Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

A portrait of an artist as an old man



Πριν λίγες εβδομάδες βαλθήκαμε όλοι εκστασιασμένοι να γερνάμε τους εαυτούς μας μέσω της εφαρμογής FaceApp – αγνοώντας πόσο γερασμένοι μοιάζουμε ήδη πέφτοντας θύματα τέτοιων ηλιθιοτήτων – και σκέφτηκα ασυνείδητα διάφορα πρόσωπα καλλιτεχνών που μένουν στο συλλογικό φαντασιακό είτε με μία γερασμένη είτε με μία νεανική μορφή (που την ενισχύουν και άλλα χαρακτηριστικά). Θυμηθείτε για μια στιγμή τις φωτογραφίες των συγγραφέων στα αυτιά των βιβλίων.  Υπάρχει κάποιος λόγος που επιλέγονται όσες επιλέγονται. Κάποιοι σύγχρονοι βάζουν όσες (νομίζουν ότι) τους κολακεύουν, αλλά τα πορτραίτα των πιο παλιών και κλασικών συγγραφέων έχουν μια δεδομένη μορφή είτε γιατί δεν υπάρχει άλλη διαθέσιμη φωτογραφία τους είτε γιατί όταν βγήκε ένα σπουδαίο βιβλίο ήταν έτσι και παρέμειναν αιωνίως έτσι είτε για άλλους λόγους. Έτσι, έχουμε παντοτινά,  έναν νεαρό Πεσσόα, έναν θλιμμένο Κάφκα, έναν μουσάτο Μέλβιλ, έναν μεσήλικα Ναμπόκοφ, κλπ. Για μένα λοιπόν, χρόνια τώρα, ο καλλιτέχνης Ντέιβιντ Λυντς έχει την μορφή ενός 60φεύγα άνδρα με παράξενο μαλλί. Υπάρχει κάποιο πρόβλημα με αυτό; Όχι βέβαια. «Οι άνθρωποι στην ουσία δεν έχουν ηλικία, επειδή ο εαυτός με τον οποίο συνομιλούμε δε μεγαλώνει, είναι αγέραστος. Το σώμα γερνάει, όμως είναι το μόνο που αλλάζει».



Βγήκε πρόσφατα η αυτοβιογραφία του Ντέιβιντ Λυντς και πολλοί αναγνώστες θα βιαστούν να σκεφτούν: «Αν είναι έστω και λίγο όπως οι ταινίες του, δεν πρόκειται να καταλάβω και πάρα πολλά». Είναι αλήθεια, η κατανόηση παραμένει ένα μείζον πρόβλημα των θεατών/αναγνωστών είτε του Λυντς είτε γενικότερα! «Ο Λιντς προτιμά να κινείται στο μυστηριώδες σύνορο που διαχωρίζει την καθημερινή πραγματικότητα από το υπερβατικό βασίλειο της ανθρώπινης φαντασίας και προσμονής, αναζητώντας στοιχεία που δε γίνεται πάντα να εξηγηθούν ή να αποσαφηνιστούν. Επιθυμία του είναι το κοινό να νιώθει και να βιώνει τις ταινίες του, παρά να τις κατανοεί». Στην βιογραφία του η κατανόηση είναι σαφώς εκτενέστερη απ’ ό,τι στις ταινίες αλλά εκείνο το δυνατό βίωμα ότι συμβαίνει κάτι πέρα από τις αντιληπτικές σου ικανότητες δεν σε εγκαταλείπει ούτε εδώ. Η βιογραφία του κλασικού Λυντς δεν θα μπορούσε να είναι μια κλασική βιογραφία! Η πρωτοτυπία της έγκειται στο γεγονός ότι η συνεργάτης του Κριστίν ΜακΚένα συνέλεξε άπειρες πληροφορίες από συγγενείς, φίλους και συνεργάτες του Λυντς τις οποίες παραθέτει επεξεργασμένες στην αρχή κάθε κεφαλαίου, και ακολούθως ο Λυντς έρχεται να ανασκευάσει ή να εμπλουτίσει τις αναμνήσεις των δικών του ανθρώπων. «Αυτό που διαβάζετε εδώ, είναι στην ουσία η συνομιλία ενός ανθρώπου με την βιογραφία του»! Το αποτέλεσμα είναι εκπληκτικό γιατί ο Λυντς, χωρίς ταμπού μιλάει για όλα με ειλικρίνεια, αδιαφορώντας πλήρως για το αν πρέπει να αυτολογοκριθεί στην προσπάθεια ωραιοποίησης του εαυτού του. 



Βέβαια, εδώ ανακύπτει ένα άλλο ζήτημα, δημοφιλές κατά διαστήματα στις βιβλιοφιλικές ομάδες αλλά ανούσιο εν τη γενέσει του. Αν το έργο ενός καλλιτέχνη είναι μισάνθρωπο, το ίδιο δεν είναι και ο καλλιτέχνης; Πόσες φορές θα μας πρήξουν ακόμα με το ερώτημα ότι εφόσον το «Ταξίδι στην άκρη της νύχτας» είναι σκατιένο, ανάλογος θα είναι και ο συγγραφέας του; Ή και αντιστρόφως: εφόσον σκατιένος είναι ο Σελίν, πόσο διαφορετικό μπορεί να γίνει το έργο του; Ας δούμε λίγο την περίπτωση Λυντς. Οι ταινίες του είναι ζοφερές, σκοτεινές, βίαιες. Ο ίδιος; Μεγάλο κάθαρμα, αναμφιβόλως! Εδώ, με τα λόγια της πρώτης συζύγου του (καλό χάπατο και αυτή, τα ήθελε ο κώλος της, πήγε και παντρεύτηκε έναν τέτοιο μισογύνη!):

[…] «Όλοι τρελαίνονται να δουλεύουν για τον Ντέιβιντ», ανέφερε η Ρίβι. «Ακόμα και όταν κάνεις το πιο ασήμαντο πράγμα, για παράδειγμα να του φέρεις μια κούπα καφέ, σε κάνει να νιώθεις λες και έκανες το πιο σημαντικό πράγμα στον κόσμο. Είναι φανταστικό να βλέπεις την αντίδρασή του! Πιστεύω πώς πράγματι χαίρεται τόσο. Του Ντέιβιντ του αρέσει πολύ να ενθουσιάζεται για διάφορα».


Το 95% των αναμνήσεων είναι θετικότατες επιφέροντας αναπόφευκτα μια «αγιοποίηση» αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν την αξίζει ή ότι δεν υπήρξαν και κάποιες προστριβές στις σχέσεις του με τους ανθρώπους. Καταλαβαίνεις όμως ότι όσα περιγράφονται είναι αλήθεια, έτσι όπως την βίωσαν οι φίλοι και συνεργάτες του, οι οποίοι έμειναν βαθιά ευγνώμονες για την γνωριμία τους μαζί του, σε όλη τους τη ζωή. Ο Λυντς είναι πιστός μέχρι τέλους στο καλλιτεχνικό του όραμα που το μεταδίδει στους συνεργάτες με την πιο αγαθή προαίρεση του κόσμου. Το έργο του είναι η αποθέωση της καλοσύνης και το υπηρετεί χωρίς να κάνει εκπτώσεις. «Συμπαθώ πολύ τους ανθρωπιστές που κρύβουν λίγο σκοτάδι μέσα τους». Αγαπώ πολύ τον Λυντς γιατί μου θυμίζει κάπως τον Τζόυς – εξού και ο πειραγμένος τίτλος του παρόντος κειμένου – όπως και εκείνος έμεινε πιστός στο καλλιτεχνικό του όραμα σε όλη του τη ζωή, τόσο πολύ που έμοιαζε να τα βάζει με όλον τον κόσμο και στον τέλος να φαίνεται πως τον νικάει, καταρρίπτοντας έτσι και την δημοφιλή φράση του Κάφκα(;): «In mans struggle against the world, bet on the world».

[…] Τελειώσαμε λοιπόν την ταινία και ήταν ακριβώς αυτό που έπρεπε να είναι, και πήγαμε στις Κάννες. Πήγε καλά και άρεσε στον κόσμο, αν και ποτέ δεν έβγαλε πολλά λεφτά· βέβαια, τίποτε απ’ όσα κάνω δε βγάζει και πάρα πολλά λεφτά. Τώρα κάνουμε όλοι μας άψυχες δουλειές για τα μεγάλα αφεντικά. Φευγαλέα μόνο βλέπουμε μια λευκή αστραπή και μια ωραία γυναίκα· και αυτό είναι όλο κι όλο.



Η έκδοση που έχω στα χέρια μου, των εκδόσεων «Ροπή» (σαλονικιώτικος εκδοτικός, επιτέλους, να φάμε ένα σουβλάκι της προκοπής, πήξαμε στα εκδοτικά καλαμάκια της Αθήνας), είναι απολύτως όμορφη με πλούσιο φωτογραφικό υλικό (οι φωτογραφίες της ανάρτησης προέρχονται από το βιβλίο) και η μετάφραση της Αφροδίτης Γεωργαλιού απολύτως εξαιρετική. Μπράβο και στην επιμέλεια της Στέλλας Τσικρικά. SPOILER ALERT: το βιβλίο χωρίζει τα κεφάλαια με βάση τις ταινίες του, δίνοντας και πάμπολλες πληροφορίες για αυτές! Χαχα, σας πειράζω, τι spoiler καλέ, αφού κανείς δεν τις καταλαβαίνει!! Ο Λυντς έμεινε πιστός στις μεγάλες ιδέες – όχι στην μεγάλη ιδέα που έχουν για τον εαυτό τους οι εγχώριοι καλλιτέχνες – στα όνειρά του και στις υπερβατικές εκδηλώσεις τους. Κυνηγούσε διαρκώς τα μεγάλα ψάρια… και όχι την μεγάλη ψαριά! Αγαπά την ειλικρίνεια και την καλοσύνη. Η αγάπη δεν μπορεί να μείνει άστεγη.

[…] «Στεκόμασταν λοιπόν μπροστά στο κτίριο και συζητούσαμε για την στρατηγική που θα υιοθετούσαμε και τέτοια σχετικά, επειδή βρισκόμασταν όλοι μαζί πρώτη φορά ύστερα από αρκετό καιρό, και πέρα μακριά βλέπω μια άστεγη να σπρώχνει ένα καροτσάκι με διάφορα συμπράγκαλα. Είναι ντυμένη στα μοβ και σπρώχνει το καροτσάκι της πλησιάζοντας όλο και πιο κοντά μας. Κι ακόμα πιο κοντά, και πιο κοντά… Τελικά, περνάει ακριβώς από μπροστά μας, με κοιτάζει και λέει: «Λατρεύω τις ταινίες σου!» Γελάσαμε μέχρι δακρύων. Αυτό θα πει αληθινή διασημότητα. Ήταν φανταστικό, απίστευτο! Ξετρελάθηκα με τη γυναίκα με το καροτσάκι».



Κυρίες και κύριοι, David Lynch, A beautiful mind. «Αυτός είναι ο Ντέιβιντ· η απόλυτη προσωποποίηση της στιγμιαίας δημιουργίας»!
  
Υ.Γ. 2666 Ο Λυντς είναι πολλά περισσότερα από ένας σκηνοθέτης, και καλά κάνει, αλλά δεν προλαβαίνω να τα αναφέρω εδώ. Επίσης, αν το έκανα θα τρόμαζα τους διανοούμενους της χώρας που θέλουν να είναι μόνο ένα πράγμα – και ούτε καν αξιόλογο, γαμώ την τρέλα μου! «Ανέκαθεν επικρατούσε η αντίληψη πως όταν έχεις συγκεκριμένο αντικείμενο, δεν μπορείς να ασχολείσαι και με άλλα το ίδιο καλά. Για παράδειγμα, αν είσαι γνωστός ως σκηνοθέτης αλλά ζωγραφίζεις κιόλας, ο κόσμος βλέπει τη ζωγραφική σαν το χόμπι σου, σαν γκολφ ένα πράμα. Είσαι διασημότητα και λίγο ζωγράφος, έτσι σε έχουν στο μυαλό τους». Ζωγραφίζεις, μεγάλε! 


Σχόλια

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

En passant

  Το «Αν πασάν» είναι ένας σκακιστικός κανόνας, περιθωριακός και άγνωστος αλλά ιδιαιτέρως αποτελεσματικός και σημαντικός. Στις αρχικές τους κινήσεις, τα πιόνια έχουν το δικαίωμα να κινηθούν ένα ή δύο τετράγωνα μπροστά. Αν επιλέξουν να κινηθούν δύο τετράγωνα μπροστά και ένα αντίπαλο πιόνι βρίσκεται σε τέτοια θέση ώστε να μπορούσε να το αιχμαλωτίσει αν το πιόνι που κινήθηκε δυο τετράγωνα αποφάσιζε να κινηθεί μόνο ένα, τότε, έχει το δικαίωμα να το αιχμαλωτίσει και σε αυτή την περίπτωση που κάνει δύο βήματα. Έχουμε δηλαδή, αν πασάν... αιχμαλωσία εν τη διελεύσει. Είναι δυσνόητο στην περιγραφή αλλά αρκετά ξεκάθαρο στην πράξη. Βέβαια, όταν είσαι αρχάριος σκακιστής και το συναντήσεις πρώτη φορά σε ηλεκτρονική παρτίδα, τότε πείθεσαι ότι κάποιο «bug» έχει η ιστοσελίδα, ότι σε χακάρανε ή ότι άρπαξες όλες τις ιώσεις του κυβερνοχώρου. Τα βιβλία του Ναμπόκοφ, μου προσφέρουν την ισχυρή εντύπωση ότι αποτελούν ένα συνεχές λογοτεχνικό en passant, σε αιχμαλωτίζουν εν τη διελεύσει.

Αποδοχή cookies

«Ευτυχώς, αν θέλει κάποιος να βρει μεστές απόψεις για καλά βιβλία, υπάρχουν ήδη πολύ αξιόλογα βιβλιοφιλικά μπλογκ, όπως το κορυφαίο, του Librofilo ή το αγαπημένο του, του Μαραμπού» . Να ξέρετε ότι όταν μου δίνουν γλυκό, έστω και σε μορφή βιβλίου, το αποδέχομαι αμέσως. Επίσης, να ξέρετε ότι ενίοτε μπορεί να γράφω για βιβλία που δεν έχω διαβάσει, όλοι το κάνουμε αυτό, απλώς οι περισσότεροι εντελώς αποτυχημένα, αλλά ποτέ δεν γράφω για βιβλίο που δεν μου άρεσε προφασιζόμενος το αντίστροφο∙ όλοι το κάνετε και αυτό, απλώς οι περισσότεροι εντελώς αποτυχημένα. Το βιβλίο είναι δώρο της συγγραφέα, καλής διαδικτυακής φίλης, και η άποψή μου για αυτό ολότελα υποκειμενική – ξέρω, απανωτά σοκ! – και ουδεμία σχέση έχει με την αντικειμενική κριτική που από καιρό θα έπρεπε να γίνει αντικείμενο κριτικής, τουλάχιστον στην Ελλάδα. Από το να μασήσω τα λόγια μου, θα προτιμήσω τα μπισκότα. «Όχι πως δεν ήταν επηρεασμένος και από το ιστολόγιο «Πιπέρι και σπασμένες γραμμές» με τις λαχταριστές αναρτήσεις σχετικά ...

Το Δώρο

Θα μπορούσε ο Στέφανος Ξενάκης να είναι ο Στέφανος Δαίδαλος του σήμερα; Ή να το αλλάξω κάπως για να ’χουμε καλό ρώτημα: θα μπορούσε ο Τζέημς Τζόυς (μαζί και οι όποιες καλλιτεχνικές μεταμορφώσεις του) να γίνει ένας motivational speaker της σημερινής εποχής; Κανείς πλέον (αν υποθέσουμε ότι μπορούσε κάποτε) δεν διαβάζει τον «Οδυσσέα». Δεν μπορεί να αντέξει ότι αυτό το βιβλίο τον περιγράφει, ακόμα και σήμερα ή και περισσότερο σήμερα, τόσο καλά παρά την μοναδικότητα του κάθε ανθρώπου. Του αφιερώνει μία μέρα τον χρόνο, την σημερινή (παρόλο που άλλαξε η μέρα, το blogger έμεινε σταθερά πίσω!), και μετά τον στέλνει αδιάβαστο. Αν κάποιος όμως του σερβίρει για πρωινό όμορφες φράσεις με γαρνιτ ούρα υπέροχα σκίτσα, τότε μπορεί να νιώσει στιγμιαία χαρά και να βελάζει σαν ανέφελο πρόβατο στα λιβάδια του χρόνου. 

Kinds of kindness

Τα περισσότερα μαγαζιά έχουν ήδη στολίσει με ελλειμματικό γούστο, οι κουραμπιέδες άρχισαν να ανταγωνίζονται τα μελομακάρονα – και τα δυο μαζί την Dubai chocolate –, η Black Friday με τις ασυναγώνιστες τιμές της θα κοντράρει στα ίσα την αληθινή ύπαρξη του ΑΙ Βασίλη, ο καιρός προσπαθεί να τα βρει με τον απορυθμισμένο θερμοστάτη του και γενικά είμαστε μια ωραία ατμόσφαιρα είμαστε. Και μέσα σε όλα αυτά, οι δημοσιογράφοι, οι αθλητές, η εκκλησία, τα ιδρύματα, οι πολιτικοί (που είναι για τα ιδρύματα) θα δείξουν το καλοσυνάτο πρόσωπό τους στους ταλαίπωρους ετούτου του κόσμου. Και μην ξεχνάμε, ότι κυρίως τα Χριστούγεννα είναι για τα παιδιά – και για όλα εκείνα που γιόρταζε η πρόσφατη «Παγκόσμια Ημέρα κατά της Κακοποίησης των παιδιών». «Πάντοτε, τα Χριστούγεννα έβγαζαν στους ανθρώπους τον καλύτερο αλλά και τον χειρότερο εαυτό τους».    

Ασκήσεις μνήμης

  Τις ασκήσεις ύφους τις κατέκτησε σε βαθμό που λίγοι συγγραφείς φτάνουν , με τις ασκήσεις μνήμης όμως κανείς άνθρωπος δεν τα βγάζει εύκολα πέρα. Όλοι μας γράφουμε autofiction από 8 χρονών – Περιγράψτε μας τα πιο ωραία σας Χριστούγεννα – τα νεύρα μου! Το autofiction πλέον μοιάζει να είναι ένας ευφημισμός για να αποδεχόμαστε κάποιες συγγραφικές μετριότητες ως κάτι παραπάνω από αυτό που είναι. Είναι προσβολή να θεωρείς ότι ο Τζόυς ή ο Σελίν (που επιτέλους σε λίγες μέρες θα εκδοθεί το «Θάνατος επί πιστώσει»∙ Γκάλοπ: ποιο άργησε περισσότερο; Το Μετρό Θεσσαλονίκης ή το βιβλίο του Σελίν;) έγραψαν autofiction. Το ίδιο ισχύει και για τον Καλβίνο στη συγκεκριμένη συλλογή. Δεν θα ξεχάσουμε και αυτά που ξέρουμε! «Μόνο πετώντας πράγματα μπορώ να βεβαιωθώ πως ακόμα δεν έχει πεταχτεί κάτι από μένα, κάτι που ίσως να μην είναι ούτε και θα είναι για πέταμα» .  

Βαρύ περιστατικό

Συγγραφείς με χιούμορ δεν χαίρουν ιδιαίτερης εκτίμησης, θεωρώ, από το αναγνωστικό κοινό. Ποιος ξέρει πόσα ελαττώματα πασχίζει να κρύψει πίσω από αυτό, θα σκέφτονται, και δεν μπορεί, κάποιο ελάττωμα θα έχει να κάνει σίγουρα και με την συγγραφή. Επίσης το χιούμορ αξιώνει ευφυΐα και το κοινό δεν θέλει να περνιέται για ηλίθιο. Ο Άμπροουζ Μπιρς με τις διάσημες σατιρικές ιστορίες του και τα σκωπτικά λήμματα θα μπορούσε να θεωρηθεί ένας τέτοιος∙ καλός για να χαμογελάμε πού και πού, μας κάνει ενίοτε και τον έξυπνο, αλλά δεν πειράζει, καλή καρδιά. Ίσως να ήταν έτσι – αν και δεν συμμερίζομαι καθόλου αυτή την άποψη – αν δεν έγραφε τα διηγήματα από τις εμπειρίες του στον Αμερικανικό Εμφύλιο. Σκλάβος του για πάντα!    

The Elephant Man

Υπάρχει ένας ελέφαντας στο δωμάτιο – όχι ρε, δεν εννοώ εσάς, φάτε ελεύθερα όσο θέλετε! – και αυτός δεν είναι άλλος από τον ίδιο τον άνθρωπο. Οξύμωρο, καταλαβαίνω, αλλά στο περίκλειστο δωμάτιο που είναι ο κόσμος ολάκερος, αν θες να παραμένεις ανθρώπινος πρέπει να έχεις καρφωμένα τα μάτια σου στον ελέφαντα. «–Είναι επειδή, με τον τρόπο που ο κερατάς σου παρουσιάζει τα πράγματα, παραέδινε την εντύπωση ότι έφτυνε κατάμουτρα το είδος για το οποίο πέθανε ο Κύριός μας. Δεν είχες την αίσθηση ότι υπέγραφες υπέρ των ελεφάντων αλλά εναντίον των ανθρώπων» . Διαβάζω το βιβλίο του Ρομαίν Γκαρύ περίπου από τον Ιούλιο, κυρίως επειδή τα μεγάλα βιβλία τα διαβάζω τραπεζίως , δηλαδή ανάμεσα σε άλλα μικρότερα αναγνωστικά γεύματα (και τις τελευταίες μέρες και κυριολεκτικά)∙ αλλά αυτό δεν με ενοχλεί καθόλου γιατί υπήρξε ένα από τα καλύτερα βιβλία που διάβασα τα πολλά τελευταία χρόνια, και αν δεν ανανέωσε την πίστη μου στον άνθρωπο, τουλάχιστον ανανέωσε εκείνη στο μυθιστόρημα: «ο καθείς και οι ελέφαντές του, ...

100% cotton

Μπορεί τον τελευταίο χρόνο να δουλεύω στον τριτογενή τομέα παραγωγής και συγκεκριμένα σε στεγνοκαθαριστήριο – φροντίζοντας να μην τα κάνω μούσκεμα με τα ρούχα… ενώ τα κάνω μούσκεμα! – και να χαζεύω στα ταμπελάκια τι ποσοστό επί τοις εκατό βαμβάκι περιέχουν – πολυεστέρα, κερδάμε! – αλλά υπήρξαν σκληρές εποχές που δεν βελτιώθηκαν και ιδιαίτερα για πολλούς ανθρώπους, που για 100% βαμβάκι πληρωνόσουν ένα υποπολλαπλάσιό του και θα έπρεπε να λες και ευχαριστώ από πάνω. «Η αχαριστία αποτελεί συστατικό στοιχείο του χαρακτήρα των ανθρώπων σε τέτοιο βαθμό, που είναι προτιμότερο να τη θεωρεί κανείς προκαταβολικά δεδομένη και να μη στενοχωριέται» . Εδώ το ίδιο σου το πλυντήριο δεν είναι αξιόπιστο (στους χρόνους) και δεν λέει την αλήθεια, γιατί περιμένεις να το κάνουν οι άνθρωποι;

Σαν ναυαγοί, σαν ροβινσώνες

Ο βιασμός ενός βιβλίου και ενός συγγραφέα γίνεται με τις διασκευές . Συγγραφείς μεγάλου βεληνεκούς και εξαιρετικού κύρους όπως ο Ντάνιελ Ντιφόου, ο Ρόμπερτ Στήβενσον, ο Ιούλιος Βερν και ο Τζόναθαν Σουίφτ (με την ευκαιρία, να ξαναπώ ότι «Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ» είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία. Δεν είναι απλώς ένα από τα καλύτερα βιβλία του είδους· ή του 18ου αιώνα· ή της αγγλοσαξονικής λογοτεχνίας. Πέρα από κάθε είδους περιορισμό, τροπικό, χρονικό ή χωρικό, το βιβλίο του Σουίφτ είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία που έχουν γραφτεί επί γης) αντιμετωπίζονται από το αναγνωστικό συγγραφικό φαντασιακό σαν μικρομέγαλοι συγγγραφίσκοι που είχαν κόλλημα με την παιδική ηλικία και ανακλύκλωναν απλοϊκές ιστορίες που δεν πρέπει να διαβάζονται μετά τα δώδεκα – λες και το να είσαι παιδί είναι ιδιότητα μόνο ενός παιδιού. Κούνια που σας κούναγε! 

Το κτίσμα

  Τώρα που έφτασε αισίως 46 Αυγούστου και χειμώνιασε για τα καλά, ποιος δε θα ήθελε να διαβάσει μία καλή ιστορία δίπλα στο τζάκι! Τι γίνεται όμως αν το τζάκι, και συγκεκριμένα η καμινάδα, είναι το θέμα της ίδιας της ιστορίας; Μην σας παγώνει αυτό, γιατί την ιστορία την έγραψε ο Χέρμαν Μέλβιλ και τίποτα δεν μπορεί να πάει στραβά όταν συμβαίνει αυτό. Η λογοτεχνία του είναι πάντα πρόσφορη σε αναλύσεις που θεωρητικά θα βελτίωναν την κατανόηση που κρύβεται βαθιά στα θεμέλια κάθε έργου του, αλλά ταυτόχρονα ίσως θα κατέστρεφε τα οφέλη που υπάρχουν στα υψηλότερα διανοητικά πατώματα, απόρροια της μαγευτικής του αρχιτεκτονικής γραφής – «Ή, μάλλον, αυτή η ίδια δίνει απαντήσεις ασταμάτητα, ασταμάτητα ταλανίζοντάς με μ’ αυτή την τρομερή της ζέση για βελτίωση, η οποία δεν είναι παρά μια ελαφρότερη απόδοση της λέξης καταστροφή».