Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Λύκε, είσαι εδώ;


Περπατούσαμε εις τα δάση όταν ο λύκος δεν ήταν εδώ· τώρα που το κράτος επέβαλε καθολική απαγόρευση κυκλοφορίας, η άλλοτε ζωή σαν παραμύθι έγινε ξαφνικά παραμύθι σαν ζωή: Η Κοκκινοσκουφίτσα θα πρέπει να λάβει ειδική άδεια για να επισκεφτεί τη γιαγιά της, ενώ οι εφτά Νάνοι, κρίνεται εξαιρετικά δύσκολο, να καταφέρουν να αθληθούν όλοι μαζί σε εξωτερικό χώρο. Όσο για τον Χάνσελ και την Γκρέτελ θα τους παραχωρηθεί εφάπαξ ειδική άδεια να επισκεφτούν τον φούρνο! «Στο μυαλό της Νόρας άστραψε η σκέψη: “Θεέ μου! Τα παιδιά ξέρουν κάτι που δεν μπορούν να εκφράσουν· τους αρέσει η Κοκκινοσκουφίτσα στο κρεβάτι μαζί με το λύκο!”». Σε τέτοιες σκοτεινές καταστάσεις πρέπει να τα βρεις με τον εαυτό σου, διαβάζεις μόνο βιβλία που σε ανυψώνουν, είναι ακριβώς εκείνες οι στιγμές που σχεδόν όλοι δηλώνουν ότι ήρθε η στιγμή να διαβάσουν (ανεπιτυχώς, προφανώς!) τον «Οδυσσέα» του Τζόυς! Έλα όμως που σε τέτοιες δύσκολες στιγμές τα μόνα βιβλία που με παρηγορούν και με καθησυχάζουν είναι εκείνα του Τζόυς και του Πύντσον – τα οποία έχω στο πατρικό. Και αμέλησα προ Καραντίνας να προμηθευτώ κάποιο (το «Πορτραίτο του καλλιτέχνη», ας πούμε, σε μετάφραση Μπερλή, που συνεχώς γλυκοκοίταζα), γιατί κυρίως εστίασα στο πώς θα στοκάρω κωλόχαρτα. Η λογοτεχνία όμως σπανίως συμπαθεί τους χέστες αναγνώστες. Πώς λοιπόν θα αντιμετωπίσω τώρα, το δάσος της νύχτας;
 
Το «Δάσος της Νύχτας» της Τζούνα Μπαρνς είναι ένα απόλυτα ιδιοσυγκρασιακό βιβλίο. Παιδί της εποχής και της λογοτεχνίας (Μοντερνισμός της δεκαετίας 1920 και 1930) που το γέννησε, δεν ενδείκνυται για όλους τους αναγνώστες ούτε για όλες τις στιγμές. Φορτισμένο με εξαιρετική εικονοκλαστική δύναμη και περίπλοκο αλλά φίνο στιλιστικό σώμα, είναι σίγουρο ότι θα γοήτευε καλλιτέχνες όπως τον Πάουντ και τον Τζόυς· ανθρώπους που συναναστράφηκε για χρόνια η ίδια η Μπαρνς και την επηρέασαν στο έργο της ή επηρέασε εκείνη το δικό τους, γιατί όχι. «Έμοιαζε πάντα να αφουγκράζεται στο αίμα της τον αντίλαλο κάποιας επιδρομής, που ήταν έξω από κάθε γνωστό ορίζοντα· κι όταν εκείνος άρχισε να την καταλαβαίνει, σ’ αυτό μονάχα μπορούσε να στηρίξει την οικειότητά του». Έτσι, αν νιώθεις ότι από τις πρώτες κιόλας σελίδες κάτι σε χαλάει, μην το συνεχίζεις, γιατί παρακάτω θα χαλάσει και άλλο.
 
Επίκεντρο του βιβλίου (και φθηνό διαφημιστικό κόλπο των εκδοτών ώστε το βιβλίο να συνεχίζει να πουλάει και σήμερα) είναι η ερωτική σχέση της Νόρας Φλαντ (άλτερ έγκο της Μπαρνς) με την Ρόμπιν Βόουτ (Thelma Wood --> Nightwood). Κατά την γνώμη μου, αυτά τα 2-3 μεσαία κεφάλαια του βιβλίου, με την κατάκτηση της Ρόμπιν, την συμβίωση και ύστερα την εμφάνιση της καταπατήτριας και την ρήξη, είναι τα πλέον απολαυστικά, όπου η Μπαρνς επιδίδεται σε λογοτεχνία υψηλής κλάσης. Όσοι αναζητάτε, με το πονηρό σας μάτι κολλημένο στην κλειδαρότρυπα, λεσβιακές περιγραφές θα απογοητευτείτε οικτρά, κρατήστε τα λεφτά σας για καμιά πιο εικονοκλαστική συνδρομή. Σ’ αυτά τα κεφάλαια, η Μπαρνς επιστρατεύτοντας τη ζωντάνια του λόγου της, την πανδαισία μεταφορών και υπαινιγμών, την ακρίβεια του ύφους της, πετυχαίνει ένα αποτέλεσμα που σε κρατά στην τσίτα, διανοητική και συναισθηματική, και μου θύμισε πολύ έντονα ταινίες του Ντέιβιντ Λυντς – εκεί που κάπου στα μισά των ταινιών του, έχει ήδη γίνει η ονειρική μετάβαση, οι διάλογοι έχουν ελαχιστοποιηθεί, και εσύ προσπαθείς να μαντέψεις με όλες σου τις αισθήσεις, τι νιώθουν οι ήρωες των ταινιών του, κυρίως οι γυναικείοι χαρακτήρες, που αγαπά ιδιαιτέρως ο Λυντς. Η Μπαρνς λοιπόν, δίνει φωνή σε όλες εκείνες τις εναγώνιες ψυχικές διακυμάνσεις, που ο Λυντς προτιμά να ντύνει με τις υπέροχες μουσικές του! 
 

 
«Το πρόβλημα με σένα είναι πως δεν είσαι μονάχα δημιουργός, αλλά και καταστροφέας μύθων. Έφτιαξες ένα πανέμορφο παραμύθι κι έπειτα το ’βαλες να πλαγιάσει στο ίδιο κρεβάτι με τον Βολταίρο…» Ίσως η συνολική σύνθεση του βιβλίου να αποπνέει κάτι εξαιρετικά ολοκληρωμένο (που μάλλον θα εκτιμηθεί αν ακολουθήσουν δεύτερες και τρίτες αναγνώσεις) αλλά η επιλογή της Μπαρνς να χρησιμοποιήσει την ορθολογική αναρθοδοξία του γιατρού νοθεύει λίγο την απόλαυση που σου προσφέρει η κεντρική ιστορία. Η φιγούρα του κυνικού και παράδοξου τρελο-Ιρλανδού γιατρού που έχει μια παράδοξη απάντηση για όλα και όλους, φαίνεται να κερδίζει τις πρώτες εντυπώσεις (όπως συνέβη και στον Έλιοτ την πρώτη φορά που διάβασε το βιβλίο) αλλά ίσως σε κάποιο δεύτερο επίπεδο να αποδυναμώνει την δυναμική του βιβλίου – εκτός και αν μου διαφεύγει κάτι πολύ ουσιώδες, που δεν αποκλείεται όντως να συμβαίνει αυτό. «Ήξερε ότι θα εξακολουθούσε να συμπαθεί το γιατρό, μολονότι είχε επίγνωση πως τούτο θα συνέβαινε παρά τις αλλεπάλληλες συσπάσεις της ψυχής του – ανάλογες προς τη μετατόπιση των υγρών του στρειδιού, που πρέπει να καλύψει τον ερεθισμό του μ’ ένα μαργαριτάρι». Ειδικά το προτελευταίο μεγαλούτσικο κεφάλαιο όπου ο γιατρός έχει μεθύσει από το ποτό και η Νόρα από τον οριστικά χαμένο έρωτά της, είναι ανυπόφορα αλλόκοτο. Του αναγνωρίζω μόνο το ελαφρυντικό, που συνέβαινε συχνά στα κείμενα του μοντερνισμού τότε, ότι επειδή οι πρωταγωνιστές του είναι μεθυσμένοι – για δικούς τους λόγους – έτσι και το ίδιο το κεφάλαιο αναδίδει μια, όχι μεθυστική, αλλά μεθυσμένη αίσθηση. Αλλά, εδώ που τα λέμε, αν δεν είσαι Τζόυς, τέτοια πειράματα είναι αρκετά παρακινδυνευμένα!
 
Παραδόξως το βιβλίο της Τζούνα Μπάρνς μου έφερε στο μυαλό την Κλαρίσε Λισπέκτορ. Μπήκα στη θέση δηλαδή μερικών αναγνωστών που ίσως θα επιφυλάσσουν απέναντι στο βιβλίο της Μπαρνς, εκείνη την στάση που είχα (και συνεχίζω να έχω) απέναντι στην Λισπέκτορ. Ωστόσο, για να λέμε και μερικές αλήθειες – τώρα που είμαστε σε καραντίνα και κανείς δεν μπορεί να μας αγγίξει – η Τζούνα Μπαρνς είναι απείρως καλύτερη από την ατάλαντη Κλαρίσε Λισπέκτορ. Αυτό που θέλω να πω είναι ότι «ακόμη και η μεγαλύτερη γενικότητα έχει κάτι το ειδικό» και αυτή η φράση ελέγχεται όχι τόσο για την αλήθεια της γενικά όσο για την απόλαυση που μπορεί να καταφέρει ειδικά και στο βιβλίο της Μπαρνς αυτή η απόλαυση επιτυγχάνεται σε πολύ μεγάλο βαθμό. «Κανένας δεν είναι τρανός ή ασήμαντος, παρά μονάχα στο μυαλό κάποιου άλλου, γι’ αυτό πρόσεχε σε τι μυαλά θα μπεις». Μας αρέσει συχνά να θεοποιούμε το ύφος των συγγραφέων – και καλά κάνουμε – αλλά ας μην ξεχνάμε και το ύφος των αναγνωστών, πολύ σημαντικό στοιχείο για να απολαύσεις και να κριτικάρεις ένα βιβλίο. Ναι ρε, έχω υφάκι, τι θέλετε τώρα!
 
Εγώ διάβασα την έκδοση της «Αλεξάνδρειας» (βγήκε πρόσφατα και από τον «Gutenberg» ως «Νυχτοδάσος») και την χάρηκα πολύ. Η μετάφραση του Παναγιώτη Ι. Χατζηδάκη μου φάνηκε αρκετά καλή – ας πω εδώ, ότι στοιχεία του βιβλίου που μου φάνηκαν παράταιρα ή τρόπον τινά αχρείαστα και αναφέρω πιο πάνω, ίσως οφείλονται στο γεγονός ότι βιβλία τέτοιου ύφους και λογοτεχνικού ρεύματος, αναδεικνύουν την συνολική ομορφιά τους στην γλώσσα του πρωτοτύπου, χωρίς να παραβλέπω ωστόσο ότι ακόμα και εκεί, μπορεί να έχουν κάποιες λογοτεχνικές αδυναμίες. Βρήκα υπέροχο το εξώφυλλο, όπως και εξαιρετικό τον πρόλογο του Τ.Σ. Ελιοτ που αν κάνετε τον κόπο να τον διαβάσετε άλλη μία και μετά το πέρας της ανάγνωσης, θα το βρείτε ακόμα καλύτερο. Η έκδοση συμπληρώνεται και με ένα σύντομο επίμετρο του μεταφραστή. Συμπερασματικά είναι ένα βιβλίο που δεν περνάει εύκολα απαρατήρητο. Δύσκολο αναγνωστικά για την εποχή που διανύουμε αλλά που τουλάχιστον μας υπενθυμίζει ότι για όσο διάστημα τα καφέ, η νυχτερινή ζωή και ο έρωτας βρίσκονται υπό απαγόρευση, το δάσος της νύχτας θα παραμένει πυκνό και σκοτεινό. Δεν είναι και λίγο να στο θυμίζει κάπου κάπου κάποιος αυτό. Πώς είναι η νύχτα, φύλακα;
 
«Κανένας άνθρωπος δεν χρειάζεται θεραπεία για την προσωπική του αρρώστια, εκείνο που θα έπρεπε να κοιτάξει είναι η καθολική του νόσος». Πάρ’ τα μωρή άρρωστη… ανθρωπότητα!

Σχόλια

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

Ποίηση χωρίς τέλος

  Αυτή η χρονιά θα ξεκινήσει ακριβώς όπως τελείωσε: με ποίηση. Συλλεκτική ανάρτηση, σπάνια θα ξαναδιαβάσετε τέτοια. Σπάω την παράδοση (και το ρόδι)! Ακόμα σπανιότερα εντυπωσιάζομαι από ποιητές και ποιήματα. Δεν με συγκινεί η συμπύκνωση του λόγου όταν του λείπει ένα είδος «φλυαρίας» – ψάχνω ποιήματα που είναι αμετροεπή με έναν δικό τους τρόπο και ταυτόχρονα στοχευμένα και ουσιώδη. Ποιήματα που δεν πολυπαίρνουν στα σοβαρά τον εαυτό τους καθώς τσαλαβουτούν χαρούμενα στον χυλό της ειρωνείας. Ποιήματα που, απ' ό,τι σωστά αντιλαμβάνεστε, δεν γράφει η πλειοψηφία των ποιητών. Με δυο λόγια, κυνηγώ το ανέφικτο. Αλλά, αυτό δεν κυνηγάμε όλοι στην έναρξη κάθε χρονιάς; Το φλουρί μου για φέτος – λίρα εκατό – ήταν η Βισουάβα ή Βισλάβα ή όπως αλλιώς, Σιμπόρσκα. Η παλιά ποίηση, η ορθόδοξη, είναι Εδώ!

Με ανώμαλους δεν μιλάω

  Ανωμαλία είναι να μην μπορεί μια γυναίκα να κυκλοφορεί άφοβα στους δρόμους, ανωμαλία είναι να πιστεύεις ότι τα εμβόλια σκοπό έχουν να προκαλέσουν περισσότερο κακό από ό,τι καλό, ανωμαλία είναι να νομίζεις ότι η λογοτεχνία σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, ανωμαλία είναι ακόμα το προφιτερόλ να έχει μόνο ένα σουδάκι μέσα, ανωμαλία είναι και ότι ο «Πατάκης» εξακολουθεί να μην εκδίδει Χέρμαν Μέλβιλ. Και πόσες ακόμα ανωμαλίες! Με τελευταία εκείνη του Ερβέ Λε Τελιέ, ενός συγγραφέα που αγάπησα οριστικά από ένα και μόνο βιβλίο του που είχα διαβάσει κάποτε, το «Όλα τα μανιτάρια τρώγονται», η ουλιπιανή έμπνευση που είχε οραματιστεί το facebook χρόνια πριν από τον δημιουργό του. Κάθε φορά που μπαίνετε στο facebook και αντικρίζετε την ερώτηση «Τι σκέφτεσαι;», ικανή να σας παρασύρει ασυγκράτητα να μας εμπιστευτείτε τις επικές σας μπούρδες, σχεδόν πάντα χωρίς καθόλου φιλτράρισμα και ουσία, να θυμάστε ότι ο Τελιέ κάποτε το έκανε… χίλιες φορές καλύτερα από εσάς, πιο δημιουργικά και κυρίως με περισσότερο χι

Dogs never bite me. Just humans.

    Ψόφια πράγματα το φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης – τουλάχιστον οι επιλογές μου – αλλά μόλις είδα ότι θα προβληθεί «Η εξουσία του σκύλου», που βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Τόμας Σάβατζ, ήξερα ότι θα ρεφάρω γιατί κακό σκυλί ψόφο δεν έχει. Και έτσι έγινε, η ταινία δεν με απογοήτευσε και μου θύμισε πόσο είχα αγαπήσει εκείνο το βιβλίο. Μια παραγωγή του Νέτφλιξ που θα είναι διαθέσιμη στην πλατφόρμα από την 1 Δεκεμβρίου ώστε να προλάβει να κάνει τον κύκλο της στις αίθουσες, με τον Κάμπερμπατς στον ρόλο του Φιλ, τον σωσία του Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν στον ρόλο του Τζορτζ και την ωραία Κίρστεν Ντανστ ως Ρόουζ. Η ταινία, όπως και το βιβλίο, σε πολλούς θα φανούν αργά, αδιάφορα και αλλόκοτα, λόγω του περιεχομένου αλλά η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για αριστοτεχνικές δημιουργίες με βάθος. Αντιγράφω εδώ το κείμενο που είχα γράψει στο «Διαβάζοντας» για να θυμάμαι ότι εκείνη η ανάγνωση μετράει ακόμα μέσα μου· σπάνιο, ομολογουμένως.

Εγώ σε λέω αγάπη

  Οι πιο συνηθισμένοι απατεώνες στην Ελλάδα συνήθως ενδύονται τους υδραυλικούς που ζητάνε 55 ευρώ για μια τρόμπα στο καζανάκι και δεν μπορείς και να τους πεις «Χέσε με ρε μάστορα» γιατί μετά πώς θα τραβήξεις καζανάκι; Στη λογοτεχνία από την άλλη, το να χαρακτηρίσεις για οποιονδήποτε λόγο τον Χέρμαν Μέλβιλ απάτη , το κάνεις μόνο αν εξυπηρετεί την πλοκή! «Γιατί οι πιο τερατώδεις απ’ όλους τους υποκριτές είναι αυτοί ακριβώς οι κερδοσκόποι: υποκριτές δι’ αντιστροφής της πραγματικότητας· υποκριτές στην παρουσίαση των πραγμάτων ως σκοτεινών αντί φωτεινών· ψυχές που ευημερούν χρησιμοποιώντας όχι τη δυστυχία, αλλά το μύθευμα της δυστυχίας· δάσκαλοι της αισχρής τέχνης τού να κατασκευάζεις δυστυχία· κίβδηλοι Ιερεμίες· νόθοι Ηράκλειτοι που, μόλις η πένθιμη μέρα περάσει, επιστρέφουν, σαν απατηλοί Λάζαροι ανάμεσα στους επαίτες, για να ευφρανθούν με τα κέρδη που απέκτησαν από τα προσποιητά έλκη της κεφαλής τους – φαύλοι κερδοσκόποι!» . Θα με αναγκάσετε να κατέβω πορεία στον Λευκό Πύργο όλοι εσείς πο

Γάτα είσαι

  Οι γάτες είναι υπέροχα πλάσματα και αν δεν είσαι επηρεασμένος από τον «Κυνόδοντα» του Λάνθιμου δύσκολα να μην σε γοητεύουν ή έστω να μην τραβούν την προσοχή σου. Μία από τις αγαπημένες μου συνήθειες είναι να παρατηρώ πώς συμπεριφέρονται οι γάτες. Τι γίνεται όμως αν και εκείνες παρακολουθούν με το ίδιο ενδιαφέρον την ανθρώπινη συμπεριφορά; Κάπως έτσι θα σκέφτηκε και ο Ιάπωνας Σόσεκι Νατσούμε και έγραψε ένα αξιαγάπητο βιβλίο· επιπροσθέτως έγραψε ένα από τα λίγα βιβλία που θα ήθελα να είχα γράψει εγώ. Χεστήκαμε τι θα ήθελες να γράψεις εσύ ρε Μαραμπού, και δίκιο έχετε, δεν αντιλέγω, απλώς σκέφτηκα να το αφήσω εδώ να υπάρχει. Γιατί πάντοτε με ενθουσίαζαν εκείνα τα λιγοστά βιβλία ανεπιτήδευτης σοφίας και γατίσιας συμπεριφοράς που συμπύκνωναν όλη την φιλοσοφία τους και την συγγραφική τεχνική τους σε φράσεις όπως η ακόλουθη: «Ορισμένες φορές επινοώ κάποιες ανοησίες και οι άνθρωποι τις παίρνουν στα σοβαρά, αυτό προκαλεί έναν αισθητικό ενθουσιασμό ακραίας κωμικότητας την οποία θεωρώ ενδιαφέρ

Dance with the Devil

  A long time ago in a galaxy (στην επαρχία) far, far away… όταν περνούσα την emo φάση μου και έκλαιγα χωρίς λόγο καθώς να καθάριζα κρεμμύδια είχα ανακαλύψει τυχαία ένα βιβλιαράκι που το αγόρασα με τα πρώτα λεφτά που είχα αποταμιεύσει σε ένα βιβλιάριο τραπέζης που είχε δεν είχε μέσα 30 δραχμαί. Εκείνο το βιβλίο ήτο κάποιου ψιλοάγνωστου Χόφμαν μεταφρασμένο υπό του σπουδαίου Καρυωτάκη – αργότερα, όταν οι ισορροπίες άλλαξαν εντός μου, κατάλαβα ότι ο Χόφμαν λειτούργησε κάπως σαν το… καρυωθραυστικό του ποιητή∙ ξέρω, ξέρω, πάγωσε η θάλασσα μέσα σας, μακάρι να βρείτε ένα βιβλίο να πέσει πάνω της σαν τσεκούρι – «το λογοπαίγνιο είναι ένα καυτό σίδερο για μπούκλες στο χέρι της τρέλας και με δαύτο λυγίζει τις σκέψεις» . Ο λόγος είναι ότι ο Χόφμαν αποδείχθηκε μια εξαίσια διαβολική μορφή της παγκόσμιας λογοτεχνίας και τα παιδιά του κυκλοφορούν ελεύθερα γύρω μας – ευτυχώς για αυτά, και για εμάς, είχε πάντοτε δουλειά, και μάλιστα σημαντική, να γράφει αριστουργήματα.

Του πολέμου / Στο άλογό μου

Τι γιορτάζουμε σήμερα; Το όχι, το ναι, το ίσως; Γιατί, ενώ όλοι ξέρουμε ότι το εθνικό φρόνημα σε ψηλώνει ως άνθρωπο, εξεγειρόμαστε τόσο πολύ όταν κάτι τέτοιο γίνεται και με τεχνητά μέσα, ας πούμε, με δεκάποντες γόβες; Γιατί μετά την παρέλαση όλοι πάμε και πίνουμε φρέντο εσπρέσσο, έναν τόσο χαρακτηριστικά ιταλικό καφέ; Τι θα συμβεί αν σε μία αντιπολιτευτική συνωμοσία όλοι συντονίσουν το... ένα στο δεξί; Το ένα στ' αριστερό αποκτά όντως βαρύνουσα σημασία όταν κυβερνά η Αριστερά, ή απλώς έχουμε συνηθίσει να το θεωρούμε ηθικό πλεονέκτημα της παρέλασης;

Τελειωμένοι

    Είμαστε γεννημένοι ο ένας για τον άλλον. Τέλος. Αυτά στην αρχή, βέβαια. Γιατί μετά, ανάθεμα την ώρα που βρέθηκες μπροστά μου. Αυτή η σχέση των σχέσεων όμως, μπορεί κάλλιστα να επεκταθεί και στα βιβλία. Μόνο που σε μένα λειτούργησε αντίστροφα· ανάθεμα την ώρα που βρέθηκε μπροστά μου, είπα για αυτό το βιβλίο, μου το δάνεισαν επειδή δεν άρεσε (ωραίο προμόσιον), ήθελα από την άλλη να δω και την ταινία του Κάουφμαν , ας πάει στα κομμάτια, θα το ξεκινήσω, με την σκέψη ήδη από την αρχή να βάλω ένα τέλος όταν δω ότι δεν τραβάει το πράγμα. Αλλά, γαμώτο, τραβούσε. Για ελάχιστους αναγνώστες αυτό θα είναι το βιβλίο της ζωής τους, σύμφωνοι. Κι όμως. «Είναι εντυπωσιακό. Όταν βλέπεις κάποιον με τους γονείς του, αποδεικνύεται απτά ότι όλοι είμαστε αποτέλεσμα σύνθεσης» . Όπως ακριβώς και τα αξιανάγνωστα βιβλία, τα συγγραφικά παιδιά των δημιουργών τους – ξεράστε με την ησυχία σας και ελάτε πίσω. Μείνετέ μου πιστοί! Σας αγαπώ !

Η μέθοδος του Κούντερα

  Σε κάποιες περισσότερο κιτς εποχές ένα παρόμοιο χαστούκι σαν εκείνο του Γουίλ Σμιθ είχε ταράξει τα νερά της κοινωνικής μας ζωής. Η Νατάσα Αθήνη είχε χαστουκίσει την Δήμητρα Λιάνη στην παρουσίαση του βιβλίου της «10 χρόνια και 54 μέρες» – βέβαια, τώρα που τα συζητάμε, μπορεί να έχουν περάσει κοντά 30 χρόνια. Μια επισήμανση που μου ήρθε μόλις: όλες οι βιβλιοπαρουσιάσεις είναι για σφαλιάρες∙ συγγραφείς μην πέφτετε σε αυτή την παγίδα, μακριά. Τέλος πάντων, όταν η Δήμητρα δεν έγραφε βιβλία, διάβαζε, λένε, Κούντερα. Τότε ήταν πολύ της μόδας. Κούντερα από εδώ, Κούντερα από εκεί, είχαν τρελαθεί όλοι. Ποιος είναι ρε αυτός ο Κούντερας; Ήταν τελικά ένα πιο λογοτεχνικό Nitro όπως νόμιζαν αρκετοί; Γιατί τόσα χρόνια τον αντιμετωπίζουμε με αβάσταχτη ελαφρότητα; «Γιατί άραγε θέλει να κάνει έρωτα μαζί μου; αναρωτιόταν πολύ συχνά, αλλά δεν έβρισκε απάντηση. Ένα μόνο ήξερε, πως οι σιωπηρές συνευρέσεις τους ήταν αναπόφευκτες, έτσι όπως είναι αναπόφευκτο να σταθεί προσοχή ένας πολίτης ακούγοντας τον εθν

Θα φάτε τα μούτρα σας

  Πού βαδίζει η λογοτεχνία; Όπου και όπως βάδιζε πάντα, ελεύθερη και ασυμβίβαστη, ασυνόδευτη και ασυνόρευτη , πριν έρθει ο (κακός μας) καιρός με την πρόφαση του υποστηρίγματος/«υποστήριξης» κάποιοι να της προσφέρουν τα δεκανίκια της πολιτικής ορθότητας που θα την καθιστούσαν έκτοτε αδιανόητα στάσιμη. «Αυτό που βλέπουμε το σκεφτόμαστε, κι έτσι τελικά δεν το βλέπουμε, λέει ο Όλερ, ενώ άλλοι βλέπουν αυτό που βλέπουν χωρίς πρόβλημα, επειδή δεν το σκέφτονται αυτό που βλέπουν. Αυτό που αποκαλούμε αντίληψη είναι για μας κατά βάση στασιμότητα, ακινησία, τίποτα. Τίποτα. Οτιδήποτε έχει συμβεί το έχουμε σκεφτεί, δεν το έχουμε δει, λέει ο Όλερ» . Είδα και απόειδα λοιπόν με το… φαινόμενο Φερνάντα Μελτσόρ και είπα ό,τι βρέξει ας κατεβάσει! Βαδίζοντας στην εποχή των τυφώνων.