Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Απ’ όλα με ρώσικη


Ο Ναμπόκοφ μιλάει πάντα για λίγο απ’ όλα ακόμα και όταν φαίνεται ότι μιλάει μόνο και εμμονικά για τη λογοτεχνία. Παρόλα αυτά, μιλάει πάντα με την κομψή του αλαζονεία, με το απαράμιλλο στυλ του, με τον παιγνιώδη κυνισμό του, με τις οξυδερκείς αναλύσεις του. Μιλάει απολαυστικά για ιστορίες και μας δείχνει πώς αυτές μετατρέπονται μπροστά στα μάτια μας σε απολαυστικές ιστορίες! «Άλλωστε, η άποψη ότι τελικά η μαγεία που αποπνέει η μεγάλη λογοτεχνία πρέπει να αποσκοπεί στην απόλαυση του αναγνώστη ενισχύεται και από το ακόλουθο περιστατικό: Όταν τον Σεπτέμβριο του 1953, στο Cornell, ο Ναμπόκοφ ζήτησε από τους φοιτητές του να γράψουν σε μια κόλλα χαρτί γιατί είχαν επιλέξει το μάθημά του, με μεγάλη ικανοποίηση διαπίστωσε ότι ένας φοιτητής είχε απαντήσει: “Επειδή μου αρέσουν οι ιστορίες”». Φημολογείται ότι αυτός ο φοιτητής ήταν ο Τόμας Πύντσον! Φυσικά κάτι τέτοιο δεν ισχύει αλλά μετά τον θάνατο του Πύντσον μπορώ να το κοινοποιήσω με άνεση ως αληθές, γιατί δείχνει πολύ κουλ(ο) στα κοινωνικά δίκτυα να πουλάς μούρη ότι κατέχεις προσωπικές πληροφορίες για τους αγαπημένους σου συγγραφείς, ενώ στην πραγματικότητα ελέγχεται η πληροφορία αν έχεις έστω και κάποια βιβλία τους στη βιβλιοθήκη σου – δεν συζητάμε καν, να τα έχεις διαβάσει κιόλας!
 
Χάρηκα πολύ με την έκδοση και αξίζει να επισημανθεί στην αρχή. Συγχαρητήρια στις εκδόσεις «Πατάκη». Ελπίζω να βγάλουν και τις υπόλοιπες διαλέξεις του Ναμπόκοφ, καθώς και τα κριτικά δοκίμια του Τζόυς – καιρός είναι. Δεν νομίζω να περιμένετε να κάνω κριτική… της κριτικής ικανότητας του Ναμπόκοφ. Ο καθένας μπορεί να σχηματίσει την άποψή του για τον Ναμπόκοφ είτε ως συγγραφέα είτε ως κριτικό. Το ζουμί (zoom in) είναι αλλού. Ας πούμε ότι όλο το ανά χείρας βιβλίο αξίζει μόνο και μόνο για την γνώμη που έχει ο Ναμπόκοφ για το έργο του Ντοστογέφσκι. Όχι τόσο για την καλλιτεχνική του άποψη αυτή καθαυτήν (που έτσι και αλλιώς πολλοί θα διαφωνούν) αλλά, για το θάρρος να την εκφράζει (που έτσι και αλλιώς πολλοί θα διαφωνούν, επίσης). Το πλέον ψυχωφελές στο βιβλίο του Ναμπόκοφ με τις διαλέξεις για τη ρωσική λογοτεχνία, είναι αυτό. Η διπλή του αξιοθαύμαστη ιδιότητα, να τους γράφει την γνώμη του και παράλληλα να τους γράφει στα παπάρια του!
 
«Η άποψή μου για τον Ντοστογέφσκι είναι αρκετά ασυνήθιστη και “ανορθόδοξη”. Στις διαλέξεις μου προσεγγίζω πάντα τη λογοτεχνία από τη σκοπιά εκείνη που με ενδιαφέρει πρωτίστως: από τη σκοπιά της καλλιτεχνικής αξίας αυτής καθαυτήν, της ιδιοφυίας και της έμπνευσης του λογοτέχνη. Από αυτή την οπτική γωνία, λοιπόν, ο Ντοστογέφσκι δεν είναι μεγάλος αλλά μέτριος συγγραφέας, με σελίδες που διακρίνονται για το υψηλής ποιότητας χιούμορ τους, αλλά και με σελίδες όπου κυριαρχούν η φλυαρία και οι κοινοτοπίες».
 
Να πω εδώ ότι και εγώ συμφωνώ εν πολλοίς με την άποψη του Ναμπόκοφ για τον Ντοστογέφσκι, ότι επίσης θεωρώ όπως και αυτός, τον «Σωσία» του, ένα από τα καλύτερα βιβλία που έγραψε («Αυτή η ιστορία, που ξεχωρίζει για την έμφασή της στις λεπτομέρειες (σε κάποια σημεία σχεδόν θυμίζει Τζόυς) και για τη φωνητική και ρυθμική της εκφραστικότητα αλλά χαίρει ελάχιστης εκτίμησης μεταξύ των θαυμαστών του Ντοστογέφσκι-προφήτη…»), σκαμπρόζικο και ευφυές πριν καταντήσει να γίνει ο Ντοστογέφσκι αυτό που τελικά έγινε, όπως και ότι ήταν ένας καταπιεσμένος θεατρικός συγγραφέας που αν διοχέτευε το δραματουργικό του ταλέντο σε κείμενα πιο συμβατά με τις θεατρικές συμβάσεις, θα ήταν μεγαλοφυής – ακόμα και εγώ που βαριέμαι το θέατρο καταλαβαίνω την δραματουργική ένταση των μυθιστορημάτων του και ίσως γι’ αυτό πλέον δεν αντέχω να τον διαβάζω. Υπάρχει και ένα απόσπασμα που αφορά την κράτηση του Ντοστογέφσκι στην φυλακή και το αναφέρω εδώ γιατί μοιάζει περισσότερο ως επινοημένη ιστορία ή κάτι σαν χαιρέκακη υπογράμμιση – αλλά μάλλον είναι απλώς ξερό γεγονός. «Μάλιστα, διοικητής του φρουρίου τότε ήταν κάποιος στρατηγός Ναμπόκοφ, πρόγονός μου, του οποίου η αλληλογραφία με τον τσάρο Νικόλαο Α΄, με θέμα τους κρατούμενους στο φρούριο, είναι αρκετά διασκεδαστική».

Υπάρχει πανδημία σπόιλερ στο βιβλίο, γι’ αυτό όσοι αρρωσταίνετε με κάτι τέτοια, ρίξτε αντισηπτικό στα μάτια για προσωρινή τύφλωση! Ο λόγος που παρουσιάζονται σελίδες επί σελίδων από τα αναλυόμενα βιβλία είναι μάλλον επειδή οι διαλέξεις προορίζονταν για φοιτητές και ίσως να θυμάστε όταν ήμασταν φοιτητές πόση προσοχή δίναμε στις παραδόσεις. Προσωπικά, θα ήθελα λιγότερες σελίδες από αυτά τα έργα και περισσότερη κριτική συμπύκνωση εκ μέρους του Ναμπόκοφ, αλλά από την άλλη μεριά, μην έχοντας διαβάσει αρκετά από αυτά τα κείμενα, κρίνω έτσι με περισσότερη επάρκεια ποιο ενδεχομένως θα μου άρεσε να διαβάσω στο μέλλον, καθώς επίσης μπορώ και παρατηρώ περισσότερα για τη δομή των κειμένων, τους χαρακτήρες, την πλοκή, κλπ, στοιχεία σημαντικά για αναγνώστες και συγγραφείς. Εξάλλου, για να δούμε τις πεταλούδες να πεταρίζουν ξανά ολόλαμπρες, οφείλουμε να …ΜΕΝΟΥΜΕ ΣΤΟ ΚΟΥΚΟΎΛΙ λίγο περισσότερο από όσο ίσως θα θέλαμε!
 
 
[…] «Το λογοτεχνικό εύρημα του εσωτερικού μονολόγου και της συνειδησιακής ροής το οφείλουμε, κατά τη γνώμη μου, στον Τολστόι, αρκετά χρόνια πριν εμφανιστεί ο Τζέιμς Τζόυς, με τους ήρωές του, στο μυαλό των οποίων εντυπώσεις από τον εξωτερικό κόσμο, αναμειγνύονται με προσωπικές τους σκέψεις και με τα συναισθήματά τους. Παρακολουθούμε έτσι μια ροή εντυπώσεων, σκέψεων και συναισθημάτων χωρίς ο συγγραφέας να θεωρεί σκόπιμο οποιονδήποτε σχολιασμό εκ μέρους του. Βέβαια, στον Τολστόι αυτή η τεχνική υπάρχει σε εμβρυακή κατά κάποιον τρόπο μορφή, με τον συγγραφέα να μην αποφεύγει εντελώς τον σχολιασμό· με τον Τζόυς, όμως, ο εσωτερικός μονόλογος και η συνειδησιακή ροή θα οδηγηθούν στις έσχατες συνέπειές τους».
 
Σαφώς και ο Ναμπόκοφ κάνει εμφανέστατες τις προτιμήσεις του καθώς και τις απαρέσκειές του σε συγγραφείς, μην ξεχνώντας όμως χάρη στην «υποκειμενική» αντικειμενικότητά του να βρίσκει μειονεκτήματα στους πρώτους και προτερήματα στους δεύτερους. Μεγαλύτερη εκτίμηση δίνει ξεκάθαρα στον Τολστόι και έπειτα στον Γκόγκολ. «Αν αφήσουμε προς στιγμήν κατά μέρος τους προδρόμους Πούσκιν και Λέρμοντοφ, θα λέγαμε ότι οι μεγαλύτεροι Ρώσοι πεζογράφοι είναι, κατά σειρά, ο Τολστόι, ο Γκόγκολ, ο Τσέχοφ και ο Τουργκένιεφ». Ουπς! [Ντοστογέφσκι: Κάνε με αντ, είμαι πλοκ! – Ναμπόκοφ: …διαβάστηκε…)! Ο Ναμπόκοφ μαζί με τις, λιγότερο ή περισσότερο επεξεργασμένες, παραδόσεις του μας παραδίδει και κάποια κομμάτια κριτικής έμπνευσης που δεν τα χορταίνεις. Πράγματα που φωτίζοντας το έργο των άλλων, φωτίζουν κατ’ επέκταση και το δικό του έργο, όπως φωτίζουν και σένα στην προσπάθειά σου να βγεις από τα αναγνωστικά σου σκοτάδια.
 
[…] «Πρέπει, πρώτα απ’ όλα, να κάνουμε σαφή διάκριση ανάμεσα στον «συναισθηματισμό» και στην «ευαισθησία». Ένας συναισθηματικός άνθρωπος μπορεί να είναι εξαιρετικά βάναυσος στην ιδιωτική του ζωή. Από την άλλη, ένας ευαίσθητος άνθρωπος δεν είναι ποτέ βίαιος ή σκληρός στη συμπεριφορά του. Ο συναισθηματικός Ρουσσό, που μπορούσε να δακρύσει αν άκουγε μια προοδευτική ιδέα, παρατούσε τα εξώγαμα παιδιά του σε ορφανοτροφεία και δεν έδινε δεκάρα για την τύχη τους. Μια συναισθηματική κυρία μιας κάποιας ηλικίας μπορεί να λατρεύει τον παπαγάλο της, αλλά να δηλητηριάσει την ανιψιά της. Ένας συναισθηματικός πολιτικός δεν ξεχνάει ποτέ τη Γιορτή της Μητέρας, αλλά δεν έχει ενδοιασμούς να συντρίψει αμείλικτα έναν αντίπαλό του. Ο Στάλιν λάτρευε τα μωρά. Ο Λένιν έβαζε τα κλάματα στην όπερα, και ιδιαίτερα στην Τραβιάτα. Γενεές ολόκληρες συγγραφέων εκθειάζουν την απλή ζωή των φτωχών και όλα τα σχετικά. Ας μην ξεχνάμε, λοιπόν, πως όταν γίνεται λόγος για συγγραφείς που δίνουν έμφαση στο συναισθηματικό στοιχείο, όπως είναι ο Ρίτσαρντσον, ο Ρουσσό ή ο Ντοστογέφσκι, εννοούμε την ελάχιστης καλλιτεχνικής αξίας έμφαση σε συναισθήματα ικανά να προκαλέσουν αυτόματα τη συγκίνηση και τη συμπόνια του αναγνώστη».
 
Μεγάλε Δάσκαλε σ’ ευχαριστώ πραγματικά για αυτή την παράγραφο. Ειλικρινά, θα σου έσφιγγα το χέρι σε καιρό πανδημίας! Τόσο πολύ, σ’ ευχαριστώ. Δεν φαντάζεσαι πόσο έχει κατακλύσει ο συναισθηματισμός την σύγχρονη λογοτεχνία – τρου στόρι. Αλλά και όλες τις εκφάνσεις της ζωής μας. Ρίξτε μια ματιά στη διασπορά αναρτήσεων στα κοινωνικά δίκτυα αυτή την περίοδο της πανδημίας· μπορείτε να μαντέψετε με επάρκεια ποιες είναι αποτέλεσμα συναισθηματισμού και ποιες αποτέλεσμα ευαισθησίας; Αν ναι, συγχαρητήρια – σας χειροκροτώ από το μπαλκόνι μου! – ίσως πλέον μπορείτε να απολαύσετε και ένα σπουδαίο βιβλίο. Η ευαισθησία ενίοτε μπορεί να είναι ασυμπτωματική, ο συναισθηματισμός ποτέ!
 
Η έκδοση του «Πατάκη» είναι πολύ όμορφη – μου αρέσει πολύ, εξωτερικά και εσωτερικά, παρόλο που τα χρώματα του εξωφύλλου ξεθωριάζουν πολύ γρήγορα, ακόμα και αυτό όμως το θεωρώ μέρος της γοητείας και δεν με χαλάει καθόλου. Η μετάφραση του Ανδρέα Παππά υπέροχη και λειτουργική, περιέχεται επίσης χορταστική εισαγωγή του Fredson Bowers, και 2-3 ξέχωρα αλλά ιδιαιτέρως σημαντικά άρθρα του Ναμπόκοφ, που περικλείουν ιδανικά τις διαλέξεις του. Ένα μειονέκτημα βρήκα. Η διάλεξη για τον Τολστόι είναι η εκτενέστερη από τις παρουσιαζόμενες, περίπου 140 σελίδες (όταν η δεύτερη μεγαλύτερη δεν ξεπερνά τις εκατό), κι όμως, στο εξώφυλλο δεν αναγράφεται το όνομά του ανάμεσα στους άλλους συγγραφείς! Δε ξέρω ειλικρινά τι σόι μάρκετινγκ είναι αυτό! Αν κάποιος αναγνώστης είναι θαυμαστής του Τολστόι αλλά δεν έχει την δυνατότητα να ξεφυλλίσει το βιβλίο παρά μόνο να δει το εξώφυλλο, ενδέχεται να το προσπεράσει, την στιγμή κιόλας που η συγκεκριμένη διάλεξη είναι η πιο άρτια από όλες και άρα θα τον ενδιέφερε ούτως ή άλλως. Τέλος πάντων, ας θεωρήσουμε ότι ήταν λάθος του εκδοτικού, αν και εμένα θα μου άρεσε η σκέψη ότι αυτή η απόκρυψη του ονόματος έκρυβε μαζί της και κάποιες μυστήριες νοητικές συνδηλώσεις· αυτά όμως είναι εγκεφαλικές ακροβασίες που αρεσκόταν να κάνει ο Ναμπόκοφ και διάφοροι ονειροπαρμένοι σαν ελόγου μου, και δύσκολα θα επέφεραν οικονομικά θετικό αποτέλεσμα στα ταμεία του εκδοτικού οίκου.
 
«Άλλωστε, τόσο εδώ όσο και με άλλες ευκαιρίες, επανειλημμένα έχω υπογραμμίσει ότι για μένα η λογοτεχνία δεν ανήκει στην επικράτεια των ιδεών, της έκθεσής τους και της ανάπτυξής τους, αλλά στην επικράτεια των λέξεων και των εικόνων». до свидания!

Σχόλια

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

En passant

  Το «Αν πασάν» είναι ένας σκακιστικός κανόνας, περιθωριακός και άγνωστος αλλά ιδιαιτέρως αποτελεσματικός και σημαντικός. Στις αρχικές τους κινήσεις, τα πιόνια έχουν το δικαίωμα να κινηθούν ένα ή δύο τετράγωνα μπροστά. Αν επιλέξουν να κινηθούν δύο τετράγωνα μπροστά και ένα αντίπαλο πιόνι βρίσκεται σε τέτοια θέση ώστε να μπορούσε να το αιχμαλωτίσει αν το πιόνι που κινήθηκε δυο τετράγωνα αποφάσιζε να κινηθεί μόνο ένα, τότε, έχει το δικαίωμα να το αιχμαλωτίσει και σε αυτή την περίπτωση που κάνει δύο βήματα. Έχουμε δηλαδή, αν πασάν... αιχμαλωσία εν τη διελεύσει. Είναι δυσνόητο στην περιγραφή αλλά αρκετά ξεκάθαρο στην πράξη. Βέβαια, όταν είσαι αρχάριος σκακιστής και το συναντήσεις πρώτη φορά σε ηλεκτρονική παρτίδα, τότε πείθεσαι ότι κάποιο «bug» έχει η ιστοσελίδα, ότι σε χακάρανε ή ότι άρπαξες όλες τις ιώσεις του κυβερνοχώρου. Τα βιβλία του Ναμπόκοφ, μου προσφέρουν την ισχυρή εντύπωση ότι αποτελούν ένα συνεχές λογοτεχνικό en passant, σε αιχμαλωτίζουν εν τη διελεύσει.

Αποδοχή cookies

«Ευτυχώς, αν θέλει κάποιος να βρει μεστές απόψεις για καλά βιβλία, υπάρχουν ήδη πολύ αξιόλογα βιβλιοφιλικά μπλογκ, όπως το κορυφαίο, του Librofilo ή το αγαπημένο του, του Μαραμπού» . Να ξέρετε ότι όταν μου δίνουν γλυκό, έστω και σε μορφή βιβλίου, το αποδέχομαι αμέσως. Επίσης, να ξέρετε ότι ενίοτε μπορεί να γράφω για βιβλία που δεν έχω διαβάσει, όλοι το κάνουμε αυτό, απλώς οι περισσότεροι εντελώς αποτυχημένα, αλλά ποτέ δεν γράφω για βιβλίο που δεν μου άρεσε προφασιζόμενος το αντίστροφο∙ όλοι το κάνετε και αυτό, απλώς οι περισσότεροι εντελώς αποτυχημένα. Το βιβλίο είναι δώρο της συγγραφέα, καλής διαδικτυακής φίλης, και η άποψή μου για αυτό ολότελα υποκειμενική – ξέρω, απανωτά σοκ! – και ουδεμία σχέση έχει με την αντικειμενική κριτική που από καιρό θα έπρεπε να γίνει αντικείμενο κριτικής, τουλάχιστον στην Ελλάδα. Από το να μασήσω τα λόγια μου, θα προτιμήσω τα μπισκότα. «Όχι πως δεν ήταν επηρεασμένος και από το ιστολόγιο «Πιπέρι και σπασμένες γραμμές» με τις λαχταριστές αναρτήσεις σχετικά ...

Το Δώρο

Θα μπορούσε ο Στέφανος Ξενάκης να είναι ο Στέφανος Δαίδαλος του σήμερα; Ή να το αλλάξω κάπως για να ’χουμε καλό ρώτημα: θα μπορούσε ο Τζέημς Τζόυς (μαζί και οι όποιες καλλιτεχνικές μεταμορφώσεις του) να γίνει ένας motivational speaker της σημερινής εποχής; Κανείς πλέον (αν υποθέσουμε ότι μπορούσε κάποτε) δεν διαβάζει τον «Οδυσσέα». Δεν μπορεί να αντέξει ότι αυτό το βιβλίο τον περιγράφει, ακόμα και σήμερα ή και περισσότερο σήμερα, τόσο καλά παρά την μοναδικότητα του κάθε ανθρώπου. Του αφιερώνει μία μέρα τον χρόνο, την σημερινή (παρόλο που άλλαξε η μέρα, το blogger έμεινε σταθερά πίσω!), και μετά τον στέλνει αδιάβαστο. Αν κάποιος όμως του σερβίρει για πρωινό όμορφες φράσεις με γαρνιτ ούρα υπέροχα σκίτσα, τότε μπορεί να νιώσει στιγμιαία χαρά και να βελάζει σαν ανέφελο πρόβατο στα λιβάδια του χρόνου. 

Kinds of kindness

Τα περισσότερα μαγαζιά έχουν ήδη στολίσει με ελλειμματικό γούστο, οι κουραμπιέδες άρχισαν να ανταγωνίζονται τα μελομακάρονα – και τα δυο μαζί την Dubai chocolate –, η Black Friday με τις ασυναγώνιστες τιμές της θα κοντράρει στα ίσα την αληθινή ύπαρξη του ΑΙ Βασίλη, ο καιρός προσπαθεί να τα βρει με τον απορυθμισμένο θερμοστάτη του και γενικά είμαστε μια ωραία ατμόσφαιρα είμαστε. Και μέσα σε όλα αυτά, οι δημοσιογράφοι, οι αθλητές, η εκκλησία, τα ιδρύματα, οι πολιτικοί (που είναι για τα ιδρύματα) θα δείξουν το καλοσυνάτο πρόσωπό τους στους ταλαίπωρους ετούτου του κόσμου. Και μην ξεχνάμε, ότι κυρίως τα Χριστούγεννα είναι για τα παιδιά – και για όλα εκείνα που γιόρταζε η πρόσφατη «Παγκόσμια Ημέρα κατά της Κακοποίησης των παιδιών». «Πάντοτε, τα Χριστούγεννα έβγαζαν στους ανθρώπους τον καλύτερο αλλά και τον χειρότερο εαυτό τους».    

Ασκήσεις μνήμης

  Τις ασκήσεις ύφους τις κατέκτησε σε βαθμό που λίγοι συγγραφείς φτάνουν , με τις ασκήσεις μνήμης όμως κανείς άνθρωπος δεν τα βγάζει εύκολα πέρα. Όλοι μας γράφουμε autofiction από 8 χρονών – Περιγράψτε μας τα πιο ωραία σας Χριστούγεννα – τα νεύρα μου! Το autofiction πλέον μοιάζει να είναι ένας ευφημισμός για να αποδεχόμαστε κάποιες συγγραφικές μετριότητες ως κάτι παραπάνω από αυτό που είναι. Είναι προσβολή να θεωρείς ότι ο Τζόυς ή ο Σελίν (που επιτέλους σε λίγες μέρες θα εκδοθεί το «Θάνατος επί πιστώσει»∙ Γκάλοπ: ποιο άργησε περισσότερο; Το Μετρό Θεσσαλονίκης ή το βιβλίο του Σελίν;) έγραψαν autofiction. Το ίδιο ισχύει και για τον Καλβίνο στη συγκεκριμένη συλλογή. Δεν θα ξεχάσουμε και αυτά που ξέρουμε! «Μόνο πετώντας πράγματα μπορώ να βεβαιωθώ πως ακόμα δεν έχει πεταχτεί κάτι από μένα, κάτι που ίσως να μην είναι ούτε και θα είναι για πέταμα» .  

Βαρύ περιστατικό

Συγγραφείς με χιούμορ δεν χαίρουν ιδιαίτερης εκτίμησης, θεωρώ, από το αναγνωστικό κοινό. Ποιος ξέρει πόσα ελαττώματα πασχίζει να κρύψει πίσω από αυτό, θα σκέφτονται, και δεν μπορεί, κάποιο ελάττωμα θα έχει να κάνει σίγουρα και με την συγγραφή. Επίσης το χιούμορ αξιώνει ευφυΐα και το κοινό δεν θέλει να περνιέται για ηλίθιο. Ο Άμπροουζ Μπιρς με τις διάσημες σατιρικές ιστορίες του και τα σκωπτικά λήμματα θα μπορούσε να θεωρηθεί ένας τέτοιος∙ καλός για να χαμογελάμε πού και πού, μας κάνει ενίοτε και τον έξυπνο, αλλά δεν πειράζει, καλή καρδιά. Ίσως να ήταν έτσι – αν και δεν συμμερίζομαι καθόλου αυτή την άποψη – αν δεν έγραφε τα διηγήματα από τις εμπειρίες του στον Αμερικανικό Εμφύλιο. Σκλάβος του για πάντα!    

The Elephant Man

Υπάρχει ένας ελέφαντας στο δωμάτιο – όχι ρε, δεν εννοώ εσάς, φάτε ελεύθερα όσο θέλετε! – και αυτός δεν είναι άλλος από τον ίδιο τον άνθρωπο. Οξύμωρο, καταλαβαίνω, αλλά στο περίκλειστο δωμάτιο που είναι ο κόσμος ολάκερος, αν θες να παραμένεις ανθρώπινος πρέπει να έχεις καρφωμένα τα μάτια σου στον ελέφαντα. «–Είναι επειδή, με τον τρόπο που ο κερατάς σου παρουσιάζει τα πράγματα, παραέδινε την εντύπωση ότι έφτυνε κατάμουτρα το είδος για το οποίο πέθανε ο Κύριός μας. Δεν είχες την αίσθηση ότι υπέγραφες υπέρ των ελεφάντων αλλά εναντίον των ανθρώπων» . Διαβάζω το βιβλίο του Ρομαίν Γκαρύ περίπου από τον Ιούλιο, κυρίως επειδή τα μεγάλα βιβλία τα διαβάζω τραπεζίως , δηλαδή ανάμεσα σε άλλα μικρότερα αναγνωστικά γεύματα (και τις τελευταίες μέρες και κυριολεκτικά)∙ αλλά αυτό δεν με ενοχλεί καθόλου γιατί υπήρξε ένα από τα καλύτερα βιβλία που διάβασα τα πολλά τελευταία χρόνια, και αν δεν ανανέωσε την πίστη μου στον άνθρωπο, τουλάχιστον ανανέωσε εκείνη στο μυθιστόρημα: «ο καθείς και οι ελέφαντές του, ...

100% cotton

Μπορεί τον τελευταίο χρόνο να δουλεύω στον τριτογενή τομέα παραγωγής και συγκεκριμένα σε στεγνοκαθαριστήριο – φροντίζοντας να μην τα κάνω μούσκεμα με τα ρούχα… ενώ τα κάνω μούσκεμα! – και να χαζεύω στα ταμπελάκια τι ποσοστό επί τοις εκατό βαμβάκι περιέχουν – πολυεστέρα, κερδάμε! – αλλά υπήρξαν σκληρές εποχές που δεν βελτιώθηκαν και ιδιαίτερα για πολλούς ανθρώπους, που για 100% βαμβάκι πληρωνόσουν ένα υποπολλαπλάσιό του και θα έπρεπε να λες και ευχαριστώ από πάνω. «Η αχαριστία αποτελεί συστατικό στοιχείο του χαρακτήρα των ανθρώπων σε τέτοιο βαθμό, που είναι προτιμότερο να τη θεωρεί κανείς προκαταβολικά δεδομένη και να μη στενοχωριέται» . Εδώ το ίδιο σου το πλυντήριο δεν είναι αξιόπιστο (στους χρόνους) και δεν λέει την αλήθεια, γιατί περιμένεις να το κάνουν οι άνθρωποι;

Σαν ναυαγοί, σαν ροβινσώνες

Ο βιασμός ενός βιβλίου και ενός συγγραφέα γίνεται με τις διασκευές . Συγγραφείς μεγάλου βεληνεκούς και εξαιρετικού κύρους όπως ο Ντάνιελ Ντιφόου, ο Ρόμπερτ Στήβενσον, ο Ιούλιος Βερν και ο Τζόναθαν Σουίφτ (με την ευκαιρία, να ξαναπώ ότι «Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ» είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία. Δεν είναι απλώς ένα από τα καλύτερα βιβλία του είδους· ή του 18ου αιώνα· ή της αγγλοσαξονικής λογοτεχνίας. Πέρα από κάθε είδους περιορισμό, τροπικό, χρονικό ή χωρικό, το βιβλίο του Σουίφτ είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία που έχουν γραφτεί επί γης) αντιμετωπίζονται από το αναγνωστικό συγγραφικό φαντασιακό σαν μικρομέγαλοι συγγγραφίσκοι που είχαν κόλλημα με την παιδική ηλικία και ανακλύκλωναν απλοϊκές ιστορίες που δεν πρέπει να διαβάζονται μετά τα δώδεκα – λες και το να είσαι παιδί είναι ιδιότητα μόνο ενός παιδιού. Κούνια που σας κούναγε! 

Το κτίσμα

  Τώρα που έφτασε αισίως 46 Αυγούστου και χειμώνιασε για τα καλά, ποιος δε θα ήθελε να διαβάσει μία καλή ιστορία δίπλα στο τζάκι! Τι γίνεται όμως αν το τζάκι, και συγκεκριμένα η καμινάδα, είναι το θέμα της ίδιας της ιστορίας; Μην σας παγώνει αυτό, γιατί την ιστορία την έγραψε ο Χέρμαν Μέλβιλ και τίποτα δεν μπορεί να πάει στραβά όταν συμβαίνει αυτό. Η λογοτεχνία του είναι πάντα πρόσφορη σε αναλύσεις που θεωρητικά θα βελτίωναν την κατανόηση που κρύβεται βαθιά στα θεμέλια κάθε έργου του, αλλά ταυτόχρονα ίσως θα κατέστρεφε τα οφέλη που υπάρχουν στα υψηλότερα διανοητικά πατώματα, απόρροια της μαγευτικής του αρχιτεκτονικής γραφής – «Ή, μάλλον, αυτή η ίδια δίνει απαντήσεις ασταμάτητα, ασταμάτητα ταλανίζοντάς με μ’ αυτή την τρομερή της ζέση για βελτίωση, η οποία δεν είναι παρά μια ελαφρότερη απόδοση της λέξης καταστροφή».