Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Σαν ναυαγοί, σαν ροβινσώνες


Ο βιασμός ενός βιβλίου και ενός συγγραφέα γίνεται με τις διασκευές. Συγγραφείς μεγάλου βεληνεκούς και εξαιρετικού κύρους όπως ο Ντάνιελ Ντιφόου, ο Ρόμπερτ Στήβενσον, ο Ιούλιος Βερν και ο Τζόναθαν Σουίφτ (με την ευκαιρία, να ξαναπώ ότι «Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ» είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία. Δεν είναι απλώς ένα από τα καλύτερα βιβλία του είδους· ή του 18ου αιώνα· ή της αγγλοσαξονικής λογοτεχνίας. Πέρα από κάθε είδους περιορισμό, τροπικό, χρονικό ή χωρικό, το βιβλίο του Σουίφτ είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία που έχουν γραφτεί επί γης) αντιμετωπίζονται από το αναγνωστικό συγγραφικό φαντασιακό σαν μικρομέγαλοι συγγγραφίσκοι που είχαν κόλλημα με την παιδική ηλικία και ανακλύκλωναν απλοϊκές ιστορίες που δεν πρέπει να διαβάζονται μετά τα δώδεκα – λες και το να είσαι παιδί είναι ιδιότητα μόνο ενός παιδιού. Κούνια που σας κούναγε! 

Οι διασκευές τέτοιων βιβλίων για μένα είναι θεμιτές, υπό έναν όρο όμως: ότι θα υπάρχουν σε ευρεία κυκλοφορία οι πλήρεις εκδόσεις τους. Ο λόγος που δεν έχω διαβάσει τον «Ροβινσώνα Κρούσο» και «Το νησί του θησαυρού» ήταν γιατί ποτέ δεν βρήκα τις πλήρεις εκδόσεις τους, ει δυνατόν σε αξιοπρεπείς μεταφράσεις, και σε ενήλικο περιτύλιγμα – κάνεις που κάνεις τις διασκεύες (μικρές ή μεγαλύτερες), τις ντύνεις κιόλας με χαζοχαρούμενες ζωγραφιές για να είσαι σίγουρος ότι το αναγνωστικό κοινό θα μισήσει ακόμα περισσότερο αυτούς τους συγγραφείς. Πολλοί ανανγώστες, υποψιάζομαι ότι θεωρούν αδιανόητο να διαβάσουν σε διασκευή τον «Δον Κιχώτη», πάντοτε θα αναζητούν μία καλή έκδοση να την διαβάσουν και να την καμαρώνουν στη βιβλιοθήκη τους. Πώς γίνεται όμως να περιφρονούνται και να απαξιώνονται βιβλία όπως ο «Ροβινσώνας Κρούσος», «Το νησί του θησαυρού» και «Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ», είναι σε μένα αδιανόητο, τώρα. Τα βιβλία και τα γιαούρτια (ακόμα και αν μου τα πετάτε στον δρόμο) προτιμώ να είναι πλήρη! 

Τα εντόπισα εντελώς τυχαία σε ένα μπαζάρ βιβλίων. Μου τράβηξαν την προσοχή τα χρωματικά έντονα εξώφυλλα με τις καλαίσθητες ζωγραφικές συνθέσεις στο κέντρο τους – όλες της Πόλυ(ς) Κάνιστρα. Πρόκειται για εκδόσεις πολυτελείας· αυτό που θα ονόμαζα εγώ τουλάχιστον πολυτελείας – ένας αναγνώστης που δεν είναι συλλέκτης, και επιπλέον φτωχός πλην τίμιος. Είναι καλοδεμένα βιβλία, με όμορφο χαρτί, ενδιαφέρουσα γραμματοσειρά και με μία αίσθηση ιδιαιτερότητας που την αντιλαμβάνεσαι αμέσως μόλις τα πιάσεις, και λείπει ακόμα και από τις πιο καλαίσθητες εκδόσεις των γνωστών εκδοτών που όλοι ξέρουμε. Σαν να έγιναν μόνο και μόνο για να τιμήσουν το πολύτιμο περιεχόμενό τους! Αφού ξεπέρασα αυτό το αρχικό σοκ και δέος, τα άνοιξα για να τσεκάρω τις μεταφράσεις. Και άγνωστοι να μου ήταν οι μεταφραστές, θα αγόραζα ένα δυο από αυτά τα βιβλία όπως και να ’χε. Φανταστείτε την έκπληξή μου όταν είδα ονόματα όπως Άρης Μαραγκόπουλος, Αγορίτσα Μπακοδήμου, Βανέσσα Α. Λάππα, Σοφία Ανδρεοπούλου, κα. Αγόρασα μεμιάς για μένα τις «Περιπέτειες του Ροβινσώνα Κρούσου» του Ντιφόου, «Το νησί του θησαυρού» και «Το μαύρο βέλος» του Στήβενσον, τον «Λόρδο Τζιμ» του Κόνραντ, αγόρασα ένα ακόμα «Νησί του θησαυρού» και έναν «Γκιούλιβερ» για δώρα, και έβαλα ενέχυρο και ένα νεφρό μου για να βγάλω τον μήνα. 

Ψάχνοντας στο διαδίκτυο πληροφορίες για τις εκδόσεις ώστε να βρω μια φωτογραφία των βιβλίων για να βάλω στις αναρτήσεις, δεν έβρισκα τίποτα. Ούτε φωτογραφίες, ούτε αναφορές. Πληκτρολογώντας «Εκδόσεις Ντέτσικα» βρήκα μόνο μερικές πληροφορίες για την τότε διεύθυνση και τα τηλέφωνα της εταιρείας, ό,τι δηλαδή αναφέρεται και στα βιβλία. Το μόνο στοιχείο που μπορείς να εξαγάγεις είναι ότι τα βιβλία αυτά, εκδόθηκαν μεταξύ 1996-1999 περίπου. Το πιο κουλό απ’ όλα είναι ότι όταν πληκτρολογείς το ISBN σε βάσεις δεδομένων όπως η Βιβλιονέτ ή και γενικότερα, δεν επιστρέφει κανένα αποτέλεσμα – μοναδικός αριθμός σού λένε μετά! Πραγματικές εκδόσεις-φάντασμα, who ya gonna call? Ο βιβλιοθηκονόμος μέσα μου απορεί, ο αναγνώστης αδιαφορεί, και ο συλλέκτης (μια ιδιότητα που σπανιότατα εμφανίζεται στο προσκήνιο) καμαρώνει. Εννοείται ότι θα ασχοληθούμε και με τα άλλα βιβλία των συγκεκριμένων εκδόσεων και φυσικά, οι «Εκδόσεις Ντέτσικα» θα λάβουν τιμητική ετικέτα στο μπλογκ μου. Να ζηλεύετε εσείς οι υπόλοιποι εκδότες! Ας περάσουμε όμως και λίγο στο βιβλίο, πριν ναυαγήσει το ενδιαφέρον σας. 

[…] «Νεαρέ», πρόσθεσε, «πίστεψέ με, αν δεν επιστρέψεις, όπου κι αν πας, παντού θα αντιμετωπίζεις μονάχα καταστροφές και απογοητεύσεις, ώσπου να εκπληρωθούν τα λόγια του πατέρα σου.» 

Ο «Ναυαγός» με τον Τομ Χανκς και οι ψυχαναλυτικές δηλώσεις μπροστά στην κάμερα των παικτών του «Survivor» και του «Nomads» αποτελούν δύο σύγχρονες εκδοχές που πατάνε στον αρχετυπικό μύθο του Ντιφόου. Και ο ίδιος ο Ντιφόου ενδεχομένως να πατάει σε… αρχετυπικότερους μύθους αλλά με το συγκεκριμένο βιβλίο του έθεσε ένα ορόσημο στην λογοτεχνία που αξίζει να εκτιμηθεί και από ενήλικες αναγνώστες. 

[…] «Η αρχετυπική ιστορία ξεθάβει μια παγκόσμια ανθρώπινη εμπειρία που στη συνέχεια λαμβάνει την μορφή μίας μοναδικής έκφρασης με συγκεκριμένα πολιτιστικά χαρακτηριστικά. Η στερεότυπη ιστορία αντιστρέφει αυτό το μοτίβο: παρουσιάζει ένδεια τόσο στο περιεχόμενο όσο και στη μορφή. Αρκείται σε μια περιορισμένη εμπειρία με συγκεκριμένα πολιτιστικά χαρακτηριστικά την οποία επενδύει με ξεπερασμένες, αφηρημένες γενικολογίες.» 



Έπεσα στο παραπάνω απόσπασμα καθώς φυλλομετρούσα το «Σενάριο» του Robert McKee που απέκτησα πρόσφατα, και νομίζω ότι είναι το πλέον ταιριαστό για το βιβλίο του Ντιφόου. Ο Ροβινσώνας Κρούσος είναι ο κάθε νέος άνθρωπος που επιθύμησε κάποια στιγμή να διεκδικήσει την ανεξάρτησία του απέναντι στα δεσμά της οικογένειας αρχικά, και της κοινωνίας στην συνέχεια. Η εξερεύνηση, οι μικροκακουχίες, τα ταξίδια, το ναυάγιο, η επιβίωση, η ανεξαρτησία, τα βάσανα, οι χαρές, όλα τους είναι φανερότατες αληγορίες μιας πανανθρώπινης ψυχικής και συναισθηματικής ανάγκης που αργά ή γρήγορα εκδηλώνεται εντός όλων μας. Καθώς προχωρούσε η ανάγνωση διαπίστωνα εκλεκτικές συγγένειες ανάμεσα στο βιβλίο του Ντιφόου και στο έργο του Τζέημς Τζόυς, κυρίως στο «Πορτραίτο του καλλιτέχνη σε νεαρή ηλικία». Η διάθεση του Ροβινσώνα να ξεφύγει από το μέλλον που του ετοιμάζει ο πατέρας του και η κοινωνία που εκείνος ζει· η πεποίθηση ότι κάθε κακό που του συνέβη ήταν λόγω της βαθύτατης «αμαρτίας» να εναντιωθεί στον πατέρα του και στην κοινωνία· η εν πολλοίς ανεπιτυχής προσπάθεια να προσεγγίσει τον Θεό και να ζητήσει συγχώρεση· η σταδιακή αποδοχή της ιδιαίτερης προσωπικότητας του και η ολοκλήρωση του εαυτού του· όλα αυτά είναι στοιχεία που συναντάμε συχνά στον Τζόυς, κυρίως στο Πορτραίτο αλλά και σε όλη την έκταση του έργου του, και σκέφτηκα, δεν μπορεί, σίγουρα ο Ντιφόου θα υπήρξε ισχυρή επιρροή για αυτόν. Μια πρόχειρη αναζήτηση εμφάνισε μια διάλεξη που έκανε ο Τζόυς το Μάρτιο του 1912 στο πανεπιστήμιο της Τεργέστης και συμπεριλαμβάνεται στα κριτικά δοκίμιά του, τα οποία πότε στα κομμάτια επιτέλους θα εκδοθούν στα ελληνικά; Παραθέτω το απόσπασμα όπως ακριβώς το εντόπισα

[…] «The true symbol of the British conquest is Robinson Crusoe, who, cast away on a desert island, in his pocket a knife and a pipe, becomes an architect, a carpenter, a knife grinder, an astronomer, a backer, a shipwright, a potter, a saddler, a farmer, a tailor, an umbrella-maker, and a clergyman. He is the true prototype of the British colonist, as Friday (the trusty savage who arrives on an unlucky day) is the symbol of the subject races. The whole Anglo-Saxon spirit is in Crusoe: the manly independence; the unconscious cruelty; the persistence; the slow yet efficient intelligence… the practical, well-balanced religiousness; the calculating taciturnity. Whoever rereads this simple, moving book in the light of subsequent history cannot help but fall under its prophetic spell.» 


Την μετάφραση διεκπεραίωσε με πολύ ωραίο τρόπο ο Άρης Μαραγκόπουλους – αν δεν πρόκειται για κάποιον συνονόματο αρχαίο ρωμαίο μεταφραστή, τότε πρόκειται απλώς για ένα μικρό παρόραμα, από τα ελάχιστα της έκδοσης. Αυτό που παρατήρησα και μου έκανε εντύπωση, συγκρίνοντας εντελώς τυχαία με μία ψηφιακή έκδοση του Ροβινσώνα που κατέβασα από το Amazon, είναι ότι στην πρωτότυπη έκδοση υπάρχουν κεφάλαια ενώ στην έντυπη δεν υπάρχει σαφής διαχωρισμός των κεφαλαίων, το ένα από το άλλο χωρίζεται μόνο με μία απλή αλλαγή παραγράφου. Δεν είναι δα και ασυγχώρητο αυτό αλλά δεν καταλαβαίνω γιατί έγινε. Ας πούμε ότι «παραπλανά» κάπως, αν δεν είχα ιδέα του πρωτοτύπου θα νόμιζα ότι ο Ντιφόου το έγραψε ως ένα μονοκόμματο βιβλίο. Στο «Νησί του θησαυρού» για παράδειγμα, διατηρείται ο διαχωρίσμος σε πολλά μικρά κεφάλαια, όπως ακριβώς και στο πρωτότυπο. Τέλος πάντων, για μένα αυτό είναι ψιλά γράμματα από την στιγμή που η μετάφραση είναι σωστή, το κείμενο πλήρες και η έκδοση θαυμάσια. Σε άλλη περίπτωση ίσως να με εκνεύριζε αυτή η αλλοίωση, το ’χουν αυτοί οι συγγραφείς φαίνεται να αλλοιώνονται με τον έναν ή τον άλλο τρόπο! 

Μοιάζει εκ πρώτης όψεως με μια απλή θαλασσινή ιστορία, μα είναι κάτι πιο βαθύ που σε αποζημιώνει. Αν εξαιρέσει κανείς μερικές ημερολογιακές καταγραφές που στα μάτια ενός σύγχρονου αναγνώστη μπορεί να φαντάζουν έως και βαρετές, το υπόλοιπο κείμενο εντυπωσιάζει με την απύθμενη εσωτερική ενδοσκόπηση του ήρωα, που συνήθως συναντούμε σε πιο σύγχρονα και μοντέρνα, από άποψη ύφους, βιβλία. One man show είναι το βιβλίο του Ντιφόου και χρειάζεται πολύ ταλέντο εκ μέρους του συγγραφέα για να παρουσιάσει με βάθος και ενδιαφέρον έναν ουσιαστικά παντέρημο χαρακτήρα που βολοδέρνει σε ένα ξεχασμένο ερημονήσι – όλη αυτή η πρακτικότητα της επιβίωσης και οι ημερολογιακές καταγραφές, συνδυάζονται εξαιρετικά με την εσωτερίκευση του ατόμου δημιουργώντας ένα ασύλληπτο σύνολο. Μεταθέστε νοερά αυτή την συγγραφική συνθήκη οπουδήποτε έξω από το συγκείμενό της και θα πάρετε τα ίδια εκπληκτικά αποτελέσματα – οι ναυτικές περιπλανήσεις και τα ναυάγια ήταν απλώς ένα συνηθισμένο θέμα της εποχής, μην ξεγελιέστε από αυτό. Επίσης, δεν είναι καθόλου σκληρό βιβλίο, τουλάχιστον όχι παραπάνω από όσο είναι η ίδια η ζωή. Δεν υπάρχει λόγος να πω περισσότερα για την πλοκή, ήδη οι πιο πολλοί γνωρίζετε την ιστορία – όχι όμως στις αληθινές της διαστάσεις, αν την έχετε διαβάσει σε διασκευή. Μια ακόμα συγγένεια με τον Τζόυς, αλλά για διαφορετικούς λόγους, ας είναι και τούτη: πολλοί ισχυρίζονται ότι τον έχουν διαβάσει αλλά λίγοι το έχουν κάνει πραγματικά! «Οι στερεότυπες ιστορίες περιορίζονται στην πατρίδα τους, ενώ οι αρχετυπικές ταξιδεύουν», αποφαίνεται σε κάποιο άλλο σημείο του βιβλίου του ο Robert McKee και ένας γνήσιος ταξιδευτής όπως ο Ροβινσώνας Κρούσος δεν θα είχε απολύτως καμία αντίρρηση πάνω σ’ αυτό. 

[…] «Όσοι μάλιστα διαβάζουν την ιστορία μου, να προσέξουν ιδιαίτερα το εξής, πόσο δηλαδή συχνά, στη διάρκεια της ζωής μας, εκείνο ακριβώς το κακό που θέλουμε να αποφύγουμε περισσότερο από οτιδήποτε στον κόσμο και που, όταν πέσουμε μέσα του, είναι ό,τι χειρότερο μάς έχει τύχει, μερικές φορές αποτελεί αυτό το ίδιο, τον μοναδικό δρόμο ή πόρτα για τη λύτρωσή μας, απ’ όπου και μόνο μπορούμε να ανυψωθούμε πάλι από τη δυστυχία στην οποία είχαμε πέσει.»

Σχόλια

  1. Εξαιρετική η εκδοχή του Μισέλ Τουρνιέ στο βιβλίο "Παρασκευάς ή στις μονές του Ειρηνικού".
    https://www.politeianet.gr/books/9789602560631-tournier-michel-exantas-paraskeuas-i-stis-mones-tou-eirinikou-172919


    Φλασιά:

    Ο Ροβινσών στη Μύκονο, Γιώργος Ρωμανός
    https://www.youtube.com/watch?v=05JO21EIpHI

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ε λοιπόν αυτό το βιβλίο του Τουρνιέ αναφέρθηκε και χθες από κάποιον φίλο στο φβ. Το είχα δει παλιότερα αλλά το είχα ξεχάσει. Αφ' ενός γιατί δεν είχα διαβάσει ακόμα τον Ροβινσώνα, αφ'ετέρου είχε κάτι ακατανόητο η περιγραφή του οπισθόφυλλου, όπως διαπιστώνω ξανά. Έχοντας όμως διαβάσει τον Ροβινσώνα, δεν πτοούμαι από αυτά. Καταλαβαίνω πού περίπου θα το πηγαίνει ο Τουρνιέ. Ο Ροβινσώνας με εντυπωσίασε βαθύτατα, είχε μια εξαιρετική αυτοανάλυση που δεν περίμενα να την συναντήσω στο βιβλίο. Θαυμάσιο! Στο καπάκι διαβάζω «Το νησί του θησαυρού» του Στήβενσον, και ενώ είναι τέλεια η ιστορία και η γραφή, του λείπει αυτή η βαθύτητα που είχε ο Ροβινσώνας. Ίσως αδικώ τον Στήβενσον που τον διαβάζω αμέσως μετά τον Ντιφόου. θα δείξει.

      Υ.Γ. Τον Χατζιδάκι τον ψιλοβαριέμαι και τον Γκάτσο το ίδιο (αν και λιγότερο), παρόλα αυτά το άκουσα το τραγουδάκι σας γιατί σκέφτηκα, αν τύχει και ναυαγήσω σε ένα ερημονήσι και έχω μόνο αυτό το cd για να ακούω μέχρι να τελειώσουν οι μπαταρίες; :p

      Διαγραφή
  2. Ανώνυμος19.1.25

    Αγαπητέ blogger αν και παλιό το θέμα σας, σχολιάζω τώρα μιας και το πέτυχα πρόσφατα.
    Κατ' αρχάς σας ευχαριστώ γιατί χάρη σε εσάς έψαξα και εγώ να βρω τις εκδόσεις Ντέτσικα. Πριν λίγα χρόνια είχα πετύχει σε ένα παλαιοβιβλιοπωλείο νομίζω το Νησί του Θησαυρού και τον Ροβινσώνα αλλά νόμιζα πως ήταν διασκευές και δεν έδωσα σημασία. Δυστυχώς δεν είχα πετύχει την ανάρτησή σας και έτσι το Νησί του Θησαυρού ακόμα το ψάχνω.

    Είναι όντως όπως τα λέτε: εκδόσεις-φάντασμα και απορεί κανείς πως όχι μόνο στην βιβλιονετ δεν είναι καταχωρημένες αλλά και σε κανένα - σχεδόν - site βιβλιοπωλείων. Οπότε χάρη σε εσάς ανακάλυψα ότι τελικά πρόκειται για τις πλήρεις εκδόσεις. Με ένα ψάξιμο (όσο μπόρεσα δηλαδή να βρω), πρέπει να έβγαλε στο μικρό διάστημα λειτουργίας του εκδοτικού, τους ακόλουθους κλασικούς τίτλους: 1) Όλιβερ Τουίστ, 2) Το νησί του θησαυρού, 3) Οι περιπέτειες του Ροβινσώνα Κρούσου, 4) Το μαύρο βέλος, 5) Τα ταξίδια του Γκάλλιβερ, 6) Λόρδος τζιμ, 7) Μιχαήλ Στρογκώφ, 8) Ο τελευταίος των Μοϊκανών και 9) Κιμ. Οπότε τελικά ο Όλιβερ Τουίστ δεν έχει μεταφραστεί πλήρως μόνο από την Εστία, Γκοβόστη και Πατάκη αλλά τελικά και από τις εκδόσεις Ντέτσικα.

    Σχετικά με την αισθητική των εκδόσεων είναι όπως τα λέτε πολύ όμορφες. Λείπει μόνο η εικονογράφηση οπότε και θα ήταν εξαιρετικές.

    Και κλείνω με μια μικρή διαφωνία μαζί σας την ύπαρξη διασκευών. Προσωπικά δεν τις βλέπω ως βιασμό ενός έργου αφού ίσως μια διασκευή αγγίξει περισσότερο κάποιον παρά το πλήρες έργο (το οποίο να είμαστε ειλικρινείς φέρει πολλές φορές στοιχεία τα οποία ειναι αδιάφορα για έναν μέσο άνθρωπο). Υπάρχουν πολλες κατηγορίες αναγνωστών αλλά υπάρχουν και αυτοί που δεν διαβάζουν δυστυχώς καθόλου. Οπότε ίσως αυτό τους βοηθήσει (και γιατί όχι άλλωστε).

    Περιμένουμε καινούργιες κριτικές. Ευχαριστώ και πάλι!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Πολύ χάρηκα με το σχόλιό σας. Γενικά που ακόμα αφήνουν σχόλια στα μπλογκς και ειδικά που βρήκατε και εκτιμήσατε τις εκδόσεις Ντέτσικα. Είναι κρίμα που δεν συνέχισαν αλλά και τόσα που έδωσαν λίγα δεν είναι. Ανέτρεξα σε αυτές μόλις για να δω αν έχουν εικονογράφηση, θυμόμουν ότι είχαν. Αλλά τις μπερδεύω με άλλες, φαίνεται.

      Αυτά που φαίνονται αδιάφορα σε έναν μέσο άνθρωπο, είναι αυτά ακριβώς που κάνουν ενδιαφέρουσα την λογοτεχνία. Και αν αξίζει κάποιος να ασχοληθεί μαζί της, ας το κάνει χωρίς να χάνεται το πραγματικό ενδιαφέρον που κρύβει. Παρόλο που δεν συμπαθώ τις διασκευές, δεν έχω και ιδιαίτερο θέμα μαζί τους. Με ενοχλεί λίγο περισσότερο όμως όταν γίνονται διασκευή κλασικά έργα -- και συνήθως είναι τα ίδια κάθε φορά -- που έχουν την ατυχή ιδιαιτερότητα να διαβάζονται και ως παιδικά/εφηβικά, με αποτέλεσμα ένας ενήλικας σχεδόν ποτέ να μην καταφέρνει να τα χαρεί στην πλήρη μορφή τους.

      Διαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Κουβεντολόι με μια μούμια!

Σημ: Εδώ λέγονται ιστορίες μόνο για αραχνιασμένα κρανία, οι "ψεκασμένοι" θα απομακρύνονται διακριτικά.

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

En passant

  Το «Αν πασάν» είναι ένας σκακιστικός κανόνας, περιθωριακός και άγνωστος αλλά ιδιαιτέρως αποτελεσματικός και σημαντικός. Στις αρχικές τους κινήσεις, τα πιόνια έχουν το δικαίωμα να κινηθούν ένα ή δύο τετράγωνα μπροστά. Αν επιλέξουν να κινηθούν δύο τετράγωνα μπροστά και ένα αντίπαλο πιόνι βρίσκεται σε τέτοια θέση ώστε να μπορούσε να το αιχμαλωτίσει αν το πιόνι που κινήθηκε δυο τετράγωνα αποφάσιζε να κινηθεί μόνο ένα, τότε, έχει το δικαίωμα να το αιχμαλωτίσει και σε αυτή την περίπτωση που κάνει δύο βήματα. Έχουμε δηλαδή, αν πασάν... αιχμαλωσία εν τη διελεύσει. Είναι δυσνόητο στην περιγραφή αλλά αρκετά ξεκάθαρο στην πράξη. Βέβαια, όταν είσαι αρχάριος σκακιστής και το συναντήσεις πρώτη φορά σε ηλεκτρονική παρτίδα, τότε πείθεσαι ότι κάποιο «bug» έχει η ιστοσελίδα, ότι σε χακάρανε ή ότι άρπαξες όλες τις ιώσεις του κυβερνοχώρου. Τα βιβλία του Ναμπόκοφ, μου προσφέρουν την ισχυρή εντύπωση ότι αποτελούν ένα συνεχές λογοτεχνικό en passant, σε αιχμαλωτίζουν εν τη διελεύσει.

Αποδοχή cookies

«Ευτυχώς, αν θέλει κάποιος να βρει μεστές απόψεις για καλά βιβλία, υπάρχουν ήδη πολύ αξιόλογα βιβλιοφιλικά μπλογκ, όπως το κορυφαίο, του Librofilo ή το αγαπημένο του, του Μαραμπού» . Να ξέρετε ότι όταν μου δίνουν γλυκό, έστω και σε μορφή βιβλίου, το αποδέχομαι αμέσως. Επίσης, να ξέρετε ότι ενίοτε μπορεί να γράφω για βιβλία που δεν έχω διαβάσει, όλοι το κάνουμε αυτό, απλώς οι περισσότεροι εντελώς αποτυχημένα, αλλά ποτέ δεν γράφω για βιβλίο που δεν μου άρεσε προφασιζόμενος το αντίστροφο∙ όλοι το κάνετε και αυτό, απλώς οι περισσότεροι εντελώς αποτυχημένα. Το βιβλίο είναι δώρο της συγγραφέα, καλής διαδικτυακής φίλης, και η άποψή μου για αυτό ολότελα υποκειμενική – ξέρω, απανωτά σοκ! – και ουδεμία σχέση έχει με την αντικειμενική κριτική που από καιρό θα έπρεπε να γίνει αντικείμενο κριτικής, τουλάχιστον στην Ελλάδα. Από το να μασήσω τα λόγια μου, θα προτιμήσω τα μπισκότα. «Όχι πως δεν ήταν επηρεασμένος και από το ιστολόγιο «Πιπέρι και σπασμένες γραμμές» με τις λαχταριστές αναρτήσεις σχετικά ...

Το Δώρο

Θα μπορούσε ο Στέφανος Ξενάκης να είναι ο Στέφανος Δαίδαλος του σήμερα; Ή να το αλλάξω κάπως για να ’χουμε καλό ρώτημα: θα μπορούσε ο Τζέημς Τζόυς (μαζί και οι όποιες καλλιτεχνικές μεταμορφώσεις του) να γίνει ένας motivational speaker της σημερινής εποχής; Κανείς πλέον (αν υποθέσουμε ότι μπορούσε κάποτε) δεν διαβάζει τον «Οδυσσέα». Δεν μπορεί να αντέξει ότι αυτό το βιβλίο τον περιγράφει, ακόμα και σήμερα ή και περισσότερο σήμερα, τόσο καλά παρά την μοναδικότητα του κάθε ανθρώπου. Του αφιερώνει μία μέρα τον χρόνο, την σημερινή (παρόλο που άλλαξε η μέρα, το blogger έμεινε σταθερά πίσω!), και μετά τον στέλνει αδιάβαστο. Αν κάποιος όμως του σερβίρει για πρωινό όμορφες φράσεις με γαρνιτ ούρα υπέροχα σκίτσα, τότε μπορεί να νιώσει στιγμιαία χαρά και να βελάζει σαν ανέφελο πρόβατο στα λιβάδια του χρόνου. 

Kinds of kindness

Τα περισσότερα μαγαζιά έχουν ήδη στολίσει με ελλειμματικό γούστο, οι κουραμπιέδες άρχισαν να ανταγωνίζονται τα μελομακάρονα – και τα δυο μαζί την Dubai chocolate –, η Black Friday με τις ασυναγώνιστες τιμές της θα κοντράρει στα ίσα την αληθινή ύπαρξη του ΑΙ Βασίλη, ο καιρός προσπαθεί να τα βρει με τον απορυθμισμένο θερμοστάτη του και γενικά είμαστε μια ωραία ατμόσφαιρα είμαστε. Και μέσα σε όλα αυτά, οι δημοσιογράφοι, οι αθλητές, η εκκλησία, τα ιδρύματα, οι πολιτικοί (που είναι για τα ιδρύματα) θα δείξουν το καλοσυνάτο πρόσωπό τους στους ταλαίπωρους ετούτου του κόσμου. Και μην ξεχνάμε, ότι κυρίως τα Χριστούγεννα είναι για τα παιδιά – και για όλα εκείνα που γιόρταζε η πρόσφατη «Παγκόσμια Ημέρα κατά της Κακοποίησης των παιδιών». «Πάντοτε, τα Χριστούγεννα έβγαζαν στους ανθρώπους τον καλύτερο αλλά και τον χειρότερο εαυτό τους».    

Ασκήσεις μνήμης

  Τις ασκήσεις ύφους τις κατέκτησε σε βαθμό που λίγοι συγγραφείς φτάνουν , με τις ασκήσεις μνήμης όμως κανείς άνθρωπος δεν τα βγάζει εύκολα πέρα. Όλοι μας γράφουμε autofiction από 8 χρονών – Περιγράψτε μας τα πιο ωραία σας Χριστούγεννα – τα νεύρα μου! Το autofiction πλέον μοιάζει να είναι ένας ευφημισμός για να αποδεχόμαστε κάποιες συγγραφικές μετριότητες ως κάτι παραπάνω από αυτό που είναι. Είναι προσβολή να θεωρείς ότι ο Τζόυς ή ο Σελίν (που επιτέλους σε λίγες μέρες θα εκδοθεί το «Θάνατος επί πιστώσει»∙ Γκάλοπ: ποιο άργησε περισσότερο; Το Μετρό Θεσσαλονίκης ή το βιβλίο του Σελίν;) έγραψαν autofiction. Το ίδιο ισχύει και για τον Καλβίνο στη συγκεκριμένη συλλογή. Δεν θα ξεχάσουμε και αυτά που ξέρουμε! «Μόνο πετώντας πράγματα μπορώ να βεβαιωθώ πως ακόμα δεν έχει πεταχτεί κάτι από μένα, κάτι που ίσως να μην είναι ούτε και θα είναι για πέταμα» .  

Βαρύ περιστατικό

Συγγραφείς με χιούμορ δεν χαίρουν ιδιαίτερης εκτίμησης, θεωρώ, από το αναγνωστικό κοινό. Ποιος ξέρει πόσα ελαττώματα πασχίζει να κρύψει πίσω από αυτό, θα σκέφτονται, και δεν μπορεί, κάποιο ελάττωμα θα έχει να κάνει σίγουρα και με την συγγραφή. Επίσης το χιούμορ αξιώνει ευφυΐα και το κοινό δεν θέλει να περνιέται για ηλίθιο. Ο Άμπροουζ Μπιρς με τις διάσημες σατιρικές ιστορίες του και τα σκωπτικά λήμματα θα μπορούσε να θεωρηθεί ένας τέτοιος∙ καλός για να χαμογελάμε πού και πού, μας κάνει ενίοτε και τον έξυπνο, αλλά δεν πειράζει, καλή καρδιά. Ίσως να ήταν έτσι – αν και δεν συμμερίζομαι καθόλου αυτή την άποψη – αν δεν έγραφε τα διηγήματα από τις εμπειρίες του στον Αμερικανικό Εμφύλιο. Σκλάβος του για πάντα!    

The Elephant Man

Υπάρχει ένας ελέφαντας στο δωμάτιο – όχι ρε, δεν εννοώ εσάς, φάτε ελεύθερα όσο θέλετε! – και αυτός δεν είναι άλλος από τον ίδιο τον άνθρωπο. Οξύμωρο, καταλαβαίνω, αλλά στο περίκλειστο δωμάτιο που είναι ο κόσμος ολάκερος, αν θες να παραμένεις ανθρώπινος πρέπει να έχεις καρφωμένα τα μάτια σου στον ελέφαντα. «–Είναι επειδή, με τον τρόπο που ο κερατάς σου παρουσιάζει τα πράγματα, παραέδινε την εντύπωση ότι έφτυνε κατάμουτρα το είδος για το οποίο πέθανε ο Κύριός μας. Δεν είχες την αίσθηση ότι υπέγραφες υπέρ των ελεφάντων αλλά εναντίον των ανθρώπων» . Διαβάζω το βιβλίο του Ρομαίν Γκαρύ περίπου από τον Ιούλιο, κυρίως επειδή τα μεγάλα βιβλία τα διαβάζω τραπεζίως , δηλαδή ανάμεσα σε άλλα μικρότερα αναγνωστικά γεύματα (και τις τελευταίες μέρες και κυριολεκτικά)∙ αλλά αυτό δεν με ενοχλεί καθόλου γιατί υπήρξε ένα από τα καλύτερα βιβλία που διάβασα τα πολλά τελευταία χρόνια, και αν δεν ανανέωσε την πίστη μου στον άνθρωπο, τουλάχιστον ανανέωσε εκείνη στο μυθιστόρημα: «ο καθείς και οι ελέφαντές του, ...

100% cotton

Μπορεί τον τελευταίο χρόνο να δουλεύω στον τριτογενή τομέα παραγωγής και συγκεκριμένα σε στεγνοκαθαριστήριο – φροντίζοντας να μην τα κάνω μούσκεμα με τα ρούχα… ενώ τα κάνω μούσκεμα! – και να χαζεύω στα ταμπελάκια τι ποσοστό επί τοις εκατό βαμβάκι περιέχουν – πολυεστέρα, κερδάμε! – αλλά υπήρξαν σκληρές εποχές που δεν βελτιώθηκαν και ιδιαίτερα για πολλούς ανθρώπους, που για 100% βαμβάκι πληρωνόσουν ένα υποπολλαπλάσιό του και θα έπρεπε να λες και ευχαριστώ από πάνω. «Η αχαριστία αποτελεί συστατικό στοιχείο του χαρακτήρα των ανθρώπων σε τέτοιο βαθμό, που είναι προτιμότερο να τη θεωρεί κανείς προκαταβολικά δεδομένη και να μη στενοχωριέται» . Εδώ το ίδιο σου το πλυντήριο δεν είναι αξιόπιστο (στους χρόνους) και δεν λέει την αλήθεια, γιατί περιμένεις να το κάνουν οι άνθρωποι;

Το κτίσμα

  Τώρα που έφτασε αισίως 46 Αυγούστου και χειμώνιασε για τα καλά, ποιος δε θα ήθελε να διαβάσει μία καλή ιστορία δίπλα στο τζάκι! Τι γίνεται όμως αν το τζάκι, και συγκεκριμένα η καμινάδα, είναι το θέμα της ίδιας της ιστορίας; Μην σας παγώνει αυτό, γιατί την ιστορία την έγραψε ο Χέρμαν Μέλβιλ και τίποτα δεν μπορεί να πάει στραβά όταν συμβαίνει αυτό. Η λογοτεχνία του είναι πάντα πρόσφορη σε αναλύσεις που θεωρητικά θα βελτίωναν την κατανόηση που κρύβεται βαθιά στα θεμέλια κάθε έργου του, αλλά ταυτόχρονα ίσως θα κατέστρεφε τα οφέλη που υπάρχουν στα υψηλότερα διανοητικά πατώματα, απόρροια της μαγευτικής του αρχιτεκτονικής γραφής – «Ή, μάλλον, αυτή η ίδια δίνει απαντήσεις ασταμάτητα, ασταμάτητα ταλανίζοντάς με μ’ αυτή την τρομερή της ζέση για βελτίωση, η οποία δεν είναι παρά μια ελαφρότερη απόδοση της λέξης καταστροφή».