Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Λύκε, είσαι εδώ;


Περπατούσαμε εις τα δάση όταν ο λύκος δεν ήταν εδώ· τώρα που το κράτος επέβαλε καθολική απαγόρευση κυκλοφορίας, η άλλοτε ζωή σαν παραμύθι έγινε ξαφνικά παραμύθι σαν ζωή: Η Κοκκινοσκουφίτσα θα πρέπει να λάβει ειδική άδεια για να επισκεφτεί τη γιαγιά της, ενώ οι εφτά Νάνοι, κρίνεται εξαιρετικά δύσκολο, να καταφέρουν να αθληθούν όλοι μαζί σε εξωτερικό χώρο. Όσο για τον Χάνσελ και την Γκρέτελ θα τους παραχωρηθεί εφάπαξ ειδική άδεια να επισκεφτούν τον φούρνο! «Στο μυαλό της Νόρας άστραψε η σκέψη: “Θεέ μου! Τα παιδιά ξέρουν κάτι που δεν μπορούν να εκφράσουν· τους αρέσει η Κοκκινοσκουφίτσα στο κρεβάτι μαζί με το λύκο!”». Σε τέτοιες σκοτεινές καταστάσεις πρέπει να τα βρεις με τον εαυτό σου, διαβάζεις μόνο βιβλία που σε ανυψώνουν, είναι ακριβώς εκείνες οι στιγμές που σχεδόν όλοι δηλώνουν ότι ήρθε η στιγμή να διαβάσουν (ανεπιτυχώς, προφανώς!) τον «Οδυσσέα» του Τζόυς! Έλα όμως που σε τέτοιες δύσκολες στιγμές τα μόνα βιβλία που με παρηγορούν και με καθησυχάζουν είναι εκείνα του Τζόυς και του Πύντσον – τα οποία έχω στο πατρικό. Και αμέλησα προ Καραντίνας να προμηθευτώ κάποιο (το «Πορτραίτο του καλλιτέχνη», ας πούμε, σε μετάφραση Μπερλή, που συνεχώς γλυκοκοίταζα), γιατί κυρίως εστίασα στο πώς θα στοκάρω κωλόχαρτα. Η λογοτεχνία όμως σπανίως συμπαθεί τους χέστες αναγνώστες. Πώς λοιπόν θα αντιμετωπίσω τώρα, το δάσος της νύχτας;
 
Το «Δάσος της Νύχτας» της Τζούνα Μπαρνς είναι ένα απόλυτα ιδιοσυγκρασιακό βιβλίο. Παιδί της εποχής και της λογοτεχνίας (Μοντερνισμός της δεκαετίας 1920 και 1930) που το γέννησε, δεν ενδείκνυται για όλους τους αναγνώστες ούτε για όλες τις στιγμές. Φορτισμένο με εξαιρετική εικονοκλαστική δύναμη και περίπλοκο αλλά φίνο στιλιστικό σώμα, είναι σίγουρο ότι θα γοήτευε καλλιτέχνες όπως τον Πάουντ και τον Τζόυς· ανθρώπους που συναναστράφηκε για χρόνια η ίδια η Μπαρνς και την επηρέασαν στο έργο της ή επηρέασε εκείνη το δικό τους, γιατί όχι. «Έμοιαζε πάντα να αφουγκράζεται στο αίμα της τον αντίλαλο κάποιας επιδρομής, που ήταν έξω από κάθε γνωστό ορίζοντα· κι όταν εκείνος άρχισε να την καταλαβαίνει, σ’ αυτό μονάχα μπορούσε να στηρίξει την οικειότητά του». Έτσι, αν νιώθεις ότι από τις πρώτες κιόλας σελίδες κάτι σε χαλάει, μην το συνεχίζεις, γιατί παρακάτω θα χαλάσει και άλλο.
 
Επίκεντρο του βιβλίου (και φθηνό διαφημιστικό κόλπο των εκδοτών ώστε το βιβλίο να συνεχίζει να πουλάει και σήμερα) είναι η ερωτική σχέση της Νόρας Φλαντ (άλτερ έγκο της Μπαρνς) με την Ρόμπιν Βόουτ (Thelma Wood --> Nightwood). Κατά την γνώμη μου, αυτά τα 2-3 μεσαία κεφάλαια του βιβλίου, με την κατάκτηση της Ρόμπιν, την συμβίωση και ύστερα την εμφάνιση της καταπατήτριας και την ρήξη, είναι τα πλέον απολαυστικά, όπου η Μπαρνς επιδίδεται σε λογοτεχνία υψηλής κλάσης. Όσοι αναζητάτε, με το πονηρό σας μάτι κολλημένο στην κλειδαρότρυπα, λεσβιακές περιγραφές θα απογοητευτείτε οικτρά, κρατήστε τα λεφτά σας για καμιά πιο εικονοκλαστική συνδρομή. Σ’ αυτά τα κεφάλαια, η Μπαρνς επιστρατεύτοντας τη ζωντάνια του λόγου της, την πανδαισία μεταφορών και υπαινιγμών, την ακρίβεια του ύφους της, πετυχαίνει ένα αποτέλεσμα που σε κρατά στην τσίτα, διανοητική και συναισθηματική, και μου θύμισε πολύ έντονα ταινίες του Ντέιβιντ Λυντς – εκεί που κάπου στα μισά των ταινιών του, έχει ήδη γίνει η ονειρική μετάβαση, οι διάλογοι έχουν ελαχιστοποιηθεί, και εσύ προσπαθείς να μαντέψεις με όλες σου τις αισθήσεις, τι νιώθουν οι ήρωες των ταινιών του, κυρίως οι γυναικείοι χαρακτήρες, που αγαπά ιδιαιτέρως ο Λυντς. Η Μπαρνς λοιπόν, δίνει φωνή σε όλες εκείνες τις εναγώνιες ψυχικές διακυμάνσεις, που ο Λυντς προτιμά να ντύνει με τις υπέροχες μουσικές του! 
 

 
«Το πρόβλημα με σένα είναι πως δεν είσαι μονάχα δημιουργός, αλλά και καταστροφέας μύθων. Έφτιαξες ένα πανέμορφο παραμύθι κι έπειτα το ’βαλες να πλαγιάσει στο ίδιο κρεβάτι με τον Βολταίρο…» Ίσως η συνολική σύνθεση του βιβλίου να αποπνέει κάτι εξαιρετικά ολοκληρωμένο (που μάλλον θα εκτιμηθεί αν ακολουθήσουν δεύτερες και τρίτες αναγνώσεις) αλλά η επιλογή της Μπαρνς να χρησιμοποιήσει την ορθολογική αναρθοδοξία του γιατρού νοθεύει λίγο την απόλαυση που σου προσφέρει η κεντρική ιστορία. Η φιγούρα του κυνικού και παράδοξου τρελο-Ιρλανδού γιατρού που έχει μια παράδοξη απάντηση για όλα και όλους, φαίνεται να κερδίζει τις πρώτες εντυπώσεις (όπως συνέβη και στον Έλιοτ την πρώτη φορά που διάβασε το βιβλίο) αλλά ίσως σε κάποιο δεύτερο επίπεδο να αποδυναμώνει την δυναμική του βιβλίου – εκτός και αν μου διαφεύγει κάτι πολύ ουσιώδες, που δεν αποκλείεται όντως να συμβαίνει αυτό. «Ήξερε ότι θα εξακολουθούσε να συμπαθεί το γιατρό, μολονότι είχε επίγνωση πως τούτο θα συνέβαινε παρά τις αλλεπάλληλες συσπάσεις της ψυχής του – ανάλογες προς τη μετατόπιση των υγρών του στρειδιού, που πρέπει να καλύψει τον ερεθισμό του μ’ ένα μαργαριτάρι». Ειδικά το προτελευταίο μεγαλούτσικο κεφάλαιο όπου ο γιατρός έχει μεθύσει από το ποτό και η Νόρα από τον οριστικά χαμένο έρωτά της, είναι ανυπόφορα αλλόκοτο. Του αναγνωρίζω μόνο το ελαφρυντικό, που συνέβαινε συχνά στα κείμενα του μοντερνισμού τότε, ότι επειδή οι πρωταγωνιστές του είναι μεθυσμένοι – για δικούς τους λόγους – έτσι και το ίδιο το κεφάλαιο αναδίδει μια, όχι μεθυστική, αλλά μεθυσμένη αίσθηση. Αλλά, εδώ που τα λέμε, αν δεν είσαι Τζόυς, τέτοια πειράματα είναι αρκετά παρακινδυνευμένα!
 
Παραδόξως το βιβλίο της Τζούνα Μπάρνς μου έφερε στο μυαλό την Κλαρίσε Λισπέκτορ. Μπήκα στη θέση δηλαδή μερικών αναγνωστών που ίσως θα επιφυλάσσουν απέναντι στο βιβλίο της Μπαρνς, εκείνη την στάση που είχα (και συνεχίζω να έχω) απέναντι στην Λισπέκτορ. Ωστόσο, για να λέμε και μερικές αλήθειες – τώρα που είμαστε σε καραντίνα και κανείς δεν μπορεί να μας αγγίξει – η Τζούνα Μπαρνς είναι απείρως καλύτερη από την ατάλαντη Κλαρίσε Λισπέκτορ. Αυτό που θέλω να πω είναι ότι «ακόμη και η μεγαλύτερη γενικότητα έχει κάτι το ειδικό» και αυτή η φράση ελέγχεται όχι τόσο για την αλήθεια της γενικά όσο για την απόλαυση που μπορεί να καταφέρει ειδικά και στο βιβλίο της Μπαρνς αυτή η απόλαυση επιτυγχάνεται σε πολύ μεγάλο βαθμό. «Κανένας δεν είναι τρανός ή ασήμαντος, παρά μονάχα στο μυαλό κάποιου άλλου, γι’ αυτό πρόσεχε σε τι μυαλά θα μπεις». Μας αρέσει συχνά να θεοποιούμε το ύφος των συγγραφέων – και καλά κάνουμε – αλλά ας μην ξεχνάμε και το ύφος των αναγνωστών, πολύ σημαντικό στοιχείο για να απολαύσεις και να κριτικάρεις ένα βιβλίο. Ναι ρε, έχω υφάκι, τι θέλετε τώρα!
 
Εγώ διάβασα την έκδοση της «Αλεξάνδρειας» (βγήκε πρόσφατα και από τον «Gutenberg» ως «Νυχτοδάσος») και την χάρηκα πολύ. Η μετάφραση του Παναγιώτη Ι. Χατζηδάκη μου φάνηκε αρκετά καλή – ας πω εδώ, ότι στοιχεία του βιβλίου που μου φάνηκαν παράταιρα ή τρόπον τινά αχρείαστα και αναφέρω πιο πάνω, ίσως οφείλονται στο γεγονός ότι βιβλία τέτοιου ύφους και λογοτεχνικού ρεύματος, αναδεικνύουν την συνολική ομορφιά τους στην γλώσσα του πρωτοτύπου, χωρίς να παραβλέπω ωστόσο ότι ακόμα και εκεί, μπορεί να έχουν κάποιες λογοτεχνικές αδυναμίες. Βρήκα υπέροχο το εξώφυλλο, όπως και εξαιρετικό τον πρόλογο του Τ.Σ. Ελιοτ που αν κάνετε τον κόπο να τον διαβάσετε άλλη μία και μετά το πέρας της ανάγνωσης, θα το βρείτε ακόμα καλύτερο. Η έκδοση συμπληρώνεται και με ένα σύντομο επίμετρο του μεταφραστή. Συμπερασματικά είναι ένα βιβλίο που δεν περνάει εύκολα απαρατήρητο. Δύσκολο αναγνωστικά για την εποχή που διανύουμε αλλά που τουλάχιστον μας υπενθυμίζει ότι για όσο διάστημα τα καφέ, η νυχτερινή ζωή και ο έρωτας βρίσκονται υπό απαγόρευση, το δάσος της νύχτας θα παραμένει πυκνό και σκοτεινό. Δεν είναι και λίγο να στο θυμίζει κάπου κάπου κάποιος αυτό. Πώς είναι η νύχτα, φύλακα;
 
«Κανένας άνθρωπος δεν χρειάζεται θεραπεία για την προσωπική του αρρώστια, εκείνο που θα έπρεπε να κοιτάξει είναι η καθολική του νόσος». Πάρ’ τα μωρή άρρωστη… ανθρωπότητα!

Σχόλια

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

En passant

  Το «Αν πασάν» είναι ένας σκακιστικός κανόνας, περιθωριακός και άγνωστος αλλά ιδιαιτέρως αποτελεσματικός και σημαντικός. Στις αρχικές τους κινήσεις, τα πιόνια έχουν το δικαίωμα να κινηθούν ένα ή δύο τετράγωνα μπροστά. Αν επιλέξουν να κινηθούν δύο τετράγωνα μπροστά και ένα αντίπαλο πιόνι βρίσκεται σε τέτοια θέση ώστε να μπορούσε να το αιχμαλωτίσει αν το πιόνι που κινήθηκε δυο τετράγωνα αποφάσιζε να κινηθεί μόνο ένα, τότε, έχει το δικαίωμα να το αιχμαλωτίσει και σε αυτή την περίπτωση που κάνει δύο βήματα. Έχουμε δηλαδή, αν πασάν... αιχμαλωσία εν τη διελεύσει. Είναι δυσνόητο στην περιγραφή αλλά αρκετά ξεκάθαρο στην πράξη. Βέβαια, όταν είσαι αρχάριος σκακιστής και το συναντήσεις πρώτη φορά σε ηλεκτρονική παρτίδα, τότε πείθεσαι ότι κάποιο «bug» έχει η ιστοσελίδα, ότι σε χακάρανε ή ότι άρπαξες όλες τις ιώσεις του κυβερνοχώρου. Τα βιβλία του Ναμπόκοφ, μου προσφέρουν την ισχυρή εντύπωση ότι αποτελούν ένα συνεχές λογοτεχνικό en passant, σε αιχμαλωτίζουν εν τη διελεύσει.

Αποδοχή cookies

«Ευτυχώς, αν θέλει κάποιος να βρει μεστές απόψεις για καλά βιβλία, υπάρχουν ήδη πολύ αξιόλογα βιβλιοφιλικά μπλογκ, όπως το κορυφαίο, του Librofilo ή το αγαπημένο του, του Μαραμπού» . Να ξέρετε ότι όταν μου δίνουν γλυκό, έστω και σε μορφή βιβλίου, το αποδέχομαι αμέσως. Επίσης, να ξέρετε ότι ενίοτε μπορεί να γράφω για βιβλία που δεν έχω διαβάσει, όλοι το κάνουμε αυτό, απλώς οι περισσότεροι εντελώς αποτυχημένα, αλλά ποτέ δεν γράφω για βιβλίο που δεν μου άρεσε προφασιζόμενος το αντίστροφο∙ όλοι το κάνετε και αυτό, απλώς οι περισσότεροι εντελώς αποτυχημένα. Το βιβλίο είναι δώρο της συγγραφέα, καλής διαδικτυακής φίλης, και η άποψή μου για αυτό ολότελα υποκειμενική – ξέρω, απανωτά σοκ! – και ουδεμία σχέση έχει με την αντικειμενική κριτική που από καιρό θα έπρεπε να γίνει αντικείμενο κριτικής, τουλάχιστον στην Ελλάδα. Από το να μασήσω τα λόγια μου, θα προτιμήσω τα μπισκότα. «Όχι πως δεν ήταν επηρεασμένος και από το ιστολόγιο «Πιπέρι και σπασμένες γραμμές» με τις λαχταριστές αναρτήσεις σχετικά ...

Το Δώρο

Θα μπορούσε ο Στέφανος Ξενάκης να είναι ο Στέφανος Δαίδαλος του σήμερα; Ή να το αλλάξω κάπως για να ’χουμε καλό ρώτημα: θα μπορούσε ο Τζέημς Τζόυς (μαζί και οι όποιες καλλιτεχνικές μεταμορφώσεις του) να γίνει ένας motivational speaker της σημερινής εποχής; Κανείς πλέον (αν υποθέσουμε ότι μπορούσε κάποτε) δεν διαβάζει τον «Οδυσσέα». Δεν μπορεί να αντέξει ότι αυτό το βιβλίο τον περιγράφει, ακόμα και σήμερα ή και περισσότερο σήμερα, τόσο καλά παρά την μοναδικότητα του κάθε ανθρώπου. Του αφιερώνει μία μέρα τον χρόνο, την σημερινή (παρόλο που άλλαξε η μέρα, το blogger έμεινε σταθερά πίσω!), και μετά τον στέλνει αδιάβαστο. Αν κάποιος όμως του σερβίρει για πρωινό όμορφες φράσεις με γαρνιτ ούρα υπέροχα σκίτσα, τότε μπορεί να νιώσει στιγμιαία χαρά και να βελάζει σαν ανέφελο πρόβατο στα λιβάδια του χρόνου. 

Kinds of kindness

Τα περισσότερα μαγαζιά έχουν ήδη στολίσει με ελλειμματικό γούστο, οι κουραμπιέδες άρχισαν να ανταγωνίζονται τα μελομακάρονα – και τα δυο μαζί την Dubai chocolate –, η Black Friday με τις ασυναγώνιστες τιμές της θα κοντράρει στα ίσα την αληθινή ύπαρξη του ΑΙ Βασίλη, ο καιρός προσπαθεί να τα βρει με τον απορυθμισμένο θερμοστάτη του και γενικά είμαστε μια ωραία ατμόσφαιρα είμαστε. Και μέσα σε όλα αυτά, οι δημοσιογράφοι, οι αθλητές, η εκκλησία, τα ιδρύματα, οι πολιτικοί (που είναι για τα ιδρύματα) θα δείξουν το καλοσυνάτο πρόσωπό τους στους ταλαίπωρους ετούτου του κόσμου. Και μην ξεχνάμε, ότι κυρίως τα Χριστούγεννα είναι για τα παιδιά – και για όλα εκείνα που γιόρταζε η πρόσφατη «Παγκόσμια Ημέρα κατά της Κακοποίησης των παιδιών». «Πάντοτε, τα Χριστούγεννα έβγαζαν στους ανθρώπους τον καλύτερο αλλά και τον χειρότερο εαυτό τους».    

Ασκήσεις μνήμης

  Τις ασκήσεις ύφους τις κατέκτησε σε βαθμό που λίγοι συγγραφείς φτάνουν , με τις ασκήσεις μνήμης όμως κανείς άνθρωπος δεν τα βγάζει εύκολα πέρα. Όλοι μας γράφουμε autofiction από 8 χρονών – Περιγράψτε μας τα πιο ωραία σας Χριστούγεννα – τα νεύρα μου! Το autofiction πλέον μοιάζει να είναι ένας ευφημισμός για να αποδεχόμαστε κάποιες συγγραφικές μετριότητες ως κάτι παραπάνω από αυτό που είναι. Είναι προσβολή να θεωρείς ότι ο Τζόυς ή ο Σελίν (που επιτέλους σε λίγες μέρες θα εκδοθεί το «Θάνατος επί πιστώσει»∙ Γκάλοπ: ποιο άργησε περισσότερο; Το Μετρό Θεσσαλονίκης ή το βιβλίο του Σελίν;) έγραψαν autofiction. Το ίδιο ισχύει και για τον Καλβίνο στη συγκεκριμένη συλλογή. Δεν θα ξεχάσουμε και αυτά που ξέρουμε! «Μόνο πετώντας πράγματα μπορώ να βεβαιωθώ πως ακόμα δεν έχει πεταχτεί κάτι από μένα, κάτι που ίσως να μην είναι ούτε και θα είναι για πέταμα» .  

Βαρύ περιστατικό

Συγγραφείς με χιούμορ δεν χαίρουν ιδιαίτερης εκτίμησης, θεωρώ, από το αναγνωστικό κοινό. Ποιος ξέρει πόσα ελαττώματα πασχίζει να κρύψει πίσω από αυτό, θα σκέφτονται, και δεν μπορεί, κάποιο ελάττωμα θα έχει να κάνει σίγουρα και με την συγγραφή. Επίσης το χιούμορ αξιώνει ευφυΐα και το κοινό δεν θέλει να περνιέται για ηλίθιο. Ο Άμπροουζ Μπιρς με τις διάσημες σατιρικές ιστορίες του και τα σκωπτικά λήμματα θα μπορούσε να θεωρηθεί ένας τέτοιος∙ καλός για να χαμογελάμε πού και πού, μας κάνει ενίοτε και τον έξυπνο, αλλά δεν πειράζει, καλή καρδιά. Ίσως να ήταν έτσι – αν και δεν συμμερίζομαι καθόλου αυτή την άποψη – αν δεν έγραφε τα διηγήματα από τις εμπειρίες του στον Αμερικανικό Εμφύλιο. Σκλάβος του για πάντα!    

The Elephant Man

Υπάρχει ένας ελέφαντας στο δωμάτιο – όχι ρε, δεν εννοώ εσάς, φάτε ελεύθερα όσο θέλετε! – και αυτός δεν είναι άλλος από τον ίδιο τον άνθρωπο. Οξύμωρο, καταλαβαίνω, αλλά στο περίκλειστο δωμάτιο που είναι ο κόσμος ολάκερος, αν θες να παραμένεις ανθρώπινος πρέπει να έχεις καρφωμένα τα μάτια σου στον ελέφαντα. «–Είναι επειδή, με τον τρόπο που ο κερατάς σου παρουσιάζει τα πράγματα, παραέδινε την εντύπωση ότι έφτυνε κατάμουτρα το είδος για το οποίο πέθανε ο Κύριός μας. Δεν είχες την αίσθηση ότι υπέγραφες υπέρ των ελεφάντων αλλά εναντίον των ανθρώπων» . Διαβάζω το βιβλίο του Ρομαίν Γκαρύ περίπου από τον Ιούλιο, κυρίως επειδή τα μεγάλα βιβλία τα διαβάζω τραπεζίως , δηλαδή ανάμεσα σε άλλα μικρότερα αναγνωστικά γεύματα (και τις τελευταίες μέρες και κυριολεκτικά)∙ αλλά αυτό δεν με ενοχλεί καθόλου γιατί υπήρξε ένα από τα καλύτερα βιβλία που διάβασα τα πολλά τελευταία χρόνια, και αν δεν ανανέωσε την πίστη μου στον άνθρωπο, τουλάχιστον ανανέωσε εκείνη στο μυθιστόρημα: «ο καθείς και οι ελέφαντές του, ...

100% cotton

Μπορεί τον τελευταίο χρόνο να δουλεύω στον τριτογενή τομέα παραγωγής και συγκεκριμένα σε στεγνοκαθαριστήριο – φροντίζοντας να μην τα κάνω μούσκεμα με τα ρούχα… ενώ τα κάνω μούσκεμα! – και να χαζεύω στα ταμπελάκια τι ποσοστό επί τοις εκατό βαμβάκι περιέχουν – πολυεστέρα, κερδάμε! – αλλά υπήρξαν σκληρές εποχές που δεν βελτιώθηκαν και ιδιαίτερα για πολλούς ανθρώπους, που για 100% βαμβάκι πληρωνόσουν ένα υποπολλαπλάσιό του και θα έπρεπε να λες και ευχαριστώ από πάνω. «Η αχαριστία αποτελεί συστατικό στοιχείο του χαρακτήρα των ανθρώπων σε τέτοιο βαθμό, που είναι προτιμότερο να τη θεωρεί κανείς προκαταβολικά δεδομένη και να μη στενοχωριέται» . Εδώ το ίδιο σου το πλυντήριο δεν είναι αξιόπιστο (στους χρόνους) και δεν λέει την αλήθεια, γιατί περιμένεις να το κάνουν οι άνθρωποι;

Σαν ναυαγοί, σαν ροβινσώνες

Ο βιασμός ενός βιβλίου και ενός συγγραφέα γίνεται με τις διασκευές . Συγγραφείς μεγάλου βεληνεκούς και εξαιρετικού κύρους όπως ο Ντάνιελ Ντιφόου, ο Ρόμπερτ Στήβενσον, ο Ιούλιος Βερν και ο Τζόναθαν Σουίφτ (με την ευκαιρία, να ξαναπώ ότι «Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ» είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία. Δεν είναι απλώς ένα από τα καλύτερα βιβλία του είδους· ή του 18ου αιώνα· ή της αγγλοσαξονικής λογοτεχνίας. Πέρα από κάθε είδους περιορισμό, τροπικό, χρονικό ή χωρικό, το βιβλίο του Σουίφτ είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία που έχουν γραφτεί επί γης) αντιμετωπίζονται από το αναγνωστικό συγγραφικό φαντασιακό σαν μικρομέγαλοι συγγγραφίσκοι που είχαν κόλλημα με την παιδική ηλικία και ανακλύκλωναν απλοϊκές ιστορίες που δεν πρέπει να διαβάζονται μετά τα δώδεκα – λες και το να είσαι παιδί είναι ιδιότητα μόνο ενός παιδιού. Κούνια που σας κούναγε! 

Το κτίσμα

  Τώρα που έφτασε αισίως 46 Αυγούστου και χειμώνιασε για τα καλά, ποιος δε θα ήθελε να διαβάσει μία καλή ιστορία δίπλα στο τζάκι! Τι γίνεται όμως αν το τζάκι, και συγκεκριμένα η καμινάδα, είναι το θέμα της ίδιας της ιστορίας; Μην σας παγώνει αυτό, γιατί την ιστορία την έγραψε ο Χέρμαν Μέλβιλ και τίποτα δεν μπορεί να πάει στραβά όταν συμβαίνει αυτό. Η λογοτεχνία του είναι πάντα πρόσφορη σε αναλύσεις που θεωρητικά θα βελτίωναν την κατανόηση που κρύβεται βαθιά στα θεμέλια κάθε έργου του, αλλά ταυτόχρονα ίσως θα κατέστρεφε τα οφέλη που υπάρχουν στα υψηλότερα διανοητικά πατώματα, απόρροια της μαγευτικής του αρχιτεκτονικής γραφής – «Ή, μάλλον, αυτή η ίδια δίνει απαντήσεις ασταμάτητα, ασταμάτητα ταλανίζοντάς με μ’ αυτή την τρομερή της ζέση για βελτίωση, η οποία δεν είναι παρά μια ελαφρότερη απόδοση της λέξης καταστροφή».