Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Big fish


Δεν περίμενα ποτέ ότι θα το έλεγα αυτό αλλά είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία αυτοβοήθειας που έχω διαβάσει! Βέβαια το παράδοξο είναι ότι ποτέ δεν διαβάζω βιβλία αυτοβοήθειας, αρά πώς στο καλό προβαίνω σε κριτικές αποτιμήσεις αυτών; Συνήθως τα περισσότερα βιβλία αυτοβοήθειας περιέχουν (ακατανόητες) πρακτικές συμβουλές για αφηρημένες έννοιες. Είναι πιο εύπεπτα για τους αναγνώστες έτσι. Όμως και ένα βιβλίο με τίτλο «Πως να καταπολεμήσετε την δυσκοιλιότητά σας» δεν αποτελεί ένα καθαρόαιμο βιβλίο αυτοβοήθειας; Σαφέστατα θα άφηνε ικανοποιημένους μερικούς ελάχιστους δυσκοίλιους αναγνώστες, αλλά θα απογοήτευε εκείνους τους «δυσκοίλιους» που σχεδόν πάντα παραβλέπουν ότι η λέξη «αυτοβοήθεια» προϋποθέτει σοβαρή ενασχόληση με τον εαυτό σου. Επίσης, οι συγγραφείς που ξέρουν πώς να χέζονται στο χρήμα, έμαθαν ότι εκείνο που ζητά το κοινό είναι πνευματική διάρροια και όχι αναγνωστική δυσκοιλιότητα. Τέλος πάντων, πάρτε ένα κομμάτι μπλε βελούδο να σκουπιστείτε για να πάμε παρακάτω. 

Αγαπώ και θαυμάζω υπερβολικά τον Ντέιβιντς Λυντς και την δημιουργική δουλειά του. Ένας υπερευφυής καλλιτέχνης με έντονη προσωπική σφραγίδα που πάντοτε ψαρεύει τις ιδέες του στα πιο βαθιά νερά της καλλιτεχνικής δεξαμενής. Μα πώς τα καταφέρνει; Με τον διαλογισμό! Γελάτε, σας ακούω, όπως γελούσε και αυτός στην αρχή όταν το άκουσε. Κι, όμως, λειτουργεί! «Οι ιδέες είναι σαν τα ψάρια. Αν θες να πιάσεις μικρά ψάρια ψαρεύεις στα ρηχά. Αλλά, αν θέλεις να πιάσεις μεγάλα ψάρια, πρέπει να πας πιο βαθιά. (…) Κάθε οντότητα πηγάζει από το πιο βαθύ επίπεδο, που η σύγχρονη φυσική ονομάζει Ενοποιημένο Πεδίο. Όσο περισσότερο διευρύνεται η συνείδησή μας – η επίγνωσή μας –, τόσο βαθύτερα προσεγγίζουμε αυτήν την πηγή και τόσο μεγαλύτερα ψάρια μπορούμε να πιάσουμε». 

Το ωραίο σε αυτό το βιβλίο «αυτοβοήθειας» είναι ότι ο Λυντς δεν παρέχει πρακτικές συμβουλές για τον Υπερβατικό Διαλογισμό (ενδεχομένως το κάνει στο ίδρυμά του όπου μεταξύ άλλων χρηματοδοτεί και προγράμματα Υπερβατικού Διαλογισμού σε σχολεία – μέρος των εσόδων από την πώληση του βιβλίου του θα πάνε για αυτόν τον σκοπό) αλλά δίνει μόνο το γενικό πλαίσιο: όσο πιο συνειδητά ασχολούμαστε με τον Εαυτό μας τόσο πιο εύκολα θα εκπαιδευτούμε να αναγνωρίζουμε και να συλλαμβάνουμε την (όποια) Ιδέα. Όσα γράφει ο Λυντς στο βιβλιαράκι του φαινομενικά μοιάζουν λίγο κοινότοπα – όπως κοινότοπες μοιάζουν αρχικά κάποιες πλοκές των ταινιών του (τουλάχιστον σε μένα)… πριν αρχίσουν να κάνουν την μετάβασή τους σε βαθύτερα επίπεδα συνειδητότητας! Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και εδώ· οι σκέψεις για τον κινηματογράφο, τον διαλογισμό, τη ζωγραφική, τη μουσική, κλπ έχουν κάτι κοινότοπο αλλά πριν καν το αντιληφθείς, διαισθάνεσαι ότι κάτι υπερβατικό ίπταται πάνω τους. Η διαίσθηση – συνένωση της νόησης και του συναισθήματος – είναι πολύ σημαντική έννοια για τον κόσμο του Λυντς. 

[…] «Μερικές φορές κάποιοι λένε ότι δυσκολεύονται να καταλάβουν μια ταινία, αλλά εγώ πιστεύω ότι καταλαβαίνουν πολύ περισσότερα από όσα νομίζουν. Γιατί είμαστε όλοι προικισμένοι με τη διαίσθηση – μας έχει δοθεί το χάρισμα να διαισθανόμαστε πράγματα. (…) Ο κινηματογράφος μοιάζει πολύ με τη μουσική. Μπορεί να είναι κάτι πολύ αφηρημένο, αλλά οι άνθρωποι λαχταρούν να τον κατανοήσουν διανοητικά, να τον εξηγήσουν λεκτικά. Κι όταν δεν μπορούν, νιώθουν απογοήτευση. Μπορούν, ωστόσο, να βρουν κάποια εξήγηση που να πηγάζει από μέσα τους, αν βέβαια αφεθούν σε κάτι τέτοιο. Αν, για παράδειγμα, μιλούσαν σε φίλους, πολύ σύντομα θα άρχιζαν να καταλαβαίνουν πράγματα – τι είναι και τι δεν είναι το κάθε πράγμα. Και, φυσικά, θα συμφωνούσαν ή θα διαφωνούσαν με τους φίλους τους – πώς είναι όμως δυνατόν να συμφωνούν ή να διαφωνούν χωρίς να ξέρουν ήδη; Το περίεργο είναι ότι πράγματι ξέρουν περισσότερα από όσα νομίζουν. Κι αυτά που ξέρουν, όταν τα εκφράσουν, γίνονται πιο ξεκάθαρα. Κι αφού κατανοήσουν κάτι, μπορούν να προσπαθήσουν να το διασαφηνίσουν λίγο παραπάνω συζητώντας πάλι με φίλους. Κι έτσι να οδηγηθούν σε κάποιο συμπέρασμα. Και το συμπέρασμα αυτό να είναι βάσιμο». 


Η σειρά «Κινηματογραφικές σπουδές» – και γενικότερα, και άλλες ανάλογες σειρές βιβλίων – δεν αρέσουν σε όλους, έχουν να κάνουν κυρίως με τους θαυμαστές των συγκεκριμένων δημιουργών. Επίσης, ποτέ δεν ξέρεις κάτα πόσο δημιουργοί άλλων πεδίων το ’χουν με την συγγραφή, ευελπιστώντας ότι θα βγει ένα κάποιο αξιοπρεπές αναγνωστικό αποτέλεσμα. Στην περίπτωση του Λυντς τα πράγματα κυλούν ομαλά· παρότι παραδέχεται ότι δεν ξέρει πώς να εκφραστεί με λέξεις, καθότι η γλώσσα του είναι ο κινηματογράφος, που προέκυψε από την μόνιμη αγάπη του για την ζωγραφική. Ο Ντέιβιντ Λυντς είναι ένα «αρκουδάκι της αγάπης»! Όσες φορές τον έχω δει να κάνει περάσματα στις ταινίες του μου δίνει την εντύπωση ενός ανθρώπου αφελή (με την καλή έννοια), πάντοτε πρόθυμου να αντιμετωπίσει με αγαθή έκπληξη ό,τι του προκύψει, δεκτικός στη καλοσύνη των ανθρώπων, και γεμάτος ιδιότυπο χιούμορ. Ακριβώς το ίδιο μου μετέδωσε και στις γραπτές του σκέψεις. Αν πάλι αναρωτιέστε γιατί οι ταινίες του είναι τόσο αλλόκοτες και σκοτεινές, τα εξηγεί μια χαρά μέσα στο βιβλίο του, βασικά λέει το προφανές ο άνθρωπος… που μας έχουν πρήξει τα ούμπαλα χρόνια τώρα οι δηθενάδες του κόσμου ετούτου… ότι άλλο τέχνη και άλλο γιουβέτσι – νοστιμότατα αμφότερα! 

Η κομψή έκδοση είναι του «Πατάκη» σε πολύ καλή μετάφραση του Γιώργου Πάντσιου. Αξίζει να το διαβάσετε γιατί περικλείει σκέψεις που ξεκλειδώνουν και ερμηνεύουν κομμάτια των ταινιών του, αναψηλαφεί τις εμμονές ενός δημιουργικού μυαλού, μιλάει για την τέχνη σε ένα ευρύτερο πλαίσιο, μιλάει για αγαπημένους σκηνοθέτες, για τεχνικές κινηματογράφησης, για ζωγραφική, για το φως του Λος Αντζελες, για το ημίφως των ταινιών του, μιλάει για τον διαλογισμό και την πνευματικότητα, μιλάει για τον Εαυτό και την Ιδέα που κρύβει ο καθένας μας μέσα του, γιατί μιλάει για ψάρια (αν και προτιμώ το κρέας). Αν θέλετε όμως μια γενική αποτίμηση αυτού του θαυμάσιου βιβλίου, θα χρησιμοποιήσω αυτούσιο το κεφάλαιό του που επεξηγεί τα στοιχεία που λειτουργούν συμβολικά στη σεκάνς του ονείρου στην ταινία Οδός Mulholland. 

ΤΟ ΚΟΥΤΙ ΚΑΙ ΤΟ ΚΛΕΙΔΙ 

Δεν έχω ιδέα περί τίνος πρόκειται. 

Υ.Γ. 2666 Τιμής ένεκεν στο «Big fish», που επαναπροσδιόρισε την σχέση μου με την συστηματική ανάγνωση την στιγμή που θα μπορούσε κάλλιστα να προκληθεί και ναυάγιο και έκτοτε με συντροφεύει εκείνη η γλυκιά ανάμνηση, χωρίς να θυμάμαι σχεδόν τίποτα από το ίδιο βιβλίο. Σας απέδειξα όμως τι ψάρια πιάνω, πολλά χρόνια μετά! Γιατί δε με θες κυρά μου, επειδή είμαι ψαράς;

Σχόλια

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

Ποίηση χωρίς τέλος

  Αυτή η χρονιά θα ξεκινήσει ακριβώς όπως τελείωσε: με ποίηση. Συλλεκτική ανάρτηση, σπάνια θα ξαναδιαβάσετε τέτοια. Σπάω την παράδοση (και το ρόδι)! Ακόμα σπανιότερα εντυπωσιάζομαι από ποιητές και ποιήματα. Δεν με συγκινεί η συμπύκνωση του λόγου όταν του λείπει ένα είδος «φλυαρίας» – ψάχνω ποιήματα που είναι αμετροεπή με έναν δικό τους τρόπο και ταυτόχρονα στοχευμένα και ουσιώδη. Ποιήματα που δεν πολυπαίρνουν στα σοβαρά τον εαυτό τους καθώς τσαλαβουτούν χαρούμενα στον χυλό της ειρωνείας. Ποιήματα που, απ' ό,τι σωστά αντιλαμβάνεστε, δεν γράφει η πλειοψηφία των ποιητών. Με δυο λόγια, κυνηγώ το ανέφικτο. Αλλά, αυτό δεν κυνηγάμε όλοι στην έναρξη κάθε χρονιάς; Το φλουρί μου για φέτος – λίρα εκατό – ήταν η Βισουάβα ή Βισλάβα ή όπως αλλιώς, Σιμπόρσκα. Η παλιά ποίηση, η ορθόδοξη, είναι Εδώ!

Με ανώμαλους δεν μιλάω

  Ανωμαλία είναι να μην μπορεί μια γυναίκα να κυκλοφορεί άφοβα στους δρόμους, ανωμαλία είναι να πιστεύεις ότι τα εμβόλια σκοπό έχουν να προκαλέσουν περισσότερο κακό από ό,τι καλό, ανωμαλία είναι να νομίζεις ότι η λογοτεχνία σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, ανωμαλία είναι ακόμα το προφιτερόλ να έχει μόνο ένα σουδάκι μέσα, ανωμαλία είναι και ότι ο «Πατάκης» εξακολουθεί να μην εκδίδει Χέρμαν Μέλβιλ. Και πόσες ακόμα ανωμαλίες! Με τελευταία εκείνη του Ερβέ Λε Τελιέ, ενός συγγραφέα που αγάπησα οριστικά από ένα και μόνο βιβλίο του που είχα διαβάσει κάποτε, το «Όλα τα μανιτάρια τρώγονται», η ουλιπιανή έμπνευση που είχε οραματιστεί το facebook χρόνια πριν από τον δημιουργό του. Κάθε φορά που μπαίνετε στο facebook και αντικρίζετε την ερώτηση «Τι σκέφτεσαι;», ικανή να σας παρασύρει ασυγκράτητα να μας εμπιστευτείτε τις επικές σας μπούρδες, σχεδόν πάντα χωρίς καθόλου φιλτράρισμα και ουσία, να θυμάστε ότι ο Τελιέ κάποτε το έκανε… χίλιες φορές καλύτερα από εσάς, πιο δημιουργικά και κυρίως με περισσότερο χι

Dogs never bite me. Just humans.

    Ψόφια πράγματα το φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης – τουλάχιστον οι επιλογές μου – αλλά μόλις είδα ότι θα προβληθεί «Η εξουσία του σκύλου», που βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Τόμας Σάβατζ, ήξερα ότι θα ρεφάρω γιατί κακό σκυλί ψόφο δεν έχει. Και έτσι έγινε, η ταινία δεν με απογοήτευσε και μου θύμισε πόσο είχα αγαπήσει εκείνο το βιβλίο. Μια παραγωγή του Νέτφλιξ που θα είναι διαθέσιμη στην πλατφόρμα από την 1 Δεκεμβρίου ώστε να προλάβει να κάνει τον κύκλο της στις αίθουσες, με τον Κάμπερμπατς στον ρόλο του Φιλ, τον σωσία του Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν στον ρόλο του Τζορτζ και την ωραία Κίρστεν Ντανστ ως Ρόουζ. Η ταινία, όπως και το βιβλίο, σε πολλούς θα φανούν αργά, αδιάφορα και αλλόκοτα, λόγω του περιεχομένου αλλά η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για αριστοτεχνικές δημιουργίες με βάθος. Αντιγράφω εδώ το κείμενο που είχα γράψει στο «Διαβάζοντας» για να θυμάμαι ότι εκείνη η ανάγνωση μετράει ακόμα μέσα μου· σπάνιο, ομολογουμένως.

Εγώ σε λέω αγάπη

  Οι πιο συνηθισμένοι απατεώνες στην Ελλάδα συνήθως ενδύονται τους υδραυλικούς που ζητάνε 55 ευρώ για μια τρόμπα στο καζανάκι και δεν μπορείς και να τους πεις «Χέσε με ρε μάστορα» γιατί μετά πώς θα τραβήξεις καζανάκι; Στη λογοτεχνία από την άλλη, το να χαρακτηρίσεις για οποιονδήποτε λόγο τον Χέρμαν Μέλβιλ απάτη , το κάνεις μόνο αν εξυπηρετεί την πλοκή! «Γιατί οι πιο τερατώδεις απ’ όλους τους υποκριτές είναι αυτοί ακριβώς οι κερδοσκόποι: υποκριτές δι’ αντιστροφής της πραγματικότητας· υποκριτές στην παρουσίαση των πραγμάτων ως σκοτεινών αντί φωτεινών· ψυχές που ευημερούν χρησιμοποιώντας όχι τη δυστυχία, αλλά το μύθευμα της δυστυχίας· δάσκαλοι της αισχρής τέχνης τού να κατασκευάζεις δυστυχία· κίβδηλοι Ιερεμίες· νόθοι Ηράκλειτοι που, μόλις η πένθιμη μέρα περάσει, επιστρέφουν, σαν απατηλοί Λάζαροι ανάμεσα στους επαίτες, για να ευφρανθούν με τα κέρδη που απέκτησαν από τα προσποιητά έλκη της κεφαλής τους – φαύλοι κερδοσκόποι!» . Θα με αναγκάσετε να κατέβω πορεία στον Λευκό Πύργο όλοι εσείς πο

Γάτα είσαι

  Οι γάτες είναι υπέροχα πλάσματα και αν δεν είσαι επηρεασμένος από τον «Κυνόδοντα» του Λάνθιμου δύσκολα να μην σε γοητεύουν ή έστω να μην τραβούν την προσοχή σου. Μία από τις αγαπημένες μου συνήθειες είναι να παρατηρώ πώς συμπεριφέρονται οι γάτες. Τι γίνεται όμως αν και εκείνες παρακολουθούν με το ίδιο ενδιαφέρον την ανθρώπινη συμπεριφορά; Κάπως έτσι θα σκέφτηκε και ο Ιάπωνας Σόσεκι Νατσούμε και έγραψε ένα αξιαγάπητο βιβλίο· επιπροσθέτως έγραψε ένα από τα λίγα βιβλία που θα ήθελα να είχα γράψει εγώ. Χεστήκαμε τι θα ήθελες να γράψεις εσύ ρε Μαραμπού, και δίκιο έχετε, δεν αντιλέγω, απλώς σκέφτηκα να το αφήσω εδώ να υπάρχει. Γιατί πάντοτε με ενθουσίαζαν εκείνα τα λιγοστά βιβλία ανεπιτήδευτης σοφίας και γατίσιας συμπεριφοράς που συμπύκνωναν όλη την φιλοσοφία τους και την συγγραφική τεχνική τους σε φράσεις όπως η ακόλουθη: «Ορισμένες φορές επινοώ κάποιες ανοησίες και οι άνθρωποι τις παίρνουν στα σοβαρά, αυτό προκαλεί έναν αισθητικό ενθουσιασμό ακραίας κωμικότητας την οποία θεωρώ ενδιαφέρ

Dance with the Devil

  A long time ago in a galaxy (στην επαρχία) far, far away… όταν περνούσα την emo φάση μου και έκλαιγα χωρίς λόγο καθώς να καθάριζα κρεμμύδια είχα ανακαλύψει τυχαία ένα βιβλιαράκι που το αγόρασα με τα πρώτα λεφτά που είχα αποταμιεύσει σε ένα βιβλιάριο τραπέζης που είχε δεν είχε μέσα 30 δραχμαί. Εκείνο το βιβλίο ήτο κάποιου ψιλοάγνωστου Χόφμαν μεταφρασμένο υπό του σπουδαίου Καρυωτάκη – αργότερα, όταν οι ισορροπίες άλλαξαν εντός μου, κατάλαβα ότι ο Χόφμαν λειτούργησε κάπως σαν το… καρυωθραυστικό του ποιητή∙ ξέρω, ξέρω, πάγωσε η θάλασσα μέσα σας, μακάρι να βρείτε ένα βιβλίο να πέσει πάνω της σαν τσεκούρι – «το λογοπαίγνιο είναι ένα καυτό σίδερο για μπούκλες στο χέρι της τρέλας και με δαύτο λυγίζει τις σκέψεις» . Ο λόγος είναι ότι ο Χόφμαν αποδείχθηκε μια εξαίσια διαβολική μορφή της παγκόσμιας λογοτεχνίας και τα παιδιά του κυκλοφορούν ελεύθερα γύρω μας – ευτυχώς για αυτά, και για εμάς, είχε πάντοτε δουλειά, και μάλιστα σημαντική, να γράφει αριστουργήματα.

Του πολέμου / Στο άλογό μου

Τι γιορτάζουμε σήμερα; Το όχι, το ναι, το ίσως; Γιατί, ενώ όλοι ξέρουμε ότι το εθνικό φρόνημα σε ψηλώνει ως άνθρωπο, εξεγειρόμαστε τόσο πολύ όταν κάτι τέτοιο γίνεται και με τεχνητά μέσα, ας πούμε, με δεκάποντες γόβες; Γιατί μετά την παρέλαση όλοι πάμε και πίνουμε φρέντο εσπρέσσο, έναν τόσο χαρακτηριστικά ιταλικό καφέ; Τι θα συμβεί αν σε μία αντιπολιτευτική συνωμοσία όλοι συντονίσουν το... ένα στο δεξί; Το ένα στ' αριστερό αποκτά όντως βαρύνουσα σημασία όταν κυβερνά η Αριστερά, ή απλώς έχουμε συνηθίσει να το θεωρούμε ηθικό πλεονέκτημα της παρέλασης;

Τελειωμένοι

    Είμαστε γεννημένοι ο ένας για τον άλλον. Τέλος. Αυτά στην αρχή, βέβαια. Γιατί μετά, ανάθεμα την ώρα που βρέθηκες μπροστά μου. Αυτή η σχέση των σχέσεων όμως, μπορεί κάλλιστα να επεκταθεί και στα βιβλία. Μόνο που σε μένα λειτούργησε αντίστροφα· ανάθεμα την ώρα που βρέθηκε μπροστά μου, είπα για αυτό το βιβλίο, μου το δάνεισαν επειδή δεν άρεσε (ωραίο προμόσιον), ήθελα από την άλλη να δω και την ταινία του Κάουφμαν , ας πάει στα κομμάτια, θα το ξεκινήσω, με την σκέψη ήδη από την αρχή να βάλω ένα τέλος όταν δω ότι δεν τραβάει το πράγμα. Αλλά, γαμώτο, τραβούσε. Για ελάχιστους αναγνώστες αυτό θα είναι το βιβλίο της ζωής τους, σύμφωνοι. Κι όμως. «Είναι εντυπωσιακό. Όταν βλέπεις κάποιον με τους γονείς του, αποδεικνύεται απτά ότι όλοι είμαστε αποτέλεσμα σύνθεσης» . Όπως ακριβώς και τα αξιανάγνωστα βιβλία, τα συγγραφικά παιδιά των δημιουργών τους – ξεράστε με την ησυχία σας και ελάτε πίσω. Μείνετέ μου πιστοί! Σας αγαπώ !

Η μέθοδος του Κούντερα

  Σε κάποιες περισσότερο κιτς εποχές ένα παρόμοιο χαστούκι σαν εκείνο του Γουίλ Σμιθ είχε ταράξει τα νερά της κοινωνικής μας ζωής. Η Νατάσα Αθήνη είχε χαστουκίσει την Δήμητρα Λιάνη στην παρουσίαση του βιβλίου της «10 χρόνια και 54 μέρες» – βέβαια, τώρα που τα συζητάμε, μπορεί να έχουν περάσει κοντά 30 χρόνια. Μια επισήμανση που μου ήρθε μόλις: όλες οι βιβλιοπαρουσιάσεις είναι για σφαλιάρες∙ συγγραφείς μην πέφτετε σε αυτή την παγίδα, μακριά. Τέλος πάντων, όταν η Δήμητρα δεν έγραφε βιβλία, διάβαζε, λένε, Κούντερα. Τότε ήταν πολύ της μόδας. Κούντερα από εδώ, Κούντερα από εκεί, είχαν τρελαθεί όλοι. Ποιος είναι ρε αυτός ο Κούντερας; Ήταν τελικά ένα πιο λογοτεχνικό Nitro όπως νόμιζαν αρκετοί; Γιατί τόσα χρόνια τον αντιμετωπίζουμε με αβάσταχτη ελαφρότητα; «Γιατί άραγε θέλει να κάνει έρωτα μαζί μου; αναρωτιόταν πολύ συχνά, αλλά δεν έβρισκε απάντηση. Ένα μόνο ήξερε, πως οι σιωπηρές συνευρέσεις τους ήταν αναπόφευκτες, έτσι όπως είναι αναπόφευκτο να σταθεί προσοχή ένας πολίτης ακούγοντας τον εθν

Θα φάτε τα μούτρα σας

  Πού βαδίζει η λογοτεχνία; Όπου και όπως βάδιζε πάντα, ελεύθερη και ασυμβίβαστη, ασυνόδευτη και ασυνόρευτη , πριν έρθει ο (κακός μας) καιρός με την πρόφαση του υποστηρίγματος/«υποστήριξης» κάποιοι να της προσφέρουν τα δεκανίκια της πολιτικής ορθότητας που θα την καθιστούσαν έκτοτε αδιανόητα στάσιμη. «Αυτό που βλέπουμε το σκεφτόμαστε, κι έτσι τελικά δεν το βλέπουμε, λέει ο Όλερ, ενώ άλλοι βλέπουν αυτό που βλέπουν χωρίς πρόβλημα, επειδή δεν το σκέφτονται αυτό που βλέπουν. Αυτό που αποκαλούμε αντίληψη είναι για μας κατά βάση στασιμότητα, ακινησία, τίποτα. Τίποτα. Οτιδήποτε έχει συμβεί το έχουμε σκεφτεί, δεν το έχουμε δει, λέει ο Όλερ» . Είδα και απόειδα λοιπόν με το… φαινόμενο Φερνάντα Μελτσόρ και είπα ό,τι βρέξει ας κατεβάσει! Βαδίζοντας στην εποχή των τυφώνων.