Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Σαν ναυαγοί, σαν ροβινσώνες


Ο βιασμός ενός βιβλίου και ενός συγγραφέα γίνεται με τις διασκευές. Συγγραφείς μεγάλου βεληνεκούς και εξαιρετικού κύρους όπως ο Ντάνιελ Ντιφόου, ο Ρόμπερτ Στήβενσον, ο Ιούλιος Βερν και ο Τζόναθαν Σουίφτ (με την ευκαιρία, να ξαναπώ ότι «Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ» είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία. Δεν είναι απλώς ένα από τα καλύτερα βιβλία του είδους· ή του 18ου αιώνα· ή της αγγλοσαξονικής λογοτεχνίας. Πέρα από κάθε είδους περιορισμό, τροπικό, χρονικό ή χωρικό, το βιβλίο του Σουίφτ είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία που έχουν γραφτεί επί γης) αντιμετωπίζονται από το αναγνωστικό συγγραφικό φαντασιακό σαν μικρομέγαλοι συγγγραφίσκοι που είχαν κόλλημα με την παιδική ηλικία και ανακλύκλωναν απλοϊκές ιστορίες που δεν πρέπει να διαβάζονται μετά τα δώδεκα – λες και το να είσαι παιδί είναι ιδιότητα μόνο ενός παιδιού. Κούνια που σας κούναγε! 

Οι διασκευές τέτοιων βιβλίων για μένα είναι θεμιτές, υπό έναν όρο όμως: ότι θα υπάρχουν σε ευρεία κυκλοφορία οι πλήρεις εκδόσεις τους. Ο λόγος που δεν έχω διαβάσει τον «Ροβινσώνα Κρούσο» και «Το νησί του θησαυρού» ήταν γιατί ποτέ δεν βρήκα τις πλήρεις εκδόσεις τους, ει δυνατόν σε αξιοπρεπείς μεταφράσεις, και σε ενήλικο περιτύλιγμα – κάνεις που κάνεις τις διασκεύες (μικρές ή μεγαλύτερες), τις ντύνεις κιόλας με χαζοχαρούμενες ζωγραφιές για να είσαι σίγουρος ότι το αναγνωστικό κοινό θα μισήσει ακόμα περισσότερο αυτούς τους συγγραφείς. Πολλοί ανανγώστες, υποψιάζομαι ότι θεωρούν αδιανόητο να διαβάσουν σε διασκευή τον «Δον Κιχώτη», πάντοτε θα αναζητούν μία καλή έκδοση να την διαβάσουν και να την καμαρώνουν στη βιβλιοθήκη τους. Πώς γίνεται όμως να περιφρονούνται και να απαξιώνονται βιβλία όπως ο «Ροβινσώνας Κρούσος», «Το νησί του θησαυρού» και «Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ», είναι σε μένα αδιανόητο, τώρα. Τα βιβλία και τα γιαούρτια (ακόμα και αν μου τα πετάτε στον δρόμο) προτιμώ να είναι πλήρη! 

Τα εντόπισα εντελώς τυχαία σε ένα μπαζάρ βιβλίων. Μου τράβηξαν την προσοχή τα χρωματικά έντονα εξώφυλλα με τις καλαίσθητες ζωγραφικές συνθέσεις στο κέντρο τους – όλες της Πόλυ(ς) Κάνιστρα. Πρόκειται για εκδόσεις πολυτελείας· αυτό που θα ονόμαζα εγώ τουλάχιστον πολυτελείας – ένας αναγνώστης που δεν είναι συλλέκτης, και επιπλέον φτωχός πλην τίμιος. Είναι καλοδεμένα βιβλία, με όμορφο χαρτί, ενδιαφέρουσα γραμματοσειρά και με μία αίσθηση ιδιαιτερότητας που την αντιλαμβάνεσαι αμέσως μόλις τα πιάσεις, και λείπει ακόμα και από τις πιο καλαίσθητες εκδόσεις των γνωστών εκδοτών που όλοι ξέρουμε. Σαν να έγιναν μόνο και μόνο για να τιμήσουν το πολύτιμο περιεχόμενό τους! Αφού ξεπέρασα αυτό το αρχικό σοκ και δέος, τα άνοιξα για να τσεκάρω τις μεταφράσεις. Και άγνωστοι να μου ήταν οι μεταφραστές, θα αγόραζα ένα δυο από αυτά τα βιβλία όπως και να ’χε. Φανταστείτε την έκπληξή μου όταν είδα ονόματα όπως Άρης Μαραγκόπουλος, Αγορίτσα Μπακοδήμου, Βανέσσα Α. Λάππα, Σοφία Ανδρεοπούλου, κα. Αγόρασα μεμιάς για μένα τις «Περιπέτειες του Ροβινσώνα Κρούσου» του Ντιφόου, «Το νησί του θησαυρού» και «Το μαύρο βέλος» του Στήβενσον, τον «Λόρδο Τζιμ» του Κόνραντ, αγόρασα ένα ακόμα «Νησί του θησαυρού» και έναν «Γκιούλιβερ» για δώρα, και έβαλα ενέχυρο και ένα νεφρό μου για να βγάλω τον μήνα. 

Ψάχνοντας στο διαδίκτυο πληροφορίες για τις εκδόσεις ώστε να βρω μια φωτογραφία των βιβλίων για να βάλω στις αναρτήσεις, δεν έβρισκα τίποτα. Ούτε φωτογραφίες, ούτε αναφορές. Πληκτρολογώντας «Εκδόσεις Ντέτσικα» βρήκα μόνο μερικές πληροφορίες για την τότε διεύθυνση και τα τηλέφωνα της εταιρείας, ό,τι δηλαδή αναφέρεται και στα βιβλία. Το μόνο στοιχείο που μπορείς να εξαγάγεις είναι ότι τα βιβλία αυτά, εκδόθηκαν μεταξύ 1996-1999 περίπου. Το πιο κουλό απ’ όλα είναι ότι όταν πληκτρολογείς το ISBN σε βάσεις δεδομένων όπως η Βιβλιονέτ ή και γενικότερα, δεν επιστρέφει κανένα αποτέλεσμα – μοναδικός αριθμός σού λένε μετά! Πραγματικές εκδόσεις-φάντασμα, who ya gonna call? Ο βιβλιοθηκονόμος μέσα μου απορεί, ο αναγνώστης αδιαφορεί, και ο συλλέκτης (μια ιδιότητα που σπανιότατα εμφανίζεται στο προσκήνιο) καμαρώνει. Εννοείται ότι θα ασχοληθούμε και με τα άλλα βιβλία των συγκεκριμένων εκδόσεων και φυσικά, οι «Εκδόσεις Ντέτσικα» θα λάβουν τιμητική ετικέτα στο μπλογκ μου. Να ζηλεύετε εσείς οι υπόλοιποι εκδότες! Ας περάσουμε όμως και λίγο στο βιβλίο, πριν ναυαγήσει το ενδιαφέρον σας. 

[…] «Νεαρέ», πρόσθεσε, «πίστεψέ με, αν δεν επιστρέψεις, όπου κι αν πας, παντού θα αντιμετωπίζεις μονάχα καταστροφές και απογοητεύσεις, ώσπου να εκπληρωθούν τα λόγια του πατέρα σου.» 

Ο «Ναυαγός» με τον Τομ Χανκς και οι ψυχαναλυτικές δηλώσεις μπροστά στην κάμερα των παικτών του «Survivor» και του «Nomads» αποτελούν δύο σύγχρονες εκδοχές που πατάνε στον αρχετυπικό μύθο του Ντιφόου. Και ο ίδιος ο Ντιφόου ενδεχομένως να πατάει σε… αρχετυπικότερους μύθους αλλά με το συγκεκριμένο βιβλίο του έθεσε ένα ορόσημο στην λογοτεχνία που αξίζει να εκτιμηθεί και από ενήλικες αναγνώστες. 

[…] «Η αρχετυπική ιστορία ξεθάβει μια παγκόσμια ανθρώπινη εμπειρία που στη συνέχεια λαμβάνει την μορφή μίας μοναδικής έκφρασης με συγκεκριμένα πολιτιστικά χαρακτηριστικά. Η στερεότυπη ιστορία αντιστρέφει αυτό το μοτίβο: παρουσιάζει ένδεια τόσο στο περιεχόμενο όσο και στη μορφή. Αρκείται σε μια περιορισμένη εμπειρία με συγκεκριμένα πολιτιστικά χαρακτηριστικά την οποία επενδύει με ξεπερασμένες, αφηρημένες γενικολογίες.» 



Έπεσα στο παραπάνω απόσπασμα καθώς φυλλομετρούσα το «Σενάριο» του Robert McKee που απέκτησα πρόσφατα, και νομίζω ότι είναι το πλέον ταιριαστό για το βιβλίο του Ντιφόου. Ο Ροβινσώνας Κρούσος είναι ο κάθε νέος άνθρωπος που επιθύμησε κάποια στιγμή να διεκδικήσει την ανεξάρτησία του απέναντι στα δεσμά της οικογένειας αρχικά, και της κοινωνίας στην συνέχεια. Η εξερεύνηση, οι μικροκακουχίες, τα ταξίδια, το ναυάγιο, η επιβίωση, η ανεξαρτησία, τα βάσανα, οι χαρές, όλα τους είναι φανερότατες αληγορίες μιας πανανθρώπινης ψυχικής και συναισθηματικής ανάγκης που αργά ή γρήγορα εκδηλώνεται εντός όλων μας. Καθώς προχωρούσε η ανάγνωση διαπίστωνα εκλεκτικές συγγένειες ανάμεσα στο βιβλίο του Ντιφόου και στο έργο του Τζέημς Τζόυς, κυρίως στο «Πορτραίτο του καλλιτέχνη σε νεαρή ηλικία». Η διάθεση του Ροβινσώνα να ξεφύγει από το μέλλον που του ετοιμάζει ο πατέρας του και η κοινωνία που εκείνος ζει· η πεποίθηση ότι κάθε κακό που του συνέβη ήταν λόγω της βαθύτατης «αμαρτίας» να εναντιωθεί στον πατέρα του και στην κοινωνία· η εν πολλοίς ανεπιτυχής προσπάθεια να προσεγγίσει τον Θεό και να ζητήσει συγχώρεση· η σταδιακή αποδοχή της ιδιαίτερης προσωπικότητας του και η ολοκλήρωση του εαυτού του· όλα αυτά είναι στοιχεία που συναντάμε συχνά στον Τζόυς, κυρίως στο Πορτραίτο αλλά και σε όλη την έκταση του έργου του, και σκέφτηκα, δεν μπορεί, σίγουρα ο Ντιφόου θα υπήρξε ισχυρή επιρροή για αυτόν. Μια πρόχειρη αναζήτηση εμφάνισε μια διάλεξη που έκανε ο Τζόυς το Μάρτιο του 1912 στο πανεπιστήμιο της Τεργέστης και συμπεριλαμβάνεται στα κριτικά δοκίμιά του, τα οποία πότε στα κομμάτια επιτέλους θα εκδοθούν στα ελληνικά; Παραθέτω το απόσπασμα όπως ακριβώς το εντόπισα

[…] «The true symbol of the British conquest is Robinson Crusoe, who, cast away on a desert island, in his pocket a knife and a pipe, becomes an architect, a carpenter, a knife grinder, an astronomer, a backer, a shipwright, a potter, a saddler, a farmer, a tailor, an umbrella-maker, and a clergyman. He is the true prototype of the British colonist, as Friday (the trusty savage who arrives on an unlucky day) is the symbol of the subject races. The whole Anglo-Saxon spirit is in Crusoe: the manly independence; the unconscious cruelty; the persistence; the slow yet efficient intelligence… the practical, well-balanced religiousness; the calculating taciturnity. Whoever rereads this simple, moving book in the light of subsequent history cannot help but fall under its prophetic spell.» 


Την μετάφραση διεκπεραίωσε με πολύ ωραίο τρόπο ο Άρης Μαραγκόπουλους – αν δεν πρόκειται για κάποιον συνονόματο αρχαίο ρωμαίο μεταφραστή, τότε πρόκειται απλώς για ένα μικρό παρόραμα, από τα ελάχιστα της έκδοσης. Αυτό που παρατήρησα και μου έκανε εντύπωση, συγκρίνοντας εντελώς τυχαία με μία ψηφιακή έκδοση του Ροβινσώνα που κατέβασα από το Amazon, είναι ότι στην πρωτότυπη έκδοση υπάρχουν κεφάλαια ενώ στην έντυπη δεν υπάρχει σαφής διαχωρισμός των κεφαλαίων, το ένα από το άλλο χωρίζεται μόνο με μία απλή αλλαγή παραγράφου. Δεν είναι δα και ασυγχώρητο αυτό αλλά δεν καταλαβαίνω γιατί έγινε. Ας πούμε ότι «παραπλανά» κάπως, αν δεν είχα ιδέα του πρωτοτύπου θα νόμιζα ότι ο Ντιφόου το έγραψε ως ένα μονοκόμματο βιβλίο. Στο «Νησί του θησαυρού» για παράδειγμα, διατηρείται ο διαχωρίσμος σε πολλά μικρά κεφάλαια, όπως ακριβώς και στο πρωτότυπο. Τέλος πάντων, για μένα αυτό είναι ψιλά γράμματα από την στιγμή που η μετάφραση είναι σωστή, το κείμενο πλήρες και η έκδοση θαυμάσια. Σε άλλη περίπτωση ίσως να με εκνεύριζε αυτή η αλλοίωση, το ’χουν αυτοί οι συγγραφείς φαίνεται να αλλοιώνονται με τον έναν ή τον άλλο τρόπο! 

Μοιάζει εκ πρώτης όψεως με μια απλή θαλασσινή ιστορία, μα είναι κάτι πιο βαθύ που σε αποζημιώνει. Αν εξαιρέσει κανείς μερικές ημερολογιακές καταγραφές που στα μάτια ενός σύγχρονου αναγνώστη μπορεί να φαντάζουν έως και βαρετές, το υπόλοιπο κείμενο εντυπωσιάζει με την απύθμενη εσωτερική ενδοσκόπηση του ήρωα, που συνήθως συναντούμε σε πιο σύγχρονα και μοντέρνα, από άποψη ύφους, βιβλία. One man show είναι το βιβλίο του Ντιφόου και χρειάζεται πολύ ταλέντο εκ μέρους του συγγραφέα για να παρουσιάσει με βάθος και ενδιαφέρον έναν ουσιαστικά παντέρημο χαρακτήρα που βολοδέρνει σε ένα ξεχασμένο ερημονήσι – όλη αυτή η πρακτικότητα της επιβίωσης και οι ημερολογιακές καταγραφές, συνδυάζονται εξαιρετικά με την εσωτερίκευση του ατόμου δημιουργώντας ένα ασύλληπτο σύνολο. Μεταθέστε νοερά αυτή την συγγραφική συνθήκη οπουδήποτε έξω από το συγκείμενό της και θα πάρετε τα ίδια εκπληκτικά αποτελέσματα – οι ναυτικές περιπλανήσεις και τα ναυάγια ήταν απλώς ένα συνηθισμένο θέμα της εποχής, μην ξεγελιέστε από αυτό. Επίσης, δεν είναι καθόλου σκληρό βιβλίο, τουλάχιστον όχι παραπάνω από όσο είναι η ίδια η ζωή. Δεν υπάρχει λόγος να πω περισσότερα για την πλοκή, ήδη οι πιο πολλοί γνωρίζετε την ιστορία – όχι όμως στις αληθινές της διαστάσεις, αν την έχετε διαβάσει σε διασκευή. Μια ακόμα συγγένεια με τον Τζόυς, αλλά για διαφορετικούς λόγους, ας είναι και τούτη: πολλοί ισχυρίζονται ότι τον έχουν διαβάσει αλλά λίγοι το έχουν κάνει πραγματικά! «Οι στερεότυπες ιστορίες περιορίζονται στην πατρίδα τους, ενώ οι αρχετυπικές ταξιδεύουν», αποφαίνεται σε κάποιο άλλο σημείο του βιβλίου του ο Robert McKee και ένας γνήσιος ταξιδευτής όπως ο Ροβινσώνας Κρούσος δεν θα είχε απολύτως καμία αντίρρηση πάνω σ’ αυτό. 

[…] «Όσοι μάλιστα διαβάζουν την ιστορία μου, να προσέξουν ιδιαίτερα το εξής, πόσο δηλαδή συχνά, στη διάρκεια της ζωής μας, εκείνο ακριβώς το κακό που θέλουμε να αποφύγουμε περισσότερο από οτιδήποτε στον κόσμο και που, όταν πέσουμε μέσα του, είναι ό,τι χειρότερο μάς έχει τύχει, μερικές φορές αποτελεί αυτό το ίδιο, τον μοναδικό δρόμο ή πόρτα για τη λύτρωσή μας, απ’ όπου και μόνο μπορούμε να ανυψωθούμε πάλι από τη δυστυχία στην οποία είχαμε πέσει.»

Σχόλια

  1. Εξαιρετική η εκδοχή του Μισέλ Τουρνιέ στο βιβλίο "Παρασκευάς ή στις μονές του Ειρηνικού".
    https://www.politeianet.gr/books/9789602560631-tournier-michel-exantas-paraskeuas-i-stis-mones-tou-eirinikou-172919


    Φλασιά:

    Ο Ροβινσών στη Μύκονο, Γιώργος Ρωμανός
    https://www.youtube.com/watch?v=05JO21EIpHI

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ε λοιπόν αυτό το βιβλίο του Τουρνιέ αναφέρθηκε και χθες από κάποιον φίλο στο φβ. Το είχα δει παλιότερα αλλά το είχα ξεχάσει. Αφ' ενός γιατί δεν είχα διαβάσει ακόμα τον Ροβινσώνα, αφ'ετέρου είχε κάτι ακατανόητο η περιγραφή του οπισθόφυλλου, όπως διαπιστώνω ξανά. Έχοντας όμως διαβάσει τον Ροβινσώνα, δεν πτοούμαι από αυτά. Καταλαβαίνω πού περίπου θα το πηγαίνει ο Τουρνιέ. Ο Ροβινσώνας με εντυπωσίασε βαθύτατα, είχε μια εξαιρετική αυτοανάλυση που δεν περίμενα να την συναντήσω στο βιβλίο. Θαυμάσιο! Στο καπάκι διαβάζω «Το νησί του θησαυρού» του Στήβενσον, και ενώ είναι τέλεια η ιστορία και η γραφή, του λείπει αυτή η βαθύτητα που είχε ο Ροβινσώνας. Ίσως αδικώ τον Στήβενσον που τον διαβάζω αμέσως μετά τον Ντιφόου. θα δείξει.

      Υ.Γ. Τον Χατζιδάκι τον ψιλοβαριέμαι και τον Γκάτσο το ίδιο (αν και λιγότερο), παρόλα αυτά το άκουσα το τραγουδάκι σας γιατί σκέφτηκα, αν τύχει και ναυαγήσω σε ένα ερημονήσι και έχω μόνο αυτό το cd για να ακούω μέχρι να τελειώσουν οι μπαταρίες; :p

      Διαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Κουβεντολόι με μια μούμια!

Σημ: Εδώ λέγονται ιστορίες μόνο για αραχνιασμένα κρανία, οι "ψεκασμένοι" θα απομακρύνονται διακριτικά.

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

Ποίηση χωρίς τέλος

  Αυτή η χρονιά θα ξεκινήσει ακριβώς όπως τελείωσε: με ποίηση. Συλλεκτική ανάρτηση, σπάνια θα ξαναδιαβάσετε τέτοια. Σπάω την παράδοση (και το ρόδι)! Ακόμα σπανιότερα εντυπωσιάζομαι από ποιητές και ποιήματα. Δεν με συγκινεί η συμπύκνωση του λόγου όταν του λείπει ένα είδος «φλυαρίας» – ψάχνω ποιήματα που είναι αμετροεπή με έναν δικό τους τρόπο και ταυτόχρονα στοχευμένα και ουσιώδη. Ποιήματα που δεν πολυπαίρνουν στα σοβαρά τον εαυτό τους καθώς τσαλαβουτούν χαρούμενα στον χυλό της ειρωνείας. Ποιήματα που, απ' ό,τι σωστά αντιλαμβάνεστε, δεν γράφει η πλειοψηφία των ποιητών. Με δυο λόγια, κυνηγώ το ανέφικτο. Αλλά, αυτό δεν κυνηγάμε όλοι στην έναρξη κάθε χρονιάς; Το φλουρί μου για φέτος – λίρα εκατό – ήταν η Βισουάβα ή Βισλάβα ή όπως αλλιώς, Σιμπόρσκα. Η παλιά ποίηση, η ορθόδοξη, είναι Εδώ!

Με ανώμαλους δεν μιλάω

  Ανωμαλία είναι να μην μπορεί μια γυναίκα να κυκλοφορεί άφοβα στους δρόμους, ανωμαλία είναι να πιστεύεις ότι τα εμβόλια σκοπό έχουν να προκαλέσουν περισσότερο κακό από ό,τι καλό, ανωμαλία είναι να νομίζεις ότι η λογοτεχνία σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, ανωμαλία είναι ακόμα το προφιτερόλ να έχει μόνο ένα σουδάκι μέσα, ανωμαλία είναι και ότι ο «Πατάκης» εξακολουθεί να μην εκδίδει Χέρμαν Μέλβιλ. Και πόσες ακόμα ανωμαλίες! Με τελευταία εκείνη του Ερβέ Λε Τελιέ, ενός συγγραφέα που αγάπησα οριστικά από ένα και μόνο βιβλίο του που είχα διαβάσει κάποτε, το «Όλα τα μανιτάρια τρώγονται», η ουλιπιανή έμπνευση που είχε οραματιστεί το facebook χρόνια πριν από τον δημιουργό του. Κάθε φορά που μπαίνετε στο facebook και αντικρίζετε την ερώτηση «Τι σκέφτεσαι;», ικανή να σας παρασύρει ασυγκράτητα να μας εμπιστευτείτε τις επικές σας μπούρδες, σχεδόν πάντα χωρίς καθόλου φιλτράρισμα και ουσία, να θυμάστε ότι ο Τελιέ κάποτε το έκανε… χίλιες φορές καλύτερα από εσάς, πιο δημιουργικά και κυρίως με περισσότερο χι

Dogs never bite me. Just humans.

    Ψόφια πράγματα το φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης – τουλάχιστον οι επιλογές μου – αλλά μόλις είδα ότι θα προβληθεί «Η εξουσία του σκύλου», που βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Τόμας Σάβατζ, ήξερα ότι θα ρεφάρω γιατί κακό σκυλί ψόφο δεν έχει. Και έτσι έγινε, η ταινία δεν με απογοήτευσε και μου θύμισε πόσο είχα αγαπήσει εκείνο το βιβλίο. Μια παραγωγή του Νέτφλιξ που θα είναι διαθέσιμη στην πλατφόρμα από την 1 Δεκεμβρίου ώστε να προλάβει να κάνει τον κύκλο της στις αίθουσες, με τον Κάμπερμπατς στον ρόλο του Φιλ, τον σωσία του Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν στον ρόλο του Τζορτζ και την ωραία Κίρστεν Ντανστ ως Ρόουζ. Η ταινία, όπως και το βιβλίο, σε πολλούς θα φανούν αργά, αδιάφορα και αλλόκοτα, λόγω του περιεχομένου αλλά η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για αριστοτεχνικές δημιουργίες με βάθος. Αντιγράφω εδώ το κείμενο που είχα γράψει στο «Διαβάζοντας» για να θυμάμαι ότι εκείνη η ανάγνωση μετράει ακόμα μέσα μου· σπάνιο, ομολογουμένως.

Dance with the Devil

  A long time ago in a galaxy (στην επαρχία) far, far away… όταν περνούσα την emo φάση μου και έκλαιγα χωρίς λόγο καθώς να καθάριζα κρεμμύδια είχα ανακαλύψει τυχαία ένα βιβλιαράκι που το αγόρασα με τα πρώτα λεφτά που είχα αποταμιεύσει σε ένα βιβλιάριο τραπέζης που είχε δεν είχε μέσα 30 δραχμαί. Εκείνο το βιβλίο ήτο κάποιου ψιλοάγνωστου Χόφμαν μεταφρασμένο υπό του σπουδαίου Καρυωτάκη – αργότερα, όταν οι ισορροπίες άλλαξαν εντός μου, κατάλαβα ότι ο Χόφμαν λειτούργησε κάπως σαν το… καρυωθραυστικό του ποιητή∙ ξέρω, ξέρω, πάγωσε η θάλασσα μέσα σας, μακάρι να βρείτε ένα βιβλίο να πέσει πάνω της σαν τσεκούρι – «το λογοπαίγνιο είναι ένα καυτό σίδερο για μπούκλες στο χέρι της τρέλας και με δαύτο λυγίζει τις σκέψεις» . Ο λόγος είναι ότι ο Χόφμαν αποδείχθηκε μια εξαίσια διαβολική μορφή της παγκόσμιας λογοτεχνίας και τα παιδιά του κυκλοφορούν ελεύθερα γύρω μας – ευτυχώς για αυτά, και για εμάς, είχε πάντοτε δουλειά, και μάλιστα σημαντική, να γράφει αριστουργήματα.

Του πολέμου / Στο άλογό μου

Τι γιορτάζουμε σήμερα; Το όχι, το ναι, το ίσως; Γιατί, ενώ όλοι ξέρουμε ότι το εθνικό φρόνημα σε ψηλώνει ως άνθρωπο, εξεγειρόμαστε τόσο πολύ όταν κάτι τέτοιο γίνεται και με τεχνητά μέσα, ας πούμε, με δεκάποντες γόβες; Γιατί μετά την παρέλαση όλοι πάμε και πίνουμε φρέντο εσπρέσσο, έναν τόσο χαρακτηριστικά ιταλικό καφέ; Τι θα συμβεί αν σε μία αντιπολιτευτική συνωμοσία όλοι συντονίσουν το... ένα στο δεξί; Το ένα στ' αριστερό αποκτά όντως βαρύνουσα σημασία όταν κυβερνά η Αριστερά, ή απλώς έχουμε συνηθίσει να το θεωρούμε ηθικό πλεονέκτημα της παρέλασης;

Η Αλίκη στις πόλεις

  Καλύτερα Αλίκη στις πόλεις των θαυμάτων παρά Ωραία Κοιμωμένη στο χωριό. Αυτή είναι η τελεσίδικη γνώμη μου. Αλλά τώρα που καλοκαίριασε δύσκολα να σας πείσω, το ξέρω. Τα ξαναλέμε when September ends. «Οι πόλεις δεν προσφέρουν μόνο υλικά οφέλη αλλά και ενθουσιασμό και την ευκαιρία να επαναπροσδιορίσει κάποιος τον εαυτό του. Για πολλούς πολίτες του Μάντσεστερ και του Σικάγου, η πόλη σήμαινε μια μορφή ελευθερίας. Αυτό ήταν κάτι που οι επικριτές της βικτοριανής πόλης δεν μπόρεσαν ποτέ να συλλάβουν: με τόσο σκότος και βρομιά δεν μπόρεσαν ποτέ να διακρίνουν τους τρόπους με τους οποίους η κοινότητα επαναπροσδιοριζόταν μέσα στη σύγχρονη βιομηχανική μητρόπολη». Όσοι πάλι επι-μένετε στις πόλεις πρέπει να προμηθευτείτε αμέσως το καταπληκτικό βιβλίο του Ben Wilson – γιατί αν εξαντληθεί θα το ψάχνετε στα επαρχιακά βιβλιοπωλεία!

Τελειωμένοι

    Είμαστε γεννημένοι ο ένας για τον άλλον. Τέλος. Αυτά στην αρχή, βέβαια. Γιατί μετά, ανάθεμα την ώρα που βρέθηκες μπροστά μου. Αυτή η σχέση των σχέσεων όμως, μπορεί κάλλιστα να επεκταθεί και στα βιβλία. Μόνο που σε μένα λειτούργησε αντίστροφα· ανάθεμα την ώρα που βρέθηκε μπροστά μου, είπα για αυτό το βιβλίο, μου το δάνεισαν επειδή δεν άρεσε (ωραίο προμόσιον), ήθελα από την άλλη να δω και την ταινία του Κάουφμαν , ας πάει στα κομμάτια, θα το ξεκινήσω, με την σκέψη ήδη από την αρχή να βάλω ένα τέλος όταν δω ότι δεν τραβάει το πράγμα. Αλλά, γαμώτο, τραβούσε. Για ελάχιστους αναγνώστες αυτό θα είναι το βιβλίο της ζωής τους, σύμφωνοι. Κι όμως. «Είναι εντυπωσιακό. Όταν βλέπεις κάποιον με τους γονείς του, αποδεικνύεται απτά ότι όλοι είμαστε αποτέλεσμα σύνθεσης» . Όπως ακριβώς και τα αξιανάγνωστα βιβλία, τα συγγραφικά παιδιά των δημιουργών τους – ξεράστε με την ησυχία σας και ελάτε πίσω. Μείνετέ μου πιστοί! Σας αγαπώ !

Θα φάτε τα μούτρα σας

  Πού βαδίζει η λογοτεχνία; Όπου και όπως βάδιζε πάντα, ελεύθερη και ασυμβίβαστη, ασυνόδευτη και ασυνόρευτη , πριν έρθει ο (κακός μας) καιρός με την πρόφαση του υποστηρίγματος/«υποστήριξης» κάποιοι να της προσφέρουν τα δεκανίκια της πολιτικής ορθότητας που θα την καθιστούσαν έκτοτε αδιανόητα στάσιμη. «Αυτό που βλέπουμε το σκεφτόμαστε, κι έτσι τελικά δεν το βλέπουμε, λέει ο Όλερ, ενώ άλλοι βλέπουν αυτό που βλέπουν χωρίς πρόβλημα, επειδή δεν το σκέφτονται αυτό που βλέπουν. Αυτό που αποκαλούμε αντίληψη είναι για μας κατά βάση στασιμότητα, ακινησία, τίποτα. Τίποτα. Οτιδήποτε έχει συμβεί το έχουμε σκεφτεί, δεν το έχουμε δει, λέει ο Όλερ» . Είδα και απόειδα λοιπόν με το… φαινόμενο Φερνάντα Μελτσόρ και είπα ό,τι βρέξει ας κατεβάσει! Βαδίζοντας στην εποχή των τυφώνων.

Η μέθοδος του Κούντερα

  Σε κάποιες περισσότερο κιτς εποχές ένα παρόμοιο χαστούκι σαν εκείνο του Γουίλ Σμιθ είχε ταράξει τα νερά της κοινωνικής μας ζωής. Η Νατάσα Αθήνη είχε χαστουκίσει την Δήμητρα Λιάνη στην παρουσίαση του βιβλίου της «10 χρόνια και 54 μέρες» – βέβαια, τώρα που τα συζητάμε, μπορεί να έχουν περάσει κοντά 30 χρόνια. Μια επισήμανση που μου ήρθε μόλις: όλες οι βιβλιοπαρουσιάσεις είναι για σφαλιάρες∙ συγγραφείς μην πέφτετε σε αυτή την παγίδα, μακριά. Τέλος πάντων, όταν η Δήμητρα δεν έγραφε βιβλία, διάβαζε, λένε, Κούντερα. Τότε ήταν πολύ της μόδας. Κούντερα από εδώ, Κούντερα από εκεί, είχαν τρελαθεί όλοι. Ποιος είναι ρε αυτός ο Κούντερας; Ήταν τελικά ένα πιο λογοτεχνικό Nitro όπως νόμιζαν αρκετοί; Γιατί τόσα χρόνια τον αντιμετωπίζουμε με αβάσταχτη ελαφρότητα; «Γιατί άραγε θέλει να κάνει έρωτα μαζί μου; αναρωτιόταν πολύ συχνά, αλλά δεν έβρισκε απάντηση. Ένα μόνο ήξερε, πως οι σιωπηρές συνευρέσεις τους ήταν αναπόφευκτες, έτσι όπως είναι αναπόφευκτο να σταθεί προσοχή ένας πολίτης ακούγοντας τον εθν

Τώρα μας σώνει μόνο ένα θαύμα

    Μπορεί ένα βιβλιοπωλείο να αποτελέσει καταφύγιο; Όχι καταφύγιο πολέμου, μην παρασύρεστε από τις εξελίξεις στην Ουκρανία, δεν παίζει τέτοιο πράγμα∙ ούτε βέβαια να σταματήσει τον ίδιο τον πόλεμο, αυτό και αν θα ήταν θαύμα! Μπορεί ωστόσο να αποτελέσει πού και πού ένα ζεστό καταφύγιο μιας μεμονωμένης ζωής, που παρέα με δισεκατομμύρια άλλες συγκροτούν τον κόσμο γύρω μας, τα ακρότατα όρια του οποίου συχνότατα και εντελώς απροσδόκητα μπορεί να είναι οι πιο αναίτιες και ακραίες σφαγές. Oh yes! Το να διεξάγεις ακήρυχτο πόλεμο αλληλεγγύης μέσω social media, να φας μια μπριζόλα επειδή τυχαίνει να είναι Τσικνοπέμπτη στα μέρη σου ή να διαβάσεις ένα ανάλαφρο βιβλίο δεν μοιάζουν αρκετά. Αλλά και τι θα μπορούσε να μοιάζει αρκετό στη ζωή ενός ανθρώπου; «Φοβάμαι ότι αυτό είναι σαν εκείνα τα feelgood μυθιστορήματα που διαβάζει η Τζάσμιν, όπου το τέλος είναι πάντα χαρούμενο γιατί πώς αλλιώς θα μπορούσαν οι αναγνώστες να αντισταθμίσουν τις κακές ειδήσεις και όλα αυτά τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν