Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Big fish


Δεν περίμενα ποτέ ότι θα το έλεγα αυτό αλλά είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία αυτοβοήθειας που έχω διαβάσει! Βέβαια το παράδοξο είναι ότι ποτέ δεν διαβάζω βιβλία αυτοβοήθειας, αρά πώς στο καλό προβαίνω σε κριτικές αποτιμήσεις αυτών; Συνήθως τα περισσότερα βιβλία αυτοβοήθειας περιέχουν (ακατανόητες) πρακτικές συμβουλές για αφηρημένες έννοιες. Είναι πιο εύπεπτα για τους αναγνώστες έτσι. Όμως και ένα βιβλίο με τίτλο «Πως να καταπολεμήσετε την δυσκοιλιότητά σας» δεν αποτελεί ένα καθαρόαιμο βιβλίο αυτοβοήθειας; Σαφέστατα θα άφηνε ικανοποιημένους μερικούς ελάχιστους δυσκοίλιους αναγνώστες, αλλά θα απογοήτευε εκείνους τους «δυσκοίλιους» που σχεδόν πάντα παραβλέπουν ότι η λέξη «αυτοβοήθεια» προϋποθέτει σοβαρή ενασχόληση με τον εαυτό σου. Επίσης, οι συγγραφείς που ξέρουν πώς να χέζονται στο χρήμα, έμαθαν ότι εκείνο που ζητά το κοινό είναι πνευματική διάρροια και όχι αναγνωστική δυσκοιλιότητα. Τέλος πάντων, πάρτε ένα κομμάτι μπλε βελούδο να σκουπιστείτε για να πάμε παρακάτω. 

Αγαπώ και θαυμάζω υπερβολικά τον Ντέιβιντς Λυντς και την δημιουργική δουλειά του. Ένας υπερευφυής καλλιτέχνης με έντονη προσωπική σφραγίδα που πάντοτε ψαρεύει τις ιδέες του στα πιο βαθιά νερά της καλλιτεχνικής δεξαμενής. Μα πώς τα καταφέρνει; Με τον διαλογισμό! Γελάτε, σας ακούω, όπως γελούσε και αυτός στην αρχή όταν το άκουσε. Κι, όμως, λειτουργεί! «Οι ιδέες είναι σαν τα ψάρια. Αν θες να πιάσεις μικρά ψάρια ψαρεύεις στα ρηχά. Αλλά, αν θέλεις να πιάσεις μεγάλα ψάρια, πρέπει να πας πιο βαθιά. (…) Κάθε οντότητα πηγάζει από το πιο βαθύ επίπεδο, που η σύγχρονη φυσική ονομάζει Ενοποιημένο Πεδίο. Όσο περισσότερο διευρύνεται η συνείδησή μας – η επίγνωσή μας –, τόσο βαθύτερα προσεγγίζουμε αυτήν την πηγή και τόσο μεγαλύτερα ψάρια μπορούμε να πιάσουμε». 

Το ωραίο σε αυτό το βιβλίο «αυτοβοήθειας» είναι ότι ο Λυντς δεν παρέχει πρακτικές συμβουλές για τον Υπερβατικό Διαλογισμό (ενδεχομένως το κάνει στο ίδρυμά του όπου μεταξύ άλλων χρηματοδοτεί και προγράμματα Υπερβατικού Διαλογισμού σε σχολεία – μέρος των εσόδων από την πώληση του βιβλίου του θα πάνε για αυτόν τον σκοπό) αλλά δίνει μόνο το γενικό πλαίσιο: όσο πιο συνειδητά ασχολούμαστε με τον Εαυτό μας τόσο πιο εύκολα θα εκπαιδευτούμε να αναγνωρίζουμε και να συλλαμβάνουμε την (όποια) Ιδέα. Όσα γράφει ο Λυντς στο βιβλιαράκι του φαινομενικά μοιάζουν λίγο κοινότοπα – όπως κοινότοπες μοιάζουν αρχικά κάποιες πλοκές των ταινιών του (τουλάχιστον σε μένα)… πριν αρχίσουν να κάνουν την μετάβασή τους σε βαθύτερα επίπεδα συνειδητότητας! Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και εδώ· οι σκέψεις για τον κινηματογράφο, τον διαλογισμό, τη ζωγραφική, τη μουσική, κλπ έχουν κάτι κοινότοπο αλλά πριν καν το αντιληφθείς, διαισθάνεσαι ότι κάτι υπερβατικό ίπταται πάνω τους. Η διαίσθηση – συνένωση της νόησης και του συναισθήματος – είναι πολύ σημαντική έννοια για τον κόσμο του Λυντς. 

[…] «Μερικές φορές κάποιοι λένε ότι δυσκολεύονται να καταλάβουν μια ταινία, αλλά εγώ πιστεύω ότι καταλαβαίνουν πολύ περισσότερα από όσα νομίζουν. Γιατί είμαστε όλοι προικισμένοι με τη διαίσθηση – μας έχει δοθεί το χάρισμα να διαισθανόμαστε πράγματα. (…) Ο κινηματογράφος μοιάζει πολύ με τη μουσική. Μπορεί να είναι κάτι πολύ αφηρημένο, αλλά οι άνθρωποι λαχταρούν να τον κατανοήσουν διανοητικά, να τον εξηγήσουν λεκτικά. Κι όταν δεν μπορούν, νιώθουν απογοήτευση. Μπορούν, ωστόσο, να βρουν κάποια εξήγηση που να πηγάζει από μέσα τους, αν βέβαια αφεθούν σε κάτι τέτοιο. Αν, για παράδειγμα, μιλούσαν σε φίλους, πολύ σύντομα θα άρχιζαν να καταλαβαίνουν πράγματα – τι είναι και τι δεν είναι το κάθε πράγμα. Και, φυσικά, θα συμφωνούσαν ή θα διαφωνούσαν με τους φίλους τους – πώς είναι όμως δυνατόν να συμφωνούν ή να διαφωνούν χωρίς να ξέρουν ήδη; Το περίεργο είναι ότι πράγματι ξέρουν περισσότερα από όσα νομίζουν. Κι αυτά που ξέρουν, όταν τα εκφράσουν, γίνονται πιο ξεκάθαρα. Κι αφού κατανοήσουν κάτι, μπορούν να προσπαθήσουν να το διασαφηνίσουν λίγο παραπάνω συζητώντας πάλι με φίλους. Κι έτσι να οδηγηθούν σε κάποιο συμπέρασμα. Και το συμπέρασμα αυτό να είναι βάσιμο». 


Η σειρά «Κινηματογραφικές σπουδές» – και γενικότερα, και άλλες ανάλογες σειρές βιβλίων – δεν αρέσουν σε όλους, έχουν να κάνουν κυρίως με τους θαυμαστές των συγκεκριμένων δημιουργών. Επίσης, ποτέ δεν ξέρεις κάτα πόσο δημιουργοί άλλων πεδίων το ’χουν με την συγγραφή, ευελπιστώντας ότι θα βγει ένα κάποιο αξιοπρεπές αναγνωστικό αποτέλεσμα. Στην περίπτωση του Λυντς τα πράγματα κυλούν ομαλά· παρότι παραδέχεται ότι δεν ξέρει πώς να εκφραστεί με λέξεις, καθότι η γλώσσα του είναι ο κινηματογράφος, που προέκυψε από την μόνιμη αγάπη του για την ζωγραφική. Ο Ντέιβιντ Λυντς είναι ένα «αρκουδάκι της αγάπης»! Όσες φορές τον έχω δει να κάνει περάσματα στις ταινίες του μου δίνει την εντύπωση ενός ανθρώπου αφελή (με την καλή έννοια), πάντοτε πρόθυμου να αντιμετωπίσει με αγαθή έκπληξη ό,τι του προκύψει, δεκτικός στη καλοσύνη των ανθρώπων, και γεμάτος ιδιότυπο χιούμορ. Ακριβώς το ίδιο μου μετέδωσε και στις γραπτές του σκέψεις. Αν πάλι αναρωτιέστε γιατί οι ταινίες του είναι τόσο αλλόκοτες και σκοτεινές, τα εξηγεί μια χαρά μέσα στο βιβλίο του, βασικά λέει το προφανές ο άνθρωπος… που μας έχουν πρήξει τα ούμπαλα χρόνια τώρα οι δηθενάδες του κόσμου ετούτου… ότι άλλο τέχνη και άλλο γιουβέτσι – νοστιμότατα αμφότερα! 

Η κομψή έκδοση είναι του «Πατάκη» σε πολύ καλή μετάφραση του Γιώργου Πάντσιου. Αξίζει να το διαβάσετε γιατί περικλείει σκέψεις που ξεκλειδώνουν και ερμηνεύουν κομμάτια των ταινιών του, αναψηλαφεί τις εμμονές ενός δημιουργικού μυαλού, μιλάει για την τέχνη σε ένα ευρύτερο πλαίσιο, μιλάει για αγαπημένους σκηνοθέτες, για τεχνικές κινηματογράφησης, για ζωγραφική, για το φως του Λος Αντζελες, για το ημίφως των ταινιών του, μιλάει για τον διαλογισμό και την πνευματικότητα, μιλάει για τον Εαυτό και την Ιδέα που κρύβει ο καθένας μας μέσα του, γιατί μιλάει για ψάρια (αν και προτιμώ το κρέας). Αν θέλετε όμως μια γενική αποτίμηση αυτού του θαυμάσιου βιβλίου, θα χρησιμοποιήσω αυτούσιο το κεφάλαιό του που επεξηγεί τα στοιχεία που λειτουργούν συμβολικά στη σεκάνς του ονείρου στην ταινία Οδός Mulholland. 

ΤΟ ΚΟΥΤΙ ΚΑΙ ΤΟ ΚΛΕΙΔΙ 

Δεν έχω ιδέα περί τίνος πρόκειται. 

Υ.Γ. 2666 Τιμής ένεκεν στο «Big fish», που επαναπροσδιόρισε την σχέση μου με την συστηματική ανάγνωση την στιγμή που θα μπορούσε κάλλιστα να προκληθεί και ναυάγιο και έκτοτε με συντροφεύει εκείνη η γλυκιά ανάμνηση, χωρίς να θυμάμαι σχεδόν τίποτα από το ίδιο βιβλίο. Σας απέδειξα όμως τι ψάρια πιάνω, πολλά χρόνια μετά! Γιατί δε με θες κυρά μου, επειδή είμαι ψαράς;

Σχόλια

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

En passant

  Το «Αν πασάν» είναι ένας σκακιστικός κανόνας, περιθωριακός και άγνωστος αλλά ιδιαιτέρως αποτελεσματικός και σημαντικός. Στις αρχικές τους κινήσεις, τα πιόνια έχουν το δικαίωμα να κινηθούν ένα ή δύο τετράγωνα μπροστά. Αν επιλέξουν να κινηθούν δύο τετράγωνα μπροστά και ένα αντίπαλο πιόνι βρίσκεται σε τέτοια θέση ώστε να μπορούσε να το αιχμαλωτίσει αν το πιόνι που κινήθηκε δυο τετράγωνα αποφάσιζε να κινηθεί μόνο ένα, τότε, έχει το δικαίωμα να το αιχμαλωτίσει και σε αυτή την περίπτωση που κάνει δύο βήματα. Έχουμε δηλαδή, αν πασάν... αιχμαλωσία εν τη διελεύσει. Είναι δυσνόητο στην περιγραφή αλλά αρκετά ξεκάθαρο στην πράξη. Βέβαια, όταν είσαι αρχάριος σκακιστής και το συναντήσεις πρώτη φορά σε ηλεκτρονική παρτίδα, τότε πείθεσαι ότι κάποιο «bug» έχει η ιστοσελίδα, ότι σε χακάρανε ή ότι άρπαξες όλες τις ιώσεις του κυβερνοχώρου. Τα βιβλία του Ναμπόκοφ, μου προσφέρουν την ισχυρή εντύπωση ότι αποτελούν ένα συνεχές λογοτεχνικό en passant, σε αιχμαλωτίζουν εν τη διελεύσει.

Το Δώρο

Θα μπορούσε ο Στέφανος Ξενάκης να είναι ο Στέφανος Δαίδαλος του σήμερα; Ή να το αλλάξω κάπως για να ’χουμε καλό ρώτημα: θα μπορούσε ο Τζέημς Τζόυς (μαζί και οι όποιες καλλιτεχνικές μεταμορφώσεις του) να γίνει ένας motivational speaker της σημερινής εποχής; Κανείς πλέον (αν υποθέσουμε ότι μπορούσε κάποτε) δεν διαβάζει τον «Οδυσσέα». Δεν μπορεί να αντέξει ότι αυτό το βιβλίο τον περιγράφει, ακόμα και σήμερα ή και περισσότερο σήμερα, τόσο καλά παρά την μοναδικότητα του κάθε ανθρώπου. Του αφιερώνει μία μέρα τον χρόνο, την σημερινή (παρόλο που άλλαξε η μέρα, το blogger έμεινε σταθερά πίσω!), και μετά τον στέλνει αδιάβαστο. Αν κάποιος όμως του σερβίρει για πρωινό όμορφες φράσεις με γαρνιτ ούρα υπέροχα σκίτσα, τότε μπορεί να νιώσει στιγμιαία χαρά και να βελάζει σαν ανέφελο πρόβατο στα λιβάδια του χρόνου. 

Αποδοχή cookies

«Ευτυχώς, αν θέλει κάποιος να βρει μεστές απόψεις για καλά βιβλία, υπάρχουν ήδη πολύ αξιόλογα βιβλιοφιλικά μπλογκ, όπως το κορυφαίο, του Librofilo ή το αγαπημένο του, του Μαραμπού» . Να ξέρετε ότι όταν μου δίνουν γλυκό, έστω και σε μορφή βιβλίου, το αποδέχομαι αμέσως. Επίσης, να ξέρετε ότι ενίοτε μπορεί να γράφω για βιβλία που δεν έχω διαβάσει, όλοι το κάνουμε αυτό, απλώς οι περισσότεροι εντελώς αποτυχημένα, αλλά ποτέ δεν γράφω για βιβλίο που δεν μου άρεσε προφασιζόμενος το αντίστροφο∙ όλοι το κάνετε και αυτό, απλώς οι περισσότεροι εντελώς αποτυχημένα. Το βιβλίο είναι δώρο της συγγραφέα, καλής διαδικτυακής φίλης, και η άποψή μου για αυτό ολότελα υποκειμενική – ξέρω, απανωτά σοκ! – και ουδεμία σχέση έχει με την αντικειμενική κριτική που από καιρό θα έπρεπε να γίνει αντικείμενο κριτικής, τουλάχιστον στην Ελλάδα. Από το να μασήσω τα λόγια μου, θα προτιμήσω τα μπισκότα. «Όχι πως δεν ήταν επηρεασμένος και από το ιστολόγιο «Πιπέρι και σπασμένες γραμμές» με τις λαχταριστές αναρτήσεις σχετικά ...

Kinds of kindness

Τα περισσότερα μαγαζιά έχουν ήδη στολίσει με ελλειμματικό γούστο, οι κουραμπιέδες άρχισαν να ανταγωνίζονται τα μελομακάρονα – και τα δυο μαζί την Dubai chocolate –, η Black Friday με τις ασυναγώνιστες τιμές της θα κοντράρει στα ίσα την αληθινή ύπαρξη του ΑΙ Βασίλη, ο καιρός προσπαθεί να τα βρει με τον απορυθμισμένο θερμοστάτη του και γενικά είμαστε μια ωραία ατμόσφαιρα είμαστε. Και μέσα σε όλα αυτά, οι δημοσιογράφοι, οι αθλητές, η εκκλησία, τα ιδρύματα, οι πολιτικοί (που είναι για τα ιδρύματα) θα δείξουν το καλοσυνάτο πρόσωπό τους στους ταλαίπωρους ετούτου του κόσμου. Και μην ξεχνάμε, ότι κυρίως τα Χριστούγεννα είναι για τα παιδιά – και για όλα εκείνα που γιόρταζε η πρόσφατη «Παγκόσμια Ημέρα κατά της Κακοποίησης των παιδιών». «Πάντοτε, τα Χριστούγεννα έβγαζαν στους ανθρώπους τον καλύτερο αλλά και τον χειρότερο εαυτό τους».    

Ασκήσεις μνήμης

  Τις ασκήσεις ύφους τις κατέκτησε σε βαθμό που λίγοι συγγραφείς φτάνουν , με τις ασκήσεις μνήμης όμως κανείς άνθρωπος δεν τα βγάζει εύκολα πέρα. Όλοι μας γράφουμε autofiction από 8 χρονών – Περιγράψτε μας τα πιο ωραία σας Χριστούγεννα – τα νεύρα μου! Το autofiction πλέον μοιάζει να είναι ένας ευφημισμός για να αποδεχόμαστε κάποιες συγγραφικές μετριότητες ως κάτι παραπάνω από αυτό που είναι. Είναι προσβολή να θεωρείς ότι ο Τζόυς ή ο Σελίν (που επιτέλους σε λίγες μέρες θα εκδοθεί το «Θάνατος επί πιστώσει»∙ Γκάλοπ: ποιο άργησε περισσότερο; Το Μετρό Θεσσαλονίκης ή το βιβλίο του Σελίν;) έγραψαν autofiction. Το ίδιο ισχύει και για τον Καλβίνο στη συγκεκριμένη συλλογή. Δεν θα ξεχάσουμε και αυτά που ξέρουμε! «Μόνο πετώντας πράγματα μπορώ να βεβαιωθώ πως ακόμα δεν έχει πεταχτεί κάτι από μένα, κάτι που ίσως να μην είναι ούτε και θα είναι για πέταμα» .  

Βαρύ περιστατικό

Συγγραφείς με χιούμορ δεν χαίρουν ιδιαίτερης εκτίμησης, θεωρώ, από το αναγνωστικό κοινό. Ποιος ξέρει πόσα ελαττώματα πασχίζει να κρύψει πίσω από αυτό, θα σκέφτονται, και δεν μπορεί, κάποιο ελάττωμα θα έχει να κάνει σίγουρα και με την συγγραφή. Επίσης το χιούμορ αξιώνει ευφυΐα και το κοινό δεν θέλει να περνιέται για ηλίθιο. Ο Άμπροουζ Μπιρς με τις διάσημες σατιρικές ιστορίες του και τα σκωπτικά λήμματα θα μπορούσε να θεωρηθεί ένας τέτοιος∙ καλός για να χαμογελάμε πού και πού, μας κάνει ενίοτε και τον έξυπνο, αλλά δεν πειράζει, καλή καρδιά. Ίσως να ήταν έτσι – αν και δεν συμμερίζομαι καθόλου αυτή την άποψη – αν δεν έγραφε τα διηγήματα από τις εμπειρίες του στον Αμερικανικό Εμφύλιο. Σκλάβος του για πάντα!    

The Elephant Man

Υπάρχει ένας ελέφαντας στο δωμάτιο – όχι ρε, δεν εννοώ εσάς, φάτε ελεύθερα όσο θέλετε! – και αυτός δεν είναι άλλος από τον ίδιο τον άνθρωπο. Οξύμωρο, καταλαβαίνω, αλλά στο περίκλειστο δωμάτιο που είναι ο κόσμος ολάκερος, αν θες να παραμένεις ανθρώπινος πρέπει να έχεις καρφωμένα τα μάτια σου στον ελέφαντα. «–Είναι επειδή, με τον τρόπο που ο κερατάς σου παρουσιάζει τα πράγματα, παραέδινε την εντύπωση ότι έφτυνε κατάμουτρα το είδος για το οποίο πέθανε ο Κύριός μας. Δεν είχες την αίσθηση ότι υπέγραφες υπέρ των ελεφάντων αλλά εναντίον των ανθρώπων» . Διαβάζω το βιβλίο του Ρομαίν Γκαρύ περίπου από τον Ιούλιο, κυρίως επειδή τα μεγάλα βιβλία τα διαβάζω τραπεζίως , δηλαδή ανάμεσα σε άλλα μικρότερα αναγνωστικά γεύματα (και τις τελευταίες μέρες και κυριολεκτικά)∙ αλλά αυτό δεν με ενοχλεί καθόλου γιατί υπήρξε ένα από τα καλύτερα βιβλία που διάβασα τα πολλά τελευταία χρόνια, και αν δεν ανανέωσε την πίστη μου στον άνθρωπο, τουλάχιστον ανανέωσε εκείνη στο μυθιστόρημα: «ο καθείς και οι ελέφαντές του, ...

100% cotton

Μπορεί τον τελευταίο χρόνο να δουλεύω στον τριτογενή τομέα παραγωγής και συγκεκριμένα σε στεγνοκαθαριστήριο – φροντίζοντας να μην τα κάνω μούσκεμα με τα ρούχα… ενώ τα κάνω μούσκεμα! – και να χαζεύω στα ταμπελάκια τι ποσοστό επί τοις εκατό βαμβάκι περιέχουν – πολυεστέρα, κερδάμε! – αλλά υπήρξαν σκληρές εποχές που δεν βελτιώθηκαν και ιδιαίτερα για πολλούς ανθρώπους, που για 100% βαμβάκι πληρωνόσουν ένα υποπολλαπλάσιό του και θα έπρεπε να λες και ευχαριστώ από πάνω. «Η αχαριστία αποτελεί συστατικό στοιχείο του χαρακτήρα των ανθρώπων σε τέτοιο βαθμό, που είναι προτιμότερο να τη θεωρεί κανείς προκαταβολικά δεδομένη και να μη στενοχωριέται» . Εδώ το ίδιο σου το πλυντήριο δεν είναι αξιόπιστο (στους χρόνους) και δεν λέει την αλήθεια, γιατί περιμένεις να το κάνουν οι άνθρωποι;

Το κτίσμα

  Τώρα που έφτασε αισίως 46 Αυγούστου και χειμώνιασε για τα καλά, ποιος δε θα ήθελε να διαβάσει μία καλή ιστορία δίπλα στο τζάκι! Τι γίνεται όμως αν το τζάκι, και συγκεκριμένα η καμινάδα, είναι το θέμα της ίδιας της ιστορίας; Μην σας παγώνει αυτό, γιατί την ιστορία την έγραψε ο Χέρμαν Μέλβιλ και τίποτα δεν μπορεί να πάει στραβά όταν συμβαίνει αυτό. Η λογοτεχνία του είναι πάντα πρόσφορη σε αναλύσεις που θεωρητικά θα βελτίωναν την κατανόηση που κρύβεται βαθιά στα θεμέλια κάθε έργου του, αλλά ταυτόχρονα ίσως θα κατέστρεφε τα οφέλη που υπάρχουν στα υψηλότερα διανοητικά πατώματα, απόρροια της μαγευτικής του αρχιτεκτονικής γραφής – «Ή, μάλλον, αυτή η ίδια δίνει απαντήσεις ασταμάτητα, ασταμάτητα ταλανίζοντάς με μ’ αυτή την τρομερή της ζέση για βελτίωση, η οποία δεν είναι παρά μια ελαφρότερη απόδοση της λέξης καταστροφή».

Σαν ναυαγοί, σαν ροβινσώνες

Ο βιασμός ενός βιβλίου και ενός συγγραφέα γίνεται με τις διασκευές . Συγγραφείς μεγάλου βεληνεκούς και εξαιρετικού κύρους όπως ο Ντάνιελ Ντιφόου, ο Ρόμπερτ Στήβενσον, ο Ιούλιος Βερν και ο Τζόναθαν Σουίφτ (με την ευκαιρία, να ξαναπώ ότι «Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ» είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία. Δεν είναι απλώς ένα από τα καλύτερα βιβλία του είδους· ή του 18ου αιώνα· ή της αγγλοσαξονικής λογοτεχνίας. Πέρα από κάθε είδους περιορισμό, τροπικό, χρονικό ή χωρικό, το βιβλίο του Σουίφτ είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία που έχουν γραφτεί επί γης) αντιμετωπίζονται από το αναγνωστικό συγγραφικό φαντασιακό σαν μικρομέγαλοι συγγγραφίσκοι που είχαν κόλλημα με την παιδική ηλικία και ανακλύκλωναν απλοϊκές ιστορίες που δεν πρέπει να διαβάζονται μετά τα δώδεκα – λες και το να είσαι παιδί είναι ιδιότητα μόνο ενός παιδιού. Κούνια που σας κούναγε!