονταν για χάρη των επικών μαχών στο κέντρο της σκακιέρας – επίσης θα είχε ενδιαφέρον να κάνουμε και μία αναγωγή με την λογοτεχνία που γραφόταν εκείνη την εποχή («Κανείς από τους δυο δεν ήταν δεινός παίκτης· και οι δυο έρρεπαν προς τις θεαματικές αλλά άχρηστες θυσίες κομματιών»). Η σύγχρονη εποχή του σκακιού (της οποίας τέκνο υπήρξε και ο Ναμπόκοφ) επιτάσσει άλλου είδους αντιμετώπιση – όγκος θεωρίας, εξαντλητική ανάλυση, ισχυροποίηση της άμυνας, πολύπλοκη στρατηγική, φινετσάτες τακτικές («Στη ζωή, όπως και στο σκάκι, είναι πάντα χρήσιμο να αναλύει κανείς τα κίνητρα και τις προθέσεις του άλλου»). Όχι βουρ και όποιον πάρει ο Χάρος! Έτσι λοιπόν, όπως ο αρχάριος σκακιστής στις πρώτες του παρτίδες αναρωτιέται, γιατί άραγε ο αντίπαλος κούνησε εκείνο το ηλίθιο πιονάκι στην άκρη της σκακιέρας ή γενικά, γιατί υπάρχουν τα πιόνα και κλείνουν τον δρόμο στις βαριές πολεμικές μηχανές, κάπως αντίστοιχα αναρωτιέται και ένας αρχάριος αναγνώστης του Ναμπόκοφ, μα τι κάθεται και μου περιγράφει τώρα τις κάλτσες του ήρωα, ο ήρωας γιατί είναι τα ζώα μου αργά, στις πόσες σελίδες επιτρέπεται να το παρατήσω;
 
Τώρα θα μου πείτε με το δίκιο σας, πρέπει να μάθω σκάκι για να απολαύσω τα βιβλία του Ναμπόκοφ; Ξέρω γω, δεν είναι άσχημη ιδέα. Το σκάκι θα διευρύνει το πνεύμα σας, και ο Ναμπόκοφ το ίδιο. Φανταστείτε τα βιβλία του σαν μια παρτίδα σκάκι μεταξύ του Ναμπόκοφ και του αναγνώστη. Όσο πιο δεκτικοί είστε απέναντι στις συγγραφικές κινήσεις του, εκείνος προχωρά σταθερά την παρτίδα σε επόμενο στάδιο. Τις μόνες κινήσεις που περιμένει από εσάς είναι οι κινήσεις των ματιών σας και του μυαλού σας. Και όταν φτάσετε στο τέλος, ο Ναμπόκοφ κάνει κάτι αδιανόητο για σκακιστή: παραδίνεται αμαχητί στο τελεσίδικο της απόλαυσης που ζωγραφίζεται στο πρόσωπό σας! Και φυσικά, το παραδέχεται και ο ίδιος, δεν λέει ποτέ όχι σε ένα rematch.
 

 
Καλέ, ξέχασα να μιλήσω για τις πλοκές των βιβλίων, μιλάτε ρε σεις. «Ο αξιοπρεπής κύριος Πνιν» (1957) είναι μια απολαυστική φαρσοκωμωδία που ακολουθεί τα βήματα του Ρώσου εμιγκρέ καθηγητή ρωσικής λογοτεχνίας που ψάχνει τον παράδεισό του στην εξωτική Αμερική. Με μια πρώτη ματιά, μοιάζει ως μια μερική ανασκόπηση της ζωής του ίδιου του Ναμπόκοφ (η φράση «μίλησε μνήμη» που αποτελεί τον τίτλο της αυτοβιογραφίας του, αποτελεί ταυτόχρονα και ένα πιστό επιθύμιο για κάθε βιβλίο του), ωστόσο τίποτα δεν είναι επιφανειακό στα βιβλία του και κυρίως το βαθύτερο νόημα που κρύβεται διαρκώς πίσω από τις πανέμορφες παραγράφους του και θα πρέπει να αναζητείται αενάως στις πολλαπλές αναγνώσεις στις οποίες μας προτρέπει ο ίδιος ο συγγραφέας! Αν το νόημα είναι η ομορφιά όμως, ήδη βρισκόμαστε στον πυρήνα του. Υπέροχα γραμμένο, το βιβλίο αναπαράγει διασκεδαστικά όλες τις εμμονές του Ναμπόκοφ σε ένα σύνολο με σχετικά χαλαρά επεισόδια της ζωής του Πνιν που δεν μοιάζει σφιχτοδεμένο αλλά αυτό θα είναι και η παγίδα όπου θα πέσετε, αν τύχει και το πιστέψετε! Ειδικά τον Φρόιντ μες στην καρδιά του τον έχει, διασκέδασα απίστευτα με τις σελίδες όπου παρωδεί τις ψυχαναλυτικές θεωρίες μέσω του Βίκτωρα, του γιου της πρώην γυναίκας του Πνιν, ο οποίος υποβάλλεται από μικρός σε ψυχολογικά τεστ από τους ψυχολόγους γονείς του – επειδή ο Βίκτωρ θεωρείται καλλιτεχνική ιδιοφυία, φαίνεται να ανταπεξέρχεται εύκολα στα τεστ αν και επιδεικνύει συγκαλυμμένη αδιαφορία απέναντί τους και τα κάνει μόνο για τους γονείς του, μια κατάσταση που δείχνει ακόμα πιο ανάγλυφο τον σαρκασμό του Ναμπόκοφ προς τον Φρόιντ! 
 
Το «Μάτι» (1930), κάπως θολό θεματικά και αδύναμο ως προς τις λεκτικές αποχρώσεις που θα ανέπτυσσε εντυπωσιακά ο συγγραφέας του στην πορεία της καλλιτεχνικής του δουλειάς, δυσκολεύεται και αυτό να ξεφύγει από τον επίμονο χαρακτηρισμό «αριστούργημα», όρος που περιγράφει μονότονα όλα τα βιβλία του Ναμπόκοφ! Ο Σμίροφ, ένας νεαρός οικοδιδάσκαλος συνάπτει ερωτικό δεσμό με μια γυναίκα, όμως το μαθαίνει ο άντρας της και τον ξυλοφορτώνει. Ταπεινωμένος καταφεύγει στο δωμάτιό του και αυτοκτονεί. Μην ανησυχείτε, δεν είναι σπόιλερ, το μαθαίνουμε στις πρώτες σελίδες. Δεν είναι δα και Άννα Καρένινα, να σας χαλάσω το σασπένς! Δεν πολυκαταλαβαίνουμε αν αυτοκτονεί τελικά αλλά σίγουρα αρχίζει να βλέπει την ζωή του με άλλο μάτι. 
 
[...] Προσεχτικά, αδέξια, γέμισα το περίστροφο και έσβησα έπειτα το φως. Η σκέψη του θανάτου, που κάποτε με είχε τόσο τρομάξει, δεν ήταν τώρα παρά μια γνώριμη και απλή υπόθεση. Φοβόμουν, ναι, φοβόμουν τρομερά, τον τερατώδη πόνο που πιθανόν θα μου προκαλούσε η σφαίρα· αλλά γιατί να φοβηθώ τον μαύρο, βελουδένιο ύπνο, το ομοιόμορφο σκότος, το τόσο πιο αποδεκτό και κατανοητό από την πολύχρωμη και παρδαλή αυπνία της ζωής; Γιατί; Κανείς, μα κανείς, δεν θα μπορούσε να το φοβηθεί αυτό!  
 
Σίγουρα ένα από τα πιο παράξενα βιβλία του Ναμπόκοφ και επειδή είναι από τα πρώτα του κείμενα, η συγγραφική του «ανωριμότητα» το κάνει ακόμα πιο παράξενο και γοητευτικό. Όπως εύστοχα επισημαίνει ο μεταφραστής στο επίμετρό του: Βέβαια, ο Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ διόλου δεν κουραζόταν να επαναλαμβάνει πως τα έργα του δεν είναι παρά περίπλοκοι γρίφοι, λαβυρινθώδη αινίγματα, που συνθέτει και λύνει ο ίδιος, συνδυάζοντας ατέρμονα το τερπνό με το ακόμα πιο τερπνό και μειδιώντας στη θέα του συνοφρυωμένου κριτικού ή του αμήχανου αναγνώστη. Διανύοντας ωστόσο μια αλλόκοτη εποχή που οι ζωές πολλών ανθρώπων παρατηρούνται περισσότερο παρά βιώνονται, η αμηχανία των αναγνωστών δεν θα είναι τόσο ισχυρή όσο θα ήταν σε άλλη περίπτωση. Όταν γίνεσαι θεατής της ζωής σου, δεν είναι κάπως σαν να αυτοκτονείς; Το βιβλίο αυτό σου κλείνει το μάτι... άνοιξε τα μάτια σου! Ω, για μένα, όλη τους η ύπαρξη δεν ήταν παρά μια απλή μαρμαρυγή, ένα λαμπύρισμα μονάχα, πάνω σε μιαν οθόνη. Οι πολλαπλοί αντικατοπτρισμοί του Σμίροφ πάνω στα πρόσωπα που γνωρίζει ή φαντάζεται ότι γνωρίζει, μου έφεραν στο μυαλό και το ανέφικτο της μίας και μοναδικής μας προσωπικότητας για όλους (αλλά και για μας τους ίδιους) που αναλύεται βασανιστικά και διεξοδικά στο βιβλίο του Πιραντέλλο, «Ένας, κανένας και εκατό χιλιάδες». 
 
Τώρα, σχετικά με την «Αληθινή ζωή του Σεμπάστιαν Νάιτ» έχω να δηλώσω ότι... ωχ, τι συμβαίνει... γαμώτο... δεν κατ... βαι... ω...!

Σχόλια

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

Ποίηση χωρίς τέλος

  Αυτή η χρονιά θα ξεκινήσει ακριβώς όπως τελείωσε: με ποίηση. Συλλεκτική ανάρτηση, σπάνια θα ξαναδιαβάσετε τέτοια. Σπάω την παράδοση (και το ρόδι)! Ακόμα σπανιότερα εντυπωσιάζομαι από ποιητές και ποιήματα. Δεν με συγκινεί η συμπύκνωση του λόγου όταν του λείπει ένα είδος «φλυαρίας» – ψάχνω ποιήματα που είναι αμετροεπή με έναν δικό τους τρόπο και ταυτόχρονα στοχευμένα και ουσιώδη. Ποιήματα που δεν πολυπαίρνουν στα σοβαρά τον εαυτό τους καθώς τσαλαβουτούν χαρούμενα στον χυλό της ειρωνείας. Ποιήματα που, απ' ό,τι σωστά αντιλαμβάνεστε, δεν γράφει η πλειοψηφία των ποιητών. Με δυο λόγια, κυνηγώ το ανέφικτο. Αλλά, αυτό δεν κυνηγάμε όλοι στην έναρξη κάθε χρονιάς; Το φλουρί μου για φέτος – λίρα εκατό – ήταν η Βισουάβα ή Βισλάβα ή όπως αλλιώς, Σιμπόρσκα. Η παλιά ποίηση, η ορθόδοξη, είναι Εδώ!

Dogs never bite me. Just humans.

    Ψόφια πράγματα το φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης – τουλάχιστον οι επιλογές μου – αλλά μόλις είδα ότι θα προβληθεί «Η εξουσία του σκύλου», που βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Τόμας Σάβατζ, ήξερα ότι θα ρεφάρω γιατί κακό σκυλί ψόφο δεν έχει. Και έτσι έγινε, η ταινία δεν με απογοήτευσε και μου θύμισε πόσο είχα αγαπήσει εκείνο το βιβλίο. Μια παραγωγή του Νέτφλιξ που θα είναι διαθέσιμη στην πλατφόρμα από την 1 Δεκεμβρίου ώστε να προλάβει να κάνει τον κύκλο της στις αίθουσες, με τον Κάμπερμπατς στον ρόλο του Φιλ, τον σωσία του Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν στον ρόλο του Τζορτζ και την ωραία Κίρστεν Ντανστ ως Ρόουζ. Η ταινία, όπως και το βιβλίο, σε πολλούς θα φανούν αργά, αδιάφορα και αλλόκοτα, λόγω του περιεχομένου αλλά η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για αριστοτεχνικές δημιουργίες με βάθος. Αντιγράφω εδώ το κείμενο που είχα γράψει στο «Διαβάζοντας» για να θυμάμαι ότι εκείνη η ανάγνωση μετράει ακόμα μέσα μου· σπάνιο, ομολογουμένως.

Με ανώμαλους δεν μιλάω

  Ανωμαλία είναι να μην μπορεί μια γυναίκα να κυκλοφορεί άφοβα στους δρόμους, ανωμαλία είναι να πιστεύεις ότι τα εμβόλια σκοπό έχουν να προκαλέσουν περισσότερο κακό από ό,τι καλό, ανωμαλία είναι να νομίζεις ότι η λογοτεχνία σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, ανωμαλία είναι ακόμα το προφιτερόλ να έχει μόνο ένα σουδάκι μέσα, ανωμαλία είναι και ότι ο «Πατάκης» εξακολουθεί να μην εκδίδει Χέρμαν Μέλβιλ. Και πόσες ακόμα ανωμαλίες! Με τελευταία εκείνη του Ερβέ Λε Τελιέ, ενός συγγραφέα που αγάπησα οριστικά από ένα και μόνο βιβλίο του που είχα διαβάσει κάποτε, το «Όλα τα μανιτάρια τρώγονται», η ουλιπιανή έμπνευση που είχε οραματιστεί το facebook χρόνια πριν από τον δημιουργό του. Κάθε φορά που μπαίνετε στο facebook και αντικρίζετε την ερώτηση «Τι σκέφτεσαι;», ικανή να σας παρασύρει ασυγκράτητα να μας εμπιστευτείτε τις επικές σας μπούρδες, σχεδόν πάντα χωρίς καθόλου φιλτράρισμα και ουσία, να θυμάστε ότι ο Τελιέ κάποτε το έκανε… χίλιες φορές καλύτερα από εσάς, πιο δημιουργικά και κυρίως με περισσότερο χι

Dance with the Devil

  A long time ago in a galaxy (στην επαρχία) far, far away… όταν περνούσα την emo φάση μου και έκλαιγα χωρίς λόγο καθώς να καθάριζα κρεμμύδια είχα ανακαλύψει τυχαία ένα βιβλιαράκι που το αγόρασα με τα πρώτα λεφτά που είχα αποταμιεύσει σε ένα βιβλιάριο τραπέζης που είχε δεν είχε μέσα 30 δραχμαί. Εκείνο το βιβλίο ήτο κάποιου ψιλοάγνωστου Χόφμαν μεταφρασμένο υπό του σπουδαίου Καρυωτάκη – αργότερα, όταν οι ισορροπίες άλλαξαν εντός μου, κατάλαβα ότι ο Χόφμαν λειτούργησε κάπως σαν το… καρυωθραυστικό του ποιητή∙ ξέρω, ξέρω, πάγωσε η θάλασσα μέσα σας, μακάρι να βρείτε ένα βιβλίο να πέσει πάνω της σαν τσεκούρι – «το λογοπαίγνιο είναι ένα καυτό σίδερο για μπούκλες στο χέρι της τρέλας και με δαύτο λυγίζει τις σκέψεις» . Ο λόγος είναι ότι ο Χόφμαν αποδείχθηκε μια εξαίσια διαβολική μορφή της παγκόσμιας λογοτεχνίας και τα παιδιά του κυκλοφορούν ελεύθερα γύρω μας – ευτυχώς για αυτά, και για εμάς, είχε πάντοτε δουλειά, και μάλιστα σημαντική, να γράφει αριστουργήματα.

Η Αλίκη στις πόλεις

  Καλύτερα Αλίκη στις πόλεις των θαυμάτων παρά Ωραία Κοιμωμένη στο χωριό. Αυτή είναι η τελεσίδικη γνώμη μου. Αλλά τώρα που καλοκαίριασε δύσκολα να σας πείσω, το ξέρω. Τα ξαναλέμε when September ends. «Οι πόλεις δεν προσφέρουν μόνο υλικά οφέλη αλλά και ενθουσιασμό και την ευκαιρία να επαναπροσδιορίσει κάποιος τον εαυτό του. Για πολλούς πολίτες του Μάντσεστερ και του Σικάγου, η πόλη σήμαινε μια μορφή ελευθερίας. Αυτό ήταν κάτι που οι επικριτές της βικτοριανής πόλης δεν μπόρεσαν ποτέ να συλλάβουν: με τόσο σκότος και βρομιά δεν μπόρεσαν ποτέ να διακρίνουν τους τρόπους με τους οποίους η κοινότητα επαναπροσδιοριζόταν μέσα στη σύγχρονη βιομηχανική μητρόπολη». Όσοι πάλι επι-μένετε στις πόλεις πρέπει να προμηθευτείτε αμέσως το καταπληκτικό βιβλίο του Ben Wilson – γιατί αν εξαντληθεί θα το ψάχνετε στα επαρχιακά βιβλιοπωλεία!

Θα φάτε τα μούτρα σας

  Πού βαδίζει η λογοτεχνία; Όπου και όπως βάδιζε πάντα, ελεύθερη και ασυμβίβαστη, ασυνόδευτη και ασυνόρευτη , πριν έρθει ο (κακός μας) καιρός με την πρόφαση του υποστηρίγματος/«υποστήριξης» κάποιοι να της προσφέρουν τα δεκανίκια της πολιτικής ορθότητας που θα την καθιστούσαν έκτοτε αδιανόητα στάσιμη. «Αυτό που βλέπουμε το σκεφτόμαστε, κι έτσι τελικά δεν το βλέπουμε, λέει ο Όλερ, ενώ άλλοι βλέπουν αυτό που βλέπουν χωρίς πρόβλημα, επειδή δεν το σκέφτονται αυτό που βλέπουν. Αυτό που αποκαλούμε αντίληψη είναι για μας κατά βάση στασιμότητα, ακινησία, τίποτα. Τίποτα. Οτιδήποτε έχει συμβεί το έχουμε σκεφτεί, δεν το έχουμε δει, λέει ο Όλερ» . Είδα και απόειδα λοιπόν με το… φαινόμενο Φερνάντα Μελτσόρ και είπα ό,τι βρέξει ας κατεβάσει! Βαδίζοντας στην εποχή των τυφώνων.

Η μέθοδος του Κούντερα

  Σε κάποιες περισσότερο κιτς εποχές ένα παρόμοιο χαστούκι σαν εκείνο του Γουίλ Σμιθ είχε ταράξει τα νερά της κοινωνικής μας ζωής. Η Νατάσα Αθήνη είχε χαστουκίσει την Δήμητρα Λιάνη στην παρουσίαση του βιβλίου της «10 χρόνια και 54 μέρες» – βέβαια, τώρα που τα συζητάμε, μπορεί να έχουν περάσει κοντά 30 χρόνια. Μια επισήμανση που μου ήρθε μόλις: όλες οι βιβλιοπαρουσιάσεις είναι για σφαλιάρες∙ συγγραφείς μην πέφτετε σε αυτή την παγίδα, μακριά. Τέλος πάντων, όταν η Δήμητρα δεν έγραφε βιβλία, διάβαζε, λένε, Κούντερα. Τότε ήταν πολύ της μόδας. Κούντερα από εδώ, Κούντερα από εκεί, είχαν τρελαθεί όλοι. Ποιος είναι ρε αυτός ο Κούντερας; Ήταν τελικά ένα πιο λογοτεχνικό Nitro όπως νόμιζαν αρκετοί; Γιατί τόσα χρόνια τον αντιμετωπίζουμε με αβάσταχτη ελαφρότητα; «Γιατί άραγε θέλει να κάνει έρωτα μαζί μου; αναρωτιόταν πολύ συχνά, αλλά δεν έβρισκε απάντηση. Ένα μόνο ήξερε, πως οι σιωπηρές συνευρέσεις τους ήταν αναπόφευκτες, έτσι όπως είναι αναπόφευκτο να σταθεί προσοχή ένας πολίτης ακούγοντας τον εθν

Τώρα μας σώνει μόνο ένα θαύμα

    Μπορεί ένα βιβλιοπωλείο να αποτελέσει καταφύγιο; Όχι καταφύγιο πολέμου, μην παρασύρεστε από τις εξελίξεις στην Ουκρανία, δεν παίζει τέτοιο πράγμα∙ ούτε βέβαια να σταματήσει τον ίδιο τον πόλεμο, αυτό και αν θα ήταν θαύμα! Μπορεί ωστόσο να αποτελέσει πού και πού ένα ζεστό καταφύγιο μιας μεμονωμένης ζωής, που παρέα με δισεκατομμύρια άλλες συγκροτούν τον κόσμο γύρω μας, τα ακρότατα όρια του οποίου συχνότατα και εντελώς απροσδόκητα μπορεί να είναι οι πιο αναίτιες και ακραίες σφαγές. Oh yes! Το να διεξάγεις ακήρυχτο πόλεμο αλληλεγγύης μέσω social media, να φας μια μπριζόλα επειδή τυχαίνει να είναι Τσικνοπέμπτη στα μέρη σου ή να διαβάσεις ένα ανάλαφρο βιβλίο δεν μοιάζουν αρκετά. Αλλά και τι θα μπορούσε να μοιάζει αρκετό στη ζωή ενός ανθρώπου; «Φοβάμαι ότι αυτό είναι σαν εκείνα τα feelgood μυθιστορήματα που διαβάζει η Τζάσμιν, όπου το τέλος είναι πάντα χαρούμενο γιατί πώς αλλιώς θα μπορούσαν οι αναγνώστες να αντισταθμίσουν τις κακές ειδήσεις και όλα αυτά τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν

Μας κούφανε

  Όταν η Λεονόρα Κάρινγκτον γράφει το βιβλίο της είναι 60 χρονών και η ηρωίδα της που ζει τις απόλυτα εκκεντρικές περιπέτειές της είναι 92∙ η ίδια η συγγραφέας πέθανε στα 94 της και μέσα από αλλόκοτες και ακατανόητα αποκρυφιστικές διαδρομές, κανείς πλέον δεν μπορεί να βγάλει από το μυαλό μου ότι είναι η ίδια η ηρωίδα της. «Όλα αυτά είναι μια παρέκκλιση και δεν θέλω να νομίζει κανείς ότι τρέχει αλλού το μυαλό μου∙ τρέχει, αλλά ποτέ πιο γρήγορα απ’ όσο θέλω εγώ» . Η ταύτιση ενός δημιουργού με το έργο του, σε καλλιτέχνες τόσο απύθμενου καλλιτεχνικού βάθους, δεν είναι σχεδόν ποτέ αβάσιμη. Το βιβλίο της είναι ένα φεμινιστικό μανιφέστο και ένα από τα ομορφότερα που έχουν γραφτεί σχετικά, και τα όποια προγραμματικά στοιχεία φαίνεται να αναδύονται μπροστά σε έντρομες αρσενικές αναγνώσεις, εξαλείφονται αμέσως από την υψηλή λογοτεχνική ποιότητα. Εξάλλου, η σπουδαία λογοτεχνία είναι ερμαφρόδιτη. «Το Ακουστικό Κέρας διαφεύγει κάθε κατηγοριοποίηση. Από την πρώτη του κιόλας πρόταση παρουσιάζει ένα

Εδώ γελάμε

    Χιούμορ; Γίναμε τώρα! Θα μπορούσε έτσι μικρή και περιεκτική να ήταν όλη η ανάρτηση και να τελείωνε εδώ αναίμακτα και αγέλαστα. Αλλά πρέπει να πούμε δυο λόγια παραπάνω γιατί όλοι σας έχετε χιούμορ, σωστά; Το χιούμορ είναι σαν την γνώμη, όλοι έχουν από ένα. Και όλοι έχουν το καλύτερο από όλους τους άλλους, δεν χωράει αμφιβολία. Στη θεωρία πάντα, γιατί στην πράξη, γελάνε και οι πέτρες! Η κάθε χρονιά οφείλει να κλείνει με χιούμορ, η νέα επιβάλλεται να ξεκινάει με τέτοιο, η ζωή να το ακολουθεί πατώντας στα ξέγνοιαστα βήματά του, ακόμα και ο κόσμος να τελειώνει με εκείνο∙ αν κάπου σε όλη αυτή την διαδρομή τα βρίσκει και με την λογοτεχνία, ακόμα καλύτερα. Μας αξίζει γαμώτο να γελάμε σαν μικρά παιδιά, πίνοντας παράλληλα και πολύ νερό – το χιούμορ είναι δώρο . «Τα παιδιά, υποστηρίζει ο Φρόιντ, δεν διαθέτουν καμία αίσθηση του κωμικού, αλλά είναι πιθανό να τα μπερδεύει με τον συγγραφέα ενός διαβόητου και καθόλου αστείου βιβλίου με τίτλο Το ευφυολόγημα και η σχέση του με το ασυνείδητο » .