Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Η αισθητική του χιούμορ


Το νούμερο ένα στοιχείο που ψάχνουν όλοι στους άλλους, σε όλων των ειδών τις σχέσεις, είναι το χιούμορ. «Θέλω να με κάνει να γελάω», «Γελάω πολύ με αυτόν τον άνθρωπο», «Είναι απίστευτα αστείος», κλπ. Όταν όμως, σχετικά γρήγορα το χιούμορ εξαπλώνεται σαν ιός πάνω στις παθογένειες της κοινωνίας μας και του (μικρο)κόσμου μας, αμέσως χαρακτηρίζεται άρρωστο, φοράμε την μάσκα (της εκδίκησης) απέναντί του και αναφωνούμε: «Μαλάκα μου, είναι αστείο τώρα αυτό;», «Ο τύπος χρειάζεται άσυλο», «ΜΗΝΥΣΗ…!», κλπ. Το δικαίωμα να γελάς με κάτι είναι ακριβώς ισότιμο με το δικαίωμα να μην γελάς με κάτι. Είναι τόσο απλό – γλυτώνεις και τα έξοδα από τα παράβολα έτσι. Πότε λοιπόν το χιούμορ χάνει το χιούμορ του; Είναι θέμα αισθητικής; Μήπως είναι θέμα χρημάτων; Δεν έχω ιδέα και ούτε με νοιάζει κιόλας. Ξέρω μόνο ότι αν ο καθένας μου έδινε ένα ευρώ για κάθε φορά που τον έκανα να γελάσει, τώρα θα είχα τα λεφτά να ανταπεξέλθω σε όλες τις δικαστικές διαμάχες και θα μου έμεναν και ψιλά να σας κεράσω όλους προφιτερόλ. Ωωω… τι γλυκό!
 
Η θέση της γυναίκας την δεκαετία του 50 ήταν η κουζίνα της· ίσως για αρκετούς άντρες αυτή είναι η θέση της ακόμα και σήμερα – εξαιρείται φυσικά η 8η Μαρτίου, δεν χάθηκε δα και ο κόσμος να μείνουν άπλυτα τα πιάτα για μια μέρα! Σε έναν τέτοιο χώρο λοιπόν η «υπέροχη Μις Μέιζελ» μαγειρεύει την κωμική της φλέβα που σιγοβράζει μέσα της – να θυμάστε ότι ακόμα και αν έχουμε βγει από τις κουζίνες, το χιούμορ συνεχίζει επίμονα και κόντρα στις πιθανότητες να ψάχνει ένα δικό του δωμάτιο για να εκφραστεί! Έχοντας ολοκληρώσει τις 3 σεζόν (και αναμένοντας την τέταρτη) της σειράς, νιώθω ότι θέλω να την προτείνω παντού. Σε κάποιους, σαφώς και δεν θα αρέσει και θα την προσπεράσουν στα γρήγορα. Είπαμε, παρέχουμε αφειδώς το δικαίωμα σε όλους να μην γελάνε με κάτι.
 
Η Μις Μέιζελ είναι μια ευτυχισμένη σύζυγος και μητέρα που ζει στα ακριβά προάστια της Νέας Υόρκης, με δεκάδες φορέματα και αξεσουάρ που αλλάζει συνεχώς, με πραγματική εκτίμηση για την κουζίνα της (η γυναικεία κατάκτηση της εποχής!) και με υποστηρικτικό ρόλο προς τον επιτυχημένο άντρα της. Εκείνος κάνει κάτι άνευρα κωμικά περάσματα από κλαμπ της περιοχής, με την Μις Μέιζελ να δωροδοκεί με ψητά φαγητά την διοίκηση του κλαμπ για μία καλύτερη ώρα στην σκηνή, ενώ σημειώνει στο σημειωματάριό της διάφορα πράγματα για το πώς θα βελτιώσει το ημιθανές χιούμορ του. Ένα ατυχές περιστατικό πληγώνει την αντρική του περηφάνια και εκείνος με συνοπτικές διαδικασίες τα φτιάχνει με την χαζοβόλια γραμματέα του. Η ιδανική ζωή της Μις Μέιζελ καταστρέφεται σε μια νύχτα και όλα πλέον μοιάζουν σαν ένα πελώριο… αστείο! Who' s laughing now? 
 

 
Όλη η σειρά διαπνέεται από έντονη φεμινιστική στάση, διόλου ενοχλητική όμως – για όσους επιμένουν να βρίσκουν ενοχλητικά αυτά τα ζητήματα. Οι προβληματισμοί είναι αιχμηροί και πληγώνουν βαθιά αλλά το χιούμορ επουλώνει γρήγορα τις πληγές, έτσι ώστε ύστερα από κάθε επεισόδιο απλώς να σε τραβάνε λίγο τα ράμματα, αρκετά όμως για να μην σε αφήσουν να το ξεχνάς. Δεν θα μπω σε λεπτομέρειες, ο καθένας θα κρίνει μόνος του. Θα φέρω μόνο ένα παράδειγμα: τη Μις Μέιζελ μανατζάρει μία περιθωριακή τύπισσα, ένα ανδρόγυνο, που πολλοί χαρακτήρες στη σειρά θεωρούν ότι είναι άντρας. Μοιάζει σαν να υπαινίσσεται την προκατάληψη ότι μόνο ένας άντρας είναι ικανός να μανατζάρει μια γυναίκα και να την οδηγήσει στην επαγγελματική καταξίωση – ένας στόχος που ίσως είναι ανίκανη να κατακτήσει μόνη της. Τέτοια μικρά στερεότυπα συνοδευόμενα από την διάψευσή τους υπάρχουν πολλά στη σειρά και ανάλογα με την αντιληπτική ικανότητα των θεατών θα αναδειχθούν ή θα χαθούν – ακριβώς όπως γίνεται και με το χιούμορ. Που είναι και το επίκεντρο της σειράς.
 
Θεωρώ ότι η σειρά αποτελεί μία εποποιία του χιούμορ· κυρίως είναι η συνειδητοποίηση του ανθρώπου που το φέρει εντός του, όχι ως πάρεργο, ούτε ως κάτεργο (ελέγχεται αυτό!) αλλά ως δεύτερη φύση του. Στο πρώτο επεισόδιο όταν η Μις Μέιζελ ρωτά τον Λένυ Μπρους αν αγαπά την κωμωδία, το stand up, εκείνος απαντά κυνικά αλλά όχι αρκετά πειστικά ότι, «Αν κάποιος μου πει “Leonard τρως άνθρωπο ή 2 βδομάδες κωμωδία;” θα του απαντούσα “Δώσ’ μου το γαμημένο το αλάτι!”. Είναι μια φοβερή, απαίσια δουλειά. Δεν πρέπει να υπάρχει. Όπως ο καρκίνος και ο Θεός» και εκείνη αποφαίνεται ότι «Ναι. Το αγαπά». Όταν η συνειδητοποίηση του εαυτού σου επωαστεί μέσα σου, τίποτα δεν μπορεί να γίνει, κανένα εμβόλιο δεν καταφέρνει να την αναστείλει. Πας κόντρα στις (αρχικά) κατασταλτικές επικρίσεις των δικών σου γιατί ξέρεις ότι υπάρχουν πολλοί εκεί έξω που εκτιμούν τις προσπάθειές σου. Υπάρχουν πάντα κάποιοι που «γελάνε» μαζί σου και κάποιοι που γελάνε μαζί σου – και όταν αγαπάς το χιούμορ, εννοείται ότι θα επιλέξεις τους δεύτερους! 
 
«Η υπέροχη Μις Μέιζελ» είναι το πορτρέτο του καλλιτέχνη σε κωμική ηλικία, η πασίγνωστη συνθήκη όπου ένας καλλιτέχνης βρίσκει επιτέλους την φωνή του. Στη σειρά, η Μις Μέιζελ εμπνέεται από τις συμφορές της ζωής της (τουλάχιστον στην αρχή, πριν μάθει καλά την τέχνη της) και αφήνεται σε έναν χείμαρρο χιούμορ που έχει στόχο τον άντρα της, τους γονείς της, τα παιδιά της, κλπ. Δεν μπαίνει σε καλούπια, αναβλύζει πηγαία. Ενδεικτικό αυτού είναι όταν αργότερα προσπαθώντας να χαλιναγωγήσει το χιούμορ της, χρησιμοποιεί χαρτάκια με έτοιμες ατάκες, κάτι που αποδεικνύεται παταγώδης αποτυχία – ας τα βλέπουν αυτά κάποιοι απόφοιτοι εργαστηρίων δημιουργικής γραφής! Άλλο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι και η καλλιτεχνική της αντίπαλος, Σόφι Λένον, κατασκευασμένη λαϊκή φιγούρα με έτοιμες χλιαρές ατάκες και σλόγκαν-πασπαρτού – «Put that on your plate» – που καμία σχέση δεν έχει με το εστέτ, ψωνισμένο και ατάλαντο πρόσωπο που κρύβεται από πίσω – ψάξτε και εδώ συγγραφικές αντιστοιχίες, θα βρείτε πολλές! Όσοι θεατές δουν την σειρά με αρκετά ρεαλιστικό μάτι και τοποθετημένη ακριβώς στην εποχή που παρουσιάζει, θα βρουν κάπως παράλογο η κοκέτα Μις Μέιζελ των πλούσιων νεοϋορκέζικων συνοικιών να μεταμορφώνεται στο ατίθασο και σπινθηροβόλο πνεύμα των νυχτερινών κλαμπ. Όσοι όμως διακρίνετε την μεταφορά που κρύβεται από πίσω δεν θα έχετε ιδιαίτερο πρόβλημα κατανόησης, ότι δηλαδή ποτέ δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι για το πότε ακριβώς είμαστε ο πραγματικός εαυτός μας, άσε που αν ασχολούμαστε με κάποια τέχνη σπάνια είμαστε ένας και μοναδικός εαυτός, καθώς επίσης και όσοι έχουμε διαβάσει Πιραντέλλο ξέρουμε ότι μπορούμε να αγγίξουμε τον ιλιγγιώδη αριθμό των εκατό χιλιάδων εαυτών!
 
Κάτι άλλο που με εντυπωσίασε στη σειρά αυτή είναι ότι οι δευτερεύοντες χαρακτήρες είναι απίστευτα απολαυστικοί – όπως και οι τριτοτέταρτοι! Έχει υπέροχες μουσικές και σκηνικά, εβραϊσμο και χιούμορ αλά Γούντι Άλεν, αναφορές σε πραγματικά πρόσωπα της εποχής, όπως ο Lenny Bruce, τολμηρός και πρωτότυπος κωμικός που καταδικάστηκε και κυνηγήθηκε πολύ για αυτά που έλεγε – ευτυχώς που σήμερα μπορείς να πεις ό,τι θες για μουσικοσυνθέτες χωρίς κανείς να θιχτεί, το λες και κατάκτηση αυτό! και γενικά μια ευφορία που αναδύεται κάθε λεπτό που περνάει, γιατί δεν θα πεθάνουμε κιόλας, ή αν είναι να πεθάνουμε, είναι προτιμότερο να πεθάνουμε από τα γέλια!  
 
Tits up and happy screening! 
Thank you and goodnight! 
 
 
 
Υ.Γ. 2666 Χρησιμοποίησα για τίτλο της ανάρτησης τον ομώνυμο τίτλο του δοκιμίου του Λουίτζι Πιραντέλλο ο οποίος δίδαξε με το καντάρι χιούμορ αλλά πλέον γοητευόμαστε μόνο με την «φρεσκάδα» κάθε Πρωτολείου που μας σερβίρεται – don’t put that on your plate!

Σχόλια

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

En passant

  Το «Αν πασάν» είναι ένας σκακιστικός κανόνας, περιθωριακός και άγνωστος αλλά ιδιαιτέρως αποτελεσματικός και σημαντικός. Στις αρχικές τους κινήσεις, τα πιόνια έχουν το δικαίωμα να κινηθούν ένα ή δύο τετράγωνα μπροστά. Αν επιλέξουν να κινηθούν δύο τετράγωνα μπροστά και ένα αντίπαλο πιόνι βρίσκεται σε τέτοια θέση ώστε να μπορούσε να το αιχμαλωτίσει αν το πιόνι που κινήθηκε δυο τετράγωνα αποφάσιζε να κινηθεί μόνο ένα, τότε, έχει το δικαίωμα να το αιχμαλωτίσει και σε αυτή την περίπτωση που κάνει δύο βήματα. Έχουμε δηλαδή, αν πασάν... αιχμαλωσία εν τη διελεύσει. Είναι δυσνόητο στην περιγραφή αλλά αρκετά ξεκάθαρο στην πράξη. Βέβαια, όταν είσαι αρχάριος σκακιστής και το συναντήσεις πρώτη φορά σε ηλεκτρονική παρτίδα, τότε πείθεσαι ότι κάποιο «bug» έχει η ιστοσελίδα, ότι σε χακάρανε ή ότι άρπαξες όλες τις ιώσεις του κυβερνοχώρου. Τα βιβλία του Ναμπόκοφ, μου προσφέρουν την ισχυρή εντύπωση ότι αποτελούν ένα συνεχές λογοτεχνικό en passant, σε αιχμαλωτίζουν εν τη διελεύσει.

Με ανώμαλους δεν μιλάω

  Ανωμαλία είναι να μην μπορεί μια γυναίκα να κυκλοφορεί άφοβα στους δρόμους, ανωμαλία είναι να πιστεύεις ότι τα εμβόλια σκοπό έχουν να προκαλέσουν περισσότερο κακό από ό,τι καλό, ανωμαλία είναι να νομίζεις ότι η λογοτεχνία σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, ανωμαλία είναι ακόμα το προφιτερόλ να έχει μόνο ένα σουδάκι μέσα, ανωμαλία είναι και ότι ο «Πατάκης» εξακολουθεί να μην εκδίδει Χέρμαν Μέλβιλ. Και πόσες ακόμα ανωμαλίες! Με τελευταία εκείνη του Ερβέ Λε Τελιέ, ενός συγγραφέα που αγάπησα οριστικά από ένα και μόνο βιβλίο του που είχα διαβάσει κάποτε, το «Όλα τα μανιτάρια τρώγονται», η ουλιπιανή έμπνευση που είχε οραματιστεί το facebook χρόνια πριν από τον δημιουργό του. Κάθε φορά που μπαίνετε στο facebook και αντικρίζετε την ερώτηση «Τι σκέφτεσαι;», ικανή να σας παρασύρει ασυγκράτητα να μας εμπιστευτείτε τις επικές σας μπούρδες, σχεδόν πάντα χωρίς καθόλου φιλτράρισμα και ουσία, να θυμάστε ότι ο Τελιέ κάποτε το έκανε… χίλιες φορές καλύτερα από εσάς, πιο δημιουργικά και κυρίως με περισσότερο χι

Η λογοτεχνία ως μη βούληση και παράσταση

Το μέλλον δείχνει ότι σε λίγο καιρό θα παριστάνουμε ότι γράφουμε λογοτεχνία. Ο Τζήμας που παριστάνει τον Μπουκόφσκι που παριστάνει τον Φάντε που παριστάνει την Γιαδικιάρογλου. Η λογοτεχνία τρώει πολύ ξύλο, μπας και μάθει επιτέλους καλούς τρόπους και καταφέρει κάποτε να μπει στον παράδεισο. «Ήρθε ένας κύριος για τα ριντό. Ήταν αδερφή . Είχε νύχια που έλαμπαν κι ένα κασμίρ φουλάρι κάτω απ’ το σπορ σακάκι με τη ζώνη» . Θα γράφεται λογοτεχνία απίστευτα βαρετή, πολύ πιο βαρετή από όση υπάρχει ήδη. Οι υπερευαίσθητοι αναγνώστες θα μισούν ακόμα περισσότερο την ζωή τους γιατί θα την βλέπουν να μετατρέπεται σε αυτό που οι ίδιοι διορθώνουν. Οι άλλοι οι αναγνώστες, οι αναίσθητοι, θα αναπολούν μια λογοτεχνία που με τα υλικά που έβρισκες εντός της θα μπορούσες να αναδιαμορφώσεις την πραγματική σου ζωή – να μισήσεις, να νιώσεις θυμό, να βρίσεις, να σιχαθείς, να αποσυμπιεστείς τέλος πάντων για να μην σκάσεις. Αλλά το πρόβλημα είναι τελικά πιο απλό και εμφανές από όσο θέλουν να το παρουσιάζουν: της

Η φάση είναι κρίντζι

  Όπως θα σας έλεγε και ο θείος που κάθεται με την νεολαία κάθε Τσικνοπέμπτη, «Η φάση είναι κρίντζι», δηλώνει μία κατάσταση εξαιρετικά αναληθοφανή που σε παγώνει και σε κάνει να ανατριχιάζεις από την αμηχανία λες και κάποιος όλη την ώρα λέει κρύα αποτυχημένα αστεία χωρίς σταματημό και έλεος. Ο Λέων Τολστόι – back to back ανάρτηση με Τολτσόι, δε σας χάλασε! – επιφυλάσσει αυτή την τιμητική θέση του θείου για τον Σαίξπηρ και τα έργα του, με κύριο στόχο τον «Βασιλιά Ληρ». «Αυτό είναι το τόσο γνωστό έργο. Όσο κακό και να παρουσιάζεται στην αφήγησή μου, την οποία προσπάθησα να κάνω όσο τον δυνατόν πιο ουδέτερη, θα πω χωρίς δισταγμό πως στο πρωτότυπο το έργο είναι ακόμα χειρότερο» . Εν συντομία, δεν κάνει για δραματουργός το παιδί ! Θα σφαχτούμε και σε αυτό το γιορτινό τραπέζι, πάνω απ’ όλα η παράδοση!

Οι αποσυνάγωγοι

  Το να γράφεις αλλόκοτη και παράδοξη λογοτεχνία δεν σημαίνει κιόλας ότι δεν έχεις συμβιβαστεί με μια εντυπωσιοθηρική παράσταση και έχεις παγιδευτεί εντός της. Το πιο παράδοξο που συναντάς πλέον σε πολλά λογοτεχνικά έργα είναι ότι τους λείπει η λογοτεχνία! Η λεγόμενη παράδοξη λογοτεχνία συνήθως παίζει επικίνδυνα με τα όρια της γραφικότητας, που υποτίθεται ότι η άλλη, κοινή λογοτεχνία τα αποφεύγει… χαχαχα, μπα σε καλό μου. Κανείς δεν γλυτώνει από την γραφικότητα αν δεν ξέρει τον τρόπο να το πετύχει. Ταρώ ρίχνει και ο Χοντορόφσκι ταρώ και ο Χαϊκάλης, ποντάρετε σωστά τα λεφτά σας. Σχεδόν πάντα, είναι το ίδιο δύσκολο και ψυχοφθόρο να είσαι αποσυνάγωγος όσο και να είσαι επίτιμο μέλος της συναγωγής . «Νόμιζα πως είμαι αυτό που είμαι, αλλά στην πραγματικότητα είμαι ακόμα αυτό που ήμουν. Κι αυτό που ήμουν δεν ξέρω τι είναι. Ίσως κάποια μέρα το μάθω. Τότε θα είμαι αυτό που θα είμαι, αλλά δεν θα είμαι πια αυτό που είμαι τώρα. Και το να πάψω να είμαι αυτό που είμαι τώρα, με φοβίζει και με τρομάζε

Ο ακρωτηριασμός της Δύσης

    Όσο διάβαζα το βιβλίο μού ερχόταν στο μυαλό μια εντυπωσιακή φράση του Κούντερα που υπάρχει στο δοκίμιο «Ο ακρωτηριασμός της Δύσης ή Η τραγωδία της Κεντρικής Ευρώπης» , καθώς και στις «Προδομένες διαθήκες» αν θυμάμαι καλά, που λέει ότι πλέον η ζωγραφική έγινε μια περιθωριακή τέχνη, ο κόσμος έπαψε να ενδιαφέρεται για αυτή όπως το έκανε όσο ζούσε ο Πικάσο και οι άνθρωποι δυσκολεύονται να αναφέρουν έναν σύγχρονο ζωγράφο πια. Το ίδιο μπορεί κανείς να πει και για το σκάκι και αν όλα πάνε καλά (και κατά διαόλου) και για οτιδήποτε άλλο. «Μαζί με τον Αλιέχιν, ένας κόσμος πέθαινε. Ο θάνατός του δεν αφορούσε μόνο το σκάκι. Ο Αλιέχιν υπήρξε ένας από τους τελευταίους εκπροσώπους μιας κλάσης παικτών χωρίς δάσκαλο, αριστοκρατών χωρίς βασιλιά, ατόμων χωρίς υποστήριξη, πνευματικών ανθρώπων χωρίς ιδεολογία, πολιτών χωρίς σύνορα, βασιλέων της φαντασίας, ανθρώπων ανένταχτων… Τώρα που δεν υπήρχε πια, ποιος θα έπαιζε;» Ας παίξουμε με τις λέξεις, για την ώρα. Οι λέξεις chess και chase ηχούν πολύ όμοια

Γεύση πικραμύγδαλου

Να είσαι φαν του κουραμπιέ, να τον ξεκινάς με λαχτάρα και να σου σκάει πικραμύγδαλο. Κάπως έτσι ένιωσα με το συγκεκριμένο βιβλίο. Ήθελα πολύ να μου αρέσει. Αγαπώ την ιταλική λογοτεχνία (ειδικά την λίγο πιο παλιά, δεν έχω μελετήσει τόσο την σύγχρονη), βρίσκεται σταθερά στις τοπ λογοτεχνίες μου, συνθέτοντας πάντα δείγματα γεμάτα αισθητική κομψότητα και τόλμη μαζί, γιατί καλώς ή κακώς στη λογοτεχνία όλα τα υπόλοιπα οφείλουν να ακολουθούν∙ αν προηγούνται ή κυριαρχούν, δυναμιτίζουν την συνολική αξία του έργου και καταλήγεις να περιπλανιέσαι αμήχανος ανάμεσα σε λεκτικά ερείπια ενώ γνωρίζεις βέβαια ότι η λογοτεχνία είναι κατ’ αρχήν σκοτεινή και υπόγεια διαδρομή. Πρώτα θα γίνει ορυχείο, βαθύ και αδυσώπητο, και αν καταφέρει να βρει φλέβα ίσως εξορύξει και ό, τι πολύτιμο κουβαλά εντός της. Ο ήρωας του μυθιστορήματος «Πικρή ζωή» και άλτερ έγκο του Λουτσάνο Μπιαντσάρντι τα γνώριζε καλά όλα αυτά όταν ξεκίνησε να το γράφει αλλά προτίμησε να τα ξεχάσει γρήγορα, και μαζί και ο αναγνώστης την ελπίδα

Round About Midnight

  Μεγάλο Σάββατο απόψε και λίγο μετά τις μονότονες κροτίδες και αφού σταματήσουν και οι πρόβες με τις εφτά σάλπιγγες της Αποκάλυψης, όλοι μας θα ετοιμαστούμε ψυχολογικά για την μουσική που αγαπάμε να μισούμε: τα κλαρίνα. Εναλλακτική δεν έχει δυστυχώς και οι πιθανοί αυτοσχεδιασμοί εξαντλούνται στο πασχαλινό τραπέζι, τίποτα περισσότερο. Τα μαύρα πρόβατα της κάθε οικογένειας, πάντα υπάρχουν τέτοια, καμμένα από χέρι όπως και τα άλλα τα κανονικά, θα δείχνουν λίγο τζαζ μέσα σε όλο αυτό το ομοιόμορφο μπουλούκι αλλά δεν μπορείς να κάνεις και πολλά για να βοηθήσεις. Θα φαλτσάρουν κοινότοπες ευχές όπως όλοι και θα ελπίζουν να δείχνουν κάπως φυσιολογικοί – αλλά μέσα τους θα είναι χαρούμενοι και θα νιώθουν αγαλλίαση καθώς θα θυμούνται τον Ted Joans που έλεγε χαρακτηριστικά και το υποστήριζε εμπράκτως, ότι «Jazz is my religion and Surrealism is my point of view».  

Mission impossible

  Η μοναδική αποστολή του βιβλιοθηκάριου (βιβλιοθηκονόμοι πλέον ρε Ορτέγκα, μας προσβάλλεις γαμώτο∙ ναι, ο φερετζές μάς έλειπε), τουλάχιστον στην Ελλάδα και για μια γεμάτη 25ετία, είναι να μην πεθάνει από την πείνα. Τα πάμε καλά, συνάδελφοι! Άλλος για μπαρ τράβηξε, άλλος για γραμματειακή υποστήριξη και άλλος στου ΟΑΕΔ τα ΚΟΧ αίμα και δάκρυα πίνει. Ευαισθητοποιημένοι πολίτες λένε συνεχώς να χαρίσουμε βιβλία στις βιβλιοθήκες μας, είναι ο πολιτιστικός μας πνεύμονας (με χρόνια βρογχίτιδα), το κράτος από την μεριά του λέει κανένα πρόβλημα, στα τέτοια μου, αλλά να ξέρετε όποτε χρειαστεί να κόψω χρήματα για τις εκλογικές διαφημίσεις θα τα πάρω από τις βιβλιοθήκες, no offense. Και η σχολή Βιβλιοθηκονομίας συνεχίζει να βγάζει εκατοντάδες επιστήμονες κάθε χρόνο σαν να μην υπάρχει αύριο (που δεν υπάρχει!), μια θλιβερή γραμμή παραγωγής από ρομποτάκια σε μια δυστοπική και λοβοτομημένη πολιτιστικά χώρα. Does that make sense? «Οι άνθρωποι χαρακτηρίζονται από μια παράξενη τάση να τρέφονται, κυρίως, με

Ποίηση χωρίς τέλος

  Αυτή η χρονιά θα ξεκινήσει ακριβώς όπως τελείωσε: με ποίηση. Συλλεκτική ανάρτηση, σπάνια θα ξαναδιαβάσετε τέτοια. Σπάω την παράδοση (και το ρόδι)! Ακόμα σπανιότερα εντυπωσιάζομαι από ποιητές και ποιήματα. Δεν με συγκινεί η συμπύκνωση του λόγου όταν του λείπει ένα είδος «φλυαρίας» – ψάχνω ποιήματα που είναι αμετροεπή με έναν δικό τους τρόπο και ταυτόχρονα στοχευμένα και ουσιώδη. Ποιήματα που δεν πολυπαίρνουν στα σοβαρά τον εαυτό τους καθώς τσαλαβουτούν χαρούμενα στον χυλό της ειρωνείας. Ποιήματα που, απ' ό,τι σωστά αντιλαμβάνεστε, δεν γράφει η πλειοψηφία των ποιητών. Με δυο λόγια, κυνηγώ το ανέφικτο. Αλλά, αυτό δεν κυνηγάμε όλοι στην έναρξη κάθε χρονιάς; Το φλουρί μου για φέτος – λίρα εκατό – ήταν η Βισουάβα ή Βισλάβα ή όπως αλλιώς, Σιμπόρσκα. Η παλιά ποίηση, η ορθόδοξη, είναι Εδώ!