Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

En passant

 
Το «Αν πασάν» είναι ένας σκακιστικός κανόνας, περιθωριακός και άγνωστος αλλά ιδιαιτέρως αποτελεσματικός και σημαντικός. Στις αρχικές τους κινήσεις, τα πιόνια έχουν το δικαίωμα να κινηθούν ένα ή δύο τετράγωνα μπροστά. Αν επιλέξουν να κινηθούν δύο τετράγωνα μπροστά και ένα αντίπαλο πιόνι βρίσκεται σε τέτοια θέση ώστε να μπορούσε να το αιχμαλωτίσει αν το πιόνι που κινήθηκε δυο τετράγωνα αποφάσιζε να κινηθεί μόνο ένα, τότε, έχει το δικαίωμα να το αιχμαλωτίσει και σε αυτή την περίπτωση που κάνει δύο βήματα. Έχουμε δηλαδή, αν πασάν... αιχμαλωσία εν τη διελεύσει. Είναι δυσνόητο στην περιγραφή αλλά αρκετά ξεκάθαρο στην πράξη. Βέβαια, όταν είσαι αρχάριος σκακιστής και το συναντήσεις πρώτη φορά σε ηλεκτρονική παρτίδα, τότε πείθεσαι ότι κάποιο «bug» έχει η ιστοσελίδα, ότι σε χακάρανε ή ότι άρπαξες όλες τις ιώσεις του κυβερνοχώρου. Τα βιβλία του Ναμπόκοφ, μου προσφέρουν την ισχυρή εντύπωση ότι αποτελούν ένα συνεχές λογοτεχνικό en passant, σε αιχμαλωτίζουν εν τη διελεύσει.


Διάβασα τρία απανωτά βιβλία του (Ο αξιοπρεπής κύριος Πνιν, Το Μάτι, Η αληθινή ζωή του Σεμπάστιαν Νάιτ) γιατί κανείς δεν μπορεί να διαβάσει μόνο ένα. Εξάλλου, μέσω του μπλογκ μου εκφράζω κυρίως τον ενθουσιασμό μου για συγγραφείς περισσότερο – ειδικά για αυτούς που εκτιμώ βαθύτατα – και όχι τόσο για μεμονωμένα βιβλία. Θα μου ήταν αδιανόητα βαρετό να γράφω για κάθε ένα βιβλίο που διαβάζω. Συνήθως αδιαφορώ πλήρως για τις πλοκές των βιβλίων και αυτό αποτελεί σαφώς μειονέκτημα όταν θες να γράφεις ένα κειμενάκι για κάθε ανάγνωση που περατώνεις. Θα γράψω λοιπόν μια σούμα για την αισθητική απόλαυση των τριών βιβλίων, αλλά αμφιβάλλω αν θα καταφέρω να σας μεταδώσω επαρκές μέρος των πλοκών τους!
 
Ο Ναμπόκοφ μού προκαλεί την ακαθόριστη αίσθηση ότι είναι μία ασύλληπτης έντασης διάνοια. Ένας υπερευφυής συγγραφέας που σαφέσταστα αδυνατούμε να καταλάβουμε. Ιδιοφυΐα είναι η μη συμβατικότητα. Φυσικά, πολλοί ακόμα συγγραφείς δίνουν αυτή την αίσθηση της υπερευφυίας, όμως ο Ναμπόκοφ τους ξεπερνά όλους – να είναι άραγε εξαιτίας και εκείνης της ψαρωτικής φωτογραφίας που κοσμεί τα αυτιά πολλών βιβλίων του; Γιατί λοιπόν αρκετοί αναγνώστες τον θεωρούν βαρετό συγγραφέα; Μία κουτσοβάσιμη ερμηνεία που μπορώ να δώσω προέρχεται από το σκάκι. Το σκάκι αποτελεί τον πυρήνα πολλών βιβλίων του είτε ως θέμα (Η άμυνα του Λούζιν) είτε ως δομή (Η αληθινή ζωή του Σεμπάστιαν Νάιτ=Knight). Όμως σε ένα βαθύτερο επίπεδο, υποψιάζομαι ότι, αποτελεί την κινητήρια δύναμη της γραφής του. Και εξηγούμαι. 
 
Οι αρχάριοι σκακιστές βαριούνται εύκολα με αυτό το κωλοπαίχνιδο, στο διάολο με την ηλίθια μπούρδα, και θέλουν να ξεμπερδεύουν με τις ασάφειες και τις θεωρίες και να περάσουν γρήγορα στη μάχη, να γίνει τζέρτζελο! Αυτό ανασύρει στο μυαλό την ρομαντική εποχή του σκακιού τότε που οι άμυνες παραγκωνίζονταν για χάρη των επικών μαχών στο κέντρο της σκακιέρας – επίσης θα είχε ενδιαφέρον να κάνουμε και μία αναγωγή με την λογοτεχνία που γραφόταν εκείνη την εποχή («Κανείς από τους δυο δεν ήταν δεινός παίκτης· και οι δυο έρρεπαν προς τις θεαματικές αλλά άχρηστες θυσίες κομματιών»). Η σύγχρονη εποχή του σκακιού (της οποίας τέκνο υπήρξε και ο Ναμπόκοφ) επιτάσσει άλλου είδους αντιμετώπιση – όγκος θεωρίας, εξαντλητική ανάλυση, ισχυροποίηση της άμυνας, πολύπλοκη στρατηγική, φινετσάτες τακτικές («Στη ζωή, όπως και στο σκάκι, είναι πάντα χρήσιμο να αναλύει κανείς τα κίνητρα και τις προθέσεις του άλλου»). Όχι βουρ και όποιον πάρει ο Χάρος! Έτσι λοιπόν, όπως ο αρχάριος σκακιστής στις πρώτες του παρτίδες αναρωτιέται, γιατί άραγε ο αντίπαλος κούνησε εκείνο το ηλίθιο πιονάκι στην άκρη της σκακιέρας ή γενικά, γιατί υπάρχουν τα πιόνα και κλείνουν τον δρόμο στις βαριές πολεμικές μηχανές, κάπως αντίστοιχα αναρωτιέται και ένας αρχάριος αναγνώστης του Ναμπόκοφ, μα τι κάθεται και μου περιγράφει τώρα τις κάλτσες του ήρωα, ο ήρωας γιατί είναι τα ζώα μου αργά, στις πόσες σελίδες επιτρέπεται να το παρατήσω;
 
Τώρα θα μου πείτε με το δίκιο σας, πρέπει να μάθω σκάκι για να απολαύσω τα βιβλία του Ναμπόκοφ; Ξέρω γω, δεν είναι άσχημη ιδέα. Το σκάκι θα διευρύνει το πνεύμα σας, και ο Ναμπόκοφ το ίδιο. Φανταστείτε τα βιβλία του σαν μια παρτίδα σκάκι μεταξύ του Ναμπόκοφ και του αναγνώστη. Όσο πιο δεκτικοί είστε απέναντι στις συγγραφικές κινήσεις του, εκείνος προχωρά σταθερά την παρτίδα σε επόμενο στάδιο. Τις μόνες κινήσεις που περιμένει από εσάς είναι οι κινήσεις των ματιών σας και του μυαλού σας. Και όταν φτάσετε στο τέλος, ο Ναμπόκοφ κάνει κάτι αδιανόητο για σκακιστή: παραδίνεται αμαχητί στο τελεσίδικο της απόλαυσης που ζωγραφίζεται στο πρόσωπό σας! Και φυσικά, το παραδέχεται και ο ίδιος, δεν λέει ποτέ όχι σε ένα rematch.
 

 
Καλέ, ξέχασα να μιλήσω για τις πλοκές των βιβλίων, μιλάτε ρε σεις. «Ο αξιοπρεπής κύριος Πνιν» (1957) είναι μια απολαυστική φαρσοκωμωδία που ακολουθεί τα βήματα του Ρώσου εμιγκρέ καθηγητή ρωσικής λογοτεχνίας που ψάχνει τον παράδεισό του στην εξωτική Αμερική. Με μια πρώτη ματιά, μοιάζει ως μια μερική ανασκόπηση της ζωής του ίδιου του Ναμπόκοφ (η φράση «μίλησε μνήμη» που αποτελεί τον τίτλο της αυτοβιογραφίας του, αποτελεί ταυτόχρονα και ένα πιστό επιθύμιο για κάθε βιβλίο του), ωστόσο τίποτα δεν είναι επιφανειακό στα βιβλία του και κυρίως το βαθύτερο νόημα που κρύβεται διαρκώς πίσω από τις πανέμορφες παραγράφους του και θα πρέπει να αναζητείται αενάως στις πολλαπλές αναγνώσεις στις οποίες μας προτρέπει ο ίδιος ο συγγραφέας! Αν το νόημα είναι η ομορφιά όμως, ήδη βρισκόμαστε στον πυρήνα του. Υπέροχα γραμμένο, το βιβλίο αναπαράγει διασκεδαστικά όλες τις εμμονές του Ναμπόκοφ σε ένα σύνολο με σχετικά χαλαρά επεισόδια της ζωής του Πνιν που δεν μοιάζει σφιχτοδεμένο αλλά αυτό θα είναι και η παγίδα όπου θα πέσετε, αν τύχει και το πιστέψετε! Ειδικά τον Φρόιντ μες στην καρδιά του τον έχει, διασκέδασα απίστευτα με τις σελίδες όπου παρωδεί τις ψυχαναλυτικές θεωρίες μέσω του Βίκτωρα, του γιου της πρώην γυναίκας του Πνιν, ο οποίος υποβάλλεται από μικρός σε ψυχολογικά τεστ από τους ψυχολόγους γονείς του – επειδή ο Βίκτωρ θεωρείται καλλιτεχνική ιδιοφυία, φαίνεται να ανταπεξέρχεται εύκολα στα τεστ αν και επιδεικνύει συγκαλυμμένη αδιαφορία απέναντί τους και τα κάνει μόνο για τους γονείς του, μια κατάσταση που δείχνει ακόμα πιο ανάγλυφο τον σαρκασμό του Ναμπόκοφ προς τον Φρόιντ! 
 
Το «Μάτι» (1930), κάπως θολό θεματικά και αδύναμο ως προς τις λεκτικές αποχρώσεις που θα ανέπτυσσε εντυπωσιακά ο συγγραφέας του στην πορεία της καλλιτεχνικής του δουλειάς, δυσκολεύεται και αυτό να ξεφύγει από τον επίμονο χαρακτηρισμό «αριστούργημα», όρος που περιγράφει μονότονα όλα τα βιβλία του Ναμπόκοφ! Ο Σμίροφ, ένας νεαρός οικοδιδάσκαλος συνάπτει ερωτικό δεσμό με μια γυναίκα, όμως το μαθαίνει ο άντρας της και τον ξυλοφορτώνει. Ταπεινωμένος καταφεύγει στο δωμάτιό του και αυτοκτονεί. Μην ανησυχείτε, δεν είναι σπόιλερ, το μαθαίνουμε στις πρώτες σελίδες. Δεν είναι δα και Άννα Καρένινα, να σας χαλάσω το σασπένς! Δεν πολυκαταλαβαίνουμε αν αυτοκτονεί τελικά αλλά σίγουρα αρχίζει να βλέπει την ζωή του με άλλο μάτι. 
 
[...] Προσεχτικά, αδέξια, γέμισα το περίστροφο και έσβησα έπειτα το φως. Η σκέψη του θανάτου, που κάποτε με είχε τόσο τρομάξει, δεν ήταν τώρα παρά μια γνώριμη και απλή υπόθεση. Φοβόμουν, ναι, φοβόμουν τρομερά, τον τερατώδη πόνο που πιθανόν θα μου προκαλούσε η σφαίρα· αλλά γιατί να φοβηθώ τον μαύρο, βελουδένιο ύπνο, το ομοιόμορφο σκότος, το τόσο πιο αποδεκτό και κατανοητό από την πολύχρωμη και παρδαλή αυπνία της ζωής; Γιατί; Κανείς, μα κανείς, δεν θα μπορούσε να το φοβηθεί αυτό!  
 
Σίγουρα ένα από τα πιο παράξενα βιβλία του Ναμπόκοφ και επειδή είναι από τα πρώτα του κείμενα, η συγγραφική του «ανωριμότητα» το κάνει ακόμα πιο παράξενο και γοητευτικό. Όπως εύστοχα επισημαίνει ο μεταφραστής στο επίμετρό του: Βέβαια, ο Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ διόλου δεν κουραζόταν να επαναλαμβάνει πως τα έργα του δεν είναι παρά περίπλοκοι γρίφοι, λαβυρινθώδη αινίγματα, που συνθέτει και λύνει ο ίδιος, συνδυάζοντας ατέρμονα το τερπνό με το ακόμα πιο τερπνό και μειδιώντας στη θέα του συνοφρυωμένου κριτικού ή του αμήχανου αναγνώστη. Διανύοντας ωστόσο μια αλλόκοτη εποχή που οι ζωές πολλών ανθρώπων παρατηρούνται περισσότερο παρά βιώνονται, η αμηχανία των αναγνωστών δεν θα είναι τόσο ισχυρή όσο θα ήταν σε άλλη περίπτωση. Όταν γίνεσαι θεατής της ζωής σου, δεν είναι κάπως σαν να αυτοκτονείς; Το βιβλίο αυτό σου κλείνει το μάτι... άνοιξε τα μάτια σου! Ω, για μένα, όλη τους η ύπαρξη δεν ήταν παρά μια απλή μαρμαρυγή, ένα λαμπύρισμα μονάχα, πάνω σε μιαν οθόνη. Οι πολλαπλοί αντικατοπτρισμοί του Σμίροφ πάνω στα πρόσωπα που γνωρίζει ή φαντάζεται ότι γνωρίζει, μου έφεραν στο μυαλό και το ανέφικτο της μίας και μοναδικής μας προσωπικότητας για όλους (αλλά και για μας τους ίδιους) που αναλύεται βασανιστικά και διεξοδικά στο βιβλίο του Πιραντέλλο, «Ένας, κανένας και εκατό χιλιάδες». 
 
Τώρα, σχετικά με την «Αληθινή ζωή του Σεμπάστιαν Νάιτ» έχω να δηλώσω ότι... ωχ, τι συμβαίνει... γαμώτο... δεν κατ... βαι... ω...!

Σχόλια

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

Με ανώμαλους δεν μιλάω

  Ανωμαλία είναι να μην μπορεί μια γυναίκα να κυκλοφορεί άφοβα στους δρόμους, ανωμαλία είναι να πιστεύεις ότι τα εμβόλια σκοπό έχουν να προκαλέσουν περισσότερο κακό από ό,τι καλό, ανωμαλία είναι να νομίζεις ότι η λογοτεχνία σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, ανωμαλία είναι ακόμα το προφιτερόλ να έχει μόνο ένα σουδάκι μέσα, ανωμαλία είναι και ότι ο «Πατάκης» εξακολουθεί να μην εκδίδει Χέρμαν Μέλβιλ. Και πόσες ακόμα ανωμαλίες! Με τελευταία εκείνη του Ερβέ Λε Τελιέ, ενός συγγραφέα που αγάπησα οριστικά από ένα και μόνο βιβλίο του που είχα διαβάσει κάποτε, το «Όλα τα μανιτάρια τρώγονται», η ουλιπιανή έμπνευση που είχε οραματιστεί το facebook χρόνια πριν από τον δημιουργό του. Κάθε φορά που μπαίνετε στο facebook και αντικρίζετε την ερώτηση «Τι σκέφτεσαι;», ικανή να σας παρασύρει ασυγκράτητα να μας εμπιστευτείτε τις επικές σας μπούρδες, σχεδόν πάντα χωρίς καθόλου φιλτράρισμα και ουσία, να θυμάστε ότι ο Τελιέ κάποτε το έκανε… χίλιες φορές καλύτερα από εσάς, πιο δημιουργικά και κυρίως με περισσότερο χι

Η λογοτεχνία ως μη βούληση και παράσταση

Το μέλλον δείχνει ότι σε λίγο καιρό θα παριστάνουμε ότι γράφουμε λογοτεχνία. Ο Τζήμας που παριστάνει τον Μπουκόφσκι που παριστάνει τον Φάντε που παριστάνει την Γιαδικιάρογλου. Η λογοτεχνία τρώει πολύ ξύλο, μπας και μάθει επιτέλους καλούς τρόπους και καταφέρει κάποτε να μπει στον παράδεισο. «Ήρθε ένας κύριος για τα ριντό. Ήταν αδερφή . Είχε νύχια που έλαμπαν κι ένα κασμίρ φουλάρι κάτω απ’ το σπορ σακάκι με τη ζώνη» . Θα γράφεται λογοτεχνία απίστευτα βαρετή, πολύ πιο βαρετή από όση υπάρχει ήδη. Οι υπερευαίσθητοι αναγνώστες θα μισούν ακόμα περισσότερο την ζωή τους γιατί θα την βλέπουν να μετατρέπεται σε αυτό που οι ίδιοι διορθώνουν. Οι άλλοι οι αναγνώστες, οι αναίσθητοι, θα αναπολούν μια λογοτεχνία που με τα υλικά που έβρισκες εντός της θα μπορούσες να αναδιαμορφώσεις την πραγματική σου ζωή – να μισήσεις, να νιώσεις θυμό, να βρίσεις, να σιχαθείς, να αποσυμπιεστείς τέλος πάντων για να μην σκάσεις. Αλλά το πρόβλημα είναι τελικά πιο απλό και εμφανές από όσο θέλουν να το παρουσιάζουν: της

Στα χαμένα

Ρε μπελά που βρήκα! Να είναι ένα βιβλίο σχετικά ευχάριστο, να έχει πράγματα που γενικά ταιριάζουν με το γενικότερο γούστο μου και εγώ να το αντιμετωπίζω σαν ταινία του Μπέλα Ταρ – τον ατελείωτο ένα πράμα. Είχε καιρό να μου συμβεί κάτι ανάλογο, σηκώνει και η επιστήμη τα χέρια της ψηλά! Έβαλα σφήνα την ανάγνωση για να προλάβω την ταινία του Λάνθιμου – την οποία κατάφερα να δω χθες, 17 Δεκεμβρίου, στην επίσημη πρεμιέρα της – και ακόμα να το τελειώσω. Λίγες σελίδες ακόμα που διαβάζονται παράλληλα με αυτές τις γραμμές που γράφονται. Τουλάχιστον η ταινία ήταν πολύ καλή και το μεγαλύτερο πλεονέκτημα του βιβλίου ήταν ακριβώς αυτό∙ ήξερες από την αρχή ότι θα γίνει μια καλή ταινία. Το βιβλίο πάλι, δεν ήξερε τι ήθελε να είναι, και μέσω ανομοιόμορφων αφηγήσεων, για μένα τουλάχιστον κατέληξε να είναι χάσιμο χρόνου. «Η πιο προφανής ανωμαλία της (…) είναι η απόλυτη έλλειψη οποιασδήποτε ανωμαλίας».

Οδηγίες προς ναυτιλλομένους

Τώρα το πλοίο έχει σαλπάρει και πλέον δεν μπορείς να αφήσεις αυτό το καταπληκτικό βιβλίο από τα ηλιοψημένα χέρια σου∙ εγκαταλείψτε αυτό το κλισέ να βουλιάξει και να πνιγεί όπως του αξίζει. Νόμιζα ότι είχα αφήσει το «ναυτικό» μου παρελθόν ( Καββαδίας , Μέλβιλ , κλπ) σχεδόν οριστικά πίσω – χωρίς να σημαίνει ότι δε θα τους ξαναδιάβαζα για το μεγάλο λογοτεχνικό τους εκτόπισμα – και σκεφτόμουν αν θα έπρεπε να αγοράσω το συγκεκριμένο βιβλίο, ειδικά όταν έχω τόσα άλλα αδιάβαστα στο αμπάρι. Όμως μου το έκαναν δώρο, το ξεκίνησα για κλείσιμο μιας κατά τ’ άλλα απάνεμης αναγνωστικής χρονιάς και ένα πελώριο κύμα μέσα στο μυαλό με ξαναχτύπησε με δριμύτητα. Στο μικρό εκδοτικό καράβι που είναι η χώρα μας και όλοι κοιτάνε ποιος θα φαγωθεί στην πορεία ( «Άκουσε κάποιους ναυαγούς να λένε ψιθυριστά πως έπρεπε να τραβήξουν κλήρο και “να θανατώσουν έναν άντρα για να σωθούν οι υπόλοιποι”» ) και εν μέσω μιας αποικιοκρατικής καταγραφής αναγνωστικών λιστών με αρκετή δόση μυθομανίας και εν είδει πρωτοχρονιάτ

D’ ye see him?

Όλα τριγύρω αλλάζουν κι όλα τα ίδια μένουν. Ο Σύριζα πιο οπισθοδρομικός από ποτέ ετοιμάζεται για την νέα εποχή του, οι υποψήφιοι δημοτικοί σύμβουλοι κάνουν jump scares από κάθε γωνιά με το πιο creepy χαμόγελό τους και εσύ νιώθεις ότι θες να πας ξαφνικά και διακαώς για καφέ με έναν random συμμαθητή της Α' λυκείου παρά να ακούσεις το πρόγραμμά τους και οι καιροί νερό θα φέρουν πάλι στην βασανισμένη Θεσσαλία, έτσι λένε αυτοί που ξέρουν. Μόνο το «Βιβλιοκαφέ» του Πατριάρχη Φώτιου έκλεισε λόγω ανεξέλεγκτου πληθωρισμού – 4,20 ο διπλός εσπρέσο, πού πάμε ωρέ; Παρ’ όλα αυτά οι αναρτήσεις του παρέμειναν να θαλασσοδέρνονται στο ίντερνετ και μια δική μου έτυχε και ξεβράστηκε μπροστά μου . Πω πω μπόχα!! Δεν θέλω να την ακουμπήσω καν! Τέλος πάντων, εσείς μπορεί να βρείτε ότι διαθέτει ακόμα κάποιο ψαχνό. Αν όμως πιστεύετε ότι αλλάξατε μέσα σε όλα αυτά τα χρόνια έστω και λίγο, δε θα έπρεπε να της ρίξετε ούτε ματιά!

Η φάση είναι κρίντζι

  Όπως θα σας έλεγε και ο θείος που κάθεται με την νεολαία κάθε Τσικνοπέμπτη, «Η φάση είναι κρίντζι», δηλώνει μία κατάσταση εξαιρετικά αναληθοφανή που σε παγώνει και σε κάνει να ανατριχιάζεις από την αμηχανία λες και κάποιος όλη την ώρα λέει κρύα αποτυχημένα αστεία χωρίς σταματημό και έλεος. Ο Λέων Τολστόι – back to back ανάρτηση με Τολτσόι, δε σας χάλασε! – επιφυλάσσει αυτή την τιμητική θέση του θείου για τον Σαίξπηρ και τα έργα του, με κύριο στόχο τον «Βασιλιά Ληρ». «Αυτό είναι το τόσο γνωστό έργο. Όσο κακό και να παρουσιάζεται στην αφήγησή μου, την οποία προσπάθησα να κάνω όσο τον δυνατόν πιο ουδέτερη, θα πω χωρίς δισταγμό πως στο πρωτότυπο το έργο είναι ακόμα χειρότερο» . Εν συντομία, δεν κάνει για δραματουργός το παιδί ! Θα σφαχτούμε και σε αυτό το γιορτινό τραπέζι, πάνω απ’ όλα η παράδοση!

DiFullness

Δε διαβάζω κόμιξ – η δήλωση αυτή είναι παρόμοια με το «Δεν έχω δει ποτέ Φιλαράκια » το 2023. Έχω διαβάσει μέσα στα χρόνια κάποια επιλεκτικά αλλά δεν μπορώ να πω ότι τα προτιμώ. Είναι ακριβό χόμπι, αρκετές φορές η ιστορία μου φαίνεται αδιάφορη και η εικονογράφηση φτωχή και γενικά θα έλεγα ότι δεν είναι το φλιτζάνι του τσαγιού μου. Όμως εδώ είπα να κάνω μια εξαίρεση γιατί πίνω νερό στο όνομα του Χοντορόφσκι . Δεν ειν’ καλ’ αυτός ο άνθρωπος, πάει και τελείωσε. Αυτή η κριτική έχει σκοπό να θυμίζει κάπως δελτίο τύπου – τι παράξενο, αλήθεια, συνήθως στην Ελλάδα μας έμαθαν τα δελτία τύπου να θυμίζουν κάπως κριτικές! – τίποτα βαθύ και ευφάνταστο εδώ, εξάλλου η συνηθισμένη φαντασία χάνεται όταν έρχεται αντιμέτωπη με μεγαλοφυΐες σαν εκείνες του Χοντορόφσκι και του Moebius. Όλοι οι πολιτισμένοι γαλαξίες γύρω μας έχουν φευγάτα κόμιξ σαν το Ινκάλ, εμείς σε καμιά βδομάδα θα έχουμε το κόμικ για τον Ζορμπά – και μετά απορούμε γιατί δεν κάνουμε εξωγαλαξιακή καριέρα.

Round About Midnight

  Μεγάλο Σάββατο απόψε και λίγο μετά τις μονότονες κροτίδες και αφού σταματήσουν και οι πρόβες με τις εφτά σάλπιγγες της Αποκάλυψης, όλοι μας θα ετοιμαστούμε ψυχολογικά για την μουσική που αγαπάμε να μισούμε: τα κλαρίνα. Εναλλακτική δεν έχει δυστυχώς και οι πιθανοί αυτοσχεδιασμοί εξαντλούνται στο πασχαλινό τραπέζι, τίποτα περισσότερο. Τα μαύρα πρόβατα της κάθε οικογένειας, πάντα υπάρχουν τέτοια, καμμένα από χέρι όπως και τα άλλα τα κανονικά, θα δείχνουν λίγο τζαζ μέσα σε όλο αυτό το ομοιόμορφο μπουλούκι αλλά δεν μπορείς να κάνεις και πολλά για να βοηθήσεις. Θα φαλτσάρουν κοινότοπες ευχές όπως όλοι και θα ελπίζουν να δείχνουν κάπως φυσιολογικοί – αλλά μέσα τους θα είναι χαρούμενοι και θα νιώθουν αγαλλίαση καθώς θα θυμούνται τον Ted Joans που έλεγε χαρακτηριστικά και το υποστήριζε εμπράκτως, ότι «Jazz is my religion and Surrealism is my point of view».  

Όντα και μη όντα

  Αφού εξαντλήσαμε τον φυσικό τρόμο ας περάσουμε λίγο και στον υπερφυσικό. Και ο Γκυ ντε Μωπασάν όπως κάθε άξιος δημιουργός μυθοπλασίας μπορεί να μη θυμόταν στην πορεία της ζωής του τι έγραψε στα 24 , γιατί ήταν και πολυγραφότατος ο σατανάς και μεταμορφωνόταν κάθε φορά σε κάτι διαφορετικό. Τα μυθιστορήματά του ποτέ δεν με άγγιξαν και τα βαριόμουν αλλά εκεί που διέπρεψε είναι στο διήγημα όπως παραδέχονται όλοι ανεξαιρέτως – αλλά και εκεί όμως υπήρξαν κάποιες διαβαθμίσεις ποιότητας και ενάργειας. Ας πούμε δεν μπορώ να διώξω από την καρδιά μου την τρομακτική αίσθηση που φώλιασε εκεί πριν από πολλά χρόνια όταν έτυχε να διαβάσω την συλλογή « Ιστορίες της μέρας και της νύχτας » – και το πιο τρομακτικό είναι ότι συνειδητοποίησα μόλις τώρα που το γράφω ότι μου χάρισαν πρόσφατα την ίδια συλλογή, στην ίδια μετάφραση, αλλά από τις εκδόσεις «Gema» και νιώθω ήδη ένα ρίγος να με διατρέχει στην σκέψη ότι μπορώ(;) να την ξαναδιαβάσω! Από την άλλη, ετούτες οι υπερφυσικές ιστορίες της συλλογής φαίνετ