Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Η αισθητική του χιούμορ


Το νούμερο ένα στοιχείο που ψάχνουν όλοι στους άλλους, σε όλων των ειδών τις σχέσεις, είναι το χιούμορ. «Θέλω να με κάνει να γελάω», «Γελάω πολύ με αυτόν τον άνθρωπο», «Είναι απίστευτα αστείος», κλπ. Όταν όμως, σχετικά γρήγορα το χιούμορ εξαπλώνεται σαν ιός πάνω στις παθογένειες της κοινωνίας μας και του (μικρο)κόσμου μας, αμέσως χαρακτηρίζεται άρρωστο, φοράμε την μάσκα (της εκδίκησης) απέναντί του και αναφωνούμε: «Μαλάκα μου, είναι αστείο τώρα αυτό;», «Ο τύπος χρειάζεται άσυλο», «ΜΗΝΥΣΗ…!», κλπ. Το δικαίωμα να γελάς με κάτι είναι ακριβώς ισότιμο με το δικαίωμα να μην γελάς με κάτι. Είναι τόσο απλό – γλυτώνεις και τα έξοδα από τα παράβολα έτσι. Πότε λοιπόν το χιούμορ χάνει το χιούμορ του; Είναι θέμα αισθητικής; Μήπως είναι θέμα χρημάτων; Δεν έχω ιδέα και ούτε με νοιάζει κιόλας. Ξέρω μόνο ότι αν ο καθένας μου έδινε ένα ευρώ για κάθε φορά που τον έκανα να γελάσει, τώρα θα είχα τα λεφτά να ανταπεξέλθω σε όλες τις δικαστικές διαμάχες και θα μου έμεναν και ψιλά να σας κεράσω όλους προφιτερόλ. Ωωω… τι γλυκό!
 
Η θέση της γυναίκας την δεκαετία του 50 ήταν η κουζίνα της· ίσως για αρκετούς άντρες αυτή είναι η θέση της ακόμα και σήμερα – εξαιρείται φυσικά η 8η Μαρτίου, δεν χάθηκε δα και ο κόσμος να μείνουν άπλυτα τα πιάτα για μια μέρα! Σε έναν τέτοιο χώρο λοιπόν η «υπέροχη Μις Μέιζελ» μαγειρεύει την κωμική της φλέβα που σιγοβράζει μέσα της – να θυμάστε ότι ακόμα και αν έχουμε βγει από τις κουζίνες, το χιούμορ συνεχίζει επίμονα και κόντρα στις πιθανότητες να ψάχνει ένα δικό του δωμάτιο για να εκφραστεί! Έχοντας ολοκληρώσει τις 3 σεζόν (και αναμένοντας την τέταρτη) της σειράς, νιώθω ότι θέλω να την προτείνω παντού. Σε κάποιους, σαφώς και δεν θα αρέσει και θα την προσπεράσουν στα γρήγορα. Είπαμε, παρέχουμε αφειδώς το δικαίωμα σε όλους να μην γελάνε με κάτι.
 
Η Μις Μέιζελ είναι μια ευτυχισμένη σύζυγος και μητέρα που ζει στα ακριβά προάστια της Νέας Υόρκης, με δεκάδες φορέματα και αξεσουάρ που αλλάζει συνεχώς, με πραγματική εκτίμηση για την κουζίνα της (η γυναικεία κατάκτηση της εποχής!) και με υποστηρικτικό ρόλο προς τον επιτυχημένο άντρα της. Εκείνος κάνει κάτι άνευρα κωμικά περάσματα από κλαμπ της περιοχής, με την Μις Μέιζελ να δωροδοκεί με ψητά φαγητά την διοίκηση του κλαμπ για μία καλύτερη ώρα στην σκηνή, ενώ σημειώνει στο σημειωματάριό της διάφορα πράγματα για το πώς θα βελτιώσει το ημιθανές χιούμορ του. Ένα ατυχές περιστατικό πληγώνει την αντρική του περηφάνια και εκείνος με συνοπτικές διαδικασίες τα φτιάχνει με την χαζοβόλια γραμματέα του. Η ιδανική ζωή της Μις Μέιζελ καταστρέφεται σε μια νύχτα και όλα πλέον μοιάζουν σαν ένα πελώριο… αστείο! Who' s laughing now? 
 

 
Όλη η σειρά διαπνέεται από έντονη φεμινιστική στάση, διόλου ενοχλητική όμως – για όσους επιμένουν να βρίσκουν ενοχλητικά αυτά τα ζητήματα. Οι προβληματισμοί είναι αιχμηροί και πληγώνουν βαθιά αλλά το χιούμορ επουλώνει γρήγορα τις πληγές, έτσι ώστε ύστερα από κάθε επεισόδιο απλώς να σε τραβάνε λίγο τα ράμματα, αρκετά όμως για να μην σε αφήσουν να το ξεχνάς. Δεν θα μπω σε λεπτομέρειες, ο καθένας θα κρίνει μόνος του. Θα φέρω μόνο ένα παράδειγμα: τη Μις Μέιζελ μανατζάρει μία περιθωριακή τύπισσα, ένα ανδρόγυνο, που πολλοί χαρακτήρες στη σειρά θεωρούν ότι είναι άντρας. Μοιάζει σαν να υπαινίσσεται την προκατάληψη ότι μόνο ένας άντρας είναι ικανός να μανατζάρει μια γυναίκα και να την οδηγήσει στην επαγγελματική καταξίωση – ένας στόχος που ίσως είναι ανίκανη να κατακτήσει μόνη της. Τέτοια μικρά στερεότυπα συνοδευόμενα από την διάψευσή τους υπάρχουν πολλά στη σειρά και ανάλογα με την αντιληπτική ικανότητα των θεατών θα αναδειχθούν ή θα χαθούν – ακριβώς όπως γίνεται και με το χιούμορ. Που είναι και το επίκεντρο της σειράς.
 
Θεωρώ ότι η σειρά αποτελεί μία εποποιία του χιούμορ· κυρίως είναι η συνειδητοποίηση του ανθρώπου που το φέρει εντός του, όχι ως πάρεργο, ούτε ως κάτεργο (ελέγχεται αυτό!) αλλά ως δεύτερη φύση του. Στο πρώτο επεισόδιο όταν η Μις Μέιζελ ρωτά τον Λένυ Μπρους αν αγαπά την κωμωδία, το stand up, εκείνος απαντά κυνικά αλλά όχι αρκετά πειστικά ότι, «Αν κάποιος μου πει “Leonard τρως άνθρωπο ή 2 βδομάδες κωμωδία;” θα του απαντούσα “Δώσ’ μου το γαμημένο το αλάτι!”. Είναι μια φοβερή, απαίσια δουλειά. Δεν πρέπει να υπάρχει. Όπως ο καρκίνος και ο Θεός» και εκείνη αποφαίνεται ότι «Ναι. Το αγαπά». Όταν η συνειδητοποίηση του εαυτού σου επωαστεί μέσα σου, τίποτα δεν μπορεί να γίνει, κανένα εμβόλιο δεν καταφέρνει να την αναστείλει. Πας κόντρα στις (αρχικά) κατασταλτικές επικρίσεις των δικών σου γιατί ξέρεις ότι υπάρχουν πολλοί εκεί έξω που εκτιμούν τις προσπάθειές σου. Υπάρχουν πάντα κάποιοι που «γελάνε» μαζί σου και κάποιοι που γελάνε μαζί σου – και όταν αγαπάς το χιούμορ, εννοείται ότι θα επιλέξεις τους δεύτερους! 
 
«Η υπέροχη Μις Μέιζελ» είναι το πορτρέτο του καλλιτέχνη σε κωμική ηλικία, η πασίγνωστη συνθήκη όπου ένας καλλιτέχνης βρίσκει επιτέλους την φωνή του. Στη σειρά, η Μις Μέιζελ εμπνέεται από τις συμφορές της ζωής της (τουλάχιστον στην αρχή, πριν μάθει καλά την τέχνη της) και αφήνεται σε έναν χείμαρρο χιούμορ που έχει στόχο τον άντρα της, τους γονείς της, τα παιδιά της, κλπ. Δεν μπαίνει σε καλούπια, αναβλύζει πηγαία. Ενδεικτικό αυτού είναι όταν αργότερα προσπαθώντας να χαλιναγωγήσει το χιούμορ της, χρησιμοποιεί χαρτάκια με έτοιμες ατάκες, κάτι που αποδεικνύεται παταγώδης αποτυχία – ας τα βλέπουν αυτά κάποιοι απόφοιτοι εργαστηρίων δημιουργικής γραφής! Άλλο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι και η καλλιτεχνική της αντίπαλος, Σόφι Λένον, κατασκευασμένη λαϊκή φιγούρα με έτοιμες χλιαρές ατάκες και σλόγκαν-πασπαρτού – «Put that on your plate» – που καμία σχέση δεν έχει με το εστέτ, ψωνισμένο και ατάλαντο πρόσωπο που κρύβεται από πίσω – ψάξτε και εδώ συγγραφικές αντιστοιχίες, θα βρείτε πολλές! Όσοι θεατές δουν την σειρά με αρκετά ρεαλιστικό μάτι και τοποθετημένη ακριβώς στην εποχή που παρουσιάζει, θα βρουν κάπως παράλογο η κοκέτα Μις Μέιζελ των πλούσιων νεοϋορκέζικων συνοικιών να μεταμορφώνεται στο ατίθασο και σπινθηροβόλο πνεύμα των νυχτερινών κλαμπ. Όσοι όμως διακρίνετε την μεταφορά που κρύβεται από πίσω δεν θα έχετε ιδιαίτερο πρόβλημα κατανόησης, ότι δηλαδή ποτέ δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι για το πότε ακριβώς είμαστε ο πραγματικός εαυτός μας, άσε που αν ασχολούμαστε με κάποια τέχνη σπάνια είμαστε ένας και μοναδικός εαυτός, καθώς επίσης και όσοι έχουμε διαβάσει Πιραντέλλο ξέρουμε ότι μπορούμε να αγγίξουμε τον ιλιγγιώδη αριθμό των εκατό χιλιάδων εαυτών!
 
Κάτι άλλο που με εντυπωσίασε στη σειρά αυτή είναι ότι οι δευτερεύοντες χαρακτήρες είναι απίστευτα απολαυστικοί – όπως και οι τριτοτέταρτοι! Έχει υπέροχες μουσικές και σκηνικά, εβραϊσμο και χιούμορ αλά Γούντι Άλεν, αναφορές σε πραγματικά πρόσωπα της εποχής, όπως ο Lenny Bruce, τολμηρός και πρωτότυπος κωμικός που καταδικάστηκε και κυνηγήθηκε πολύ για αυτά που έλεγε – ευτυχώς που σήμερα μπορείς να πεις ό,τι θες για μουσικοσυνθέτες χωρίς κανείς να θιχτεί, το λες και κατάκτηση αυτό! και γενικά μια ευφορία που αναδύεται κάθε λεπτό που περνάει, γιατί δεν θα πεθάνουμε κιόλας, ή αν είναι να πεθάνουμε, είναι προτιμότερο να πεθάνουμε από τα γέλια!  
 
Tits up and happy screening! 
Thank you and goodnight! 
 
 
 
Υ.Γ. 2666 Χρησιμοποίησα για τίτλο της ανάρτησης τον ομώνυμο τίτλο του δοκιμίου του Λουίτζι Πιραντέλλο ο οποίος δίδαξε με το καντάρι χιούμορ αλλά πλέον γοητευόμαστε μόνο με την «φρεσκάδα» κάθε Πρωτολείου που μας σερβίρεται – don’t put that on your plate!

Σχόλια

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

Ποίηση χωρίς τέλος

  Αυτή η χρονιά θα ξεκινήσει ακριβώς όπως τελείωσε: με ποίηση. Συλλεκτική ανάρτηση, σπάνια θα ξαναδιαβάσετε τέτοια. Σπάω την παράδοση (και το ρόδι)! Ακόμα σπανιότερα εντυπωσιάζομαι από ποιητές και ποιήματα. Δεν με συγκινεί η συμπύκνωση του λόγου όταν του λείπει ένα είδος «φλυαρίας» – ψάχνω ποιήματα που είναι αμετροεπή με έναν δικό τους τρόπο και ταυτόχρονα στοχευμένα και ουσιώδη. Ποιήματα που δεν πολυπαίρνουν στα σοβαρά τον εαυτό τους καθώς τσαλαβουτούν χαρούμενα στον χυλό της ειρωνείας. Ποιήματα που, απ' ό,τι σωστά αντιλαμβάνεστε, δεν γράφει η πλειοψηφία των ποιητών. Με δυο λόγια, κυνηγώ το ανέφικτο. Αλλά, αυτό δεν κυνηγάμε όλοι στην έναρξη κάθε χρονιάς; Το φλουρί μου για φέτος – λίρα εκατό – ήταν η Βισουάβα ή Βισλάβα ή όπως αλλιώς, Σιμπόρσκα. Η παλιά ποίηση, η ορθόδοξη, είναι Εδώ!

Με ανώμαλους δεν μιλάω

  Ανωμαλία είναι να μην μπορεί μια γυναίκα να κυκλοφορεί άφοβα στους δρόμους, ανωμαλία είναι να πιστεύεις ότι τα εμβόλια σκοπό έχουν να προκαλέσουν περισσότερο κακό από ό,τι καλό, ανωμαλία είναι να νομίζεις ότι η λογοτεχνία σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, ανωμαλία είναι ακόμα το προφιτερόλ να έχει μόνο ένα σουδάκι μέσα, ανωμαλία είναι και ότι ο «Πατάκης» εξακολουθεί να μην εκδίδει Χέρμαν Μέλβιλ. Και πόσες ακόμα ανωμαλίες! Με τελευταία εκείνη του Ερβέ Λε Τελιέ, ενός συγγραφέα που αγάπησα οριστικά από ένα και μόνο βιβλίο του που είχα διαβάσει κάποτε, το «Όλα τα μανιτάρια τρώγονται», η ουλιπιανή έμπνευση που είχε οραματιστεί το facebook χρόνια πριν από τον δημιουργό του. Κάθε φορά που μπαίνετε στο facebook και αντικρίζετε την ερώτηση «Τι σκέφτεσαι;», ικανή να σας παρασύρει ασυγκράτητα να μας εμπιστευτείτε τις επικές σας μπούρδες, σχεδόν πάντα χωρίς καθόλου φιλτράρισμα και ουσία, να θυμάστε ότι ο Τελιέ κάποτε το έκανε… χίλιες φορές καλύτερα από εσάς, πιο δημιουργικά και κυρίως με περισσότερο χι

Dogs never bite me. Just humans.

    Ψόφια πράγματα το φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης – τουλάχιστον οι επιλογές μου – αλλά μόλις είδα ότι θα προβληθεί «Η εξουσία του σκύλου», που βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Τόμας Σάβατζ, ήξερα ότι θα ρεφάρω γιατί κακό σκυλί ψόφο δεν έχει. Και έτσι έγινε, η ταινία δεν με απογοήτευσε και μου θύμισε πόσο είχα αγαπήσει εκείνο το βιβλίο. Μια παραγωγή του Νέτφλιξ που θα είναι διαθέσιμη στην πλατφόρμα από την 1 Δεκεμβρίου ώστε να προλάβει να κάνει τον κύκλο της στις αίθουσες, με τον Κάμπερμπατς στον ρόλο του Φιλ, τον σωσία του Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν στον ρόλο του Τζορτζ και την ωραία Κίρστεν Ντανστ ως Ρόουζ. Η ταινία, όπως και το βιβλίο, σε πολλούς θα φανούν αργά, αδιάφορα και αλλόκοτα, λόγω του περιεχομένου αλλά η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για αριστοτεχνικές δημιουργίες με βάθος. Αντιγράφω εδώ το κείμενο που είχα γράψει στο «Διαβάζοντας» για να θυμάμαι ότι εκείνη η ανάγνωση μετράει ακόμα μέσα μου· σπάνιο, ομολογουμένως.

Εγώ σε λέω αγάπη

  Οι πιο συνηθισμένοι απατεώνες στην Ελλάδα συνήθως ενδύονται τους υδραυλικούς που ζητάνε 55 ευρώ για μια τρόμπα στο καζανάκι και δεν μπορείς και να τους πεις «Χέσε με ρε μάστορα» γιατί μετά πώς θα τραβήξεις καζανάκι; Στη λογοτεχνία από την άλλη, το να χαρακτηρίσεις για οποιονδήποτε λόγο τον Χέρμαν Μέλβιλ απάτη , το κάνεις μόνο αν εξυπηρετεί την πλοκή! «Γιατί οι πιο τερατώδεις απ’ όλους τους υποκριτές είναι αυτοί ακριβώς οι κερδοσκόποι: υποκριτές δι’ αντιστροφής της πραγματικότητας· υποκριτές στην παρουσίαση των πραγμάτων ως σκοτεινών αντί φωτεινών· ψυχές που ευημερούν χρησιμοποιώντας όχι τη δυστυχία, αλλά το μύθευμα της δυστυχίας· δάσκαλοι της αισχρής τέχνης τού να κατασκευάζεις δυστυχία· κίβδηλοι Ιερεμίες· νόθοι Ηράκλειτοι που, μόλις η πένθιμη μέρα περάσει, επιστρέφουν, σαν απατηλοί Λάζαροι ανάμεσα στους επαίτες, για να ευφρανθούν με τα κέρδη που απέκτησαν από τα προσποιητά έλκη της κεφαλής τους – φαύλοι κερδοσκόποι!» . Θα με αναγκάσετε να κατέβω πορεία στον Λευκό Πύργο όλοι εσείς πο

Γάτα είσαι

  Οι γάτες είναι υπέροχα πλάσματα και αν δεν είσαι επηρεασμένος από τον «Κυνόδοντα» του Λάνθιμου δύσκολα να μην σε γοητεύουν ή έστω να μην τραβούν την προσοχή σου. Μία από τις αγαπημένες μου συνήθειες είναι να παρατηρώ πώς συμπεριφέρονται οι γάτες. Τι γίνεται όμως αν και εκείνες παρακολουθούν με το ίδιο ενδιαφέρον την ανθρώπινη συμπεριφορά; Κάπως έτσι θα σκέφτηκε και ο Ιάπωνας Σόσεκι Νατσούμε και έγραψε ένα αξιαγάπητο βιβλίο· επιπροσθέτως έγραψε ένα από τα λίγα βιβλία που θα ήθελα να είχα γράψει εγώ. Χεστήκαμε τι θα ήθελες να γράψεις εσύ ρε Μαραμπού, και δίκιο έχετε, δεν αντιλέγω, απλώς σκέφτηκα να το αφήσω εδώ να υπάρχει. Γιατί πάντοτε με ενθουσίαζαν εκείνα τα λιγοστά βιβλία ανεπιτήδευτης σοφίας και γατίσιας συμπεριφοράς που συμπύκνωναν όλη την φιλοσοφία τους και την συγγραφική τεχνική τους σε φράσεις όπως η ακόλουθη: «Ορισμένες φορές επινοώ κάποιες ανοησίες και οι άνθρωποι τις παίρνουν στα σοβαρά, αυτό προκαλεί έναν αισθητικό ενθουσιασμό ακραίας κωμικότητας την οποία θεωρώ ενδιαφέρ

Dance with the Devil

  A long time ago in a galaxy (στην επαρχία) far, far away… όταν περνούσα την emo φάση μου και έκλαιγα χωρίς λόγο καθώς να καθάριζα κρεμμύδια είχα ανακαλύψει τυχαία ένα βιβλιαράκι που το αγόρασα με τα πρώτα λεφτά που είχα αποταμιεύσει σε ένα βιβλιάριο τραπέζης που είχε δεν είχε μέσα 30 δραχμαί. Εκείνο το βιβλίο ήτο κάποιου ψιλοάγνωστου Χόφμαν μεταφρασμένο υπό του σπουδαίου Καρυωτάκη – αργότερα, όταν οι ισορροπίες άλλαξαν εντός μου, κατάλαβα ότι ο Χόφμαν λειτούργησε κάπως σαν το… καρυωθραυστικό του ποιητή∙ ξέρω, ξέρω, πάγωσε η θάλασσα μέσα σας, μακάρι να βρείτε ένα βιβλίο να πέσει πάνω της σαν τσεκούρι – «το λογοπαίγνιο είναι ένα καυτό σίδερο για μπούκλες στο χέρι της τρέλας και με δαύτο λυγίζει τις σκέψεις» . Ο λόγος είναι ότι ο Χόφμαν αποδείχθηκε μια εξαίσια διαβολική μορφή της παγκόσμιας λογοτεχνίας και τα παιδιά του κυκλοφορούν ελεύθερα γύρω μας – ευτυχώς για αυτά, και για εμάς, είχε πάντοτε δουλειά, και μάλιστα σημαντική, να γράφει αριστουργήματα.

Του πολέμου / Στο άλογό μου

Τι γιορτάζουμε σήμερα; Το όχι, το ναι, το ίσως; Γιατί, ενώ όλοι ξέρουμε ότι το εθνικό φρόνημα σε ψηλώνει ως άνθρωπο, εξεγειρόμαστε τόσο πολύ όταν κάτι τέτοιο γίνεται και με τεχνητά μέσα, ας πούμε, με δεκάποντες γόβες; Γιατί μετά την παρέλαση όλοι πάμε και πίνουμε φρέντο εσπρέσσο, έναν τόσο χαρακτηριστικά ιταλικό καφέ; Τι θα συμβεί αν σε μία αντιπολιτευτική συνωμοσία όλοι συντονίσουν το... ένα στο δεξί; Το ένα στ' αριστερό αποκτά όντως βαρύνουσα σημασία όταν κυβερνά η Αριστερά, ή απλώς έχουμε συνηθίσει να το θεωρούμε ηθικό πλεονέκτημα της παρέλασης;

Τελειωμένοι

    Είμαστε γεννημένοι ο ένας για τον άλλον. Τέλος. Αυτά στην αρχή, βέβαια. Γιατί μετά, ανάθεμα την ώρα που βρέθηκες μπροστά μου. Αυτή η σχέση των σχέσεων όμως, μπορεί κάλλιστα να επεκταθεί και στα βιβλία. Μόνο που σε μένα λειτούργησε αντίστροφα· ανάθεμα την ώρα που βρέθηκε μπροστά μου, είπα για αυτό το βιβλίο, μου το δάνεισαν επειδή δεν άρεσε (ωραίο προμόσιον), ήθελα από την άλλη να δω και την ταινία του Κάουφμαν , ας πάει στα κομμάτια, θα το ξεκινήσω, με την σκέψη ήδη από την αρχή να βάλω ένα τέλος όταν δω ότι δεν τραβάει το πράγμα. Αλλά, γαμώτο, τραβούσε. Για ελάχιστους αναγνώστες αυτό θα είναι το βιβλίο της ζωής τους, σύμφωνοι. Κι όμως. «Είναι εντυπωσιακό. Όταν βλέπεις κάποιον με τους γονείς του, αποδεικνύεται απτά ότι όλοι είμαστε αποτέλεσμα σύνθεσης» . Όπως ακριβώς και τα αξιανάγνωστα βιβλία, τα συγγραφικά παιδιά των δημιουργών τους – ξεράστε με την ησυχία σας και ελάτε πίσω. Μείνετέ μου πιστοί! Σας αγαπώ !

Η μέθοδος του Κούντερα

  Σε κάποιες περισσότερο κιτς εποχές ένα παρόμοιο χαστούκι σαν εκείνο του Γουίλ Σμιθ είχε ταράξει τα νερά της κοινωνικής μας ζωής. Η Νατάσα Αθήνη είχε χαστουκίσει την Δήμητρα Λιάνη στην παρουσίαση του βιβλίου της «10 χρόνια και 54 μέρες» – βέβαια, τώρα που τα συζητάμε, μπορεί να έχουν περάσει κοντά 30 χρόνια. Μια επισήμανση που μου ήρθε μόλις: όλες οι βιβλιοπαρουσιάσεις είναι για σφαλιάρες∙ συγγραφείς μην πέφτετε σε αυτή την παγίδα, μακριά. Τέλος πάντων, όταν η Δήμητρα δεν έγραφε βιβλία, διάβαζε, λένε, Κούντερα. Τότε ήταν πολύ της μόδας. Κούντερα από εδώ, Κούντερα από εκεί, είχαν τρελαθεί όλοι. Ποιος είναι ρε αυτός ο Κούντερας; Ήταν τελικά ένα πιο λογοτεχνικό Nitro όπως νόμιζαν αρκετοί; Γιατί τόσα χρόνια τον αντιμετωπίζουμε με αβάσταχτη ελαφρότητα; «Γιατί άραγε θέλει να κάνει έρωτα μαζί μου; αναρωτιόταν πολύ συχνά, αλλά δεν έβρισκε απάντηση. Ένα μόνο ήξερε, πως οι σιωπηρές συνευρέσεις τους ήταν αναπόφευκτες, έτσι όπως είναι αναπόφευκτο να σταθεί προσοχή ένας πολίτης ακούγοντας τον εθν

Θα φάτε τα μούτρα σας

  Πού βαδίζει η λογοτεχνία; Όπου και όπως βάδιζε πάντα, ελεύθερη και ασυμβίβαστη, ασυνόδευτη και ασυνόρευτη , πριν έρθει ο (κακός μας) καιρός με την πρόφαση του υποστηρίγματος/«υποστήριξης» κάποιοι να της προσφέρουν τα δεκανίκια της πολιτικής ορθότητας που θα την καθιστούσαν έκτοτε αδιανόητα στάσιμη. «Αυτό που βλέπουμε το σκεφτόμαστε, κι έτσι τελικά δεν το βλέπουμε, λέει ο Όλερ, ενώ άλλοι βλέπουν αυτό που βλέπουν χωρίς πρόβλημα, επειδή δεν το σκέφτονται αυτό που βλέπουν. Αυτό που αποκαλούμε αντίληψη είναι για μας κατά βάση στασιμότητα, ακινησία, τίποτα. Τίποτα. Οτιδήποτε έχει συμβεί το έχουμε σκεφτεί, δεν το έχουμε δει, λέει ο Όλερ» . Είδα και απόειδα λοιπόν με το… φαινόμενο Φερνάντα Μελτσόρ και είπα ό,τι βρέξει ας κατεβάσει! Βαδίζοντας στην εποχή των τυφώνων.