Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

En passant deux (Αντ’ πασάμ’, τελείωνε!)

 
Επιπλοκές με τις πλοκές! Σας το είπα, στις πλοκές βραχυκυκλώνω. Ας κάνω reboot. Για μένα, ο Ναμπόκοφ ανήκει στην Αγία Τριάδα των συγγραφέων πίσω από Τζόυς και Πύντσον (ομοούσιος και αδιαίρετος τρισυπόστατη θεότητα, καθότι όπως πολλοί γνωρίζουν ο Ναμπόκοφ έδωσε διαλέξεις για τον Τζόυς στο πανεπιστήμιο Κορνέλ, τις οποίες φημολογείται ότι παρακολούθησε και ο Πύντσον!). Ο Ναμπόκωφ είχε δηλώσει ότι, όπως ο Τζόυς, γράφει τα μυθιστορήματά του όχι από την αρχή προς το τέλος, αλλά από όλα τα σημεία ταυτόχρονα, καλύπτοντας αβίαστα τα κενά. Ξαναδιαβάζοντας το μυθιστόρημα αρχίζει κανείς να εφαρμόζει ως αναγνώστης την ίδια μέθοδο που χρησιμοποιεί ο Ναμπόκωφ ως συγγραφέας: να βλέπει όλο το βιβλίο ταυτόχρονα: μια σειρά δομικών σχηματισμών, αλληλένδετων συλλογισμών που προχωράνε και προς τα μπρος και προς τα πίσω. Με δυο λόγια, πρέπει να βλέπεις συνεχώς ολόκληρη την σκακιέρα!
 
Και στην περίπτωση του Σεμπάστιαν Νάιτ(=Knight), το ίδιο το βιβλίο αποτελεί κυριολεκτικά και μεταφορικά, την σκακιέρα. Ακόμα και το τρελό γκομενάκι του – υιοθέτησα σεξιστικό λόγο, κάν' τε μου ριπόρτ – ονομάζεται Κλαίρη Μπίσοπ(=Bishop). Δεν είναι ούτε τυχαίο που μέρος του τρελού έρωτά τους ανθίζει στο Παρίσι όπου ο αξιωματικός στα γαλλικά ονομάζεται «fou», δηλαδή «τρελός». Κατ' αρχήν, ξεκολλάτε τα μυαλά σας από την «Λολίτα» – όπως σημειώνει και ο Ανδρέας Αποστολίδης στο σπουδαιότατο επίμετρό του: Ο Βλαδιμίρ Ναμπόκωφ είναι ευρύτερα γνωστός κυρίως από το μυθιστόρημά του Λολίτα και αντιμετωπίζεται, κατά κανόνα, στα στενά περιθώρια που ορίζει η επιδερμική (αποκομμένη από το συνολικό του έργο) και αποκλειστική θεώρηση του συγκεκριμένου βιβλίου ως «σκανδαλοθηρικού». Και είναι πολύ άδικο αυτό, προσωπικά ο Ναμπόκοφ μπορεί να χέστηκε, αλλά είναι άδικο για την λογοτεχνία την ίδια και για τους πιο πιστούς εκπροσώπους της, τους αναγνώστες. Για μένα, «Η αληθινή ζωή του Σεμπάστιαν Νάιτ» (1941) είναι (μόλις έγινε) το υπέρτατο μυθιστόρημά του.  
 
 
Ο Σεμπάστιαν Νάιτ, διάσημος συγγραφέας, πεθαίνει και ο ετεροθαλής αδερφός του, μετά τον θάνατό του προσπαθεί να γράψει την βιογραφία του και παράλληλα να τον γνωρίσει καλύτερα. Ψάχνει την ζωή του Σεμπάστιαν, μέσα και έξω από τα βιβλία του, και καταλήγει να πειστεί για το ανεκπλήρωτο της ανθρώπινης ταυτότητας, κανείς δεν είναι κανενός, καμιά ζωή δεν είναι αρκετά «αληθινή» - «μια από τις λίγες λέξεις που εκφράζουν το νόημά τους μόνο με τα εισαγωγικά», σύμφωνα με τον ίδιο τον Ναμπόκοφ. Και σε αυτό το μυθιστόρημα – ίσως περισσότερο σε αυτό από οποιοδήποτε άλλο – παρατηρούμε μία σχέση της μνήμης με την επινόηση (η φράση «μίλησε μνήμη» που λειτουργεί ως επιμύθιο, όπως έγραφα στην προηγούμενη ανάρτηση). Στο επίμετρο του βιβλίου υπάρχουν πάμπολλα διαφωτιστικά αποσπάσματα που συνδέουν περιστατικά του βιβλίου με «αληθινά» περιστατικά της ζωής του Ναμπόκοφ, όπως περιγράφονται στην αυτοβιογραφία του. Ο Ναμπόκοφ δίνει μόνος του την επεξήγηση και είναι, κατά την γνώμη μου, ό,τι χρειάζεστε για να απολαύσετε στο έπακρο τα σπουδαία βιβλία του.  
 
Θα έλεγα ότι η φαντασία είναι μια μορφή της μνήμης. Η φαντασία εξαρτάται από την δύναμη των συσχετισμών και τους συσχετισμούς τους προμηθεύει και τους παρακινεί η μνήμη. Όταν μιλάμε εδώ για μια ζωηρή προσωπική ανάμνηση δεν την καταλογίζουμε στην ικανότητά μας να την συγκρατήσει, αλλά στην μυστηριώδη διορατικότητα της Μνημοσύνης να αποθηκεύσει το άλφα ή το βήτα στοιχείο, το οποίο η δημιουργική φαντασία θα μπορεί να το χρησιμοποιήσει όταν συνδυαστεί με κατοπινές αναμνήσεις ή επινοήσεις. Με αυτή την έννοια, τόσο η μνήμη όσο και η φαντασία αποτελούν μια άρνηση του χρόνου.  
 
Λόγω του θέματος του βιβλίου, ο Βλαδίμηρος ξεσαλώνει, και με το δίκιο του. Παρωδεί καταστάσεις της εκδοτικής περιοχής, της λογοτεχνίας, της κριτικής, και της αυτοκριτικής. Θα με κυνηγούσαν οι Ερινύες αν δεν αντέγραφα το ακόλουθο απόσπασμα! Οποιαδήποτε ομοιότητα με πρόσωπα και καταστάσεις της ελληνικής συγγραφικής ιντελιγκέντσιας (δεν) είναι εντελώς συμπτωματική. 

[...] Ύστερα μου λέτε ότι η «λογοτεχνική μου σταδιοδρομία» θα υπονομευθεί αμετάκλητα έτσι και ξεκινήσει με επίθεση σε μια καταξιωμένη και αναγνωρισμένη συγγραφική φυσιογνωμία. Μα και αν ακόμη υπήρχε κάτι που να ονομάζεται «λογοτεχνική σταδιοδρομία», την οποία θα κατέστρεφα επειδή θα έκανα του κεφαλιού μου, πάλι θα αρνιόμουν ν' αλλάξω έστω και μια λέξη από τα όσα έχω γράψει. Διότι, πιστεύω ότι και η χειρότερη τιμωρία, όση βία και αν εμπεριέχει, δεν είναι αρκετή για να αναστείλει την ηδονή που αισθάνομαι, ειδικά τώρα που ταυτίζεται με το σταθερό, νεανικό σφρίγος της αλήθειας. Δεν υπάρχουν πολλά πράγματα στη ζωή που να συγκρίνονται με την απόλαυση της σάτιρας, και όσο σκέφτομαι τα μούτρα του απατεώνα όταν θα διαβάζει το συγκεκριμένο απόσπασμα (διότι αποκλείεται να μην το διαβάσει), γνωρίζοντας μάλιστα, όπως και εμείς, ότι λέει την αλήθεια, τότε η απόλαυση αυτή μετατρέπεται σε ηδονή. 
 
Ο Ναμπόκοφ είναι μάστορας στις μεταφορές του λόγου – δεν είναι φθηνές, αντιθέτως είναι πολύ ακριβείς! Θαυμάστε μία όταν ο κύριος Πνιν υπερενθουσιάζεται αναξιοπρεπώς μπροστά σε ένα πλυντήριο σε πλήρη λειτουργία: [...] Αφήνοντας κατά μέρος ευπρέπεια και επιφυλάξεις, το τάιζε ό,τι τύχαινε να βρίσκει πρόχειρο, το μαντήλι του, τις πετσέτες της κουζίνας, σωρούς από παντελόνια και πουκάμισα που μετέφερε λαθραία από το δωμάτιό του, απλώς και μόνο για να έχει την ευχαρίστηση να χαζεύει μέσα από το τζαμάκι της πόρτας αυτό που έμοιαζε με ατέλειωτο κατρακύλημα δελφινιών που έχαναν την ισορροπία τους. Νομίζω ότι αρκετοί αναγνώστες δεν πολυσυμπαθούν τις μεταφορές του λόγου, αν και όταν τους ρωτήσεις μάλλον θα σου πουν ότι τις θεωρούν το αλατοπίπερο της λογοτεχνίας. Ίσως τις θεωρούν βαρετές, ότι καθυστερούν την δράση, κοινώς σαβούρα που βραδυπορεί το όλο κείμενο. Για να τις συγκρίνω με το σκάκι, θα έλεγα ότι οι μεταφορές είναι ό,τι και οι τακτικές στο σκάκι. Οι τακτικές είναι εκείνοι οι συνδυασμοί και οι ελιγμοί που εκπορεύονται από την στρατηγική που έχει ο παίκτης στο κεφάλι του και δίνουν όλη την ομορφιά σε μια σκακιστική παρτίδα. Κατ' αρχήν, οι τακτικές φανερώνουν ότι ο σκακιστής ξέρει να παίζει σκάκι – όπως και οι μεταφορές (σχεδόν πάντα) φανερώνουν για έναν συγγραφέα ότι ξέρει να γράφει λογοτεχνία – και επιπλέον, προσφέρουν μία αισθητική απόλαυση στα μάτια των θεατών. Η τακτική στο παραπάνω απόσπασμα επιδιώκει να μας δείξει τον ενθουσιασμό του Πνιν με το πλυντήριο, και τα δελφίνια αποτελούν μια χαρακτηριστική και διαχρονική πηγή χαράς για τους περισσότερους ανθρώπους.  
 
Τίγκα στις μεταφορές είναι και ο Σεμπάστιαν Νάιτ, άρα τίγκα και στις σκακιστικές τακτικές! Βασικά, εδώ είμαστε ένα βήμα πιο μπροστά, έχουμε και θέση στην σκακιέρα που περιγράφει όλο το βιβλίο και περιμένει να το διαβάσετε για να ανακαλύψετε την λύση του! Παίζουν τα λευκά, ματ σε δυο κινήσεις! Περισσότερα όταν διαβάσετε το επίμετρο-δοκίμιο του Ανδρέα Αποστολίδη. Ενδιαφέρον έχει και το επίμετρο του κυρίου Πνιν, υπό του Μάικλ Γουντ. Αντιθέτως, το επίμετρο του Γιώργου Ίκαρου Μπαμπασάκη μού φάνηκε σχετικά φτωχό και εν πολλοίς, αδιάφορο.  
 
 
Και οι τρεις μεταφράσεις είναι αρκετά καλές. Αίσθηση όμως μου προκαλούν για ακόμα μια φορά οι επίμονες μεταφραστικές «εκκεντρικότητες» του Γιώργου Ίκαρου Μπαμπασάκη. Ας πούμε, σπανίως πλέον λέμε «είχε μια ύπανδρη αδελφή», συνηθέστερα λέμε «είχε μια παντρεμένη αδελφή». Όπως επίσης δεν χρησιμοποιούμε την λέξη «παρωνύμι» – είτε γράφουμε «παρωνύμιο» είτε «παρατσούκλι» (δύο παραδείγματα μέσα σε μία μικρή παράγραφο, επουσιώδη και εντελώς αδιάφορη για την εξέλιξη της πλοκής). Και άλλες τόσες εκκεντρικότητες (άγρευε, πήγνυται, χειρόκτιο, κλασαυχενιστής – το λεξικό μου έπαθε κατάθλιψη ελλείψει ερμηνείας) που χτυπάνε άσχημα... στο μάτι! Δεν φανερώνουν κάτι το κείμενο ή το ύφος που να υποδηλώνουν ότι αυτές οι «εκκεντρικότητες» ανήκουν στον (χαρακτηριστικά εκκεντρικό) Ρώσο συγγραφέα. Αντιθέτως, η Μαρία Γιαμαλίδου στην μετάφρασή της για τον «Αξιοπρεπή κύριο Πνιν» αναγνωρίζει τις γλωσσικές εκκεντρικότητες του Ναμπόκοφ και φροντίζει πολύ ώστε να μην τις νοθεύει. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι όταν ο κύριος Πνιν, μέσα στην σύγχυση των γλωσσών που αναγκάζεται ως μετανάστης να αφομοιώνει ελλιπώς, μπερδεύει συχνά το «φ» με το «θ», προσφέροντάς μας διασκεδαστικά λεκτικά κομμάτια.  
 
Το εντυπωσιακό με τον Ναμπόκοφ είναι ότι ενώ τα βιβλία του σπανίως ξεπερνούν τις 250 σελίδες, παρέχουν τόση διανοητική ένταση που μπορούν να συγκριθούν μόνο με το σκάκι, τον βασιλιά των πνευματικών παιχνιδιών – οριστικό τέλος με το σκάκι, σας έπρηξα και σας, βαρέθηκα και εγώ! Και να θυμάστε, μπορεί τα βιβλία του να αρχίζουν σαν αργόσυρτες κάμπιες, αλλά θέλει υπομονή και επιμονή για να καταφέρετε να δείτε την όμορφη πεταλούδα να φτερουγίζει μπροστά στα μάτια σας. Αν το θέλετε και με δικά του λόγια, ιδού: Ήταν την ίδια στιγμή ικανοποιημένος και δυσαρεστημένος από τον κόσμο στον οποίο ήρθε, ακριβώς όπως ένας ταξιδιώτης είναι συνεπαρμένος από τις εικόνες της περιοδείας του και σχεδόν ταυτόχρονα έχει ναυτία.

Σχόλια

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

En passant

  Το «Αν πασάν» είναι ένας σκακιστικός κανόνας, περιθωριακός και άγνωστος αλλά ιδιαιτέρως αποτελεσματικός και σημαντικός. Στις αρχικές τους κινήσεις, τα πιόνια έχουν το δικαίωμα να κινηθούν ένα ή δύο τετράγωνα μπροστά. Αν επιλέξουν να κινηθούν δύο τετράγωνα μπροστά και ένα αντίπαλο πιόνι βρίσκεται σε τέτοια θέση ώστε να μπορούσε να το αιχμαλωτίσει αν το πιόνι που κινήθηκε δυο τετράγωνα αποφάσιζε να κινηθεί μόνο ένα, τότε, έχει το δικαίωμα να το αιχμαλωτίσει και σε αυτή την περίπτωση που κάνει δύο βήματα. Έχουμε δηλαδή, αν πασάν... αιχμαλωσία εν τη διελεύσει. Είναι δυσνόητο στην περιγραφή αλλά αρκετά ξεκάθαρο στην πράξη. Βέβαια, όταν είσαι αρχάριος σκακιστής και το συναντήσεις πρώτη φορά σε ηλεκτρονική παρτίδα, τότε πείθεσαι ότι κάποιο «bug» έχει η ιστοσελίδα, ότι σε χακάρανε ή ότι άρπαξες όλες τις ιώσεις του κυβερνοχώρου. Τα βιβλία του Ναμπόκοφ, μου προσφέρουν την ισχυρή εντύπωση ότι αποτελούν ένα συνεχές λογοτεχνικό en passant, σε αιχμαλωτίζουν εν τη διελεύσει.

Το Δώρο

Θα μπορούσε ο Στέφανος Ξενάκης να είναι ο Στέφανος Δαίδαλος του σήμερα; Ή να το αλλάξω κάπως για να ’χουμε καλό ρώτημα: θα μπορούσε ο Τζέημς Τζόυς (μαζί και οι όποιες καλλιτεχνικές μεταμορφώσεις του) να γίνει ένας motivational speaker της σημερινής εποχής; Κανείς πλέον (αν υποθέσουμε ότι μπορούσε κάποτε) δεν διαβάζει τον «Οδυσσέα». Δεν μπορεί να αντέξει ότι αυτό το βιβλίο τον περιγράφει, ακόμα και σήμερα ή και περισσότερο σήμερα, τόσο καλά παρά την μοναδικότητα του κάθε ανθρώπου. Του αφιερώνει μία μέρα τον χρόνο, την σημερινή (παρόλο που άλλαξε η μέρα, το blogger έμεινε σταθερά πίσω!), και μετά τον στέλνει αδιάβαστο. Αν κάποιος όμως του σερβίρει για πρωινό όμορφες φράσεις με γαρνιτ ούρα υπέροχα σκίτσα, τότε μπορεί να νιώσει στιγμιαία χαρά και να βελάζει σαν ανέφελο πρόβατο στα λιβάδια του χρόνου. 

Αποδοχή cookies

«Ευτυχώς, αν θέλει κάποιος να βρει μεστές απόψεις για καλά βιβλία, υπάρχουν ήδη πολύ αξιόλογα βιβλιοφιλικά μπλογκ, όπως το κορυφαίο, του Librofilo ή το αγαπημένο του, του Μαραμπού» . Να ξέρετε ότι όταν μου δίνουν γλυκό, έστω και σε μορφή βιβλίου, το αποδέχομαι αμέσως. Επίσης, να ξέρετε ότι ενίοτε μπορεί να γράφω για βιβλία που δεν έχω διαβάσει, όλοι το κάνουμε αυτό, απλώς οι περισσότεροι εντελώς αποτυχημένα, αλλά ποτέ δεν γράφω για βιβλίο που δεν μου άρεσε προφασιζόμενος το αντίστροφο∙ όλοι το κάνετε και αυτό, απλώς οι περισσότεροι εντελώς αποτυχημένα. Το βιβλίο είναι δώρο της συγγραφέα, καλής διαδικτυακής φίλης, και η άποψή μου για αυτό ολότελα υποκειμενική – ξέρω, απανωτά σοκ! – και ουδεμία σχέση έχει με την αντικειμενική κριτική που από καιρό θα έπρεπε να γίνει αντικείμενο κριτικής, τουλάχιστον στην Ελλάδα. Από το να μασήσω τα λόγια μου, θα προτιμήσω τα μπισκότα. «Όχι πως δεν ήταν επηρεασμένος και από το ιστολόγιο «Πιπέρι και σπασμένες γραμμές» με τις λαχταριστές αναρτήσεις σχετικά ...

Kinds of kindness

Τα περισσότερα μαγαζιά έχουν ήδη στολίσει με ελλειμματικό γούστο, οι κουραμπιέδες άρχισαν να ανταγωνίζονται τα μελομακάρονα – και τα δυο μαζί την Dubai chocolate –, η Black Friday με τις ασυναγώνιστες τιμές της θα κοντράρει στα ίσα την αληθινή ύπαρξη του ΑΙ Βασίλη, ο καιρός προσπαθεί να τα βρει με τον απορυθμισμένο θερμοστάτη του και γενικά είμαστε μια ωραία ατμόσφαιρα είμαστε. Και μέσα σε όλα αυτά, οι δημοσιογράφοι, οι αθλητές, η εκκλησία, τα ιδρύματα, οι πολιτικοί (που είναι για τα ιδρύματα) θα δείξουν το καλοσυνάτο πρόσωπό τους στους ταλαίπωρους ετούτου του κόσμου. Και μην ξεχνάμε, ότι κυρίως τα Χριστούγεννα είναι για τα παιδιά – και για όλα εκείνα που γιόρταζε η πρόσφατη «Παγκόσμια Ημέρα κατά της Κακοποίησης των παιδιών». «Πάντοτε, τα Χριστούγεννα έβγαζαν στους ανθρώπους τον καλύτερο αλλά και τον χειρότερο εαυτό τους».    

Ασκήσεις μνήμης

  Τις ασκήσεις ύφους τις κατέκτησε σε βαθμό που λίγοι συγγραφείς φτάνουν , με τις ασκήσεις μνήμης όμως κανείς άνθρωπος δεν τα βγάζει εύκολα πέρα. Όλοι μας γράφουμε autofiction από 8 χρονών – Περιγράψτε μας τα πιο ωραία σας Χριστούγεννα – τα νεύρα μου! Το autofiction πλέον μοιάζει να είναι ένας ευφημισμός για να αποδεχόμαστε κάποιες συγγραφικές μετριότητες ως κάτι παραπάνω από αυτό που είναι. Είναι προσβολή να θεωρείς ότι ο Τζόυς ή ο Σελίν (που επιτέλους σε λίγες μέρες θα εκδοθεί το «Θάνατος επί πιστώσει»∙ Γκάλοπ: ποιο άργησε περισσότερο; Το Μετρό Θεσσαλονίκης ή το βιβλίο του Σελίν;) έγραψαν autofiction. Το ίδιο ισχύει και για τον Καλβίνο στη συγκεκριμένη συλλογή. Δεν θα ξεχάσουμε και αυτά που ξέρουμε! «Μόνο πετώντας πράγματα μπορώ να βεβαιωθώ πως ακόμα δεν έχει πεταχτεί κάτι από μένα, κάτι που ίσως να μην είναι ούτε και θα είναι για πέταμα» .  

Βαρύ περιστατικό

Συγγραφείς με χιούμορ δεν χαίρουν ιδιαίτερης εκτίμησης, θεωρώ, από το αναγνωστικό κοινό. Ποιος ξέρει πόσα ελαττώματα πασχίζει να κρύψει πίσω από αυτό, θα σκέφτονται, και δεν μπορεί, κάποιο ελάττωμα θα έχει να κάνει σίγουρα και με την συγγραφή. Επίσης το χιούμορ αξιώνει ευφυΐα και το κοινό δεν θέλει να περνιέται για ηλίθιο. Ο Άμπροουζ Μπιρς με τις διάσημες σατιρικές ιστορίες του και τα σκωπτικά λήμματα θα μπορούσε να θεωρηθεί ένας τέτοιος∙ καλός για να χαμογελάμε πού και πού, μας κάνει ενίοτε και τον έξυπνο, αλλά δεν πειράζει, καλή καρδιά. Ίσως να ήταν έτσι – αν και δεν συμμερίζομαι καθόλου αυτή την άποψη – αν δεν έγραφε τα διηγήματα από τις εμπειρίες του στον Αμερικανικό Εμφύλιο. Σκλάβος του για πάντα!    

The Elephant Man

Υπάρχει ένας ελέφαντας στο δωμάτιο – όχι ρε, δεν εννοώ εσάς, φάτε ελεύθερα όσο θέλετε! – και αυτός δεν είναι άλλος από τον ίδιο τον άνθρωπο. Οξύμωρο, καταλαβαίνω, αλλά στο περίκλειστο δωμάτιο που είναι ο κόσμος ολάκερος, αν θες να παραμένεις ανθρώπινος πρέπει να έχεις καρφωμένα τα μάτια σου στον ελέφαντα. «–Είναι επειδή, με τον τρόπο που ο κερατάς σου παρουσιάζει τα πράγματα, παραέδινε την εντύπωση ότι έφτυνε κατάμουτρα το είδος για το οποίο πέθανε ο Κύριός μας. Δεν είχες την αίσθηση ότι υπέγραφες υπέρ των ελεφάντων αλλά εναντίον των ανθρώπων» . Διαβάζω το βιβλίο του Ρομαίν Γκαρύ περίπου από τον Ιούλιο, κυρίως επειδή τα μεγάλα βιβλία τα διαβάζω τραπεζίως , δηλαδή ανάμεσα σε άλλα μικρότερα αναγνωστικά γεύματα (και τις τελευταίες μέρες και κυριολεκτικά)∙ αλλά αυτό δεν με ενοχλεί καθόλου γιατί υπήρξε ένα από τα καλύτερα βιβλία που διάβασα τα πολλά τελευταία χρόνια, και αν δεν ανανέωσε την πίστη μου στον άνθρωπο, τουλάχιστον ανανέωσε εκείνη στο μυθιστόρημα: «ο καθείς και οι ελέφαντές του, ...

100% cotton

Μπορεί τον τελευταίο χρόνο να δουλεύω στον τριτογενή τομέα παραγωγής και συγκεκριμένα σε στεγνοκαθαριστήριο – φροντίζοντας να μην τα κάνω μούσκεμα με τα ρούχα… ενώ τα κάνω μούσκεμα! – και να χαζεύω στα ταμπελάκια τι ποσοστό επί τοις εκατό βαμβάκι περιέχουν – πολυεστέρα, κερδάμε! – αλλά υπήρξαν σκληρές εποχές που δεν βελτιώθηκαν και ιδιαίτερα για πολλούς ανθρώπους, που για 100% βαμβάκι πληρωνόσουν ένα υποπολλαπλάσιό του και θα έπρεπε να λες και ευχαριστώ από πάνω. «Η αχαριστία αποτελεί συστατικό στοιχείο του χαρακτήρα των ανθρώπων σε τέτοιο βαθμό, που είναι προτιμότερο να τη θεωρεί κανείς προκαταβολικά δεδομένη και να μη στενοχωριέται» . Εδώ το ίδιο σου το πλυντήριο δεν είναι αξιόπιστο (στους χρόνους) και δεν λέει την αλήθεια, γιατί περιμένεις να το κάνουν οι άνθρωποι;

Σαν ναυαγοί, σαν ροβινσώνες

Ο βιασμός ενός βιβλίου και ενός συγγραφέα γίνεται με τις διασκευές . Συγγραφείς μεγάλου βεληνεκούς και εξαιρετικού κύρους όπως ο Ντάνιελ Ντιφόου, ο Ρόμπερτ Στήβενσον, ο Ιούλιος Βερν και ο Τζόναθαν Σουίφτ (με την ευκαιρία, να ξαναπώ ότι «Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ» είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία. Δεν είναι απλώς ένα από τα καλύτερα βιβλία του είδους· ή του 18ου αιώνα· ή της αγγλοσαξονικής λογοτεχνίας. Πέρα από κάθε είδους περιορισμό, τροπικό, χρονικό ή χωρικό, το βιβλίο του Σουίφτ είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία που έχουν γραφτεί επί γης) αντιμετωπίζονται από το αναγνωστικό συγγραφικό φαντασιακό σαν μικρομέγαλοι συγγγραφίσκοι που είχαν κόλλημα με την παιδική ηλικία και ανακλύκλωναν απλοϊκές ιστορίες που δεν πρέπει να διαβάζονται μετά τα δώδεκα – λες και το να είσαι παιδί είναι ιδιότητα μόνο ενός παιδιού. Κούνια που σας κούναγε! 

Το κτίσμα

  Τώρα που έφτασε αισίως 46 Αυγούστου και χειμώνιασε για τα καλά, ποιος δε θα ήθελε να διαβάσει μία καλή ιστορία δίπλα στο τζάκι! Τι γίνεται όμως αν το τζάκι, και συγκεκριμένα η καμινάδα, είναι το θέμα της ίδιας της ιστορίας; Μην σας παγώνει αυτό, γιατί την ιστορία την έγραψε ο Χέρμαν Μέλβιλ και τίποτα δεν μπορεί να πάει στραβά όταν συμβαίνει αυτό. Η λογοτεχνία του είναι πάντα πρόσφορη σε αναλύσεις που θεωρητικά θα βελτίωναν την κατανόηση που κρύβεται βαθιά στα θεμέλια κάθε έργου του, αλλά ταυτόχρονα ίσως θα κατέστρεφε τα οφέλη που υπάρχουν στα υψηλότερα διανοητικά πατώματα, απόρροια της μαγευτικής του αρχιτεκτονικής γραφής – «Ή, μάλλον, αυτή η ίδια δίνει απαντήσεις ασταμάτητα, ασταμάτητα ταλανίζοντάς με μ’ αυτή την τρομερή της ζέση για βελτίωση, η οποία δεν είναι παρά μια ελαφρότερη απόδοση της λέξης καταστροφή».