Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Ασκήσεις μνήμης

 
Τις ασκήσεις ύφους τις κατέκτησε σε βαθμό που λίγοι συγγραφείς φτάνουν, με τις ασκήσεις μνήμης όμως κανείς άνθρωπος δεν τα βγάζει εύκολα πέρα. Όλοι μας γράφουμε autofiction από 8 χρονών – Περιγράψτε μας τα πιο ωραία σας Χριστούγεννα – τα νεύρα μου! Το autofiction πλέον μοιάζει να είναι ένας ευφημισμός για να αποδεχόμαστε κάποιες συγγραφικές μετριότητες ως κάτι παραπάνω από αυτό που είναι. Είναι προσβολή να θεωρείς ότι ο Τζόυς ή ο Σελίν (που επιτέλους σε λίγες μέρες θα εκδοθεί το «Θάνατος επί πιστώσει»∙ Γκάλοπ: ποιο άργησε περισσότερο; Το Μετρό Θεσσαλονίκης ή το βιβλίο του Σελίν;) έγραψαν autofiction. Το ίδιο ισχύει και για τον Καλβίνο στη συγκεκριμένη συλλογή. Δεν θα ξεχάσουμε και αυτά που ξέρουμε! «Μόνο πετώντας πράγματα μπορώ να βεβαιωθώ πως ακόμα δεν έχει πεταχτεί κάτι από μένα, κάτι που ίσως να μην είναι ούτε και θα είναι για πέταμα».
 
Στη συλλογή «Ο δρόμος του Σαν Τζοβάνι» συμπεριλαμβάνονται πέντε αυτοβιογραφικά αφηγήματα του Καλβίνο, γραμμένα σε βάθος μιας 15ετίας και δημοσιευμένα σε διάφορα περιοδικά. Τα τέσσερα πρώτα είναι γραμμένα πιο ρεαλιστικά, σχετικό αυτό όταν μιλάμε για Καλβίνο, ενώ το τελευταίο θυμίζει κάτι από ταινίες του Κρίστοφερ Νόλαν∙ τις παλιές, τις καλές. «“Από τ’ απόσκια”, από τα βάθη της σκιάς εγώ γράφω, ανασυνθέτοντας τον χάρτη ενός φωτεινού τόπου που είναι απλώς ένα μη επαληθεύσιμο αξίωμα για τους υπολογισμούς της μνήμης, ο γεωμετρικός τόπος του εγώ, ενός εαυτού που χρειάζεται ο εαυτός μου για να ξέρει ότι είναι ο εαυτός του, το εγώ που χρειάζεται μόνο και μόνο προκειμένου να λαμβάνει συνεχώς νέα για την ύπαρξη του κόσμου, ένα κατασκεύασμα που διαθέτει ο κόσμος για να ξέρει αν υπάρχει». Περίπλοκο και σκιώδες, δεν παύει να είναι και ένα γοητευτικό διήγημα, που ο κάθε αναγνώστης θα το ερμηνεύσει και θα το εκτιμήσει ανάλογα με την φωτοευαισθησία του.  
 
Στο ομώνυμο αφήγημα, «Ο δρόμος του Σαν Τζοβάνι», ο Καλβίνο περιγράφει τις παιδικές αναμνήσεις του από ένα κτήμα που είχε ο πατέρας του στη γενέθλια πόλη του, και την κόντρα που άρχισε να αναδύεται ανάμεσα στον πατρικό φυσιολατρικό δρόμο και την επαναστατική εφηβική διαδρομή σε πολύβουα σοκάκια. Εδώ, η κόντρα δεν περιγράφεται με όρους σύγκρουσης, αλλά περισσότερο με όρους κοσμοθεωρίας, δύο κόσμοι που συνυπάρχουν για λίγο λόγω αναγκαστικής συγγένειας και ύστερα ο αναλυόμενος – ο συγγραφέας εν προκειμένω – κάνει την τελική του αποτίμηση για την πορεία των πραγμάτων. Αν και ελαφρώς βουκολικό για τα γούστα μου, αρκετά συγκινητικό και με σημεία που μου θύμισαν πολύ έντονα και την σχέση με τον δικό μου πατέρα. 
 
Στην «Αυτοβιογραφία ενός θεατή», που αποτέλεσε πρόλογο για ένα βιβλίο για τον Φελίνι, ο Καλβίνο περιγράφει το εφηβικό του κόλλημα με τον κόσμο του σινεμά και πόσο αυτό τον διαμόρφωσε. Μέσα στο αφήγημα ξεχώρισα μια ωραία σκέψη που κατά την γνώμη μου βρίσκει εφαρμογή, ίσως και περισσότερο εκεί, στον κόσμο της λογοτεχνίας: «Δεν υπάρχει ένας κόσμος μέσα στη φωτεινή οθόνη, στη σκοτεινή αίθουσα, και ένας άλλος κόσμος έξω, ετερογενής, που τους διαχωρίζει μια ξεκάθαρη ασυνέχεια, ωκεανός ή άβυσσος. Η σκοτεινή αίθουσα εξαφανίζεται, η οθόνη είναι ένας μεγεθυντικός φακός στραμμένος έξω στον κόσμο, στην καθημερινότητα, και σε αναγκάζει να κοιτάξεις αυτό που με γυμνό μάτι έχει την τάση να κυλάει δίχως σταματημό. Η λειτουργία αυτή έχει – μπορεί να έχει – τη δική της χρησιμότητα, μικρή, μέτρια ή τεράστια σε ορισμένες περιπτώσεις. Όμως εκείνη την ανθρωπολογική, κοινωνική ανάγκη της απόστασης, δεν την ικανοποιεί». Αυτή η απουσία απόστασης έσω και έξω κόσμου έχει κάνει φοβερά χλιαρή την λογοτεχνία της τελευταίας 25ετίας. Και τον κινηματογράφο, εξυπακούεται αυτό.  
 

Στο «Αναμνήσεις μιας μάχης» ο Καλβίνο ανασυνθέτει μια ενέδρα σε ένα χωριό την εποχή της Αντίστασης. Έχοντας διαβάσει το πρώτο του μυθιστόρημα, «Το μονοπάτι με τις αραχνοφωλιές», το λιγότερο καλβινικό από όλα αλλά πάρα πολύ ωραίο (αν το βρείτε, να το πάρετε), μου έσκασε στο μυαλό εκείνη η περίοδος που το διάβαζα και πόσο το είχα απολαύσει. Νομίζω ότι αυτό το διήγημα, υπάρχει με κάποιο τρόπο μέσα στο μυθιστόρημα, γιατί μου φάνηκε τόσο οικεία η αίσθηση. «Αυτό που θα ήθελα να μάθω είναι γιατί το τρύπιο δίχτυ της μνήμης συγκρατεί ορισμένα πράγματα και όχι άλλα». Και κατά έναν παράξενο και χιουμοριστικό τρόπο, το καλύτερο διήγημα της συλλογής είναι για τα σκουπίδια. Στο «La poubelle agréée» γράφει ένα διήγημα για την αξία που έχει να κατεβάζεις τα σκουπίδια σου στον δρόμο – φαίνεται ότι το έγραψε άντρας, λυσσάξτε τσάουσες – ευτυχισμένο το 1995! «Αν αληθεύει αυτό, αν το να πετάμε είναι η πρώτη αναγκαία συνθήκη της ύπαρξης, διότι είμαστε αυτό που δεν πετιέται, η πρώτη φυσιολογική και πνευματική πράξη είναι να διαχωρίσω το κομμάτι του εαυτού μου που μένει από το κομμάτι που πρέπει να αφήσω να κατέβει σε έναν άλλο κόσμο ανεπιστρεπτί». Τα σκουπίδια του ενός είναι ο θησαυρός του άλλου, λέμε συνήθως για μέτρια βιβλία που βρίσκονται δίπλα σε κάδους και ονειρευόμαστε να βρουν μια θέση σε κάποια βιβλιοθήκη ή σε ένα ζεστό σαλόνι δίπλα στο τζάκι (ή και μέσα στο τζάκι, θα πουν κάποιοι πικρόχολοι), αλλά ο Καλβίνο σε κάθε βιβλίο του κινείται πολύ άνω του μετρίου και μπορεί να δημιουργήσει τα πάντα από το τίποτα, αυτό δηλαδή που συνηθίζουν να κάνουν οι σπουδαίοι συγγραφείς. Διαλέξτε κάποιο από τα πολλά βιβλία του και αφεθείτε σε μια υπαρξιακή μαγεία που σπανίζει, αν δεν έχει παύσει εντελώς, παρόλο που κάποια παιδιά, επιμένουν να πιστεύουν ότι υπάρχει ακόμα. Μην τους χαλάσετε το παραμύθι. 
  
 
Το βιβλίο περιέχει ένα εισαγωγικό σημείωμα και ένα επίμετρο που μου φάνηκαν και τα δύο χλιαρά και αχρείαστα, ειδικά το επίμετρο (του Τσέζαρε Γκάρμπολι). Η μετάφραση της Δήμητρας Δότση φαίνεται να πατάει σε στέρεα και χαρτογραφημένα μονοπάτια. Όμως, στον αλλόκοτο δρόμο που τράβηξε το «Στερέωμα» βάζοντας το βιογραφικό σημείωμα πριν από την σελίδα τίτλου, κινείται εδώ και ο «Καστανιώτης» που τοποθετεί ένα εκτενέστατο χρονολόγιο, 28 σελίδες, ακριβώς μετά την εισαγωγή. Ό,τι τρεντάρει στο τικ τοκ, το φέρνουν και στην Ελλάδα, δεν εξηγείται αλλιώς! Ας προσπεράσουμε το γεγονός ότι ένα πολυσέλιδο χρονολόγιο για έναν τόσο γνωστό και σπουδαίο συγγραφέα είναι αχρείαστο, αν όχι προσβλητικό∙ θα αρκούσε μια ημερομηνία γέννησης και θανάτου που θα γνωστοποιούσε μόνο το ιστορικοκοινωνικό πλαίσιο του συγγραφέα, αν και ο Καλβίνο με το τεράστιο ταλέντο του ξεχείλωσε μια για πάντα αυτό το πλαίσιο. Αν μη τι άλλο, ο εκδότης που έχει ήδη εκδώσει σχεδόν όλο το έργο του Ιταλού, θα έπρεπε τουλάχιστον να γνωρίζει πια ότι… τελευταίο έρχεται το χρονολόγιο.  
 
[…] «Κι εγώ; Εγώ νόμιζα ότι είχα άλλα κατά νου. Τι ήταν η φύση; Χορτάρι, φυτά, πράσινα τοπία, ζώα. Ζούσα ανάμεσά τους και ήθελα να είμαι αλλού. Μπροστά στη φύση έμενα αδιάφορος, επιφυλακτικός, ενίοτε εχθρικός. Και δεν ήξερα πως κι εγώ αναζητούσα μια σχέση, ίσως πιο πετυχημένη από εκείνη του πατέρα μου, μια σχέση που θα μου την έδινε η λογοτεχνία, ανανοηματοδοτώντας τα πάντα, και ξαφνικά καθετί θα γινόταν αληθινό, απτό, κατακτητέο και τέλειο, κάθε πράγμα εκείνου του τώρα πια χαμένου κόσμου.  
    Πού είναι ο πατέρας που φωνάζει να φέρω τη μάνικα και να ρίξω νερό, γιατί τα πάντα έχουν ξεραθεί;»

Σχόλια

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

Down in Mexico

   Μπορεί ο Σαίξπηρ της αρχαιότητας – κατά τον Ουγκό – να ήταν ο Αισχύλος, αλλά ο Σαίξπηρ της σύγχρονης εποχής – κατά τον Μουζίλη – είναι ο Ντον Γουίνσλοου. Δεν υπάρχει ο τύπος. Συνεχίζει την παράδοση της λαϊκής λογοτεχνίας που νομίζαμε ότι είχε εκλείψει πια∙ και το κάνει να φαίνεται τόσο εύκολο και μαζί απόλυτα συναρπαστικό.  «Ο patron πρέπει να δίνει το παρών» είπε. «Αλλιώς αρχίζουν να σκέφτονται ότι δεν υπάρχει κανείς πίσω από την κουρτίνα».  «Τι;»  « Ο μάγος του Οζ . Δεν το έχεις δει;»  «Μπα, δεν νομίζω».  «Ένας πανίσχυρος μάγος κυβερνά ένα βασίλειο μόνο με τη φωνή του, πίσω από μια κουρτίνα» είπε ο Νούνιες. «Αλλά όταν τραβάνε την κουρτίνα, ανακαλύπτουν ότι είναι ένας συνηθισμένος άνθρωπος».  Μα είσαι ένας συνηθισμένος άνθρωπος, σκέφτηκε ο Ρικ. Αφήστε τα παζάρια με μέτριους συγγραφείς και διαλέξτε την κουρτίνα ένα. 

Μπάρτελμι και Σία

  Στις φετινές πανελλήνιες έπεσε θέμα στην έκθεση για την δημιουργικότητα στα σχολεία και μαζί ένα κείμενο του Γιώργου Ιωάννου. Επιτέλους, τα παιδιά πήραν μια μυρωδιά από λογοτεχνική ναφθαλίνη∙ πολύ δημιουργικό. Αν πρέπει να υπάρχει αποκλειστικά κείμενο Έλληνα συγγραφέα, βάλε ένα διήγημα από την «Αναφορά περιπτώσεων» του Αλέξανδρου Σχινά που ξανακυκλοφόρησε πρόσφατα (όπως το εκπληκτικό «Η απόγνωση της μονάδας») και άσε τα παιδιά να υποστούν πολλαπλά κατάγματα της δημιουργικής φαντασίας τους. Τι πας και τους βάζεις Κυριακή στο χωριό ! Στην περίπτωση που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ξενόγλωσσος συγγραφέας ο Ντόναλντ Μπάρτελμι θα ήταν ο ιδανικός. Τουλάχιστον ας κρατήσουμε την κρεμάλα του υπέροχου εξωφύλλου με την οποία στραγγαλίζεται η δημιουργικότητα των παιδιών εδώ και χρόνια. «Ο κόσμος είναι ένας αγριότοπος, λέει, ο πολιτισμός μια τρέλα που καλλιεργούμε σε συμφωνία με τους άλλους. Ο ίδιος, στην ηλικία του, δεν εκπλήσσεται πια με τίποτα, αν και θα το ήθελε» .    

Silencio

Έχουμε δεν έχουμε μπάντα, μικρή σημασία έχει χωρίς τον μαέστρο επί σκηνής. Όσα πούμε και γράψουμε, ακούγονται εξόχως ξεκούρδιστα, αν όχι εντελώς κακόηχα και ενοχλητικά. «Στα Cahiers du Cinema, το 2017, ο Lynch αναφέρει πως “το να σκέφτεσαι τους θεατές όταν δημιουργείς δεν είναι καλό κατά την άποψή μου. Πρέπει να σκέφτεσαι μόνο τι σε φτιάχνει. Αν μια ιδέα σού έρθει και δεν σε εξιτάρει, δεν τη χρησιμοποιείς. Αν είναι μια ιδέα που σε κάνει να ανατριχιάσεις, τότε προσπαθείς να την αποδώσεις όσο ακριβέστερα γίνεται . Ο κόσμος αλλάζει τόσο γρήγορα αυτές τις μέρες – αν σκέφτεσαι το κοινό του 2012, αυτό που θα κάνεις δεν θα έχει καμία αξία το 2017, απλούστατα γιατί θα είναι ένας διαφορετικός κόσμος. Πρέπει να κάνεις χαρούμενο τον εαυτό σου και να ελπίζεις για το καλύτερο”» . Ας υψώσουμε λοιπόν ευγνώμονες τα χέρια προς εκείνον, και επειδή κάποιοι τα έχουμε τα χρονάκια μας, δεν αποκλείεται όντως να τα ξαναπούμε σε 25 χρόνια!

En passant

  Το «Αν πασάν» είναι ένας σκακιστικός κανόνας, περιθωριακός και άγνωστος αλλά ιδιαιτέρως αποτελεσματικός και σημαντικός. Στις αρχικές τους κινήσεις, τα πιόνια έχουν το δικαίωμα να κινηθούν ένα ή δύο τετράγωνα μπροστά. Αν επιλέξουν να κινηθούν δύο τετράγωνα μπροστά και ένα αντίπαλο πιόνι βρίσκεται σε τέτοια θέση ώστε να μπορούσε να το αιχμαλωτίσει αν το πιόνι που κινήθηκε δυο τετράγωνα αποφάσιζε να κινηθεί μόνο ένα, τότε, έχει το δικαίωμα να το αιχμαλωτίσει και σε αυτή την περίπτωση που κάνει δύο βήματα. Έχουμε δηλαδή, αν πασάν... αιχμαλωσία εν τη διελεύσει. Είναι δυσνόητο στην περιγραφή αλλά αρκετά ξεκάθαρο στην πράξη. Βέβαια, όταν είσαι αρχάριος σκακιστής και το συναντήσεις πρώτη φορά σε ηλεκτρονική παρτίδα, τότε πείθεσαι ότι κάποιο «bug» έχει η ιστοσελίδα, ότι σε χακάρανε ή ότι άρπαξες όλες τις ιώσεις του κυβερνοχώρου. Τα βιβλία του Ναμπόκοφ, μου προσφέρουν την ισχυρή εντύπωση ότι αποτελούν ένα συνεχές λογοτεχνικό en passant, σε αιχμαλωτίζουν εν τη διελεύσει.

Σαν ναυαγοί, σαν ροβινσώνες

Ο βιασμός ενός βιβλίου και ενός συγγραφέα γίνεται με τις διασκευές . Συγγραφείς μεγάλου βεληνεκούς και εξαιρετικού κύρους όπως ο Ντάνιελ Ντιφόου, ο Ρόμπερτ Στήβενσον, ο Ιούλιος Βερν και ο Τζόναθαν Σουίφτ (με την ευκαιρία, να ξαναπώ ότι «Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ» είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία. Δεν είναι απλώς ένα από τα καλύτερα βιβλία του είδους· ή του 18ου αιώνα· ή της αγγλοσαξονικής λογοτεχνίας. Πέρα από κάθε είδους περιορισμό, τροπικό, χρονικό ή χωρικό, το βιβλίο του Σουίφτ είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία που έχουν γραφτεί επί γης) αντιμετωπίζονται από το αναγνωστικό συγγραφικό φαντασιακό σαν μικρομέγαλοι συγγγραφίσκοι που είχαν κόλλημα με την παιδική ηλικία και ανακλύκλωναν απλοϊκές ιστορίες που δεν πρέπει να διαβάζονται μετά τα δώδεκα – λες και το να είσαι παιδί είναι ιδιότητα μόνο ενός παιδιού. Κούνια που σας κούναγε! 

Για τα σκουπίδια

  « Όχι σκουπίδια, όχι πλαστικά, σε θάλασσες και ακτές! » έλεγε κάποτε ο καλός ο Γλάρος φορώντας στον λαιμό μια πλαστική σφυρίχτρα που πιθανότατα θα κατέληξε χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά για να ζήσει ήσυχα τα υπόλοιπα 1200 χρόνια της. Μην φάτε, έχουμε γλάρο ! Για τα δικά μας προσωπικά σκουπίδια συνήθως έχουμε μνήμη χρυσόψαρου, μας απασχολούν το πολύ 3 δευτερόλεπτα. «Η κατάσταση ήταν τόσο τραγελαφική, που ένας δημοσιογράφος δήλωσε το πεθαμένο χρυσόψαρό του ως επαγγελματία μεσίτη αποβλήτων, για να δει τι θα συμβεί. Εντός 4 λεπτών, ο Άλτζερνον το Χρυσόψαρο είχε λάβει, κανονικά και με τον νόμο, άδεια να μεταφέρει βρετανικά σκουπίδια» . Για όλα τα υπόλοιπα παγκόσμια σκουπίδια προτιμούμε να κάνουμε την πάπια!

Ένα μήλο την ημέρα

Εν αρχή ην ο λόγος του επιχειρηματία-δημιουργού∙ τι φρούτο κι αυτό! Επιχειρηματίας γεννιέσαι ή γίνεσαι; Στην Ελλάδα, σίγουρα γεννιέσαι, το ξέρουν όλοι αυτό – μέχρι να πεθάνεις στην ψάθα (με ελάχιστη κατανάλωση 50 ευρώ… με συγχωρείτε, παρασύρθηκα σε λάθος συμπεράσματα). Ζήσε τον μύθο (του επιχειρηματία) στην Ελλάδα! «Ο αυτοδημιούργητος επιχειρηματίας είναι ένα μιντιακό προϊόν, ένα πολιτιστικό εμπόρευμα διαμορφωμένο συλλογικά, από μια πλειάδα δρώντων που όλοι τους επιδιώκουν την εξυπηρέτηση των ιδιαίτερων συμφερόντων τους» . Περισσότερο από μια ιδέα, όπως θα λέγαμε χαριτολογώντας, ο επιχειρηματίας που αναλύεται σε αυτό το δοκίμιο, είναι μια εικόνα, που την προσκυνούν οι πιστοί της χωρίς πολλές αντιρρήσεις – αν κάποιες φορές μάλιστα δακρύζει τεχνηέντως, τότε ακόμα πιο έντονο το αίσθημα εσωτερικής εγγύτητας (και εξωτερικής χρηματοδότησης). «Όπως και κάθε άλλη εταιρεία, η Apple δεν συνιστά εκ του μηδενός δημιουργία» . Κενοτομίες !   

Άτιμη κοινωνία! Άλλους τους κατεβάζεις και άλλους τους ανεβάζεις στα τάρταρα!

Πριν δέκα μέρες μπήκε ο νέος χρόνος και όσοι δεν έχετε διαβάσει ποτέ σας Μέλβιλ, νομίζω ότι ήρθε ο καιρός να τον βάλετε στο πρόγραμμα. Πώς θα σας φαινόταν όμως αν υπήρχε ένα Ημερολόγιο Μέλβιλ όπου θα μπορούσατε να σημειώνετε στην κάθε ξεχωριστή μέρα, την υπενθύμιση «Να διαβάσω Μέλβιλ!», σαν ενοχλητική επίπληξη στον τεμπέλη εαυτό σας; Εγώ, προσωπικά, το βρίσκω τέλειο! Την ιδέα για την υλοποίηση αυτού του ημερολογίου έκανε πράξη ο Σ.Μ.Ε.Δ. (Σύλλογος Μεταφραστών-Επιμελητών-Διορθωτών) και εντελώς αναπάντεχα έκανε και ποδαρικό στην νέα αναγνωστική μου χρονιά. Ημερολόγιο Μέλβιλ όμως χωρίς λογοτεχνία δεν παίζει, κι έτσι, μέρος αυτής της έκδοσης είναι και ένα υπέροχο διήγημα που πρωτοδημοσιεύτηκε στο Harper’s Magazine τον Απρίλιο του 1855 και μεταφράζεται (νομίζω) πρώτη φορά στα ελληνικά. Γι’ αυτό σας λέω, αν καταφέρετε να βρείτε το ημερολόγιο, αναγκαστικά θα διαβάσετε Μέλβιλ και θα σας μείνει και το ημερολόγιο άθικτο αφού δεν θα χρειαστεί να επιπλήττετε εκεί μέσα τους εαυτούς σας!

Does nobody understand?

  Αυτές, λέγεται ότι, ήταν οι τελευταίες λέξεις του Τζέημς Τζόυς και αφορούσαν το τελευταίο του λογοτεχνικό βιβλίο, η Αγρύπνια των Φίννεγκαν. Πολλοί κακεντρεχείς πιστεύουν ακόμα ότι είχαν ως μοναδικό αποδέκτη τον ίδιο του τον εαυτό! Καταλάβαινε ο Τζόυς τι έγραφε; Προς απογοήτευση εκατομμυρίων αναγνωστών, πιστεύω ότι καταλάβαινε μια χαρά τι έγραφε, και προς αγαλλίαση άλλων τόσων, υπήρξαν οι μεταφραστές και οι μελετητές εκείνοι, που κατάφεραν να ρίξουν λίγο φως σε αυτό το ονειρικό έρεβος.

Lord of the Rings

Με την τιμή στο ασήμι να έχει εκτοξευθεί αυτή την περίοδο, τα μόνα rings που μπορεί να αντέξει το πορτοφόλι κάποιου – αλλά δεν ξέρω αν θα αντέξει και το στομάχι του – είναι από τηγανισμένο κρεμμύδι. Αν πάλι αναζητάτε κάτι πιο εκλεπτυσμένο τότε, αν και εφόσον είστε διατεθειμένοι να υποβάλετε τον εαυτό σας σε μια ομηρικών παρεκβάσεων αναγνωστική περιπέτεια, ίσως συναντήσετε την κυκλική σύνθεση που δεν ξέρατε ότι θα μπορούσε να σας ολοκληρώσει. «Γι’ αυτό και η παρέκβαση δεν είναι ποτέ περισπασμός. Οι στροφές και οι περιπλοκές της παρέκβασης έχουν έναν ενιαίο σκοπό, ο οποίος είναι να μας βοηθήσουν να κατανοήσουμε τη μία πλήρη πράξη που αποτελεί το θέμα του έργου στο οποίο εντάσσονται» . Πώς γυρνάνε οι κύκλοι; Να, έτσι!