Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

En passant deux (Αντ’ πασάμ’, τελείωνε!)

 
Επιπλοκές με τις πλοκές! Σας το είπα, στις πλοκές βραχυκυκλώνω. Ας κάνω reboot. Για μένα, ο Ναμπόκοφ ανήκει στην Αγία Τριάδα των συγγραφέων πίσω από Τζόυς και Πύντσον (ομοούσιος και αδιαίρετος τρισυπόστατη θεότητα, καθότι όπως πολλοί γνωρίζουν ο Ναμπόκοφ έδωσε διαλέξεις για τον Τζόυς στο πανεπιστήμιο Κορνέλ, τις οποίες φημολογείται ότι παρακολούθησε και ο Πύντσον!). Ο Ναμπόκωφ είχε δηλώσει ότι, όπως ο Τζόυς, γράφει τα μυθιστορήματά του όχι από την αρχή προς το τέλος, αλλά από όλα τα σημεία ταυτόχρονα, καλύπτοντας αβίαστα τα κενά. Ξαναδιαβάζοντας το μυθιστόρημα αρχίζει κανείς να εφαρμόζει ως αναγνώστης την ίδια μέθοδο που χρησιμοποιεί ο Ναμπόκωφ ως συγγραφέας: να βλέπει όλο το βιβλίο ταυτόχρονα: μια σειρά δομικών σχηματισμών, αλληλένδετων συλλογισμών που προχωράνε και προς τα μπρος και προς τα πίσω. Με δυο λόγια, πρέπει να βλέπεις συνεχώς ολόκληρη την σκακιέρα!
 
Και στην περίπτωση του Σεμπάστιαν Νάιτ(=Knight), το ίδιο το βιβλίο αποτελεί κυριολεκτικά και μεταφορικά, την σκακιέρα. Ακόμα και το τρελό γκομενάκι του – υιοθέτησα σεξιστικό λόγο, κάν' τε μου ριπόρτ – ονομάζεται Κλαίρη Μπίσοπ(=Bishop). Δεν είναι ούτε τυχαίο που μέρος του τρελού έρωτά τους ανθίζει στο Παρίσι όπου ο αξιωματικός στα γαλλικά ονομάζεται «fou», δηλαδή «τρελός». Κατ' αρχήν, ξεκολλάτε τα μυαλά σας από την «Λολίτα» – όπως σημειώνει και ο Ανδρέας Αποστολίδης στο σπουδαιότατο επίμετρό του: Ο Βλαδιμίρ Ναμπόκωφ είναι ευρύτερα γνωστός κυρίως από το μυθιστόρημά του Λολίτα και αντιμετωπίζεται, κατά κανόνα, στα στενά περιθώρια που ορίζει η επιδερμική (αποκομμένη από το συνολικό του έργο) και αποκλειστική θεώρηση του συγκεκριμένου βιβλίου ως «σκανδαλοθηρικού». Και είναι πολύ άδικο αυτό, προσωπικά ο Ναμπόκοφ μπορεί να χέστηκε, αλλά είναι άδικο για την λογοτεχνία την ίδια και για τους πιο πιστούς εκπροσώπους της, τους αναγνώστες. Για μένα, «Η αληθινή ζωή του Σεμπάστιαν Νάιτ» (1941) είναι (μόλις έγινε) το υπέρτατο μυθιστόρημά του.  
 
 
Ο Σεμπάστιαν Νάιτ, διάσημος συγγραφέας, πεθαίνει και ο ετεροθαλής αδερφός του, μετά τον θάνατό του προσπαθεί να γράψει την βιογραφία του και παράλληλα να τον γνωρίσει καλύτερα. Ψάχνει την ζωή του Σεμπάστιαν, μέσα και έξω από τα βιβλία του, και καταλήγει να πειστεί για το ανεκπλήρωτο της ανθρώπινης ταυτότητας, κανείς δεν είναι κανενός, καμιά ζωή δεν είναι αρκετά «αληθινή» - «μια από τις λίγες λέξεις που εκφράζουν το νόημά τους μόνο με τα εισαγωγικά», σύμφωνα με τον ίδιο τον Ναμπόκοφ. Και σε αυτό το μυθιστόρημα – ίσως περισσότερο σε αυτό από οποιοδήποτε άλλο – παρατηρούμε μία σχέση της μνήμης με την επινόηση (η φράση «μίλησε μνήμη» που λειτουργεί ως επιμύθιο, όπως έγραφα στην προηγούμενη ανάρτηση). Στο επίμετρο του βιβλίου υπάρχουν πάμπολλα διαφωτιστικά αποσπάσματα που συνδέουν περιστατικά του βιβλίου με «αληθινά» περιστατικά της ζωής του Ναμπόκοφ, όπως περιγράφονται στην αυτοβιογραφία του. Ο Ναμπόκοφ δίνει μόνος του την επεξήγηση και είναι, κατά την γνώμη μου, ό,τι χρειάζεστε για να απολαύσετε στο έπακρο τα σπουδαία βιβλία του.  
 
Θα έλεγα ότι η φαντασία είναι μια μορφή της μνήμης. Η φαντασία εξαρτάται από την δύναμη των συσχετισμών και τους συσχετισμούς τους προμηθεύει και τους παρακινεί η μνήμη. Όταν μιλάμε εδώ για μια ζωηρή προσωπική ανάμνηση δεν την καταλογίζουμε στην ικανότητά μας να την συγκρατήσει, αλλά στην μυστηριώδη διορατικότητα της Μνημοσύνης να αποθηκεύσει το άλφα ή το βήτα στοιχείο, το οποίο η δημιουργική φαντασία θα μπορεί να το χρησιμοποιήσει όταν συνδυαστεί με κατοπινές αναμνήσεις ή επινοήσεις. Με αυτή την έννοια, τόσο η μνήμη όσο και η φαντασία αποτελούν μια άρνηση του χρόνου.  
 
Λόγω του θέματος του βιβλίου, ο Βλαδίμηρος ξεσαλώνει, και με το δίκιο του. Παρωδεί καταστάσεις της εκδοτικής περιοχής, της λογοτεχνίας, της κριτικής, και της αυτοκριτικής. Θα με κυνηγούσαν οι Ερινύες αν δεν αντέγραφα το ακόλουθο απόσπασμα! Οποιαδήποτε ομοιότητα με πρόσωπα και καταστάσεις της ελληνικής συγγραφικής ιντελιγκέντσιας (δεν) είναι εντελώς συμπτωματική. 

[...] Ύστερα μου λέτε ότι η «λογοτεχνική μου σταδιοδρομία» θα υπονομευθεί αμετάκλητα έτσι και ξεκινήσει με επίθεση σε μια καταξιωμένη και αναγνωρισμένη συγγραφική φυσιογνωμία. Μα και αν ακόμη υπήρχε κάτι που να ονομάζεται «λογοτεχνική σταδιοδρομία», την οποία θα κατέστρεφα επειδή θα έκανα του κεφαλιού μου, πάλι θα αρνιόμουν ν' αλλάξω έστω και μια λέξη από τα όσα έχω γράψει. Διότι, πιστεύω ότι και η χειρότερη τιμωρία, όση βία και αν εμπεριέχει, δεν είναι αρκετή για να αναστείλει την ηδονή που αισθάνομαι, ειδικά τώρα που ταυτίζεται με το σταθερό, νεανικό σφρίγος της αλήθειας. Δεν υπάρχουν πολλά πράγματα στη ζωή που να συγκρίνονται με την απόλαυση της σάτιρας, και όσο σκέφτομαι τα μούτρα του απατεώνα όταν θα διαβάζει το συγκεκριμένο απόσπασμα (διότι αποκλείεται να μην το διαβάσει), γνωρίζοντας μάλιστα, όπως και εμείς, ότι λέει την αλήθεια, τότε η απόλαυση αυτή μετατρέπεται σε ηδονή. 
 
Ο Ναμπόκοφ είναι μάστορας στις μεταφορές του λόγου – δεν είναι φθηνές, αντιθέτως είναι πολύ ακριβείς! Θαυμάστε μία όταν ο κύριος Πνιν υπερενθουσιάζεται αναξιοπρεπώς μπροστά σε ένα πλυντήριο σε πλήρη λειτουργία: [...] Αφήνοντας κατά μέρος ευπρέπεια και επιφυλάξεις, το τάιζε ό,τι τύχαινε να βρίσκει πρόχειρο, το μαντήλι του, τις πετσέτες της κουζίνας, σωρούς από παντελόνια και πουκάμισα που μετέφερε λαθραία από το δωμάτιό του, απλώς και μόνο για να έχει την ευχαρίστηση να χαζεύει μέσα από το τζαμάκι της πόρτας αυτό που έμοιαζε με ατέλειωτο κατρακύλημα δελφινιών που έχαναν την ισορροπία τους. Νομίζω ότι αρκετοί αναγνώστες δεν πολυσυμπαθούν τις μεταφορές του λόγου, αν και όταν τους ρωτήσεις μάλλον θα σου πουν ότι τις θεωρούν το αλατοπίπερο της λογοτεχνίας. Ίσως τις θεωρούν βαρετές, ότι καθυστερούν την δράση, κοινώς σαβούρα που βραδυπορεί το όλο κείμενο. Για να τις συγκρίνω με το σκάκι, θα έλεγα ότι οι μεταφορές είναι ό,τι και οι τακτικές στο σκάκι. Οι τακτικές είναι εκείνοι οι συνδυασμοί και οι ελιγμοί που εκπορεύονται από την στρατηγική που έχει ο παίκτης στο κεφάλι του και δίνουν όλη την ομορφιά σε μια σκακιστική παρτίδα. Κατ' αρχήν, οι τακτικές φανερώνουν ότι ο σκακιστής ξέρει να παίζει σκάκι – όπως και οι μεταφορές (σχεδόν πάντα) φανερώνουν για έναν συγγραφέα ότι ξέρει να γράφει λογοτεχνία – και επιπλέον, προσφέρουν μία αισθητική απόλαυση στα μάτια των θεατών. Η τακτική στο παραπάνω απόσπασμα επιδιώκει να μας δείξει τον ενθουσιασμό του Πνιν με το πλυντήριο, και τα δελφίνια αποτελούν μια χαρακτηριστική και διαχρονική πηγή χαράς για τους περισσότερους ανθρώπους.  
 
Τίγκα στις μεταφορές είναι και ο Σεμπάστιαν Νάιτ, άρα τίγκα και στις σκακιστικές τακτικές! Βασικά, εδώ είμαστε ένα βήμα πιο μπροστά, έχουμε και θέση στην σκακιέρα που περιγράφει όλο το βιβλίο και περιμένει να το διαβάσετε για να ανακαλύψετε την λύση του! Παίζουν τα λευκά, ματ σε δυο κινήσεις! Περισσότερα όταν διαβάσετε το επίμετρο-δοκίμιο του Ανδρέα Αποστολίδη. Ενδιαφέρον έχει και το επίμετρο του κυρίου Πνιν, υπό του Μάικλ Γουντ. Αντιθέτως, το επίμετρο του Γιώργου Ίκαρου Μπαμπασάκη μού φάνηκε σχετικά φτωχό και εν πολλοίς, αδιάφορο.  
 
 
Και οι τρεις μεταφράσεις είναι αρκετά καλές. Αίσθηση όμως μου προκαλούν για ακόμα μια φορά οι επίμονες μεταφραστικές «εκκεντρικότητες» του Γιώργου Ίκαρου Μπαμπασάκη. Ας πούμε, σπανίως πλέον λέμε «είχε μια ύπανδρη αδελφή», συνηθέστερα λέμε «είχε μια παντρεμένη αδελφή». Όπως επίσης δεν χρησιμοποιούμε την λέξη «παρωνύμι» – είτε γράφουμε «παρωνύμιο» είτε «παρατσούκλι» (δύο παραδείγματα μέσα σε μία μικρή παράγραφο, επουσιώδη και εντελώς αδιάφορη για την εξέλιξη της πλοκής). Και άλλες τόσες εκκεντρικότητες (άγρευε, πήγνυται, χειρόκτιο, κλασαυχενιστής – το λεξικό μου έπαθε κατάθλιψη ελλείψει ερμηνείας) που χτυπάνε άσχημα... στο μάτι! Δεν φανερώνουν κάτι το κείμενο ή το ύφος που να υποδηλώνουν ότι αυτές οι «εκκεντρικότητες» ανήκουν στον (χαρακτηριστικά εκκεντρικό) Ρώσο συγγραφέα. Αντιθέτως, η Μαρία Γιαμαλίδου στην μετάφρασή της για τον «Αξιοπρεπή κύριο Πνιν» αναγνωρίζει τις γλωσσικές εκκεντρικότητες του Ναμπόκοφ και φροντίζει πολύ ώστε να μην τις νοθεύει. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι όταν ο κύριος Πνιν, μέσα στην σύγχυση των γλωσσών που αναγκάζεται ως μετανάστης να αφομοιώνει ελλιπώς, μπερδεύει συχνά το «φ» με το «θ», προσφέροντάς μας διασκεδαστικά λεκτικά κομμάτια.  
 
Το εντυπωσιακό με τον Ναμπόκοφ είναι ότι ενώ τα βιβλία του σπανίως ξεπερνούν τις 250 σελίδες, παρέχουν τόση διανοητική ένταση που μπορούν να συγκριθούν μόνο με το σκάκι, τον βασιλιά των πνευματικών παιχνιδιών – οριστικό τέλος με το σκάκι, σας έπρηξα και σας, βαρέθηκα και εγώ! Και να θυμάστε, μπορεί τα βιβλία του να αρχίζουν σαν αργόσυρτες κάμπιες, αλλά θέλει υπομονή και επιμονή για να καταφέρετε να δείτε την όμορφη πεταλούδα να φτερουγίζει μπροστά στα μάτια σας. Αν το θέλετε και με δικά του λόγια, ιδού: Ήταν την ίδια στιγμή ικανοποιημένος και δυσαρεστημένος από τον κόσμο στον οποίο ήρθε, ακριβώς όπως ένας ταξιδιώτης είναι συνεπαρμένος από τις εικόνες της περιοδείας του και σχεδόν ταυτόχρονα έχει ναυτία.

Σχόλια

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

Ποίηση χωρίς τέλος

  Αυτή η χρονιά θα ξεκινήσει ακριβώς όπως τελείωσε: με ποίηση. Συλλεκτική ανάρτηση, σπάνια θα ξαναδιαβάσετε τέτοια. Σπάω την παράδοση (και το ρόδι)! Ακόμα σπανιότερα εντυπωσιάζομαι από ποιητές και ποιήματα. Δεν με συγκινεί η συμπύκνωση του λόγου όταν του λείπει ένα είδος «φλυαρίας» – ψάχνω ποιήματα που είναι αμετροεπή με έναν δικό τους τρόπο και ταυτόχρονα στοχευμένα και ουσιώδη. Ποιήματα που δεν πολυπαίρνουν στα σοβαρά τον εαυτό τους καθώς τσαλαβουτούν χαρούμενα στον χυλό της ειρωνείας. Ποιήματα που, απ' ό,τι σωστά αντιλαμβάνεστε, δεν γράφει η πλειοψηφία των ποιητών. Με δυο λόγια, κυνηγώ το ανέφικτο. Αλλά, αυτό δεν κυνηγάμε όλοι στην έναρξη κάθε χρονιάς; Το φλουρί μου για φέτος – λίρα εκατό – ήταν η Βισουάβα ή Βισλάβα ή όπως αλλιώς, Σιμπόρσκα. Η παλιά ποίηση, η ορθόδοξη, είναι Εδώ!

Με ανώμαλους δεν μιλάω

  Ανωμαλία είναι να μην μπορεί μια γυναίκα να κυκλοφορεί άφοβα στους δρόμους, ανωμαλία είναι να πιστεύεις ότι τα εμβόλια σκοπό έχουν να προκαλέσουν περισσότερο κακό από ό,τι καλό, ανωμαλία είναι να νομίζεις ότι η λογοτεχνία σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, ανωμαλία είναι ακόμα το προφιτερόλ να έχει μόνο ένα σουδάκι μέσα, ανωμαλία είναι και ότι ο «Πατάκης» εξακολουθεί να μην εκδίδει Χέρμαν Μέλβιλ. Και πόσες ακόμα ανωμαλίες! Με τελευταία εκείνη του Ερβέ Λε Τελιέ, ενός συγγραφέα που αγάπησα οριστικά από ένα και μόνο βιβλίο του που είχα διαβάσει κάποτε, το «Όλα τα μανιτάρια τρώγονται», η ουλιπιανή έμπνευση που είχε οραματιστεί το facebook χρόνια πριν από τον δημιουργό του. Κάθε φορά που μπαίνετε στο facebook και αντικρίζετε την ερώτηση «Τι σκέφτεσαι;», ικανή να σας παρασύρει ασυγκράτητα να μας εμπιστευτείτε τις επικές σας μπούρδες, σχεδόν πάντα χωρίς καθόλου φιλτράρισμα και ουσία, να θυμάστε ότι ο Τελιέ κάποτε το έκανε… χίλιες φορές καλύτερα από εσάς, πιο δημιουργικά και κυρίως με περισσότερο χι

Dogs never bite me. Just humans.

    Ψόφια πράγματα το φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης – τουλάχιστον οι επιλογές μου – αλλά μόλις είδα ότι θα προβληθεί «Η εξουσία του σκύλου», που βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Τόμας Σάβατζ, ήξερα ότι θα ρεφάρω γιατί κακό σκυλί ψόφο δεν έχει. Και έτσι έγινε, η ταινία δεν με απογοήτευσε και μου θύμισε πόσο είχα αγαπήσει εκείνο το βιβλίο. Μια παραγωγή του Νέτφλιξ που θα είναι διαθέσιμη στην πλατφόρμα από την 1 Δεκεμβρίου ώστε να προλάβει να κάνει τον κύκλο της στις αίθουσες, με τον Κάμπερμπατς στον ρόλο του Φιλ, τον σωσία του Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν στον ρόλο του Τζορτζ και την ωραία Κίρστεν Ντανστ ως Ρόουζ. Η ταινία, όπως και το βιβλίο, σε πολλούς θα φανούν αργά, αδιάφορα και αλλόκοτα, λόγω του περιεχομένου αλλά η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για αριστοτεχνικές δημιουργίες με βάθος. Αντιγράφω εδώ το κείμενο που είχα γράψει στο «Διαβάζοντας» για να θυμάμαι ότι εκείνη η ανάγνωση μετράει ακόμα μέσα μου· σπάνιο, ομολογουμένως.

Εγώ σε λέω αγάπη

  Οι πιο συνηθισμένοι απατεώνες στην Ελλάδα συνήθως ενδύονται τους υδραυλικούς που ζητάνε 55 ευρώ για μια τρόμπα στο καζανάκι και δεν μπορείς και να τους πεις «Χέσε με ρε μάστορα» γιατί μετά πώς θα τραβήξεις καζανάκι; Στη λογοτεχνία από την άλλη, το να χαρακτηρίσεις για οποιονδήποτε λόγο τον Χέρμαν Μέλβιλ απάτη , το κάνεις μόνο αν εξυπηρετεί την πλοκή! «Γιατί οι πιο τερατώδεις απ’ όλους τους υποκριτές είναι αυτοί ακριβώς οι κερδοσκόποι: υποκριτές δι’ αντιστροφής της πραγματικότητας· υποκριτές στην παρουσίαση των πραγμάτων ως σκοτεινών αντί φωτεινών· ψυχές που ευημερούν χρησιμοποιώντας όχι τη δυστυχία, αλλά το μύθευμα της δυστυχίας· δάσκαλοι της αισχρής τέχνης τού να κατασκευάζεις δυστυχία· κίβδηλοι Ιερεμίες· νόθοι Ηράκλειτοι που, μόλις η πένθιμη μέρα περάσει, επιστρέφουν, σαν απατηλοί Λάζαροι ανάμεσα στους επαίτες, για να ευφρανθούν με τα κέρδη που απέκτησαν από τα προσποιητά έλκη της κεφαλής τους – φαύλοι κερδοσκόποι!» . Θα με αναγκάσετε να κατέβω πορεία στον Λευκό Πύργο όλοι εσείς πο

Γάτα είσαι

  Οι γάτες είναι υπέροχα πλάσματα και αν δεν είσαι επηρεασμένος από τον «Κυνόδοντα» του Λάνθιμου δύσκολα να μην σε γοητεύουν ή έστω να μην τραβούν την προσοχή σου. Μία από τις αγαπημένες μου συνήθειες είναι να παρατηρώ πώς συμπεριφέρονται οι γάτες. Τι γίνεται όμως αν και εκείνες παρακολουθούν με το ίδιο ενδιαφέρον την ανθρώπινη συμπεριφορά; Κάπως έτσι θα σκέφτηκε και ο Ιάπωνας Σόσεκι Νατσούμε και έγραψε ένα αξιαγάπητο βιβλίο· επιπροσθέτως έγραψε ένα από τα λίγα βιβλία που θα ήθελα να είχα γράψει εγώ. Χεστήκαμε τι θα ήθελες να γράψεις εσύ ρε Μαραμπού, και δίκιο έχετε, δεν αντιλέγω, απλώς σκέφτηκα να το αφήσω εδώ να υπάρχει. Γιατί πάντοτε με ενθουσίαζαν εκείνα τα λιγοστά βιβλία ανεπιτήδευτης σοφίας και γατίσιας συμπεριφοράς που συμπύκνωναν όλη την φιλοσοφία τους και την συγγραφική τεχνική τους σε φράσεις όπως η ακόλουθη: «Ορισμένες φορές επινοώ κάποιες ανοησίες και οι άνθρωποι τις παίρνουν στα σοβαρά, αυτό προκαλεί έναν αισθητικό ενθουσιασμό ακραίας κωμικότητας την οποία θεωρώ ενδιαφέρ

Dance with the Devil

  A long time ago in a galaxy (στην επαρχία) far, far away… όταν περνούσα την emo φάση μου και έκλαιγα χωρίς λόγο καθώς να καθάριζα κρεμμύδια είχα ανακαλύψει τυχαία ένα βιβλιαράκι που το αγόρασα με τα πρώτα λεφτά που είχα αποταμιεύσει σε ένα βιβλιάριο τραπέζης που είχε δεν είχε μέσα 30 δραχμαί. Εκείνο το βιβλίο ήτο κάποιου ψιλοάγνωστου Χόφμαν μεταφρασμένο υπό του σπουδαίου Καρυωτάκη – αργότερα, όταν οι ισορροπίες άλλαξαν εντός μου, κατάλαβα ότι ο Χόφμαν λειτούργησε κάπως σαν το… καρυωθραυστικό του ποιητή∙ ξέρω, ξέρω, πάγωσε η θάλασσα μέσα σας, μακάρι να βρείτε ένα βιβλίο να πέσει πάνω της σαν τσεκούρι – «το λογοπαίγνιο είναι ένα καυτό σίδερο για μπούκλες στο χέρι της τρέλας και με δαύτο λυγίζει τις σκέψεις» . Ο λόγος είναι ότι ο Χόφμαν αποδείχθηκε μια εξαίσια διαβολική μορφή της παγκόσμιας λογοτεχνίας και τα παιδιά του κυκλοφορούν ελεύθερα γύρω μας – ευτυχώς για αυτά, και για εμάς, είχε πάντοτε δουλειά, και μάλιστα σημαντική, να γράφει αριστουργήματα.

Του πολέμου / Στο άλογό μου

Τι γιορτάζουμε σήμερα; Το όχι, το ναι, το ίσως; Γιατί, ενώ όλοι ξέρουμε ότι το εθνικό φρόνημα σε ψηλώνει ως άνθρωπο, εξεγειρόμαστε τόσο πολύ όταν κάτι τέτοιο γίνεται και με τεχνητά μέσα, ας πούμε, με δεκάποντες γόβες; Γιατί μετά την παρέλαση όλοι πάμε και πίνουμε φρέντο εσπρέσσο, έναν τόσο χαρακτηριστικά ιταλικό καφέ; Τι θα συμβεί αν σε μία αντιπολιτευτική συνωμοσία όλοι συντονίσουν το... ένα στο δεξί; Το ένα στ' αριστερό αποκτά όντως βαρύνουσα σημασία όταν κυβερνά η Αριστερά, ή απλώς έχουμε συνηθίσει να το θεωρούμε ηθικό πλεονέκτημα της παρέλασης;

Τελειωμένοι

    Είμαστε γεννημένοι ο ένας για τον άλλον. Τέλος. Αυτά στην αρχή, βέβαια. Γιατί μετά, ανάθεμα την ώρα που βρέθηκες μπροστά μου. Αυτή η σχέση των σχέσεων όμως, μπορεί κάλλιστα να επεκταθεί και στα βιβλία. Μόνο που σε μένα λειτούργησε αντίστροφα· ανάθεμα την ώρα που βρέθηκε μπροστά μου, είπα για αυτό το βιβλίο, μου το δάνεισαν επειδή δεν άρεσε (ωραίο προμόσιον), ήθελα από την άλλη να δω και την ταινία του Κάουφμαν , ας πάει στα κομμάτια, θα το ξεκινήσω, με την σκέψη ήδη από την αρχή να βάλω ένα τέλος όταν δω ότι δεν τραβάει το πράγμα. Αλλά, γαμώτο, τραβούσε. Για ελάχιστους αναγνώστες αυτό θα είναι το βιβλίο της ζωής τους, σύμφωνοι. Κι όμως. «Είναι εντυπωσιακό. Όταν βλέπεις κάποιον με τους γονείς του, αποδεικνύεται απτά ότι όλοι είμαστε αποτέλεσμα σύνθεσης» . Όπως ακριβώς και τα αξιανάγνωστα βιβλία, τα συγγραφικά παιδιά των δημιουργών τους – ξεράστε με την ησυχία σας και ελάτε πίσω. Μείνετέ μου πιστοί! Σας αγαπώ !

Η μέθοδος του Κούντερα

  Σε κάποιες περισσότερο κιτς εποχές ένα παρόμοιο χαστούκι σαν εκείνο του Γουίλ Σμιθ είχε ταράξει τα νερά της κοινωνικής μας ζωής. Η Νατάσα Αθήνη είχε χαστουκίσει την Δήμητρα Λιάνη στην παρουσίαση του βιβλίου της «10 χρόνια και 54 μέρες» – βέβαια, τώρα που τα συζητάμε, μπορεί να έχουν περάσει κοντά 30 χρόνια. Μια επισήμανση που μου ήρθε μόλις: όλες οι βιβλιοπαρουσιάσεις είναι για σφαλιάρες∙ συγγραφείς μην πέφτετε σε αυτή την παγίδα, μακριά. Τέλος πάντων, όταν η Δήμητρα δεν έγραφε βιβλία, διάβαζε, λένε, Κούντερα. Τότε ήταν πολύ της μόδας. Κούντερα από εδώ, Κούντερα από εκεί, είχαν τρελαθεί όλοι. Ποιος είναι ρε αυτός ο Κούντερας; Ήταν τελικά ένα πιο λογοτεχνικό Nitro όπως νόμιζαν αρκετοί; Γιατί τόσα χρόνια τον αντιμετωπίζουμε με αβάσταχτη ελαφρότητα; «Γιατί άραγε θέλει να κάνει έρωτα μαζί μου; αναρωτιόταν πολύ συχνά, αλλά δεν έβρισκε απάντηση. Ένα μόνο ήξερε, πως οι σιωπηρές συνευρέσεις τους ήταν αναπόφευκτες, έτσι όπως είναι αναπόφευκτο να σταθεί προσοχή ένας πολίτης ακούγοντας τον εθν

Θα φάτε τα μούτρα σας

  Πού βαδίζει η λογοτεχνία; Όπου και όπως βάδιζε πάντα, ελεύθερη και ασυμβίβαστη, ασυνόδευτη και ασυνόρευτη , πριν έρθει ο (κακός μας) καιρός με την πρόφαση του υποστηρίγματος/«υποστήριξης» κάποιοι να της προσφέρουν τα δεκανίκια της πολιτικής ορθότητας που θα την καθιστούσαν έκτοτε αδιανόητα στάσιμη. «Αυτό που βλέπουμε το σκεφτόμαστε, κι έτσι τελικά δεν το βλέπουμε, λέει ο Όλερ, ενώ άλλοι βλέπουν αυτό που βλέπουν χωρίς πρόβλημα, επειδή δεν το σκέφτονται αυτό που βλέπουν. Αυτό που αποκαλούμε αντίληψη είναι για μας κατά βάση στασιμότητα, ακινησία, τίποτα. Τίποτα. Οτιδήποτε έχει συμβεί το έχουμε σκεφτεί, δεν το έχουμε δει, λέει ο Όλερ» . Είδα και απόειδα λοιπόν με το… φαινόμενο Φερνάντα Μελτσόρ και είπα ό,τι βρέξει ας κατεβάσει! Βαδίζοντας στην εποχή των τυφώνων.