Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Στο τσιγάρο που κρατώ


Έχετε ακούσει για το παράδοξο του Ζήνωνα; Έτσι και με τον Σβέβο, η φήμη του πάντα προπορευόταν (και ας μην το γνώριζε) της συγγραφικής του αυτοπεποίθησης και όσο και αν την πλησίαζε ποτέ δεν την προσπερνούσε. Η φήμη είναι χελώνα και ο καημός της συγγραφικής αναγνώρισης γοργοπόδαρος λαγός. Είναι τρελό όταν σκέφτεσαι ότι ένας συγγραφέας σαν τον Σβέβο θα μπορούσε να τα παρατήσει οριστικά, αν δεν βρισκόταν στον δρόμο του ο Τζόυς. Ο Τζόυς δεν τον βοήθησε να αναγνωριστεί από τους άλλους (οκ, το έκανε και αυτό, «Ο Σβέβο τους έστειλε μερικά αντίτυπα και ο Τζόυς επιδόθηκε σε εκείνον το λογοτεχνικό σαματά υψηλού επιπέδου στον οποίο είχε γίνει πια πολύ καλός»), αλλά κυρίως να αναγνωρίσει ο ίδιος τον εαυτό του και αυτό είναι μεγάλη παρακαταθήκη, ισάξια του έργου του. Ο Τζόυς εν μέσω της λογοτεχνικής τρέλας που πάντα κυβερνούσε τη ζωή του (και παρά την βοήθεια του Πάουντ και άλλων) ήταν σίγουρο ότι θα αναγνωριστεί – σχεδόν νιώθεις ακόμα και τώρα την αύρα της καλλιτεχνικής του δύναμης, όπως και με τον Νίτσε στην φιλοσοφία. Ο Σβέβο όμως θα έσβηνε οριστικά, συμβιβαζόμενος με μια άχαρη ζωή εμπορικού αντιπροσώπου και αφότου θα είχε ενταφιάσει το λογοτεχνικό του όνειρο. «Αργότερα, ήρθε η ασήμαντη καθημερινή ζωή και το έσβησε χωρίς καμία αντίσταση από τη μεριά μου. Εξυπακούεται! Η ασήμαντη καθημερινότητα κάνει πολλά τέτοια πράγματα. Αλίμονο αν οι ιδιοφυείς το αντιλαμβάνονταν!» Η ζωή και η λογοτεχνία όμως είναι εντελώς παράλογα πράγματα και γι' αυτό είμαστε εμείς εδώ, να το γιορτάσουμε. Ζήτω τα παράλογα... ζήτω μας και μας!
 
Αφού πήραμε μια μικρή τζούρα από Σβέβο τις προάλλες, τώρα ήρθε η ώρα να μπαφιάσουμε. Μοντερνισμός, ο κλασικός ο ορθόδοξος. Αυτή η ατέρμονη εσωτερίκευση που βαθαίνει και βαθαίνει και βαθαίνει – πριν ξεκινήσεις την ανάγνωση, σιγουρέψου ότι έχεις ανοικτό μυαλό, θα σου μπει βαθιά! Μην μου αρχίσετε τα «Εγώ το βρήκα βαρετό, δεν είχε δράση», «Οι δεύτεροι χαρακτήρες δεν αναλύονται επαρκώς», «Υποστηρίζω την άκαπνη εκστρατεία», και άλλα κουλά. Ο τίτλος τα λέει όλα: 1) ο Ζήνων και 2) η συνείδησή του. Αν δεν είστε συνειδητοποιημένοι για το τι θα διαβάσετε, καλύτερα μην το ξεκινάτε καθόλου. Ο Σβέβο πετυχαίνει κάτι ακατόρθωτο για μοντερνιστή συγγραφέα των αρχών του 20ου αιώνα. Όσοι αναγνώστες ακούνε πλέον για μοντερνιστές συγγραφείς των αρχών του 20ου αιώνα, φέρνουν στο μυαλό τους τον Τζόυς, ανατριχιάζουν και τρέχουν πανικόβλητοι. Ο Σβέβο όμως γράφει ένα βιβλίο φαινομενικά απλό, αλλά υπερβολικά βαθύ· με εύκολη γλώσσα που εναρμονίζεται με τις πιο ουσιώδεις παρατηρήσεις· εκπληκτικά αστείο μέσα στην τραγική συνείδηση ενός ανθρώπινου όντος. Μόλις το αρχίζεις, εύχεσαι να είχες την σωματική και πνευματική ρώμη να διαβάσεις μονοκοπανιά τις 570 σελίδες του. Δυστυχώς, δεν μπορείς και αυτό είναι το μοναδικό του μειονέκτημα, η αδυναμία του να σου μεταδώσει αυτές τις υπεραναγνωστικές ικανότητες.
 
Το βασικό (αλλά όχι ουσιαστικό) θέμα του βιβλίου είναι η ψυχανάλυση· ο Σβέβο ενδιαφερόταν πολύ για αυτή και ήθελε να πείσει και τον Τζόυς ο οποίος την δοκίμασε κάποτε με μάλλον αρνητικά αποτελέσματα. «Όταν ο Τζόυς το 1919 επέστρεψε από τη Ζυρίχη στην Τεργέστη, ο Σβέβο τον ρώτησε για την εμπειρία του με την ψυχανάλυση. Ο Τζόυς φέρεται να απάντησε: “Ψυχανάλυση; Ε λοιπόν, αν την έχουμε ανάγκη, ας μείνουμε καλύτερα στην εξομολόγηση”. Λέγεται ότι ο Σβέβο εξεπλάγη βαθιά από την απάντηση του Τζόυς. Ίσως όμως να του κίνησε και το ενδιαφέρον, γιατί το μυθιστόρημα που επρόκειτο να γράψει εκφράζει μια πολύ κοντινή αντίληψη». Διαβάζουμε λοιπόν το ημερολόγιο ψυχανάλυσης-εξομολόγηση που έγραψε ο Ζήνων Κοζίνι μετά από προτροπή του ψυχαναλυτή του για να καταφέρει επιτέλους να ξεφύγει από τον τρομερό εθισμό του στο κάπνισμα ή από όποιες άλλες αρρώστιες έχρηζαν θεραπείας. Ο ψυχαναλυτής δημοσιεύει το γραπτό του Ζήνωνα για να τον εκδικηθεί(!) και έτσι ξεκινάμε και οι αναγνώστες το υπέροχο αυτό ταξίδι. Δεν κάνω σπόιλερ, το λέει ευκρινώς στην αρχή του βιβλίου, αλλά και στο τέλος, βλ. Οπισθόφυλλο.
 
 
[...] Δεν πίστευα ότι θα έβρισκα παρηγοριά σε μια απόφαση για το μέλλον και για πρώτη φορά δεν αποφάσισα τίποτα.
 
Ίσως, το κλειδί της ερμηνείας όλου του βιβλίου κρύβεται στην παραπάνω φράση, διατυπωμένη με την σαγηνευτική και πανταχού παρούσα ειρωνεία του Σβέβο. Ο Ζήνων δεν αποφασίζει ποτέ τίποτα, με πρώτη και σημαντικότερη απόφαση που δεν λαμβάνει, την απόφαση να κόψει οριστικά το τσιγάρο. Προσποιείται διαρκώς αποφασιστικότητα αλλά παραμένει πάντα έρμαιο της πολύπλοκης φύσης του. Όποιος άνθρωπος έχει προσπαθήσει να αυτοαναλυθεί εξαντλητικά καταλήγει σχεδόν πάντα να μην μπορεί να πάρει οποιαδήποτε απόφαση, η οποία έτσι και αλλιώς στα μάτια του θα φάνταζε πλέον και ανώφελη. Εξού και η αποτυχία της ψυχανάλυσης που ωθεί τον κακόμοιρο ψυχαναλυτή του να βγάλει το ημερολόγιο στη φόρα για να τον εκδικηθεί! Η εποχή που γράφτηκε το βιβλίο ίσως δικαιολογούσε τέτοιου είδους φιλοσοφίες – ένας μεγάλος πόλεμος έχει μόλις τελειώσει (ασχέτως αν το βιβλίο τελειώνει με την εμπλοκή της Ιταλίας στον πόλεμο), ο κόσμος είναι απογοητευμένος από τους ανθρώπους της δράσης, μια κοινωνία που αξιώνει την αυτοανάλυσή της μπας και επουλώσει τις πληγές της. Ο Ζήνων κατά βάση, alter ego του δημιουργού του θα μπορούσε να θεωρηθεί άνθρωπος της εποχής του. Τα σπουδαία πνευματικά έργα όμως υπερβαίνουν την εποχή τους και συντονίζονται μυστηριωδώς με εποχές πολύ πιο μακρινές. Ο Ζήνων είναι και άνθρωπος της εποχής μας. Για σκεφτείτε το, πόσοι από σας δεν έχετε έναν γνωστό που προσπαθεί λυσσαλέα και ανεπιτυχώς να κόψει το κάπνισμα;! Βασικά, δεν εννοούσα ακριβώς αυτό αλλά έξυπνοι αναγνώστες είστε (δεν βρίσκεστε τυχαία σε ετούτο το μπλογκ) σίγουρα το πιάσατε το point μου!
 
[...] Είμαι βέβαιος ότι αν θέλουμε να φτιάξουμε μια κοινωνία, θα μπορούσαμε να τη φτιάξουμε πιο απλά, αλλά έτσι είναι φτιαγμένη, με μια κήλη στο ένα άκρο και ένα οίδημα στο άλλο, και δεν υπάρχει γιατρειά. Ανάμεσα βρίσκονται όλοι εκείνοι με αρχόμενη κήλη ή αρχόμενο οίδημα και, κατά μήκος όλης της γραμμής, σε όλη την ανθρωπότητα, η απόλυτη υγεία απουσιάζει.
 
Το βιβλίο καθώς προχωράει θυμίζει όλο και περισσότερο «Οδυσσέα» (η προσωπική φιλία των δύο συγγραφέων αλλά και ο αμφίδρομος θαυμασμός, σίγουρα τους επηρέασε παραπάνω από ό,τι νόμιζαν) – προσωποκεντρική αφήγηση, ένας ήπιος και φαινομενικά βαρετός αστός χαρακτήρας που αυτοαναλύεται σε βάθος, διαστολή του χρόνου της αφήγησης (παρόλο που η πλοκή στον Σβέβο δεν ξετυλίγεται εντός μίας μέρας όπως στον Τζόυς, η αίσθηση που αποκομίζει ο αναγνώστης είναι ακριβώς η ίδια), και διάφορες ακόμα ομοιότητες. Όπως θα συμφωνούσε και ο Γέρων Παίσιος αν δεν ήταν ένας ηλίθιος αγράμματος: «Θα είναι σαν να διαβάζεις “Οδυσσέα” αλλά δε θα είναι». Αυτό που αμέσως χτυπά στο μάτι (θετικά για πολλούς), είναι ότι στο βιβλίο του Σβέβο λείπουν οι λεκτικές (κυρίως) και (λιγότερο) οι νοηματικές ακροβασίες με τις οποίες μας φλομώνει στο δικό του ο Τζόυς. Μπορεί κατά κανόνα να τρελαίνομαι για συγγραφικές εξτραβαγκάντσες αλλά, στον αντίποδα, αγαπώ και εκείνα τα βιβλία που δίχως ιδιαίτερο κόπο και με συγκαλυμμένη διακριτικότητα σε κερδίζουν απλώς και μόνο γιατί ειναι υπέροχα γραμμένα, χωρίς τι και πώς – πέρα από τις όποιες αναλύσεις επιδέχεται, «Η συνείδηση του Ζήνωνα» παραμένει ένα πανέμορφο κείμενο που αποθεώνει σε κάθε σελίδα του την αισθητική αξία της λογοτεχνίας.
 
[...] Τη σταμάτησα στην εξώπορτα του σπιτιού της και με ειλικρίνεια της είπα απλώς τον μεγάλο μου πόνο της στιγμής:
«Θα χωριστούμε έτσι, μετά από τέτοιο έρωτα;»
Προχώρησε χωρίς να μου απαντήσει κι εγώ την ακολούθησα στις σκάλες. Έπειτα με κοίταξε μ’ εκείνα τα εχθρικά της μάτια.
«Αν θέλετε να δείτε τον μνηστήρα μου, ελάτε μαζί μου. Δεν τον ακούτε; Αυτός παίζει πιάνο».
Μόλις τότε άκουσα τις συγκεκομμένες νότες του «Αποχαιρετισμού» του Σούμπερτ, στη μεταγραφή του Λιστ.

 
 
Η μετάφραση, όχι τάδε. Έφη. Η έκδοση από τους «Αντίποδες» υπέροχη. Σχήμα, γραμματοσειρά, κομψότητα, όλα συνειδητοποιημένα και άψογα. Ο ψυχαναγκαστικός μέσα μου, εντούτοις, κάπου κάπου εντόπιζε σκέψεις του Ζήνωνα που άνοιγαν με εισαγωγικά αλλά δεν έκλειναν εκεί που θα έπρεπε – βασικά δεν έκλειναν καθόλου. Παρατήρηση μόνο για ψυχαναγκαστικούς, οι άλλοι ας προσπεράσουν! Το εξώφυλλο λιτό και όμορφο, όμως το είχα προβλέψει από παλιά το έγκλημα και περίμενα την στιγμή που θα συμβεί. Αυτό το άσπρο μη γυαλιστερό εξώφυλλο μοιάζει πλέον με πειστήριο που ήρθε να πάρει τα αποτυπώματα η σήμανση. Όποιος δει το αντίτυπό μου θα σκεφτεί ότι η συνείδηση του Ζήνωνα είναι τελικά πολύ βρώμικη, και αυτό, εδώ που τα λέμε ίσως μετατρέπει το όλο βιβλίο σε κάτι ακόμα πιο γοητευτικό! «Κάποτε με διέκοψε ενοχλημένος ενώ του μιλούσα για τους αντίποδες».  
 
Η έκδοση συνοδεύεται από ένα όμορφο επίμετρο του Τζέιμς Γουντ, «Η αναξιοπιστία του κωμικού στον Ίταλο Σβέβο». Μέσα εκεί βρήκα μια σκέψη που με απασχολεί καιρό. Συχνά, όταν διαβάζω σε κριτικές βιβλίων ότι ο τάδε αφηγητής είναι αναξιόπιστος, νιώθω την φράση να χρωματίζεται με ένα είδος ελαφράς μομφής, σαν να μην αξίζει να διαβαστεί το βιβλίο ακριβώς για αυτόν τον λόγο. Επιπλέον, κάθε αναφορά σε αναξιόπιστους αφηγητές είναι για μένα ένας ενοχλητικός πλεονασμός – αν και είμαι ικανός να αναγνωρίσω την διαφορά μεταξύ αξιόπιστου και αναξιόπιστου αφηγητή – δε με νοιάζει αν είναι αναξιόπιστος, περιμένω να είναι αναξιόπιστος, επιθυμώ να είναι αναξιόπιστος, όλη η καλή λογοτεχνία είναι αναξιόπιστη, γι’ αυτό και της έχω τόση εμπιστοσύνη. «Στα περισσότερα μυθιστορήματα οι αναξιόπιστοι αφηγητές τείνουν να γίνονται κάπως προβλέψιμοι, γιατί πρέπει να είναι αξιόπιστα αναξιόπιστοι: η αναξιοπιστία του αφηγητή χειραγωγείται από τον συγγραφέα. Χωρίς την αξιοπιστία του συγγραφέα θα ήταν αδύνατο να “διαβάσουμε” την αναξιοπιστία του αφηγητή». Και όταν ο Σβέβο είναι ο συγγραφέας, μπορείτε να φανταστείτε κάπως τα θεαματικά αποτελέσματα που θα έχει πάνω στον ήρωά του. 
 
Ωστόσο, ο Σβέβο έχει τα θεματάκια του... την αρρώστια και τα γηρατειά! «Η αρρώστια μου ήταν μια κυρίαρχη σκέψη, ένα όνειρο και μια τρομάρα». Και τα συνοδεύει με τόσο υπέροχες παρατηρήσεις και μεταφορές που νιώθεις το σφρίγος και την νεότητα μιας αιωνίως ακμαίας γραφής. Ούτε η γραφή του γερνάει, ούτε εσύ ο αναγνώστης καθώς διαβάζεις τις σκέψεις του. Η χαρμολύπη που συνοδεύει την ανάγνωση δεν παύει στιγμή να χαμογελάει με μια πικρή ειρωνεία διαρκώς κολλημένη στα χείλη – κάπως έτσι θα το συνόψιζα... κριτική, όχι αστεία (κριτική)! Ένα από τα ομορφότερα μυθιστορήματα που γράφτηκαν γενικά, παγκοσμίως, ανά τους αιώνες. Μετά την ανάγνωση του βιβλίου του Σβέβο, νιώθω ότι αγάπησα λίγο παραπάνω τον Τζόυς, αν μπορεί να γίνει κάτι τέτοιο. Από τις μοναδικές φορές στην λογοτεχνία που η λέξη «αριστούργημα» αποδεικνύεται ελλιπέστατη, ειδικά και μετά την κατάχρηση που της κάνουμε για κάθε γραπτή μαλακία που σωρηδόν τυπώνεται αλλά ουδόλως εντυπώνεται. Ο Σβέβο μετέτρεψε το stream of consciousness σε mainstream of consciousness! Θα καταφέρουν να το αγαπήσουν λίγοι, θα καταφέρουν να το καταλάβουν περισσότεροι, αλλά θα καταφέρουν όλοι να το διαβάσουν. Και αυτό είναι νίκη για τον Σβέβο, για την λογοτεχνία και για τους αναγνώστες – ένα βαθύτατα απαιτητικό έργο που γίνεται κοινό κτήμα με σχετική άνεση, πόσο όμορφο αυτό!
 
Αχ, ο υπέροχος Ζήνων, η ζωή του όλη είναι ένα τσιγάρο
 

 
Ε.Σ. Το αντίτυπο αυτό σκόπευε να μου το αφιερώσει προσωπικά η μεταφράστριά του, Έφη Καλλιφατίδη. Πλέον, νιώθω εγώ την ανάγκη να αφιερώσω αυτή μου την ανάγνωση στην μνήμη της. Για όποιον δεν το ξέρει, τα δύο τελευταία αρχικά δεν σημαίνουν Ερυθρός Σταυρός, αλλά έσχατον σιγαρέτον :(
 
* Γιατί και ο Άκης Πάνου ήταν επίσης σπουδαίος λογοτέχνης, οι 7 νομά  είναι αδιαμφισβήτητα τζουσικής εμπνεύσεως και τεχνοτροπίας!

Σχόλια

  1. Η καλύτερη ανάρτησή σου μεγάλο μπράβο ! Και το ΕΣ με έκανε να βουρκώσω

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Το δεύτερο σχόλιό σου, μεγάλο μπράβο! :p

      Το ΕΣ είναι δακρύβρεχτη υπόθεση, όλοι βουρκώνουμε, θέλοντας και μη.

      Διαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Κουβεντολόι με μια μούμια!

Σημ: Εδώ λέγονται ιστορίες μόνο για αραχνιασμένα κρανία, οι "ψεκασμένοι" θα απομακρύνονται διακριτικά.

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

Ποίηση χωρίς τέλος

  Αυτή η χρονιά θα ξεκινήσει ακριβώς όπως τελείωσε: με ποίηση. Συλλεκτική ανάρτηση, σπάνια θα ξαναδιαβάσετε τέτοια. Σπάω την παράδοση (και το ρόδι)! Ακόμα σπανιότερα εντυπωσιάζομαι από ποιητές και ποιήματα. Δεν με συγκινεί η συμπύκνωση του λόγου όταν του λείπει ένα είδος «φλυαρίας» – ψάχνω ποιήματα που είναι αμετροεπή με έναν δικό τους τρόπο και ταυτόχρονα στοχευμένα και ουσιώδη. Ποιήματα που δεν πολυπαίρνουν στα σοβαρά τον εαυτό τους καθώς τσαλαβουτούν χαρούμενα στον χυλό της ειρωνείας. Ποιήματα που, απ' ό,τι σωστά αντιλαμβάνεστε, δεν γράφει η πλειοψηφία των ποιητών. Με δυο λόγια, κυνηγώ το ανέφικτο. Αλλά, αυτό δεν κυνηγάμε όλοι στην έναρξη κάθε χρονιάς; Το φλουρί μου για φέτος – λίρα εκατό – ήταν η Βισουάβα ή Βισλάβα ή όπως αλλιώς, Σιμπόρσκα. Η παλιά ποίηση, η ορθόδοξη, είναι Εδώ!

Με ανώμαλους δεν μιλάω

  Ανωμαλία είναι να μην μπορεί μια γυναίκα να κυκλοφορεί άφοβα στους δρόμους, ανωμαλία είναι να πιστεύεις ότι τα εμβόλια σκοπό έχουν να προκαλέσουν περισσότερο κακό από ό,τι καλό, ανωμαλία είναι να νομίζεις ότι η λογοτεχνία σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, ανωμαλία είναι ακόμα το προφιτερόλ να έχει μόνο ένα σουδάκι μέσα, ανωμαλία είναι και ότι ο «Πατάκης» εξακολουθεί να μην εκδίδει Χέρμαν Μέλβιλ. Και πόσες ακόμα ανωμαλίες! Με τελευταία εκείνη του Ερβέ Λε Τελιέ, ενός συγγραφέα που αγάπησα οριστικά από ένα και μόνο βιβλίο του που είχα διαβάσει κάποτε, το «Όλα τα μανιτάρια τρώγονται», η ουλιπιανή έμπνευση που είχε οραματιστεί το facebook χρόνια πριν από τον δημιουργό του. Κάθε φορά που μπαίνετε στο facebook και αντικρίζετε την ερώτηση «Τι σκέφτεσαι;», ικανή να σας παρασύρει ασυγκράτητα να μας εμπιστευτείτε τις επικές σας μπούρδες, σχεδόν πάντα χωρίς καθόλου φιλτράρισμα και ουσία, να θυμάστε ότι ο Τελιέ κάποτε το έκανε… χίλιες φορές καλύτερα από εσάς, πιο δημιουργικά και κυρίως με περισσότερο χι

Dogs never bite me. Just humans.

    Ψόφια πράγματα το φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης – τουλάχιστον οι επιλογές μου – αλλά μόλις είδα ότι θα προβληθεί «Η εξουσία του σκύλου», που βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Τόμας Σάβατζ, ήξερα ότι θα ρεφάρω γιατί κακό σκυλί ψόφο δεν έχει. Και έτσι έγινε, η ταινία δεν με απογοήτευσε και μου θύμισε πόσο είχα αγαπήσει εκείνο το βιβλίο. Μια παραγωγή του Νέτφλιξ που θα είναι διαθέσιμη στην πλατφόρμα από την 1 Δεκεμβρίου ώστε να προλάβει να κάνει τον κύκλο της στις αίθουσες, με τον Κάμπερμπατς στον ρόλο του Φιλ, τον σωσία του Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν στον ρόλο του Τζορτζ και την ωραία Κίρστεν Ντανστ ως Ρόουζ. Η ταινία, όπως και το βιβλίο, σε πολλούς θα φανούν αργά, αδιάφορα και αλλόκοτα, λόγω του περιεχομένου αλλά η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για αριστοτεχνικές δημιουργίες με βάθος. Αντιγράφω εδώ το κείμενο που είχα γράψει στο «Διαβάζοντας» για να θυμάμαι ότι εκείνη η ανάγνωση μετράει ακόμα μέσα μου· σπάνιο, ομολογουμένως.

Εγώ σε λέω αγάπη

  Οι πιο συνηθισμένοι απατεώνες στην Ελλάδα συνήθως ενδύονται τους υδραυλικούς που ζητάνε 55 ευρώ για μια τρόμπα στο καζανάκι και δεν μπορείς και να τους πεις «Χέσε με ρε μάστορα» γιατί μετά πώς θα τραβήξεις καζανάκι; Στη λογοτεχνία από την άλλη, το να χαρακτηρίσεις για οποιονδήποτε λόγο τον Χέρμαν Μέλβιλ απάτη , το κάνεις μόνο αν εξυπηρετεί την πλοκή! «Γιατί οι πιο τερατώδεις απ’ όλους τους υποκριτές είναι αυτοί ακριβώς οι κερδοσκόποι: υποκριτές δι’ αντιστροφής της πραγματικότητας· υποκριτές στην παρουσίαση των πραγμάτων ως σκοτεινών αντί φωτεινών· ψυχές που ευημερούν χρησιμοποιώντας όχι τη δυστυχία, αλλά το μύθευμα της δυστυχίας· δάσκαλοι της αισχρής τέχνης τού να κατασκευάζεις δυστυχία· κίβδηλοι Ιερεμίες· νόθοι Ηράκλειτοι που, μόλις η πένθιμη μέρα περάσει, επιστρέφουν, σαν απατηλοί Λάζαροι ανάμεσα στους επαίτες, για να ευφρανθούν με τα κέρδη που απέκτησαν από τα προσποιητά έλκη της κεφαλής τους – φαύλοι κερδοσκόποι!» . Θα με αναγκάσετε να κατέβω πορεία στον Λευκό Πύργο όλοι εσείς πο

Γάτα είσαι

  Οι γάτες είναι υπέροχα πλάσματα και αν δεν είσαι επηρεασμένος από τον «Κυνόδοντα» του Λάνθιμου δύσκολα να μην σε γοητεύουν ή έστω να μην τραβούν την προσοχή σου. Μία από τις αγαπημένες μου συνήθειες είναι να παρατηρώ πώς συμπεριφέρονται οι γάτες. Τι γίνεται όμως αν και εκείνες παρακολουθούν με το ίδιο ενδιαφέρον την ανθρώπινη συμπεριφορά; Κάπως έτσι θα σκέφτηκε και ο Ιάπωνας Σόσεκι Νατσούμε και έγραψε ένα αξιαγάπητο βιβλίο· επιπροσθέτως έγραψε ένα από τα λίγα βιβλία που θα ήθελα να είχα γράψει εγώ. Χεστήκαμε τι θα ήθελες να γράψεις εσύ ρε Μαραμπού, και δίκιο έχετε, δεν αντιλέγω, απλώς σκέφτηκα να το αφήσω εδώ να υπάρχει. Γιατί πάντοτε με ενθουσίαζαν εκείνα τα λιγοστά βιβλία ανεπιτήδευτης σοφίας και γατίσιας συμπεριφοράς που συμπύκνωναν όλη την φιλοσοφία τους και την συγγραφική τεχνική τους σε φράσεις όπως η ακόλουθη: «Ορισμένες φορές επινοώ κάποιες ανοησίες και οι άνθρωποι τις παίρνουν στα σοβαρά, αυτό προκαλεί έναν αισθητικό ενθουσιασμό ακραίας κωμικότητας την οποία θεωρώ ενδιαφέρ

Dance with the Devil

  A long time ago in a galaxy (στην επαρχία) far, far away… όταν περνούσα την emo φάση μου και έκλαιγα χωρίς λόγο καθώς να καθάριζα κρεμμύδια είχα ανακαλύψει τυχαία ένα βιβλιαράκι που το αγόρασα με τα πρώτα λεφτά που είχα αποταμιεύσει σε ένα βιβλιάριο τραπέζης που είχε δεν είχε μέσα 30 δραχμαί. Εκείνο το βιβλίο ήτο κάποιου ψιλοάγνωστου Χόφμαν μεταφρασμένο υπό του σπουδαίου Καρυωτάκη – αργότερα, όταν οι ισορροπίες άλλαξαν εντός μου, κατάλαβα ότι ο Χόφμαν λειτούργησε κάπως σαν το… καρυωθραυστικό του ποιητή∙ ξέρω, ξέρω, πάγωσε η θάλασσα μέσα σας, μακάρι να βρείτε ένα βιβλίο να πέσει πάνω της σαν τσεκούρι – «το λογοπαίγνιο είναι ένα καυτό σίδερο για μπούκλες στο χέρι της τρέλας και με δαύτο λυγίζει τις σκέψεις» . Ο λόγος είναι ότι ο Χόφμαν αποδείχθηκε μια εξαίσια διαβολική μορφή της παγκόσμιας λογοτεχνίας και τα παιδιά του κυκλοφορούν ελεύθερα γύρω μας – ευτυχώς για αυτά, και για εμάς, είχε πάντοτε δουλειά, και μάλιστα σημαντική, να γράφει αριστουργήματα.

Του πολέμου / Στο άλογό μου

Τι γιορτάζουμε σήμερα; Το όχι, το ναι, το ίσως; Γιατί, ενώ όλοι ξέρουμε ότι το εθνικό φρόνημα σε ψηλώνει ως άνθρωπο, εξεγειρόμαστε τόσο πολύ όταν κάτι τέτοιο γίνεται και με τεχνητά μέσα, ας πούμε, με δεκάποντες γόβες; Γιατί μετά την παρέλαση όλοι πάμε και πίνουμε φρέντο εσπρέσσο, έναν τόσο χαρακτηριστικά ιταλικό καφέ; Τι θα συμβεί αν σε μία αντιπολιτευτική συνωμοσία όλοι συντονίσουν το... ένα στο δεξί; Το ένα στ' αριστερό αποκτά όντως βαρύνουσα σημασία όταν κυβερνά η Αριστερά, ή απλώς έχουμε συνηθίσει να το θεωρούμε ηθικό πλεονέκτημα της παρέλασης;

Τελειωμένοι

    Είμαστε γεννημένοι ο ένας για τον άλλον. Τέλος. Αυτά στην αρχή, βέβαια. Γιατί μετά, ανάθεμα την ώρα που βρέθηκες μπροστά μου. Αυτή η σχέση των σχέσεων όμως, μπορεί κάλλιστα να επεκταθεί και στα βιβλία. Μόνο που σε μένα λειτούργησε αντίστροφα· ανάθεμα την ώρα που βρέθηκε μπροστά μου, είπα για αυτό το βιβλίο, μου το δάνεισαν επειδή δεν άρεσε (ωραίο προμόσιον), ήθελα από την άλλη να δω και την ταινία του Κάουφμαν , ας πάει στα κομμάτια, θα το ξεκινήσω, με την σκέψη ήδη από την αρχή να βάλω ένα τέλος όταν δω ότι δεν τραβάει το πράγμα. Αλλά, γαμώτο, τραβούσε. Για ελάχιστους αναγνώστες αυτό θα είναι το βιβλίο της ζωής τους, σύμφωνοι. Κι όμως. «Είναι εντυπωσιακό. Όταν βλέπεις κάποιον με τους γονείς του, αποδεικνύεται απτά ότι όλοι είμαστε αποτέλεσμα σύνθεσης» . Όπως ακριβώς και τα αξιανάγνωστα βιβλία, τα συγγραφικά παιδιά των δημιουργών τους – ξεράστε με την ησυχία σας και ελάτε πίσω. Μείνετέ μου πιστοί! Σας αγαπώ !

Η μέθοδος του Κούντερα

  Σε κάποιες περισσότερο κιτς εποχές ένα παρόμοιο χαστούκι σαν εκείνο του Γουίλ Σμιθ είχε ταράξει τα νερά της κοινωνικής μας ζωής. Η Νατάσα Αθήνη είχε χαστουκίσει την Δήμητρα Λιάνη στην παρουσίαση του βιβλίου της «10 χρόνια και 54 μέρες» – βέβαια, τώρα που τα συζητάμε, μπορεί να έχουν περάσει κοντά 30 χρόνια. Μια επισήμανση που μου ήρθε μόλις: όλες οι βιβλιοπαρουσιάσεις είναι για σφαλιάρες∙ συγγραφείς μην πέφτετε σε αυτή την παγίδα, μακριά. Τέλος πάντων, όταν η Δήμητρα δεν έγραφε βιβλία, διάβαζε, λένε, Κούντερα. Τότε ήταν πολύ της μόδας. Κούντερα από εδώ, Κούντερα από εκεί, είχαν τρελαθεί όλοι. Ποιος είναι ρε αυτός ο Κούντερας; Ήταν τελικά ένα πιο λογοτεχνικό Nitro όπως νόμιζαν αρκετοί; Γιατί τόσα χρόνια τον αντιμετωπίζουμε με αβάσταχτη ελαφρότητα; «Γιατί άραγε θέλει να κάνει έρωτα μαζί μου; αναρωτιόταν πολύ συχνά, αλλά δεν έβρισκε απάντηση. Ένα μόνο ήξερε, πως οι σιωπηρές συνευρέσεις τους ήταν αναπόφευκτες, έτσι όπως είναι αναπόφευκτο να σταθεί προσοχή ένας πολίτης ακούγοντας τον εθν

Θα φάτε τα μούτρα σας

  Πού βαδίζει η λογοτεχνία; Όπου και όπως βάδιζε πάντα, ελεύθερη και ασυμβίβαστη, ασυνόδευτη και ασυνόρευτη , πριν έρθει ο (κακός μας) καιρός με την πρόφαση του υποστηρίγματος/«υποστήριξης» κάποιοι να της προσφέρουν τα δεκανίκια της πολιτικής ορθότητας που θα την καθιστούσαν έκτοτε αδιανόητα στάσιμη. «Αυτό που βλέπουμε το σκεφτόμαστε, κι έτσι τελικά δεν το βλέπουμε, λέει ο Όλερ, ενώ άλλοι βλέπουν αυτό που βλέπουν χωρίς πρόβλημα, επειδή δεν το σκέφτονται αυτό που βλέπουν. Αυτό που αποκαλούμε αντίληψη είναι για μας κατά βάση στασιμότητα, ακινησία, τίποτα. Τίποτα. Οτιδήποτε έχει συμβεί το έχουμε σκεφτεί, δεν το έχουμε δει, λέει ο Όλερ» . Είδα και απόειδα λοιπόν με το… φαινόμενο Φερνάντα Μελτσόρ και είπα ό,τι βρέξει ας κατεβάσει! Βαδίζοντας στην εποχή των τυφώνων.