Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Χαζό παιδί χαρά γεμάτο


Υπήρχε η ασαφής εντύπωση σε πολλούς δικούς μας συγγραφείς ότι αν καταφέρουν και παρουσιάσουν τα μέτρια βιβλία τους σε μια τριήμερη σειρά εκδηλώσεων που φέρει τον τίτλο «διεθνής» (όπως είναι η «Διεθνής Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης») τότε θα φούσκωνε και το υπερτροφικό εγώ τους πιστεύοντας ότι κάνουν διεθνή καριέρα πλάι στα μεγαθήρια του χώρου. Βέβαια, όπως έδειξε το πρόσφατο μουσικό μας παρελθόν, η Απόλυτη Θεά Άννα Βίσση ουδέποτε έκανε διεθνή καριέρα, παρά τις αντιρρήσεις που προβάλλουν ακόμα και σήμερα μεσημεριανές κριτικές εκπομπές. Έτσι λοιπόν, εφόσον και η κουτσή Μαρία κατέληξε να παρουσιάζει διεθνώς τα ανοσιουργηματά της, αρχίζει να παρατηρείται τελευταίως μια τάση να περιοριστούν οι παρουσιάσεις στα περίπτερα της ΔΕΒΘ – νομίζω ότι και κάπως έτσι προέκυψε αρχικά και η σύγχυση, θεωρήθηκε ωραία ιδέα βιβλία περιπτέρου να παρουσιάζονται σε μεγαλύτερα λουσάτα Περίπτερα. Ένα λεπτό περιπτερά, δεν γίνεται έτσι η σωστή μπίζνα. Τέλος πάντων, περιμένουμε να γίνουν εκλογές για το αν θα γίνονται ή όχι παρουσιάσεις βιβλίων στην Έκθεση Βιβλίου. Μέχρι τότε, εμείς, ας ζήσουμε το δικό μας παραμύθι. 

Πήγα να παρακολουθήσω μία εκδήλωση δώδεκα το καταμεσήμερο που διοργάνωνε το Ρωσικό Ινστιτούτο Λογοτεχνικής Μετάφρασης (σημειωτέον η Ρωσία ήταν τιμώμενη χώρα φέτος), παρουσία του συγγραφέα με τίτλο «Γιούρι Νετσιπορένκο: Η παιδική λογοτεχνία στον σύγχρονο κόσμο» και είχε τον ιλλιγγιώδη αριθμό των 3 θεατών, μαζί με μένα – φαίνεται ότι οι περισσότεροι πήγαν στην παρουσίαση της κουτσής Μαρίας, λογικό, όχι να έρθουν και οι ξένοι να μας πάρουν τις δουλειές! Ο συγγραφέας αποδείχθηκε πολύ τολμηρός... εξωτερικά μιας και εμφανίστηκε με σανδάλι και κάλτσα, ολοφάνερη πρόκληση απέναντι στο καλοσιδερωμένο ταγιέρ της κουτσής Μαρίας… αλλά και εσωτερικά, καθότι είναι ένας πολύ γνωστός και προσγειωμένος συγγραφέας που εστιάζει στην παιδική λογοτεχνία και στην προσπάθεια επαφής των παιδιών με την ανάγνωση – εκδίδει χρόνια ένα περιοδικό για εφήβους. Αφού μίλησε για την δουλειά του, ύστερα μας έδωσε το βιβλίο του να το ξεφυλλίσουμε και μας είπε να το κρατήσουμε στο τέλος, μας το χάριζε! Στην αρχή, αντέδρασα όπως κάθε ιδιοτελής βιβλιόφιλος, ανακράζοντας εντός μου, «Τσίμπησα βιβλιαράαακι!!» αλλά μετά σκέφτηκα πόσο γλυκιά ήταν η κίνησή του, φέρνοντας για τελευταία φορά στο μυαλό μου την κουτσή Μαρία και τα 18 ευρώ, κατά προσέγγιση, που θα σκάνε άλλοι αναγνώστες για τις γραφικές κουταμάρες της. 


Αναρωτιούνται πολλοί γιατί οι έφηβοι δεν διαβάζουν λογοτεχνία. Γιατί δεν είναι χαζοί και δεν έχουν καμία όρεξη να διαβάζουν μαλακίες. Ειδικά όταν περνάνε μία περίοδο έντονης αμφισβήτησης των πάντων, θέλουν βιβλία που δεν στηρίζονται σε ευκολίες, σε διδακτισμούς, βερμπαλισμούς, νοσταλγικές φούσκες και μεσήλικες νευρώσεις. Επίσης, αν σκέφτεσαι μια φορά το βιβλίο που γράφεις για ενήλικες, για τα παιδιά πρέπει να το σκέφτεσαι στο τετράγωνο και για τους εφήβους στον κύβο. Ο γλυκός μας «χαλιαχούλης» συγγραφέας (έτσι λέγαμε μικροί τους τουρίστες που φορούσαν σανδάλια με κάλτσες· κάτι που απαγορεύεται πλέον, η πολιτική ορθότητα μπορεί ανά πάσα στιγμή να σε στείλει αδιάβαστο· θα το ρισκάρω, ωστόσο!) γράφει μια εκπληκτική βιογραφία για τον Νικολάι Γκόγκολ. Όση ώρα διαρκούσε η ανάγνωση έφερνα στο μυαλό μου την βαθυστόχαστη φράση του Ανρί Μπερξόν «Το γέλιο δε θα πετύχαινε τον σκοπό του αν έφερε το σημάδι της συμπάθειας και της καλοσύνης». Πράγματι, σε κανέναν δεν αρέσει να γελάνε μαζί του και ακόμα περισσότερο, σε κανέναν δεν αρέσει να γελάει με τον εαυτό του, αλλά το γέλιο είναι ευεργετικό και αξίζει κάθε φορά να βρίσκουμε την φόρμουλα και την διπλωματία (αν δεν μπορούμε να βρούμε το θάρρος ως αποδέκτες της σάτιρας) και να γελάμε με καταστάσεις ακόμα και αν δεν αντιλαμβανόμαστε ότι εμείς είμαστε το θύμα – ίσως, περισσότερο, τότε. Ο Γκόγκολ ήταν ένα πραγματικό αγόρι της χαρμοσύνης – ένας αγαπητός και αποδεκτός είρωνας τόσο της Τσαρικής Αυλής όσο και των απλών ανθρώπων. 


[…] «Μπροστά στον διευθυντή του σχολείου έκανε την εμφάνισή της μια ολόκληρη αντιπροσωπεία Ελλήνων, που του έφερε δώρα και τον παρακάλεσε να πάρει αυστηρά μέτρα κατά του μαθητή Γκόγκολ. Ζήτησε όχι μόνο να μην ξαναγράψει τίποτα που να προσβάλλει τους Έλληνες, αλλά να κάψει κι ό,τι είχε ήδη γραμμένο. Ο Διευθυντής τα δώρα δεν τα δέχτηκε. Κάλεσε όμως, αμέσως τον Γκόγκολ και τον επέπληξε. Τι να κάνει και αυτός; Έκαψε το έργο που προκάλεσε στην ελληνική κοινότητα τέτοιο σάλο. Αυτό το μάθημα που πήρε από τους Έλληνες έπιασε τόπο: ποτέ στο εξής δεν έγραφε με ευθύ τρόπο για πραγματικά πρόσωπα και γεγονότα, αλλά κάλυπτε κάτω από επινοημένα ονόματα ανθρώπων και πόλεων, τα συμβαίνοντα». 

Η βιογραφία του Νετσιπορένκο για τον Γκόγκολ, φέρνει στο προσκήνιο έναν συγγραφέα που θα μπορούσε να ιντριγκάρει έναν έφηβο σήμερα, και να του δώσει το έναυσμα να κινηθεί σε μια υψιπετή λογοτεχνία που ίσως διαρκέσει για πάντα. Αν όχι, ας τους δώσουν Καζαντζάκη και Άλκη Ζέη όπως κάνουν ακόμα στην Ελλάδα, για να σταματήσουν την λογοτεχνία μια ώρα αρχύτερα! Η έκδοση έχει περιορισμένη διανομή καθότι βγήκε από τις «Kasseris Publications» της Ρόδου σε μόλις 200 αντίτυπα – τα 3 τα πήραμε εμείς οι θεατές· σε άλλες παράλληλες εκδηλώσεις ενδεχομένως και άλλοι θεατές πήραν τα 3 τους. Η έκδοση όμως είναι πανέμορφη, σκληρόδετη, με απίθανη εικονογράφηση του Εβγκένι Ποντκολζίν («… ένας από τους καλύτερους ζωγράφους της Ρωσίας», σύμφωνα με τον Νετσιπορένκο), σε όμορφη μετάφραση της Φαίδρας Μαλανδρή. Λόγω της περιορισμένης διαθεσιμότητας, σκέφτηκα ότι θα είναι κρίμα να το κρατήσω στο σπίτι, και έτσι σε μια κρίση αυθορμητισμού ζήτησα από τον συγγραφέα να υπογράψει το αντίτυπο με τον πανάκριβο στιλό μου, με σκοπό να το χαρίσω στη Δανιηλίδειο Παιδική Βιβλιοθήκη του Δήμου Καλαμαριάς, γιατί εκτός από αγόρια, υπάρχουν και κορίτσια της χαρμοσύνης και θα τα βρείτε εκεί μέσα πρόθυμα να σας προτείνουν βιβλία… γιατί οι βιβλιοθηκονόμοι δεν είναι για να βάζουν μόνο βιβλία στα ράφια, αλλά και αναγνώστες στη θέση τους! 


Το σίγουρο είναι ότι η νεκρή ψυχή του αφυπνίστηκε μέσα μου ύστερα από αυτό το υπέροχο παραμύθι και θα επιδιώξω την επανένωση με τον χαρμόσυνο κόσμο του. 

[…] «Ο Γκόγκολ έγραψε διαθήκη, όπου αναφέρεται στην ικανότητά του να πέφτει σε ύπνο, κατά την διάρκεια του οποίου, η απόλυτη ακινησία και η έλλειψη αναπνοής, μπορούσαν να οδηγήσουν σε εσφαλμένη διάγνωση. Ακόμα και οι γιατροί οδηγούνταν σε απόφαση ότι, ο συγγραφέας έχει πεθάνει. Ένας τέτοιου είδους ύπνος ονομάζεται «λήθαργος». Συνέβη με τέτοιο τρόπο, που σε ύπνωση έπεσε όχι ο ίδιος ο Γκόγκολ, αλλά η πνευματική κληρονομιά του. Οι ανακαλύψεις του στον τομέα της λογοτεχνίας και της ζώσας ψυχής, τόσο πολύ υπερέβησαν την εποχή του, που μόνο σήμερα μπορούμε να συλλάβουμε το νόημά τους. Οι ιδέες και οι μορφές των ηρώων του αφυπνίζονται, και αυτό που οι σύγχρονοί του ονόμαζαν «επινόηση» ή «απάτη», σήμερα το κατανοούμε, ως βαθιά γνώση της πραγματικότητας». 

Αυτή την Κυριακή των εκλογών, μην τρώτε το παραμύθι, διαβάστε το! 

[…] «Ο ζωγράφος Ιβανόφ απεικόνισε τον Γκόγκολ στον πίνακά του ως έναν άνθρωπο με κόκκινη καπαρντίνα, ο οποίος απευθύνεται στον θεατή με το ήμισυ του σώματός του, βλέπει τον Χριστό και αμφιβάλλει, φοβάται να πιστέψει στα μάτια του. Είναι αξιοπερίεργο το γεγονός, ότι και ο Γκόγκολ «απεικόνισε» τον καλλιτέχνη σε ένα δικό του διήγημα, το «Πορτραίτο». Σ’ αυτό, αντιπαραβάλλεται ο κεντρικός χαρακτήρας του διηγήματος με τον ζωγράφο, ο οποίος φαίνεται να σπατάλησε το ταλέντο του άδικα. Αντίθετα ο Γκόγκολ, εξύψωσε τον ήρωά του στους ουρανούς της τέχνης, μη επιτρέποντας στο αναγνωστικό κοινό να τον σέρνει απ’ τη μύτη… » 

Υ.Γ. 2666 Η «κουτσή Μαρία» δεν φέρει έμφυλο πρόσημο. Είναι άφυλο φαινόμενο και μας αφορά όλους. Me too!

Σχόλια

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

En passant

  Το «Αν πασάν» είναι ένας σκακιστικός κανόνας, περιθωριακός και άγνωστος αλλά ιδιαιτέρως αποτελεσματικός και σημαντικός. Στις αρχικές τους κινήσεις, τα πιόνια έχουν το δικαίωμα να κινηθούν ένα ή δύο τετράγωνα μπροστά. Αν επιλέξουν να κινηθούν δύο τετράγωνα μπροστά και ένα αντίπαλο πιόνι βρίσκεται σε τέτοια θέση ώστε να μπορούσε να το αιχμαλωτίσει αν το πιόνι που κινήθηκε δυο τετράγωνα αποφάσιζε να κινηθεί μόνο ένα, τότε, έχει το δικαίωμα να το αιχμαλωτίσει και σε αυτή την περίπτωση που κάνει δύο βήματα. Έχουμε δηλαδή, αν πασάν... αιχμαλωσία εν τη διελεύσει. Είναι δυσνόητο στην περιγραφή αλλά αρκετά ξεκάθαρο στην πράξη. Βέβαια, όταν είσαι αρχάριος σκακιστής και το συναντήσεις πρώτη φορά σε ηλεκτρονική παρτίδα, τότε πείθεσαι ότι κάποιο «bug» έχει η ιστοσελίδα, ότι σε χακάρανε ή ότι άρπαξες όλες τις ιώσεις του κυβερνοχώρου. Τα βιβλία του Ναμπόκοφ, μου προσφέρουν την ισχυρή εντύπωση ότι αποτελούν ένα συνεχές λογοτεχνικό en passant, σε αιχμαλωτίζουν εν τη διελεύσει.

Αποδοχή cookies

«Ευτυχώς, αν θέλει κάποιος να βρει μεστές απόψεις για καλά βιβλία, υπάρχουν ήδη πολύ αξιόλογα βιβλιοφιλικά μπλογκ, όπως το κορυφαίο, του Librofilo ή το αγαπημένο του, του Μαραμπού» . Να ξέρετε ότι όταν μου δίνουν γλυκό, έστω και σε μορφή βιβλίου, το αποδέχομαι αμέσως. Επίσης, να ξέρετε ότι ενίοτε μπορεί να γράφω για βιβλία που δεν έχω διαβάσει, όλοι το κάνουμε αυτό, απλώς οι περισσότεροι εντελώς αποτυχημένα, αλλά ποτέ δεν γράφω για βιβλίο που δεν μου άρεσε προφασιζόμενος το αντίστροφο∙ όλοι το κάνετε και αυτό, απλώς οι περισσότεροι εντελώς αποτυχημένα. Το βιβλίο είναι δώρο της συγγραφέα, καλής διαδικτυακής φίλης, και η άποψή μου για αυτό ολότελα υποκειμενική – ξέρω, απανωτά σοκ! – και ουδεμία σχέση έχει με την αντικειμενική κριτική που από καιρό θα έπρεπε να γίνει αντικείμενο κριτικής, τουλάχιστον στην Ελλάδα. Από το να μασήσω τα λόγια μου, θα προτιμήσω τα μπισκότα. «Όχι πως δεν ήταν επηρεασμένος και από το ιστολόγιο «Πιπέρι και σπασμένες γραμμές» με τις λαχταριστές αναρτήσεις σχετικά ...

Το Δώρο

Θα μπορούσε ο Στέφανος Ξενάκης να είναι ο Στέφανος Δαίδαλος του σήμερα; Ή να το αλλάξω κάπως για να ’χουμε καλό ρώτημα: θα μπορούσε ο Τζέημς Τζόυς (μαζί και οι όποιες καλλιτεχνικές μεταμορφώσεις του) να γίνει ένας motivational speaker της σημερινής εποχής; Κανείς πλέον (αν υποθέσουμε ότι μπορούσε κάποτε) δεν διαβάζει τον «Οδυσσέα». Δεν μπορεί να αντέξει ότι αυτό το βιβλίο τον περιγράφει, ακόμα και σήμερα ή και περισσότερο σήμερα, τόσο καλά παρά την μοναδικότητα του κάθε ανθρώπου. Του αφιερώνει μία μέρα τον χρόνο, την σημερινή (παρόλο που άλλαξε η μέρα, το blogger έμεινε σταθερά πίσω!), και μετά τον στέλνει αδιάβαστο. Αν κάποιος όμως του σερβίρει για πρωινό όμορφες φράσεις με γαρνιτ ούρα υπέροχα σκίτσα, τότε μπορεί να νιώσει στιγμιαία χαρά και να βελάζει σαν ανέφελο πρόβατο στα λιβάδια του χρόνου. 

Kinds of kindness

Τα περισσότερα μαγαζιά έχουν ήδη στολίσει με ελλειμματικό γούστο, οι κουραμπιέδες άρχισαν να ανταγωνίζονται τα μελομακάρονα – και τα δυο μαζί την Dubai chocolate –, η Black Friday με τις ασυναγώνιστες τιμές της θα κοντράρει στα ίσα την αληθινή ύπαρξη του ΑΙ Βασίλη, ο καιρός προσπαθεί να τα βρει με τον απορυθμισμένο θερμοστάτη του και γενικά είμαστε μια ωραία ατμόσφαιρα είμαστε. Και μέσα σε όλα αυτά, οι δημοσιογράφοι, οι αθλητές, η εκκλησία, τα ιδρύματα, οι πολιτικοί (που είναι για τα ιδρύματα) θα δείξουν το καλοσυνάτο πρόσωπό τους στους ταλαίπωρους ετούτου του κόσμου. Και μην ξεχνάμε, ότι κυρίως τα Χριστούγεννα είναι για τα παιδιά – και για όλα εκείνα που γιόρταζε η πρόσφατη «Παγκόσμια Ημέρα κατά της Κακοποίησης των παιδιών». «Πάντοτε, τα Χριστούγεννα έβγαζαν στους ανθρώπους τον καλύτερο αλλά και τον χειρότερο εαυτό τους».    

Ασκήσεις μνήμης

  Τις ασκήσεις ύφους τις κατέκτησε σε βαθμό που λίγοι συγγραφείς φτάνουν , με τις ασκήσεις μνήμης όμως κανείς άνθρωπος δεν τα βγάζει εύκολα πέρα. Όλοι μας γράφουμε autofiction από 8 χρονών – Περιγράψτε μας τα πιο ωραία σας Χριστούγεννα – τα νεύρα μου! Το autofiction πλέον μοιάζει να είναι ένας ευφημισμός για να αποδεχόμαστε κάποιες συγγραφικές μετριότητες ως κάτι παραπάνω από αυτό που είναι. Είναι προσβολή να θεωρείς ότι ο Τζόυς ή ο Σελίν (που επιτέλους σε λίγες μέρες θα εκδοθεί το «Θάνατος επί πιστώσει»∙ Γκάλοπ: ποιο άργησε περισσότερο; Το Μετρό Θεσσαλονίκης ή το βιβλίο του Σελίν;) έγραψαν autofiction. Το ίδιο ισχύει και για τον Καλβίνο στη συγκεκριμένη συλλογή. Δεν θα ξεχάσουμε και αυτά που ξέρουμε! «Μόνο πετώντας πράγματα μπορώ να βεβαιωθώ πως ακόμα δεν έχει πεταχτεί κάτι από μένα, κάτι που ίσως να μην είναι ούτε και θα είναι για πέταμα» .  

Βαρύ περιστατικό

Συγγραφείς με χιούμορ δεν χαίρουν ιδιαίτερης εκτίμησης, θεωρώ, από το αναγνωστικό κοινό. Ποιος ξέρει πόσα ελαττώματα πασχίζει να κρύψει πίσω από αυτό, θα σκέφτονται, και δεν μπορεί, κάποιο ελάττωμα θα έχει να κάνει σίγουρα και με την συγγραφή. Επίσης το χιούμορ αξιώνει ευφυΐα και το κοινό δεν θέλει να περνιέται για ηλίθιο. Ο Άμπροουζ Μπιρς με τις διάσημες σατιρικές ιστορίες του και τα σκωπτικά λήμματα θα μπορούσε να θεωρηθεί ένας τέτοιος∙ καλός για να χαμογελάμε πού και πού, μας κάνει ενίοτε και τον έξυπνο, αλλά δεν πειράζει, καλή καρδιά. Ίσως να ήταν έτσι – αν και δεν συμμερίζομαι καθόλου αυτή την άποψη – αν δεν έγραφε τα διηγήματα από τις εμπειρίες του στον Αμερικανικό Εμφύλιο. Σκλάβος του για πάντα!    

The Elephant Man

Υπάρχει ένας ελέφαντας στο δωμάτιο – όχι ρε, δεν εννοώ εσάς, φάτε ελεύθερα όσο θέλετε! – και αυτός δεν είναι άλλος από τον ίδιο τον άνθρωπο. Οξύμωρο, καταλαβαίνω, αλλά στο περίκλειστο δωμάτιο που είναι ο κόσμος ολάκερος, αν θες να παραμένεις ανθρώπινος πρέπει να έχεις καρφωμένα τα μάτια σου στον ελέφαντα. «–Είναι επειδή, με τον τρόπο που ο κερατάς σου παρουσιάζει τα πράγματα, παραέδινε την εντύπωση ότι έφτυνε κατάμουτρα το είδος για το οποίο πέθανε ο Κύριός μας. Δεν είχες την αίσθηση ότι υπέγραφες υπέρ των ελεφάντων αλλά εναντίον των ανθρώπων» . Διαβάζω το βιβλίο του Ρομαίν Γκαρύ περίπου από τον Ιούλιο, κυρίως επειδή τα μεγάλα βιβλία τα διαβάζω τραπεζίως , δηλαδή ανάμεσα σε άλλα μικρότερα αναγνωστικά γεύματα (και τις τελευταίες μέρες και κυριολεκτικά)∙ αλλά αυτό δεν με ενοχλεί καθόλου γιατί υπήρξε ένα από τα καλύτερα βιβλία που διάβασα τα πολλά τελευταία χρόνια, και αν δεν ανανέωσε την πίστη μου στον άνθρωπο, τουλάχιστον ανανέωσε εκείνη στο μυθιστόρημα: «ο καθείς και οι ελέφαντές του, ...

100% cotton

Μπορεί τον τελευταίο χρόνο να δουλεύω στον τριτογενή τομέα παραγωγής και συγκεκριμένα σε στεγνοκαθαριστήριο – φροντίζοντας να μην τα κάνω μούσκεμα με τα ρούχα… ενώ τα κάνω μούσκεμα! – και να χαζεύω στα ταμπελάκια τι ποσοστό επί τοις εκατό βαμβάκι περιέχουν – πολυεστέρα, κερδάμε! – αλλά υπήρξαν σκληρές εποχές που δεν βελτιώθηκαν και ιδιαίτερα για πολλούς ανθρώπους, που για 100% βαμβάκι πληρωνόσουν ένα υποπολλαπλάσιό του και θα έπρεπε να λες και ευχαριστώ από πάνω. «Η αχαριστία αποτελεί συστατικό στοιχείο του χαρακτήρα των ανθρώπων σε τέτοιο βαθμό, που είναι προτιμότερο να τη θεωρεί κανείς προκαταβολικά δεδομένη και να μη στενοχωριέται» . Εδώ το ίδιο σου το πλυντήριο δεν είναι αξιόπιστο (στους χρόνους) και δεν λέει την αλήθεια, γιατί περιμένεις να το κάνουν οι άνθρωποι;

Σαν ναυαγοί, σαν ροβινσώνες

Ο βιασμός ενός βιβλίου και ενός συγγραφέα γίνεται με τις διασκευές . Συγγραφείς μεγάλου βεληνεκούς και εξαιρετικού κύρους όπως ο Ντάνιελ Ντιφόου, ο Ρόμπερτ Στήβενσον, ο Ιούλιος Βερν και ο Τζόναθαν Σουίφτ (με την ευκαιρία, να ξαναπώ ότι «Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ» είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία. Δεν είναι απλώς ένα από τα καλύτερα βιβλία του είδους· ή του 18ου αιώνα· ή της αγγλοσαξονικής λογοτεχνίας. Πέρα από κάθε είδους περιορισμό, τροπικό, χρονικό ή χωρικό, το βιβλίο του Σουίφτ είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία που έχουν γραφτεί επί γης) αντιμετωπίζονται από το αναγνωστικό συγγραφικό φαντασιακό σαν μικρομέγαλοι συγγγραφίσκοι που είχαν κόλλημα με την παιδική ηλικία και ανακλύκλωναν απλοϊκές ιστορίες που δεν πρέπει να διαβάζονται μετά τα δώδεκα – λες και το να είσαι παιδί είναι ιδιότητα μόνο ενός παιδιού. Κούνια που σας κούναγε! 

Το κτίσμα

  Τώρα που έφτασε αισίως 46 Αυγούστου και χειμώνιασε για τα καλά, ποιος δε θα ήθελε να διαβάσει μία καλή ιστορία δίπλα στο τζάκι! Τι γίνεται όμως αν το τζάκι, και συγκεκριμένα η καμινάδα, είναι το θέμα της ίδιας της ιστορίας; Μην σας παγώνει αυτό, γιατί την ιστορία την έγραψε ο Χέρμαν Μέλβιλ και τίποτα δεν μπορεί να πάει στραβά όταν συμβαίνει αυτό. Η λογοτεχνία του είναι πάντα πρόσφορη σε αναλύσεις που θεωρητικά θα βελτίωναν την κατανόηση που κρύβεται βαθιά στα θεμέλια κάθε έργου του, αλλά ταυτόχρονα ίσως θα κατέστρεφε τα οφέλη που υπάρχουν στα υψηλότερα διανοητικά πατώματα, απόρροια της μαγευτικής του αρχιτεκτονικής γραφής – «Ή, μάλλον, αυτή η ίδια δίνει απαντήσεις ασταμάτητα, ασταμάτητα ταλανίζοντάς με μ’ αυτή την τρομερή της ζέση για βελτίωση, η οποία δεν είναι παρά μια ελαφρότερη απόδοση της λέξης καταστροφή».