Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Σταυρώστε με, σταυρώστε με



Λίγες βδομάδες μετά το Θείο Δράμα όλη η οικουμένη (η Ελλάδα συγκεκριμένα, που ως γνωστόν είναι το κέντρο του κόσμου) περνάει ένα αντίστοιχο κοινωνικό δράμα με λίγο πειραγμένη την σειρά εμφάνισης· αντί της προδοσίας, σταύρωσης, ανάστασης… εδώ έχουμε την σταύρωση, την ανάσταση (για λίγους) και την προδοσία (για τους πολλούς). Και χωρίς γιορτινό τραπέζι, γαμώτη! Εκατοντάδες βιαστές της γλώσσας και της φαντασίας κυκλοφορούν ελεύθεροι ανάμεσά μας και το κράτος δεν κάνει τίποτα γι’ αυτό… ουπς, κάποιο λάθος υπάρχει εδώ. Μήπως όμως το έχουμε παρακάνει με τα λογοπαίγνια; Πριν λίγες μέρες ήμουν σε μια βάπτιση όπου διπλανό κρεοπωλείο έφερε την επιγραφή «Meat the girls»! Προφανώς (μάλλον) ήθελε να δηλώσει ότι το κρεοπωλείο διευθύνουν γυναίκες ή ότι οι αγελάδες είναι τα κορίτσια τους (Κλάρα, Άναμπελ, κλπ) που τα ξέρουν και τα αγαπάνε αλλά με μία προσεκτικότερη ματιά θα μπορούσε να δει κάποιος την υπόρρητη σχέση που θα μπορούσε να έχει αυτό το άσχημο λογοπαίγνιο με το εμπόριο λευκής σαρκός, φερ’ ειπείν. Και γενικά, πού τελειώνει το παιχνίδι με τα λογοπαίγνια και πού αρχίζει η λογική; Τι μένει λοιπόν μετά από όλα αυτά; Η λογοτεχνία και ειδικά εκείνη για την οποία έχω κάνει ομολογία πίστεως

Οι περισσότεροι γνωρίζετε τον Ίταλο Καλβίνο ως έναν συγγραφέα πέραν του ρεαλισμού. Πριν όμως αποφασίσει να σκοτώσει τον ρεαλισμό στα έργα του, τον βίωσε (όπως όλοι μας) και τον κατέγραψε (όσο λίγοι) – ευτυχώς για όλους μας, σε λίγα μόνο έργα του, καθότι θα ήταν μεγάλο κρίμα να μην είχαμε την πληθώρα των εξαίσιων μετέπειτα έργων του, αν αποφάσιζε να επιμείνει περισσότερο στη ρεαλιστική του ρότα. Προσπαθήστε να βρείτε το εκπληκτικό πρωτόλειό του, «Το μονοπάτι με τις αραχνοφωλιές», όπου εξιστορεί τις εμπειρίες του από την αντίσταση. Σε αυτή την συνομοταξία, ανήκει και «Η μέρα ενός εκλογικού αντιπροσώπου», το κύκνειο άσμα του ρεαλισμού του. Ξεφυλλίζοντάς το, νομίζω ότι κατάλαβα γιατί πήρε δέκα χρόνια (1953-1963) στον Καλβίνο για να το γράψει. Η ενασχόληση με τις εκλογές – και δη σε λογοτεχνική βάση – μοιραία σε αποστεγνώνει δημιουργικά. Προσπαθώντας να κάνω την ανάρτησή μου τόσο αστεία όσο τις υπόλοιπες, αλλά έχοντας ως μοτίβο και φόντο αυτή τη φορά τις εκλογές, ένιωσα και γω αυτή την διανοητική απονέκρωση. 

Πέρα από αυτό, «προσπάθησα πάντα να βασιστώ σε πράγματα που είδα με τα ίδια μου τα μάτια (σε δύο περιστάσεις, στα 1953 και 1961), αν δεχτούμε ότι αυτό μπορεί να έχει σημασία σε μια διήγηση που έχει σχέση περισσότερο με στοχασμούς παρά με γεγονότα», λέει ο ίδιος ο Καλβίνο. Αυτή η προβολή των στοχασμών ενάντι των γεγονότων κάπως με χάλασε στην αρχή (πολλοί στοχασμοί του ήρωα παρεμβάλλονται παρενθετικά εις βάρος των αφηγηματικών γεγονότων), δεν έβρισκα τον λόγο που έπρεπε να γίνει νουβέλα, θα αρκούσε ένα μεστό διήγημα ή ίσως ένα πιο ξεκάθαρα δοκιμιακό κείμενο. Το θεώρησα μέτριο, όπως ακριβώς και ο Μάνος Ματσαγγάνης στην εισαγωγή του, καθώς επίσης και πλήθος ξένοι κριτικοί. «Μπορώ να ζητήσω να γραφτεί στα πρακτικά ότι ενίσταμαι; είπε η άλλη, όμως το ότι έθεσε το ζήτημα με τη μορφή ερώτησης ήταν ήδη σαν να δεχόταν την ήττα». Δέχομαι ταπεινωμένος την ήττα μου, γιατί όντως, Καλβίνο και μετριότητα δεν πάνε μαζί. Όσο προχωρούσε η ανάγνωση άλλαζα συνεχώς γνώμη, όπως ο Ψαριανός κόμματα! 

Έχοντας υπάρξει γραμματέας σε εκλογές τρεις φορές, ένιωσα απόλυτη ταύτιση με τους στοχασμούς του Αμερίγκο Ορμέα (άλτερ έγκο του Καλβίνο) τόσο που εντυπωσιάστηκα. Εκείνο που απογειώνει το βιβλίο όμως είναι άλλο. Το 1953 μελετάται η ψήφιση ενός νομοσχεδίου που προτείνει η Χριστιανική Δημοκρατία, ο αποκαλούμενος «Νόμος-απάτη» που καταργεί την απλή αναλογική και χαρίζει τα 2/3 των εδρών στο κόμμα που θα πάρει το 50% συν μία των ψήφων. Ο ήρωας (πραγματικός!) Αμερίγκο επισκέπτεται το άσυλο ανιάτων «Κοτολένγκο» όπου μετατρέπεται σε εκλογικό κέντρο και το οποίο διοικείται από το Χριστιανοδημοκρατικό κόμμα, άρα η προσέλευση ανίκανων ανθρώπων να ασκήσουν το εκλογικό τους δικαίωμα εγείρει πάμπολλα ηθικά ζητήματα. Θυμάστε αυτό που λέμε εδώ, κλειδώστε τις γιαγιάδες και τους παππούδες να μην παν να ψηφίσουν; Ε κάπως έτσι. Συνυπολογίζοντας και την διαρκή πολιτική δράση του Καλβίνο, που σε όλη του την ζωή κρατούσε κριτικότατη στάση απέναντί της, το λογοτεχνικό μείγμα αποδεικνύεται πλούσιο. 

«[…] Ήταν μια κρυμμένη Ιταλία αυτή που παρήλαυνε σ’ εκείνη την αίθουσα, το αντίθετο εκείνης που καμαρώνει κάτω απ’ τον ήλιο, που περπατάει στους δρόμους και που έχει απαιτήσεις και παράγει και καταναλώνει, ήταν το μυστικό των οικογενειών και των χωριών, ήταν επίσης (μα όχι μόνο αυτό) η φτωχή ύπαιθρος με το εξευτελισμένο αίμα της, με τις αιμομιξίες της μέσα στο σκοτάδι των στάβλων, το απελπισμένο Πιεμόντε που πάντα πιέζει από κοντά το ρωμαλέο και δυναμικό Πιεμόντε, ήταν ακόμα (μα όχι μόνο αυτό) το τέλος των φυλών, όταν μέσα στο πλάσμα προστίθενται όλες οι ξεχασμένες αρρώστιες άγνωστων προγόνων, ο λοιμός που κρατιόταν κρυφός σαν ενοχή, το μεθύσι μόνος παράδεισος (μα όχι μόνο αυτό, μα όχι μόνο αυτό), ήταν ο κίνδυνος ενός λάθους που η ύλη από την οποία είναι φτιαγμένο το ανθρώπινο γένος διατρέχει κάθε φορά που αναπαράγεται, κίνδυνος (που είναι εξάλλου προβλεπτός σύμφωνα με τον υπολογισμό των πιθανοτήτων όπως στα τυχερά παιχνίδια), που πολλαπλασιάζεται από τον αριθμό των νέων παγίδων, των ιών, των δηλητηρίων, των ακτινοβολιών του ουρανίου… το τυχαίο που κυβερνάει την ανθρώπινη γέννηση, που λέγεται ανθρώπινη ακριβώς επειδή γίνεται κατά τύχη».

Η έκδοση της «Κριτικής» είναι πολύ καλή, με ένα όμορφο εξώφυλλο του Δημήτρη Βίδου, ολιγοσέλιδη εισαγωγή του καθηγητή Δημόσιας Οικονομικής του Πολυτεχνείου του Μιλάνου Μάνου Ματσαγγάνη, και πολύ ωραία μετάφραση της Τόνιας Τσίτσοβιτς-Radin. Ένα βιβλίο που εν τέλει προβληματίζει βαθιά χωρίς παράλληλα να νοθεύει την αναγνωστική απόλαυση. Δεν είναι ο Καλβίνο που ξέρουμε και ταυτόχρονα (ένα παράδοξο, που είναι κατά κάποιον τρόπο και η λογοτεχνική του παρακαταθήκη προς όλους εμάς)… είναι ακριβώς ο Καλβίνο που ξέρουμε! «Πρόθυμος πάντα να συνθέσει τα αντίθετα, ο Αμερίγκο θα ήθελε να συγκρουστεί, να πολεμήσει και συγχρόνως να βρει μέσα του την απόλυτη ηρεμία»… δεν μπορώ να εκφράσω πόσο πολύ θαυμάζω τον Ίταλο Καλβίνο… αυτόν τον άνθρωπο τον αγαπάω… σταυρώστε με… 

Υ.Γ. 2666 Εκλογές και παπαδαριό, 2 σε 1, τα νεύρα μας κρόσια! Ψήφος και ψόφος μαζί! Καλές εκλογές, φίλοι μου, και του χρόνου.

Σχόλια

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

Ποίηση χωρίς τέλος

  Αυτή η χρονιά θα ξεκινήσει ακριβώς όπως τελείωσε: με ποίηση. Συλλεκτική ανάρτηση, σπάνια θα ξαναδιαβάσετε τέτοια. Σπάω την παράδοση (και το ρόδι)! Ακόμα σπανιότερα εντυπωσιάζομαι από ποιητές και ποιήματα. Δεν με συγκινεί η συμπύκνωση του λόγου όταν του λείπει ένα είδος «φλυαρίας» – ψάχνω ποιήματα που είναι αμετροεπή με έναν δικό τους τρόπο και ταυτόχρονα στοχευμένα και ουσιώδη. Ποιήματα που δεν πολυπαίρνουν στα σοβαρά τον εαυτό τους καθώς τσαλαβουτούν χαρούμενα στον χυλό της ειρωνείας. Ποιήματα που, απ' ό,τι σωστά αντιλαμβάνεστε, δεν γράφει η πλειοψηφία των ποιητών. Με δυο λόγια, κυνηγώ το ανέφικτο. Αλλά, αυτό δεν κυνηγάμε όλοι στην έναρξη κάθε χρονιάς; Το φλουρί μου για φέτος – λίρα εκατό – ήταν η Βισουάβα ή Βισλάβα ή όπως αλλιώς, Σιμπόρσκα. Η παλιά ποίηση, η ορθόδοξη, είναι Εδώ!

Με ανώμαλους δεν μιλάω

  Ανωμαλία είναι να μην μπορεί μια γυναίκα να κυκλοφορεί άφοβα στους δρόμους, ανωμαλία είναι να πιστεύεις ότι τα εμβόλια σκοπό έχουν να προκαλέσουν περισσότερο κακό από ό,τι καλό, ανωμαλία είναι να νομίζεις ότι η λογοτεχνία σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, ανωμαλία είναι ακόμα το προφιτερόλ να έχει μόνο ένα σουδάκι μέσα, ανωμαλία είναι και ότι ο «Πατάκης» εξακολουθεί να μην εκδίδει Χέρμαν Μέλβιλ. Και πόσες ακόμα ανωμαλίες! Με τελευταία εκείνη του Ερβέ Λε Τελιέ, ενός συγγραφέα που αγάπησα οριστικά από ένα και μόνο βιβλίο του που είχα διαβάσει κάποτε, το «Όλα τα μανιτάρια τρώγονται», η ουλιπιανή έμπνευση που είχε οραματιστεί το facebook χρόνια πριν από τον δημιουργό του. Κάθε φορά που μπαίνετε στο facebook και αντικρίζετε την ερώτηση «Τι σκέφτεσαι;», ικανή να σας παρασύρει ασυγκράτητα να μας εμπιστευτείτε τις επικές σας μπούρδες, σχεδόν πάντα χωρίς καθόλου φιλτράρισμα και ουσία, να θυμάστε ότι ο Τελιέ κάποτε το έκανε… χίλιες φορές καλύτερα από εσάς, πιο δημιουργικά και κυρίως με περισσότερο χι

Dogs never bite me. Just humans.

    Ψόφια πράγματα το φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης – τουλάχιστον οι επιλογές μου – αλλά μόλις είδα ότι θα προβληθεί «Η εξουσία του σκύλου», που βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Τόμας Σάβατζ, ήξερα ότι θα ρεφάρω γιατί κακό σκυλί ψόφο δεν έχει. Και έτσι έγινε, η ταινία δεν με απογοήτευσε και μου θύμισε πόσο είχα αγαπήσει εκείνο το βιβλίο. Μια παραγωγή του Νέτφλιξ που θα είναι διαθέσιμη στην πλατφόρμα από την 1 Δεκεμβρίου ώστε να προλάβει να κάνει τον κύκλο της στις αίθουσες, με τον Κάμπερμπατς στον ρόλο του Φιλ, τον σωσία του Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν στον ρόλο του Τζορτζ και την ωραία Κίρστεν Ντανστ ως Ρόουζ. Η ταινία, όπως και το βιβλίο, σε πολλούς θα φανούν αργά, αδιάφορα και αλλόκοτα, λόγω του περιεχομένου αλλά η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για αριστοτεχνικές δημιουργίες με βάθος. Αντιγράφω εδώ το κείμενο που είχα γράψει στο «Διαβάζοντας» για να θυμάμαι ότι εκείνη η ανάγνωση μετράει ακόμα μέσα μου· σπάνιο, ομολογουμένως.

Dance with the Devil

  A long time ago in a galaxy (στην επαρχία) far, far away… όταν περνούσα την emo φάση μου και έκλαιγα χωρίς λόγο καθώς να καθάριζα κρεμμύδια είχα ανακαλύψει τυχαία ένα βιβλιαράκι που το αγόρασα με τα πρώτα λεφτά που είχα αποταμιεύσει σε ένα βιβλιάριο τραπέζης που είχε δεν είχε μέσα 30 δραχμαί. Εκείνο το βιβλίο ήτο κάποιου ψιλοάγνωστου Χόφμαν μεταφρασμένο υπό του σπουδαίου Καρυωτάκη – αργότερα, όταν οι ισορροπίες άλλαξαν εντός μου, κατάλαβα ότι ο Χόφμαν λειτούργησε κάπως σαν το… καρυωθραυστικό του ποιητή∙ ξέρω, ξέρω, πάγωσε η θάλασσα μέσα σας, μακάρι να βρείτε ένα βιβλίο να πέσει πάνω της σαν τσεκούρι – «το λογοπαίγνιο είναι ένα καυτό σίδερο για μπούκλες στο χέρι της τρέλας και με δαύτο λυγίζει τις σκέψεις» . Ο λόγος είναι ότι ο Χόφμαν αποδείχθηκε μια εξαίσια διαβολική μορφή της παγκόσμιας λογοτεχνίας και τα παιδιά του κυκλοφορούν ελεύθερα γύρω μας – ευτυχώς για αυτά, και για εμάς, είχε πάντοτε δουλειά, και μάλιστα σημαντική, να γράφει αριστουργήματα.

Του πολέμου / Στο άλογό μου

Τι γιορτάζουμε σήμερα; Το όχι, το ναι, το ίσως; Γιατί, ενώ όλοι ξέρουμε ότι το εθνικό φρόνημα σε ψηλώνει ως άνθρωπο, εξεγειρόμαστε τόσο πολύ όταν κάτι τέτοιο γίνεται και με τεχνητά μέσα, ας πούμε, με δεκάποντες γόβες; Γιατί μετά την παρέλαση όλοι πάμε και πίνουμε φρέντο εσπρέσσο, έναν τόσο χαρακτηριστικά ιταλικό καφέ; Τι θα συμβεί αν σε μία αντιπολιτευτική συνωμοσία όλοι συντονίσουν το... ένα στο δεξί; Το ένα στ' αριστερό αποκτά όντως βαρύνουσα σημασία όταν κυβερνά η Αριστερά, ή απλώς έχουμε συνηθίσει να το θεωρούμε ηθικό πλεονέκτημα της παρέλασης;

Η Αλίκη στις πόλεις

  Καλύτερα Αλίκη στις πόλεις των θαυμάτων παρά Ωραία Κοιμωμένη στο χωριό. Αυτή είναι η τελεσίδικη γνώμη μου. Αλλά τώρα που καλοκαίριασε δύσκολα να σας πείσω, το ξέρω. Τα ξαναλέμε when September ends. «Οι πόλεις δεν προσφέρουν μόνο υλικά οφέλη αλλά και ενθουσιασμό και την ευκαιρία να επαναπροσδιορίσει κάποιος τον εαυτό του. Για πολλούς πολίτες του Μάντσεστερ και του Σικάγου, η πόλη σήμαινε μια μορφή ελευθερίας. Αυτό ήταν κάτι που οι επικριτές της βικτοριανής πόλης δεν μπόρεσαν ποτέ να συλλάβουν: με τόσο σκότος και βρομιά δεν μπόρεσαν ποτέ να διακρίνουν τους τρόπους με τους οποίους η κοινότητα επαναπροσδιοριζόταν μέσα στη σύγχρονη βιομηχανική μητρόπολη». Όσοι πάλι επι-μένετε στις πόλεις πρέπει να προμηθευτείτε αμέσως το καταπληκτικό βιβλίο του Ben Wilson – γιατί αν εξαντληθεί θα το ψάχνετε στα επαρχιακά βιβλιοπωλεία!

Τελειωμένοι

    Είμαστε γεννημένοι ο ένας για τον άλλον. Τέλος. Αυτά στην αρχή, βέβαια. Γιατί μετά, ανάθεμα την ώρα που βρέθηκες μπροστά μου. Αυτή η σχέση των σχέσεων όμως, μπορεί κάλλιστα να επεκταθεί και στα βιβλία. Μόνο που σε μένα λειτούργησε αντίστροφα· ανάθεμα την ώρα που βρέθηκε μπροστά μου, είπα για αυτό το βιβλίο, μου το δάνεισαν επειδή δεν άρεσε (ωραίο προμόσιον), ήθελα από την άλλη να δω και την ταινία του Κάουφμαν , ας πάει στα κομμάτια, θα το ξεκινήσω, με την σκέψη ήδη από την αρχή να βάλω ένα τέλος όταν δω ότι δεν τραβάει το πράγμα. Αλλά, γαμώτο, τραβούσε. Για ελάχιστους αναγνώστες αυτό θα είναι το βιβλίο της ζωής τους, σύμφωνοι. Κι όμως. «Είναι εντυπωσιακό. Όταν βλέπεις κάποιον με τους γονείς του, αποδεικνύεται απτά ότι όλοι είμαστε αποτέλεσμα σύνθεσης» . Όπως ακριβώς και τα αξιανάγνωστα βιβλία, τα συγγραφικά παιδιά των δημιουργών τους – ξεράστε με την ησυχία σας και ελάτε πίσω. Μείνετέ μου πιστοί! Σας αγαπώ !

Θα φάτε τα μούτρα σας

  Πού βαδίζει η λογοτεχνία; Όπου και όπως βάδιζε πάντα, ελεύθερη και ασυμβίβαστη, ασυνόδευτη και ασυνόρευτη , πριν έρθει ο (κακός μας) καιρός με την πρόφαση του υποστηρίγματος/«υποστήριξης» κάποιοι να της προσφέρουν τα δεκανίκια της πολιτικής ορθότητας που θα την καθιστούσαν έκτοτε αδιανόητα στάσιμη. «Αυτό που βλέπουμε το σκεφτόμαστε, κι έτσι τελικά δεν το βλέπουμε, λέει ο Όλερ, ενώ άλλοι βλέπουν αυτό που βλέπουν χωρίς πρόβλημα, επειδή δεν το σκέφτονται αυτό που βλέπουν. Αυτό που αποκαλούμε αντίληψη είναι για μας κατά βάση στασιμότητα, ακινησία, τίποτα. Τίποτα. Οτιδήποτε έχει συμβεί το έχουμε σκεφτεί, δεν το έχουμε δει, λέει ο Όλερ» . Είδα και απόειδα λοιπόν με το… φαινόμενο Φερνάντα Μελτσόρ και είπα ό,τι βρέξει ας κατεβάσει! Βαδίζοντας στην εποχή των τυφώνων.

Η μέθοδος του Κούντερα

  Σε κάποιες περισσότερο κιτς εποχές ένα παρόμοιο χαστούκι σαν εκείνο του Γουίλ Σμιθ είχε ταράξει τα νερά της κοινωνικής μας ζωής. Η Νατάσα Αθήνη είχε χαστουκίσει την Δήμητρα Λιάνη στην παρουσίαση του βιβλίου της «10 χρόνια και 54 μέρες» – βέβαια, τώρα που τα συζητάμε, μπορεί να έχουν περάσει κοντά 30 χρόνια. Μια επισήμανση που μου ήρθε μόλις: όλες οι βιβλιοπαρουσιάσεις είναι για σφαλιάρες∙ συγγραφείς μην πέφτετε σε αυτή την παγίδα, μακριά. Τέλος πάντων, όταν η Δήμητρα δεν έγραφε βιβλία, διάβαζε, λένε, Κούντερα. Τότε ήταν πολύ της μόδας. Κούντερα από εδώ, Κούντερα από εκεί, είχαν τρελαθεί όλοι. Ποιος είναι ρε αυτός ο Κούντερας; Ήταν τελικά ένα πιο λογοτεχνικό Nitro όπως νόμιζαν αρκετοί; Γιατί τόσα χρόνια τον αντιμετωπίζουμε με αβάσταχτη ελαφρότητα; «Γιατί άραγε θέλει να κάνει έρωτα μαζί μου; αναρωτιόταν πολύ συχνά, αλλά δεν έβρισκε απάντηση. Ένα μόνο ήξερε, πως οι σιωπηρές συνευρέσεις τους ήταν αναπόφευκτες, έτσι όπως είναι αναπόφευκτο να σταθεί προσοχή ένας πολίτης ακούγοντας τον εθν

Τώρα μας σώνει μόνο ένα θαύμα

    Μπορεί ένα βιβλιοπωλείο να αποτελέσει καταφύγιο; Όχι καταφύγιο πολέμου, μην παρασύρεστε από τις εξελίξεις στην Ουκρανία, δεν παίζει τέτοιο πράγμα∙ ούτε βέβαια να σταματήσει τον ίδιο τον πόλεμο, αυτό και αν θα ήταν θαύμα! Μπορεί ωστόσο να αποτελέσει πού και πού ένα ζεστό καταφύγιο μιας μεμονωμένης ζωής, που παρέα με δισεκατομμύρια άλλες συγκροτούν τον κόσμο γύρω μας, τα ακρότατα όρια του οποίου συχνότατα και εντελώς απροσδόκητα μπορεί να είναι οι πιο αναίτιες και ακραίες σφαγές. Oh yes! Το να διεξάγεις ακήρυχτο πόλεμο αλληλεγγύης μέσω social media, να φας μια μπριζόλα επειδή τυχαίνει να είναι Τσικνοπέμπτη στα μέρη σου ή να διαβάσεις ένα ανάλαφρο βιβλίο δεν μοιάζουν αρκετά. Αλλά και τι θα μπορούσε να μοιάζει αρκετό στη ζωή ενός ανθρώπου; «Φοβάμαι ότι αυτό είναι σαν εκείνα τα feelgood μυθιστορήματα που διαβάζει η Τζάσμιν, όπου το τέλος είναι πάντα χαρούμενο γιατί πώς αλλιώς θα μπορούσαν οι αναγνώστες να αντισταθμίσουν τις κακές ειδήσεις και όλα αυτά τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν