En passant deux (Αντ’ πασάμ’, τελείωνε!)

 
Επιπλοκές με τις πλοκές! Σας το είπα, στις πλοκές βραχυκυκλώνω. Ας κάνω reboot. Για μένα, ο Ναμπόκοφ ανήκει στην Αγία Τριάδα των συγγραφέων πίσω από Τζόυς και Πύντσον (ομοούσιος και αδιαίρετος τρισυπόστατη θεότητα, καθότι όπως πολλοί γνωρίζουν ο Ναμπόκοφ έδωσε διαλέξεις για τον Τζόυς στο πανεπιστήμιο Κορνέλ, τις οποίες φημολογείται ότι παρακολούθησε και ο Πύντσον!). Ο Ναμπόκωφ είχε δηλώσει ότι, όπως ο Τζόυς, γράφει τα μυθιστορήματά του όχι από την αρχή προς το τέλος, αλλά από όλα τα σημεία ταυτόχρονα, καλύπτοντας αβίαστα τα κενά. Ξαναδιαβάζοντας το μυθιστόρημα αρχίζει κανείς να εφαρμόζει ως αναγνώστης την ίδια μέθοδο που χρησιμοποιεί ο Ναμπόκωφ ως συγγραφέας: να βλέπει όλο το βιβλίο ταυτόχρονα: μια σειρά δομικών σχηματισμών, αλληλένδετων συλλογισμών που προχωράνε και προς τα μπρος και προς τα πίσω. Με δυο λόγια, πρέπει να βλέπεις συνεχώς ολόκληρη την σκακιέρα!
 
Και στην περίπτωση του Σεμπάστιαν Νάιτ(=Knight), το ίδιο το βιβλίο αποτελεί κυριολεκτικά και μεταφορικά, την σκακιέρα. Ακόμα και το τρελό γκομενάκι του – υιοθέτησα σεξιστικό λόγο, κάν' τε μου ριπόρτ – ονομάζεται Κλαίρη Μπίσοπ(=Bishop). Δεν είναι ούτε τυχαίο που μέρος του τρελού έρωτά τους ανθίζει στο Παρίσι όπου ο αξιωματικός στα γαλλικά ονομάζεται «fou», δηλαδή «τρελός». Κατ' αρχήν, ξεκολλάτε τα μυαλά σας από την «Λολίτα» – όπως σημειώνει και ο Ανδρέας Αποστολίδης στο σπουδαιότατο επίμετρό του: Ο Βλαδιμίρ Ναμπόκωφ είναι ευρύτερα γνωστός κυρίως από το μυθιστόρημά του Λολίτα και αντιμετωπίζεται, κατά κανόνα, στα στενά περιθώρια που ορίζει η επιδερμική (αποκομμένη από το συνολικό του έργο) και αποκλειστική θεώρηση του συγκεκριμένου βιβλίου ως «σκανδαλοθηρικού». Και είναι πολύ άδικο αυτό, προσωπικά ο Ναμπόκοφ μπορεί να χέστηκε, αλλά είναι άδικο για την λογοτεχνία την ίδια και για τους πιο πιστούς εκπροσώπους της, τους αναγνώστες. Για μένα, «Η αληθινή ζωή του Σεμπάστιαν Νάιτ» (1941) είναι (μόλις έγινε) το υπέρτατο μυθιστόρημά του.  
 
 
Ο Σεμπάστιαν Νάιτ, διάσημος συγγραφέας, πεθαίνει και ο ετεροθαλής αδερφός του, μετά τον θάνατό του προσπαθεί να γράψει την βιογραφία του και παράλληλα να τον γνωρίσει καλύτερα. Ψάχνει την ζωή του Σεμπάστιαν, μέσα και έξω από τα βιβλία του, και καταλήγει να πειστεί για το ανεκπλήρωτο της ανθρώπινης ταυτότητας, κανείς δεν είναι κανενός, καμιά ζωή δεν είναι αρκετά «αληθινή» - «μια από τις λίγες λέξεις που εκφράζουν το νόημά τους μόνο με τα εισαγωγικά», σύμφωνα με τον ίδιο τον Ναμπόκοφ. Και σε αυτό το μυθιστόρημα – ίσως περισσότερο σε αυτό από οποιοδήποτε άλλο – παρατηρούμε μία σχέση της μνήμης με την επινόηση (η φράση «μίλησε μνήμη» που λειτουργεί ως επιμύθιο, όπως έγραφα στην προηγούμενη ανάρτηση). Στο επίμετρο του βιβλίου υπάρχουν πάμπολλα διαφωτιστικά αποσπάσματα που συνδέουν περιστατικά του βιβλίου με «αληθινά» περιστατικά της ζωής του Ναμπόκοφ, όπως περιγράφονται στην αυτοβιογραφία του. Ο Ναμπόκοφ δίνει μόνος του την επεξήγηση και είναι, κατά την γνώμη μου, ό,τι χρειάζεστε για να απολαύσετε στο έπακρο τα σπουδαία βιβλία του.  
 
Θα έλεγα ότι η φαντασία είναι μια μορφή της μνήμης. Η φαντασία εξαρτάται από την δύναμη των συσχετισμών και τους συσχετισμούς τους προμηθεύει και τους παρακινεί η μνήμη. Όταν μιλάμε εδώ για μια ζωηρή προσωπική ανάμνηση δεν την καταλογίζουμε στην ικανότητά μας να την συγκρατήσει, αλλά στην μυστηριώδη διορατικότητα της Μνημοσύνης να αποθηκεύσει το άλφα ή το βήτα στοιχείο, το οποίο η δημιουργική φαντασία θα μπορεί να το χρησιμοποιήσει όταν συνδυαστεί με κατοπινές αναμνήσεις ή επινοήσεις. Με αυτή την έννοια, τόσο η μνήμη όσο και η φαντασία αποτελούν μια άρνηση του χρόνου.  
 
Λόγω του θέματος του βιβλίου, ο Βλαδίμηρος ξεσαλώνει, και με το δίκιο του. Παρωδεί καταστάσεις της εκδοτικής περιοχής, της λογοτεχνίας, της κριτικής, και της αυτοκριτικής. Θα με κυνηγούσαν οι Ερινύες αν δεν αντέγραφα το ακόλουθο απόσπασμα! Οποιαδήποτε ομοιότητα με πρόσωπα και καταστάσεις της ελληνικής συγγραφικής ιντελιγκέντσιας (δεν) είναι εντελώς συμπτωματική. 

[...] Ύστερα μου λέτε ότι η «λογοτεχνική μου σταδιοδρομία» θα υπονομευθεί αμετάκλητα έτσι και ξεκινήσει με επίθεση σε μια καταξιωμένη και αναγνωρισμένη συγγραφική φυσιογνωμία. Μα και αν ακόμη υπήρχε κάτι που να ονομάζεται «λογοτεχνική σταδιοδρομία», την οποία θα κατέστρεφα επειδή θα έκανα του κεφαλιού μου, πάλι θα αρνιόμουν ν' αλλάξω έστω και μια λέξη από τα όσα έχω γράψει. Διότι, πιστεύω ότι και η χειρότερη τιμωρία, όση βία και αν εμπεριέχει, δεν είναι αρκετή για να αναστείλει την ηδονή που αισθάνομαι, ειδικά τώρα που ταυτίζεται με το σταθερό, νεανικό σφρίγος της αλήθειας. Δεν υπάρχουν πολλά πράγματα στη ζωή που να συγκρίνονται με την απόλαυση της σάτιρας, και όσο σκέφτομαι τα μούτρα του απατεώνα όταν θα διαβάζει το συγκεκριμένο απόσπασμα (διότι αποκλείεται να μην το διαβάσει), γνωρίζοντας μάλιστα, όπως και εμείς, ότι λέει την αλήθεια, τότε η απόλαυση αυτή μετατρέπεται σε ηδονή. 
 
Ο Ναμπόκοφ είναι μάστορας στις μεταφορές του λόγου – δεν είναι φθηνές, αντιθέτως είναι πολύ ακριβείς! Θαυμάστε μία όταν ο κύριος Πνιν υπερενθουσιάζεται αναξιοπρεπώς μπροστά σε ένα πλυντήριο σε πλήρη λειτουργία: [...] Αφήνοντας κατά μέρος ευπρέπεια και επιφυλάξεις, το τάιζε ό,τι τύχαινε να βρίσκει πρόχειρο, το μαντήλι του, τις πετσέτες της κουζίνας, σωρούς από παντελόνια και πουκάμισα που μετέφερε λαθραία από το δωμάτιό του, απλώς και μόνο για να έχει την ευχαρίστηση να χαζεύει μέσα από το τζαμάκι της πόρτας αυτό που έμοιαζε με ατέλειωτο κατρακύλημα δελφινιών που έχαναν την ισορροπία τους. Νομίζω ότι αρκετοί αναγνώστες δεν πολυσυμπαθούν τις μεταφορές του λόγου, αν και όταν τους ρωτήσεις μάλλον θα σου πουν ότι τις θεωρούν το αλατοπίπερο της λογοτεχνίας. Ίσως τις θεωρούν βαρετές, ότι καθυστερούν την δράση, κοινώς σαβούρα που βραδυπορεί το όλο κείμενο. Για να τις συγκρίνω με το σκάκι, θα έλεγα ότι οι μεταφορές είναι ό,τι και οι τακτικές στο σκάκι. Οι τακτικές είναι εκείνοι οι συνδυασμοί και οι ελιγμοί που εκπορεύονται από την στρατηγική που έχει ο παίκτης στο κεφάλι του και δίνουν όλη την ομορφιά σε μια σκακιστική παρτίδα. Κατ' αρχήν, οι τακτικές φανερώνουν ότι ο σκακιστής ξέρει να παίζει σκάκι – όπως και οι μεταφορές (σχεδόν πάντα) φανερώνουν για έναν συγγραφέα ότι ξέρει να γράφει λογοτεχνία – και επιπλέον, προσφέρουν μία αισθητική απόλαυση στα μάτια των θεατών. Η τακτική στο παραπάνω απόσπασμα επιδιώκει να μας δείξει τον ενθουσιασμό του Πνιν με το πλυντήριο, και τα δελφίνια αποτελούν μια χαρακτηριστική και διαχρονική πηγή χαράς για τους περισσότερους ανθρώπους.  
 
Τίγκα στις μεταφορές είναι και ο Σεμπάστιαν Νάιτ, άρα τίγκα και στις σκακιστικές τακτικές! Βασικά, εδώ είμαστε ένα βήμα πιο μπροστά, έχουμε και θέση στην σκακιέρα που περιγράφει όλο το βιβλίο και περιμένει να το διαβάσετε για να ανακαλύψετε την λύση του! Παίζουν τα λευκά, ματ σε δυο κινήσεις! Περισσότερα όταν διαβάσετε το επίμετρο-δοκίμιο του Ανδρέα Αποστολίδη. Ενδιαφέρον έχει και το επίμετρο του κυρίου Πνιν, υπό του Μάικλ Γουντ. Αντιθέτως, το επίμετρο του Γιώργου Ίκαρου Μπαμπασάκη μού φάνηκε σχετικά φτωχό και εν πολλοίς, αδιάφορο.  
 
 
Και οι τρεις μεταφράσεις είναι αρκετά καλές. Αίσθηση όμως μου προκαλούν για ακόμα μια φορά οι επίμονες μεταφραστικές «εκκεντρικότητες» του Γιώργου Ίκαρου Μπαμπασάκη. Ας πούμε, σπανίως πλέον λέμε «είχε μια ύπανδρη αδελφή», συνηθέστερα λέμε «είχε μια παντρεμένη αδελφή». Όπως επίσης δεν χρησιμοποιούμε την λέξη «παρωνύμι» – είτε γράφουμε «παρωνύμιο» είτε «παρατσούκλι» (δύο παραδείγματα μέσα σε μία μικρή παράγραφο, επουσιώδη και εντελώς αδιάφορη για την εξέλιξη της πλοκής). Και άλλες τόσες εκκεντρικότητες (άγρευε, πήγνυται, χειρόκτιο, κλασαυχενιστής – το λεξικό μου έπαθε κατάθλιψη ελλείψει ερμηνείας) που χτυπάνε άσχημα... στο μάτι! Δεν φανερώνουν κάτι το κείμενο ή το ύφος που να υποδηλώνουν ότι αυτές οι «εκκεντρικότητες» ανήκουν στον (χαρακτηριστικά εκκεντρικό) Ρώσο συγγραφέα. Αντιθέτως, η Μαρία Γιαμαλίδου στην μετάφρασή της για τον «Αξιοπρεπή κύριο Πνιν» αναγνωρίζει τις γλωσσικές εκκεντρικότητες του Ναμπόκοφ και φροντίζει πολύ ώστε να μην τις νοθεύει. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι όταν ο κύριος Πνιν, μέσα στην σύγχυση των γλωσσών που αναγκάζεται ως μετανάστης να αφομοιώνει ελλιπώς, μπερδεύει συχνά το «φ» με το «θ», προσφέροντάς μας διασκεδαστικά λεκτικά κομμάτια.  
 
Το εντυπωσιακό με τον Ναμπόκοφ είναι ότι ενώ τα βιβλία του σπανίως ξεπερνούν τις 250 σελίδες, παρέχουν τόση διανοητική ένταση που μπορούν να συγκριθούν μόνο με το σκάκι, τον βασιλιά των πνευματικών παιχνιδιών – οριστικό τέλος με το σκάκι, σας έπρηξα και σας, βαρέθηκα και εγώ! Και να θυμάστε, μπορεί τα βιβλία του να αρχίζουν σαν αργόσυρτες κάμπιες, αλλά θέλει υπομονή και επιμονή για να καταφέρετε να δείτε την όμορφη πεταλούδα να φτερουγίζει μπροστά στα μάτια σας. Αν το θέλετε και με δικά του λόγια, ιδού: Ήταν την ίδια στιγμή ικανοποιημένος και δυσαρεστημένος από τον κόσμο στον οποίο ήρθε, ακριβώς όπως ένας ταξιδιώτης είναι συνεπαρμένος από τις εικόνες της περιοδείας του και σχεδόν ταυτόχρονα έχει ναυτία.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Κουβεντολόι με μια μούμια!

Σημ: Εδώ λέγονται ιστορίες μόνο για αραχνιασμένα κρανία, οι "ψεκασμένοι" θα απομακρύνονται διακριτικά.