Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Απ’ όλα με ρώσικη


Ο Ναμπόκοφ μιλάει πάντα για λίγο απ’ όλα ακόμα και όταν φαίνεται ότι μιλάει μόνο και εμμονικά για τη λογοτεχνία. Παρόλα αυτά, μιλάει πάντα με την κομψή του αλαζονεία, με το απαράμιλλο στυλ του, με τον παιγνιώδη κυνισμό του, με τις οξυδερκείς αναλύσεις του. Μιλάει απολαυστικά για ιστορίες και μας δείχνει πώς αυτές μετατρέπονται μπροστά στα μάτια μας σε απολαυστικές ιστορίες! «Άλλωστε, η άποψη ότι τελικά η μαγεία που αποπνέει η μεγάλη λογοτεχνία πρέπει να αποσκοπεί στην απόλαυση του αναγνώστη ενισχύεται και από το ακόλουθο περιστατικό: Όταν τον Σεπτέμβριο του 1953, στο Cornell, ο Ναμπόκοφ ζήτησε από τους φοιτητές του να γράψουν σε μια κόλλα χαρτί γιατί είχαν επιλέξει το μάθημά του, με μεγάλη ικανοποίηση διαπίστωσε ότι ένας φοιτητής είχε απαντήσει: “Επειδή μου αρέσουν οι ιστορίες”». Φημολογείται ότι αυτός ο φοιτητής ήταν ο Τόμας Πύντσον! Φυσικά κάτι τέτοιο δεν ισχύει αλλά μετά τον θάνατο του Πύντσον μπορώ να το κοινοποιήσω με άνεση ως αληθές, γιατί δείχνει πολύ κουλ(ο) στα κοινωνικά δίκτυα να πουλάς μούρη ότι κατέχεις προσωπικές πληροφορίες για τους αγαπημένους σου συγγραφείς, ενώ στην πραγματικότητα ελέγχεται η πληροφορία αν έχεις έστω και κάποια βιβλία τους στη βιβλιοθήκη σου – δεν συζητάμε καν, να τα έχεις διαβάσει κιόλας!
 
Χάρηκα πολύ με την έκδοση και αξίζει να επισημανθεί στην αρχή. Συγχαρητήρια στις εκδόσεις «Πατάκη». Ελπίζω να βγάλουν και τις υπόλοιπες διαλέξεις του Ναμπόκοφ, καθώς και τα κριτικά δοκίμια του Τζόυς – καιρός είναι. Δεν νομίζω να περιμένετε να κάνω κριτική… της κριτικής ικανότητας του Ναμπόκοφ. Ο καθένας μπορεί να σχηματίσει την άποψή του για τον Ναμπόκοφ είτε ως συγγραφέα είτε ως κριτικό. Το ζουμί (zoom in) είναι αλλού. Ας πούμε ότι όλο το ανά χείρας βιβλίο αξίζει μόνο και μόνο για την γνώμη που έχει ο Ναμπόκοφ για το έργο του Ντοστογέφσκι. Όχι τόσο για την καλλιτεχνική του άποψη αυτή καθαυτήν (που έτσι και αλλιώς πολλοί θα διαφωνούν) αλλά, για το θάρρος να την εκφράζει (που έτσι και αλλιώς πολλοί θα διαφωνούν, επίσης). Το πλέον ψυχωφελές στο βιβλίο του Ναμπόκοφ με τις διαλέξεις για τη ρωσική λογοτεχνία, είναι αυτό. Η διπλή του αξιοθαύμαστη ιδιότητα, να τους γράφει την γνώμη του και παράλληλα να τους γράφει στα παπάρια του!
 
«Η άποψή μου για τον Ντοστογέφσκι είναι αρκετά ασυνήθιστη και “ανορθόδοξη”. Στις διαλέξεις μου προσεγγίζω πάντα τη λογοτεχνία από τη σκοπιά εκείνη που με ενδιαφέρει πρωτίστως: από τη σκοπιά της καλλιτεχνικής αξίας αυτής καθαυτήν, της ιδιοφυίας και της έμπνευσης του λογοτέχνη. Από αυτή την οπτική γωνία, λοιπόν, ο Ντοστογέφσκι δεν είναι μεγάλος αλλά μέτριος συγγραφέας, με σελίδες που διακρίνονται για το υψηλής ποιότητας χιούμορ τους, αλλά και με σελίδες όπου κυριαρχούν η φλυαρία και οι κοινοτοπίες».
 
Να πω εδώ ότι και εγώ συμφωνώ εν πολλοίς με την άποψη του Ναμπόκοφ για τον Ντοστογέφσκι, ότι επίσης θεωρώ όπως και αυτός, τον «Σωσία» του, ένα από τα καλύτερα βιβλία που έγραψε («Αυτή η ιστορία, που ξεχωρίζει για την έμφασή της στις λεπτομέρειες (σε κάποια σημεία σχεδόν θυμίζει Τζόυς) και για τη φωνητική και ρυθμική της εκφραστικότητα αλλά χαίρει ελάχιστης εκτίμησης μεταξύ των θαυμαστών του Ντοστογέφσκι-προφήτη…»), σκαμπρόζικο και ευφυές πριν καταντήσει να γίνει ο Ντοστογέφσκι αυτό που τελικά έγινε, όπως και ότι ήταν ένας καταπιεσμένος θεατρικός συγγραφέας που αν διοχέτευε το δραματουργικό του ταλέντο σε κείμενα πιο συμβατά με τις θεατρικές συμβάσεις, θα ήταν μεγαλοφυής – ακόμα και εγώ που βαριέμαι το θέατρο καταλαβαίνω την δραματουργική ένταση των μυθιστορημάτων του και ίσως γι’ αυτό πλέον δεν αντέχω να τον διαβάζω. Υπάρχει και ένα απόσπασμα που αφορά την κράτηση του Ντοστογέφσκι στην φυλακή και το αναφέρω εδώ γιατί μοιάζει περισσότερο ως επινοημένη ιστορία ή κάτι σαν χαιρέκακη υπογράμμιση – αλλά μάλλον είναι απλώς ξερό γεγονός. «Μάλιστα, διοικητής του φρουρίου τότε ήταν κάποιος στρατηγός Ναμπόκοφ, πρόγονός μου, του οποίου η αλληλογραφία με τον τσάρο Νικόλαο Α΄, με θέμα τους κρατούμενους στο φρούριο, είναι αρκετά διασκεδαστική».

Υπάρχει πανδημία σπόιλερ στο βιβλίο, γι’ αυτό όσοι αρρωσταίνετε με κάτι τέτοια, ρίξτε αντισηπτικό στα μάτια για προσωρινή τύφλωση! Ο λόγος που παρουσιάζονται σελίδες επί σελίδων από τα αναλυόμενα βιβλία είναι μάλλον επειδή οι διαλέξεις προορίζονταν για φοιτητές και ίσως να θυμάστε όταν ήμασταν φοιτητές πόση προσοχή δίναμε στις παραδόσεις. Προσωπικά, θα ήθελα λιγότερες σελίδες από αυτά τα έργα και περισσότερη κριτική συμπύκνωση εκ μέρους του Ναμπόκοφ, αλλά από την άλλη μεριά, μην έχοντας διαβάσει αρκετά από αυτά τα κείμενα, κρίνω έτσι με περισσότερη επάρκεια ποιο ενδεχομένως θα μου άρεσε να διαβάσω στο μέλλον, καθώς επίσης μπορώ και παρατηρώ περισσότερα για τη δομή των κειμένων, τους χαρακτήρες, την πλοκή, κλπ, στοιχεία σημαντικά για αναγνώστες και συγγραφείς. Εξάλλου, για να δούμε τις πεταλούδες να πεταρίζουν ξανά ολόλαμπρες, οφείλουμε να …ΜΕΝΟΥΜΕ ΣΤΟ ΚΟΥΚΟΎΛΙ λίγο περισσότερο από όσο ίσως θα θέλαμε!
 
 
[…] «Το λογοτεχνικό εύρημα του εσωτερικού μονολόγου και της συνειδησιακής ροής το οφείλουμε, κατά τη γνώμη μου, στον Τολστόι, αρκετά χρόνια πριν εμφανιστεί ο Τζέιμς Τζόυς, με τους ήρωές του, στο μυαλό των οποίων εντυπώσεις από τον εξωτερικό κόσμο, αναμειγνύονται με προσωπικές τους σκέψεις και με τα συναισθήματά τους. Παρακολουθούμε έτσι μια ροή εντυπώσεων, σκέψεων και συναισθημάτων χωρίς ο συγγραφέας να θεωρεί σκόπιμο οποιονδήποτε σχολιασμό εκ μέρους του. Βέβαια, στον Τολστόι αυτή η τεχνική υπάρχει σε εμβρυακή κατά κάποιον τρόπο μορφή, με τον συγγραφέα να μην αποφεύγει εντελώς τον σχολιασμό· με τον Τζόυς, όμως, ο εσωτερικός μονόλογος και η συνειδησιακή ροή θα οδηγηθούν στις έσχατες συνέπειές τους».
 
Σαφώς και ο Ναμπόκοφ κάνει εμφανέστατες τις προτιμήσεις του καθώς και τις απαρέσκειές του σε συγγραφείς, μην ξεχνώντας όμως χάρη στην «υποκειμενική» αντικειμενικότητά του να βρίσκει μειονεκτήματα στους πρώτους και προτερήματα στους δεύτερους. Μεγαλύτερη εκτίμηση δίνει ξεκάθαρα στον Τολστόι και έπειτα στον Γκόγκολ. «Αν αφήσουμε προς στιγμήν κατά μέρος τους προδρόμους Πούσκιν και Λέρμοντοφ, θα λέγαμε ότι οι μεγαλύτεροι Ρώσοι πεζογράφοι είναι, κατά σειρά, ο Τολστόι, ο Γκόγκολ, ο Τσέχοφ και ο Τουργκένιεφ». Ουπς! [Ντοστογέφσκι: Κάνε με αντ, είμαι πλοκ! – Ναμπόκοφ: …διαβάστηκε…)! Ο Ναμπόκοφ μαζί με τις, λιγότερο ή περισσότερο επεξεργασμένες, παραδόσεις του μας παραδίδει και κάποια κομμάτια κριτικής έμπνευσης που δεν τα χορταίνεις. Πράγματα που φωτίζοντας το έργο των άλλων, φωτίζουν κατ’ επέκταση και το δικό του έργο, όπως φωτίζουν και σένα στην προσπάθειά σου να βγεις από τα αναγνωστικά σου σκοτάδια.
 
[…] «Πρέπει, πρώτα απ’ όλα, να κάνουμε σαφή διάκριση ανάμεσα στον «συναισθηματισμό» και στην «ευαισθησία». Ένας συναισθηματικός άνθρωπος μπορεί να είναι εξαιρετικά βάναυσος στην ιδιωτική του ζωή. Από την άλλη, ένας ευαίσθητος άνθρωπος δεν είναι ποτέ βίαιος ή σκληρός στη συμπεριφορά του. Ο συναισθηματικός Ρουσσό, που μπορούσε να δακρύσει αν άκουγε μια προοδευτική ιδέα, παρατούσε τα εξώγαμα παιδιά του σε ορφανοτροφεία και δεν έδινε δεκάρα για την τύχη τους. Μια συναισθηματική κυρία μιας κάποιας ηλικίας μπορεί να λατρεύει τον παπαγάλο της, αλλά να δηλητηριάσει την ανιψιά της. Ένας συναισθηματικός πολιτικός δεν ξεχνάει ποτέ τη Γιορτή της Μητέρας, αλλά δεν έχει ενδοιασμούς να συντρίψει αμείλικτα έναν αντίπαλό του. Ο Στάλιν λάτρευε τα μωρά. Ο Λένιν έβαζε τα κλάματα στην όπερα, και ιδιαίτερα στην Τραβιάτα. Γενεές ολόκληρες συγγραφέων εκθειάζουν την απλή ζωή των φτωχών και όλα τα σχετικά. Ας μην ξεχνάμε, λοιπόν, πως όταν γίνεται λόγος για συγγραφείς που δίνουν έμφαση στο συναισθηματικό στοιχείο, όπως είναι ο Ρίτσαρντσον, ο Ρουσσό ή ο Ντοστογέφσκι, εννοούμε την ελάχιστης καλλιτεχνικής αξίας έμφαση σε συναισθήματα ικανά να προκαλέσουν αυτόματα τη συγκίνηση και τη συμπόνια του αναγνώστη».
 
Μεγάλε Δάσκαλε σ’ ευχαριστώ πραγματικά για αυτή την παράγραφο. Ειλικρινά, θα σου έσφιγγα το χέρι σε καιρό πανδημίας! Τόσο πολύ, σ’ ευχαριστώ. Δεν φαντάζεσαι πόσο έχει κατακλύσει ο συναισθηματισμός την σύγχρονη λογοτεχνία – τρου στόρι. Αλλά και όλες τις εκφάνσεις της ζωής μας. Ρίξτε μια ματιά στη διασπορά αναρτήσεων στα κοινωνικά δίκτυα αυτή την περίοδο της πανδημίας· μπορείτε να μαντέψετε με επάρκεια ποιες είναι αποτέλεσμα συναισθηματισμού και ποιες αποτέλεσμα ευαισθησίας; Αν ναι, συγχαρητήρια – σας χειροκροτώ από το μπαλκόνι μου! – ίσως πλέον μπορείτε να απολαύσετε και ένα σπουδαίο βιβλίο. Η ευαισθησία ενίοτε μπορεί να είναι ασυμπτωματική, ο συναισθηματισμός ποτέ!
 
Η έκδοση του «Πατάκη» είναι πολύ όμορφη – μου αρέσει πολύ, εξωτερικά και εσωτερικά, παρόλο που τα χρώματα του εξωφύλλου ξεθωριάζουν πολύ γρήγορα, ακόμα και αυτό όμως το θεωρώ μέρος της γοητείας και δεν με χαλάει καθόλου. Η μετάφραση του Ανδρέα Παππά υπέροχη και λειτουργική, περιέχεται επίσης χορταστική εισαγωγή του Fredson Bowers, και 2-3 ξέχωρα αλλά ιδιαιτέρως σημαντικά άρθρα του Ναμπόκοφ, που περικλείουν ιδανικά τις διαλέξεις του. Ένα μειονέκτημα βρήκα. Η διάλεξη για τον Τολστόι είναι η εκτενέστερη από τις παρουσιαζόμενες, περίπου 140 σελίδες (όταν η δεύτερη μεγαλύτερη δεν ξεπερνά τις εκατό), κι όμως, στο εξώφυλλο δεν αναγράφεται το όνομά του ανάμεσα στους άλλους συγγραφείς! Δε ξέρω ειλικρινά τι σόι μάρκετινγκ είναι αυτό! Αν κάποιος αναγνώστης είναι θαυμαστής του Τολστόι αλλά δεν έχει την δυνατότητα να ξεφυλλίσει το βιβλίο παρά μόνο να δει το εξώφυλλο, ενδέχεται να το προσπεράσει, την στιγμή κιόλας που η συγκεκριμένη διάλεξη είναι η πιο άρτια από όλες και άρα θα τον ενδιέφερε ούτως ή άλλως. Τέλος πάντων, ας θεωρήσουμε ότι ήταν λάθος του εκδοτικού, αν και εμένα θα μου άρεσε η σκέψη ότι αυτή η απόκρυψη του ονόματος έκρυβε μαζί της και κάποιες μυστήριες νοητικές συνδηλώσεις· αυτά όμως είναι εγκεφαλικές ακροβασίες που αρεσκόταν να κάνει ο Ναμπόκοφ και διάφοροι ονειροπαρμένοι σαν ελόγου μου, και δύσκολα θα επέφεραν οικονομικά θετικό αποτέλεσμα στα ταμεία του εκδοτικού οίκου.
 
«Άλλωστε, τόσο εδώ όσο και με άλλες ευκαιρίες, επανειλημμένα έχω υπογραμμίσει ότι για μένα η λογοτεχνία δεν ανήκει στην επικράτεια των ιδεών, της έκθεσής τους και της ανάπτυξής τους, αλλά στην επικράτεια των λέξεων και των εικόνων». до свидания!

Σχόλια

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

Ποίηση χωρίς τέλος

  Αυτή η χρονιά θα ξεκινήσει ακριβώς όπως τελείωσε: με ποίηση. Συλλεκτική ανάρτηση, σπάνια θα ξαναδιαβάσετε τέτοια. Σπάω την παράδοση (και το ρόδι)! Ακόμα σπανιότερα εντυπωσιάζομαι από ποιητές και ποιήματα. Δεν με συγκινεί η συμπύκνωση του λόγου όταν του λείπει ένα είδος «φλυαρίας» – ψάχνω ποιήματα που είναι αμετροεπή με έναν δικό τους τρόπο και ταυτόχρονα στοχευμένα και ουσιώδη. Ποιήματα που δεν πολυπαίρνουν στα σοβαρά τον εαυτό τους καθώς τσαλαβουτούν χαρούμενα στον χυλό της ειρωνείας. Ποιήματα που, απ' ό,τι σωστά αντιλαμβάνεστε, δεν γράφει η πλειοψηφία των ποιητών. Με δυο λόγια, κυνηγώ το ανέφικτο. Αλλά, αυτό δεν κυνηγάμε όλοι στην έναρξη κάθε χρονιάς; Το φλουρί μου για φέτος – λίρα εκατό – ήταν η Βισουάβα ή Βισλάβα ή όπως αλλιώς, Σιμπόρσκα. Η παλιά ποίηση, η ορθόδοξη, είναι Εδώ!

Με ανώμαλους δεν μιλάω

  Ανωμαλία είναι να μην μπορεί μια γυναίκα να κυκλοφορεί άφοβα στους δρόμους, ανωμαλία είναι να πιστεύεις ότι τα εμβόλια σκοπό έχουν να προκαλέσουν περισσότερο κακό από ό,τι καλό, ανωμαλία είναι να νομίζεις ότι η λογοτεχνία σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, ανωμαλία είναι ακόμα το προφιτερόλ να έχει μόνο ένα σουδάκι μέσα, ανωμαλία είναι και ότι ο «Πατάκης» εξακολουθεί να μην εκδίδει Χέρμαν Μέλβιλ. Και πόσες ακόμα ανωμαλίες! Με τελευταία εκείνη του Ερβέ Λε Τελιέ, ενός συγγραφέα που αγάπησα οριστικά από ένα και μόνο βιβλίο του που είχα διαβάσει κάποτε, το «Όλα τα μανιτάρια τρώγονται», η ουλιπιανή έμπνευση που είχε οραματιστεί το facebook χρόνια πριν από τον δημιουργό του. Κάθε φορά που μπαίνετε στο facebook και αντικρίζετε την ερώτηση «Τι σκέφτεσαι;», ικανή να σας παρασύρει ασυγκράτητα να μας εμπιστευτείτε τις επικές σας μπούρδες, σχεδόν πάντα χωρίς καθόλου φιλτράρισμα και ουσία, να θυμάστε ότι ο Τελιέ κάποτε το έκανε… χίλιες φορές καλύτερα από εσάς, πιο δημιουργικά και κυρίως με περισσότερο χι

Dogs never bite me. Just humans.

    Ψόφια πράγματα το φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης – τουλάχιστον οι επιλογές μου – αλλά μόλις είδα ότι θα προβληθεί «Η εξουσία του σκύλου», που βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Τόμας Σάβατζ, ήξερα ότι θα ρεφάρω γιατί κακό σκυλί ψόφο δεν έχει. Και έτσι έγινε, η ταινία δεν με απογοήτευσε και μου θύμισε πόσο είχα αγαπήσει εκείνο το βιβλίο. Μια παραγωγή του Νέτφλιξ που θα είναι διαθέσιμη στην πλατφόρμα από την 1 Δεκεμβρίου ώστε να προλάβει να κάνει τον κύκλο της στις αίθουσες, με τον Κάμπερμπατς στον ρόλο του Φιλ, τον σωσία του Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν στον ρόλο του Τζορτζ και την ωραία Κίρστεν Ντανστ ως Ρόουζ. Η ταινία, όπως και το βιβλίο, σε πολλούς θα φανούν αργά, αδιάφορα και αλλόκοτα, λόγω του περιεχομένου αλλά η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για αριστοτεχνικές δημιουργίες με βάθος. Αντιγράφω εδώ το κείμενο που είχα γράψει στο «Διαβάζοντας» για να θυμάμαι ότι εκείνη η ανάγνωση μετράει ακόμα μέσα μου· σπάνιο, ομολογουμένως.

Εγώ σε λέω αγάπη

  Οι πιο συνηθισμένοι απατεώνες στην Ελλάδα συνήθως ενδύονται τους υδραυλικούς που ζητάνε 55 ευρώ για μια τρόμπα στο καζανάκι και δεν μπορείς και να τους πεις «Χέσε με ρε μάστορα» γιατί μετά πώς θα τραβήξεις καζανάκι; Στη λογοτεχνία από την άλλη, το να χαρακτηρίσεις για οποιονδήποτε λόγο τον Χέρμαν Μέλβιλ απάτη , το κάνεις μόνο αν εξυπηρετεί την πλοκή! «Γιατί οι πιο τερατώδεις απ’ όλους τους υποκριτές είναι αυτοί ακριβώς οι κερδοσκόποι: υποκριτές δι’ αντιστροφής της πραγματικότητας· υποκριτές στην παρουσίαση των πραγμάτων ως σκοτεινών αντί φωτεινών· ψυχές που ευημερούν χρησιμοποιώντας όχι τη δυστυχία, αλλά το μύθευμα της δυστυχίας· δάσκαλοι της αισχρής τέχνης τού να κατασκευάζεις δυστυχία· κίβδηλοι Ιερεμίες· νόθοι Ηράκλειτοι που, μόλις η πένθιμη μέρα περάσει, επιστρέφουν, σαν απατηλοί Λάζαροι ανάμεσα στους επαίτες, για να ευφρανθούν με τα κέρδη που απέκτησαν από τα προσποιητά έλκη της κεφαλής τους – φαύλοι κερδοσκόποι!» . Θα με αναγκάσετε να κατέβω πορεία στον Λευκό Πύργο όλοι εσείς πο

Γάτα είσαι

  Οι γάτες είναι υπέροχα πλάσματα και αν δεν είσαι επηρεασμένος από τον «Κυνόδοντα» του Λάνθιμου δύσκολα να μην σε γοητεύουν ή έστω να μην τραβούν την προσοχή σου. Μία από τις αγαπημένες μου συνήθειες είναι να παρατηρώ πώς συμπεριφέρονται οι γάτες. Τι γίνεται όμως αν και εκείνες παρακολουθούν με το ίδιο ενδιαφέρον την ανθρώπινη συμπεριφορά; Κάπως έτσι θα σκέφτηκε και ο Ιάπωνας Σόσεκι Νατσούμε και έγραψε ένα αξιαγάπητο βιβλίο· επιπροσθέτως έγραψε ένα από τα λίγα βιβλία που θα ήθελα να είχα γράψει εγώ. Χεστήκαμε τι θα ήθελες να γράψεις εσύ ρε Μαραμπού, και δίκιο έχετε, δεν αντιλέγω, απλώς σκέφτηκα να το αφήσω εδώ να υπάρχει. Γιατί πάντοτε με ενθουσίαζαν εκείνα τα λιγοστά βιβλία ανεπιτήδευτης σοφίας και γατίσιας συμπεριφοράς που συμπύκνωναν όλη την φιλοσοφία τους και την συγγραφική τεχνική τους σε φράσεις όπως η ακόλουθη: «Ορισμένες φορές επινοώ κάποιες ανοησίες και οι άνθρωποι τις παίρνουν στα σοβαρά, αυτό προκαλεί έναν αισθητικό ενθουσιασμό ακραίας κωμικότητας την οποία θεωρώ ενδιαφέρ

Dance with the Devil

  A long time ago in a galaxy (στην επαρχία) far, far away… όταν περνούσα την emo φάση μου και έκλαιγα χωρίς λόγο καθώς να καθάριζα κρεμμύδια είχα ανακαλύψει τυχαία ένα βιβλιαράκι που το αγόρασα με τα πρώτα λεφτά που είχα αποταμιεύσει σε ένα βιβλιάριο τραπέζης που είχε δεν είχε μέσα 30 δραχμαί. Εκείνο το βιβλίο ήτο κάποιου ψιλοάγνωστου Χόφμαν μεταφρασμένο υπό του σπουδαίου Καρυωτάκη – αργότερα, όταν οι ισορροπίες άλλαξαν εντός μου, κατάλαβα ότι ο Χόφμαν λειτούργησε κάπως σαν το… καρυωθραυστικό του ποιητή∙ ξέρω, ξέρω, πάγωσε η θάλασσα μέσα σας, μακάρι να βρείτε ένα βιβλίο να πέσει πάνω της σαν τσεκούρι – «το λογοπαίγνιο είναι ένα καυτό σίδερο για μπούκλες στο χέρι της τρέλας και με δαύτο λυγίζει τις σκέψεις» . Ο λόγος είναι ότι ο Χόφμαν αποδείχθηκε μια εξαίσια διαβολική μορφή της παγκόσμιας λογοτεχνίας και τα παιδιά του κυκλοφορούν ελεύθερα γύρω μας – ευτυχώς για αυτά, και για εμάς, είχε πάντοτε δουλειά, και μάλιστα σημαντική, να γράφει αριστουργήματα.

Του πολέμου / Στο άλογό μου

Τι γιορτάζουμε σήμερα; Το όχι, το ναι, το ίσως; Γιατί, ενώ όλοι ξέρουμε ότι το εθνικό φρόνημα σε ψηλώνει ως άνθρωπο, εξεγειρόμαστε τόσο πολύ όταν κάτι τέτοιο γίνεται και με τεχνητά μέσα, ας πούμε, με δεκάποντες γόβες; Γιατί μετά την παρέλαση όλοι πάμε και πίνουμε φρέντο εσπρέσσο, έναν τόσο χαρακτηριστικά ιταλικό καφέ; Τι θα συμβεί αν σε μία αντιπολιτευτική συνωμοσία όλοι συντονίσουν το... ένα στο δεξί; Το ένα στ' αριστερό αποκτά όντως βαρύνουσα σημασία όταν κυβερνά η Αριστερά, ή απλώς έχουμε συνηθίσει να το θεωρούμε ηθικό πλεονέκτημα της παρέλασης;

Τελειωμένοι

    Είμαστε γεννημένοι ο ένας για τον άλλον. Τέλος. Αυτά στην αρχή, βέβαια. Γιατί μετά, ανάθεμα την ώρα που βρέθηκες μπροστά μου. Αυτή η σχέση των σχέσεων όμως, μπορεί κάλλιστα να επεκταθεί και στα βιβλία. Μόνο που σε μένα λειτούργησε αντίστροφα· ανάθεμα την ώρα που βρέθηκε μπροστά μου, είπα για αυτό το βιβλίο, μου το δάνεισαν επειδή δεν άρεσε (ωραίο προμόσιον), ήθελα από την άλλη να δω και την ταινία του Κάουφμαν , ας πάει στα κομμάτια, θα το ξεκινήσω, με την σκέψη ήδη από την αρχή να βάλω ένα τέλος όταν δω ότι δεν τραβάει το πράγμα. Αλλά, γαμώτο, τραβούσε. Για ελάχιστους αναγνώστες αυτό θα είναι το βιβλίο της ζωής τους, σύμφωνοι. Κι όμως. «Είναι εντυπωσιακό. Όταν βλέπεις κάποιον με τους γονείς του, αποδεικνύεται απτά ότι όλοι είμαστε αποτέλεσμα σύνθεσης» . Όπως ακριβώς και τα αξιανάγνωστα βιβλία, τα συγγραφικά παιδιά των δημιουργών τους – ξεράστε με την ησυχία σας και ελάτε πίσω. Μείνετέ μου πιστοί! Σας αγαπώ !

Η μέθοδος του Κούντερα

  Σε κάποιες περισσότερο κιτς εποχές ένα παρόμοιο χαστούκι σαν εκείνο του Γουίλ Σμιθ είχε ταράξει τα νερά της κοινωνικής μας ζωής. Η Νατάσα Αθήνη είχε χαστουκίσει την Δήμητρα Λιάνη στην παρουσίαση του βιβλίου της «10 χρόνια και 54 μέρες» – βέβαια, τώρα που τα συζητάμε, μπορεί να έχουν περάσει κοντά 30 χρόνια. Μια επισήμανση που μου ήρθε μόλις: όλες οι βιβλιοπαρουσιάσεις είναι για σφαλιάρες∙ συγγραφείς μην πέφτετε σε αυτή την παγίδα, μακριά. Τέλος πάντων, όταν η Δήμητρα δεν έγραφε βιβλία, διάβαζε, λένε, Κούντερα. Τότε ήταν πολύ της μόδας. Κούντερα από εδώ, Κούντερα από εκεί, είχαν τρελαθεί όλοι. Ποιος είναι ρε αυτός ο Κούντερας; Ήταν τελικά ένα πιο λογοτεχνικό Nitro όπως νόμιζαν αρκετοί; Γιατί τόσα χρόνια τον αντιμετωπίζουμε με αβάσταχτη ελαφρότητα; «Γιατί άραγε θέλει να κάνει έρωτα μαζί μου; αναρωτιόταν πολύ συχνά, αλλά δεν έβρισκε απάντηση. Ένα μόνο ήξερε, πως οι σιωπηρές συνευρέσεις τους ήταν αναπόφευκτες, έτσι όπως είναι αναπόφευκτο να σταθεί προσοχή ένας πολίτης ακούγοντας τον εθν

Θα φάτε τα μούτρα σας

  Πού βαδίζει η λογοτεχνία; Όπου και όπως βάδιζε πάντα, ελεύθερη και ασυμβίβαστη, ασυνόδευτη και ασυνόρευτη , πριν έρθει ο (κακός μας) καιρός με την πρόφαση του υποστηρίγματος/«υποστήριξης» κάποιοι να της προσφέρουν τα δεκανίκια της πολιτικής ορθότητας που θα την καθιστούσαν έκτοτε αδιανόητα στάσιμη. «Αυτό που βλέπουμε το σκεφτόμαστε, κι έτσι τελικά δεν το βλέπουμε, λέει ο Όλερ, ενώ άλλοι βλέπουν αυτό που βλέπουν χωρίς πρόβλημα, επειδή δεν το σκέφτονται αυτό που βλέπουν. Αυτό που αποκαλούμε αντίληψη είναι για μας κατά βάση στασιμότητα, ακινησία, τίποτα. Τίποτα. Οτιδήποτε έχει συμβεί το έχουμε σκεφτεί, δεν το έχουμε δει, λέει ο Όλερ» . Είδα και απόειδα λοιπόν με το… φαινόμενο Φερνάντα Μελτσόρ και είπα ό,τι βρέξει ας κατεβάσει! Βαδίζοντας στην εποχή των τυφώνων.