Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Mr Twin Peaks

 
Dear Diane, όλοι εδώ γνωρίζουν ότι είμαι ένας αξιόλογος και ικανός κριτικός λογοτεχνίας που εκτιμούν και διαβάζουν ευλαβικά, μάλιστα πολλοί από αυτούς πίνουν δηλητηριασμένο νερό στο όνομά μου, όμως, από την στιγμή που μαθεύτηκε ότι ανέλαβα μια δύσκολη και μυστήρια υπόθεση κινηματογραφικής κριτικής, αμέσως έγιναν σκοτεινοί και απόμακροι, μπαίνεις στα χωράφια μας, λένε τα εύγλωττα νυχτόβια μάτια τους, όμως, Diane, όπως λέει και ο κολασμένος Μπλέηκ, δεν μου μένει άλλο παρά να οδηγήσω το κάρο και το αλέτρι μου πάνω από τα κόκαλα των νεκρών. Δεν θα γίνω μέρος της Μαύρης Στοάς που προσπαθεί να με καταπιεί, ελπίζω δηλαδή. Αντιθέτως, ευχαρίστως θα αφήσω να με καταπιεί η κούπα του ζεστού δυνατού καφέ που ετοιμάζομαι να απολαύσω! Μετά τον πικαρέσκο κόσμο του Σιμπλίκιου, καλώς ήρθατε στον Peakαρέσκο κόσμο του Ντέιβιντ Λυντς! (I'm on) Fire walk with me!

Αυτά σκεφτόμουν λοιπόν συλλογισμένος, ότι αν επιχειρήσω μία ολομέτωπη κινηματογραφική κριτική θα με πάρουν στο ψιλό και δίκιο θα έχουν, ενώ αν έβρισκα ένα βιβλίο πάνω στο οποίο θα μπορούσα να βασίσω την κριτική μου δεν θα μπορούσαν να με πάρουν στο ψιλό – είχα δίκιο; Χαρχαλεύοντας ένα ράφι με άθλιες εκδόσεις, έπεσα σε μία... δωρική έκδοση που απέπνεε φρικτή αποφορά άρλεκιν, εκτός από την αναμενόμενη αποφορά πτώματος του εξωφύλλου. Κάπου το έχω ξαναδεί αυτό το πτώμα! Ω Θεέ, η Λόρα Πάλμερ, και αυτό είναι το κρυφό ημερολόγιό της. Όχι πλέον, χεχε! Αγαπημένο μου Ημερολόγιο, με έσωσες από την ατίμωση! Τώρα μπορώ να πω ό,τι μπαρούφα κατεβάσει το μυαλό μου, προφασιζόμενος ότι έχει σχέση με το βιβλίο – ό,τι δηλαδή κάνουν και πολλοί άλλοι από τους επονομαζόμενους «κριτικούς». 
 
[...] Είμαι παγιδευμένη σ' ένα κομμάτι του εαυτού μου, που μισώ. Ένα σκληρό, αρσενικό κομμάτι του εαυτού μου, που βγήκε στην επιφάνεια να πολεμήσει – αφού βγήκαν από μέσα μου μικρές αναμνήσεις και ουλές, τόσο αιφνιδιαστικά που βάζουν σε σκέψεις και τρομάζουν. Να πολεμήσω για να σώσω τη Λόρα όπως ήταν κάποτε. Αυτή τη Λόρα που όλοι νομίζουν πως είναι ακόμα εδώ. Εγώ μ' ένα καλοκαιρινό φουστάνι, με τα μαλλιά στον άνεμο κι ένα χαμόγελο χαραγμένο στα μάγουλά μου από τον τρελό φόβο πως ένας άντρας μπορεί να έρθει από στιγμή σε στιγμή απόψε και να προσπαθήσει να με σκοτώσει.

Όσοι δεν έχουν δει την σειρά να πω εν τάχει ότι η ιστορία περιστρέφεται γύρω από την δολοφονία της νεαρής μαθήτριας Λόρα Πάλμερ (ηρεμήστε, είναι η ενακτήρια σκηνή της σειράς) και την αναστάτωση που προκαλεί σε μία φιλήσυχη δασική περιοχή, το Τουίν Πικς. Αυτό είναι το πρώτο λογικό επίπεδο από τα δε ξέρω και γω πόσα επίπεδα της σειράς. Ο πρώτος κύκλος (7 επεισόδια) και ο δεύτερος (22 επεισόδια) γυρίστηκαν την περίοδο 1990-1991 ενώ ο τρίτος (18 επεισόδια) γυρίστηκε 25 χρόνια αργότερα, δηλαδή στις αρχές του χρόνου. Θεωρώ την πρώτη και την δεύτερη σεζόν ως ένα ενιαίο κομμάτι (που θα αποκαλώ εφεξής, δεύτερη σεζόν), καθότι αποτελεί το μερικώς ορθολογικό μέρος της σειράς, σε σύγκριση με την τρίτη που είναι πέρα από κάθε λογική, και γι' αυτό της έχουμε παράλογη αγάπη. «Το Κρυφό Ημερολόγιο της Λόρα Πάλμερ» γράφτηκε κατά την διάρκεια της επιτυχημένης δεύτερης σεζόν με σκοπό να «εξαργυρώσει» τη φήμη της σειράς και να ευχαριστήσει τους φανατικούς θαυμαστές της. Είναι γραμμένο από την Τζένιφερ Λυντς, κόρη του Ντέιβιντ Λυντς (σόι πάει το βασίλειο) και διαβάζεται με μεγάλο ενδιαφέρον, ξέχωρα από την μυθολογία της σειράς. Θα φανεί κάπως αλλόκοτο σε όσους δεν γνωρίζουν αρκετά για την σειρά (όχι γιατί δεν ξέρουν τα ονόματα των χαρακτήρων, δεν έχει να κάνει καθόλου μ' αυτό) όμως δεν στερεί κάτι από την αξία του. Με κάποιον τρόπο, φέρνει στο μυαλό ένα μέρος από την νοσηρότητα της «Κασσάνδρας και του λύκου» της Μαργαρίτας Καραπάνου. Απλώς η άρλεκιν αισθητική της έκδοσης το υποτίμησε βαθύτατα – σου λέει, ημερολόγιο γυναίκας είναι, αυτή είναι η θέση του. 
 
Αν γραφόταν ποτέ ο «Αλλόκοτος αμερικανισμός», σίγουρα ο Ντέιβιντ Λυντς θα έπρεπε να είχε μια θέση εκεί μέσα. Το αλλόκοτο μπορεί να αγγίξει την τελειότητα; Οι περισσότεροι θα πουν όχι, είναι εξ ορισμού ανεπεξέργαστο, τυχαίο, γι' αυτό και αλλόκοτο, ό,τι λάχει, η μπασιά του θολού μυαλού μας. Ε λοιπόν, όχι. Το αλλόκοτο μπορεί να είναι τέλειο! Και με ανάλογο τρόπο, το τέλειο μπορεί να είναι αλλόκοτο! Αυτό είναι το Τουίν Πικς. Κάτι αντίστοιχο αναζητώ ενίοτε και στην λογοτεχνία, έναν άνθρωπο που να με πείθει πως ό,τι παλαβό κατεβάζει το κεφάλι του, μπορεί να το μετατρέψει σε γοητευτικό και τέλειο κατασκεύασμα, και δεν θα πρωτοτυπήσω εδώ, ο πρώτος συγγραφέας που μου έρχεται στο μυαλό είναι ο Πύντσον. Δεν ξέρω αν ο σκηνοθέτης αγαπά τον συγγραφέα, και το αντίστροφο, αλλά θα ήθελα να ισχύει. Οι πρωτότυπες γραφές των ονομάτων τους φανερώνουν μια ισχνή αλλά επαρκή σύνδεση: Lynch/Pynchon! Βέβαια πριν τρέξετε να δείτε την σειρά ευχαριστώντας με, καλό θα ήταν να διαβάσετε πρώτα σχετικά με τον Λυντς και τις δημιουργίες του. Πρώτη δική του ταινία που είχα δει, ήταν η πρώτη δική του, το «Eraserhead», όπου με δεδομένες τις κινηματογραφικές αντοχές που είχα τότε απορώ και γω πώς την είδα ως το τέλος, και το πιο αλλόκοτο είναι ότι έως σήμερα την κλωθογυρίζω με ένα θετικό συναίσθημα στην μνήμη μου. Αυτό δεν μπορεί να είναι τυχαίο. Ακολούθησαν τα «Blue Velvet» και «Mulholland Drive» από τις οποίες, δυστυχώς, δεν θυμάμαι πολλά – αυτό, τελικά, ίσως να είναι τυχαίο! Το σίγουρο είναι ότι θα επανακαθορίσω την σχέση μου μαζί του.

Η δεύτερη σεζόν λοιπόν μας γνωρίζει μία πληθώρα αλλόκοτων χαρακτήρων που ζουν στο Τουίν Πικς· η τέχνη του Λυντς τους κάνει να φαίνονται αλλόκοτοι, ενώ παράλληλα ο θεατής σταδιακά αντιλαμβάνεται ότι τελικά δεν είναι τόσο αλλόκοτοι όσο μας φάνηκαν στην αρχή. Δενόμαστε με κάθε χαρακτήρα (ο πλέον αγαπημένος μου είναι η Λούσυ, η τηλεφωνήτρια του αστυνομικού τμήματος!) και καθώς προσπαθούμε να λύσουμε το μυστήριο της δολοφονίας, πέφτουμε και οι ίδιοι θύματα ενός δεύτερου μυστηρίου, του επιθετικού και διαβρωτικού μυστηρίου της μέθεξης, της ολοκληρωτικής μας ένωσης και ταύτισης με ένα έργο τέχνης που καταφέρνει να υπερβαίνει και να αποσιωπά τις κατασκευαστικές δομές των τεχνικών μερών του. Και σε μια καχύποπτη κλειστή κοινωνία που ερευνάται σύσσωμη για τα «κίνητρα» του φόνου της Λόρα, θα περίμενες να λείπει και το χιούμορ, αλλά όχι, δεν λείπει. Βέβαια, πολλοί που έχουν δει ταινίες του Λυντς, λένε ότι είναι για γέλια – δεν ασχολούμαστε μ' αυτούς όμως. Δεν λείπει το χιούμορ γιατί οι δημιουργοί της σειράς το επιστρατεύουν με κάθε αφορμή. Χιούμορ δεν είναι οι χαζοατάκες και οι στημένες φαρσοειδείς καταστάσεις με τις οποίες είναι γεμάτα πάμπολλα κινηματογραφικά και λογοτεχνικά έργα που περνιούνται, και καλά, για αστεία. Το χιούμορ βρίσκει δεκάδες διόδους για να εισχωρήσει στους δεκτικούς θεατές – μόνο δεκτικοί θα απολαύσουν το σινεμά του Λυντς, οι δηκτικοί να πάτε αλλού! Είναι μια καλή στιγμή, νομίζω, όσοι θέλετε, να σταματήσετε την σειρά σ' αυτό το σημείο. Η ιστορία φαίνεται να έχει ως έναν βαθμό ολοκληρωθεί, κάποιου είδους λύτρωση έχει βιωθεί από το κοινό, και γενικά την ευχαριστηθήκαμε αρκετά. Τι; Θέλετε να συνεχίσετε; Προχωράτε με δική σας ευθύνη. 
 

[...] Ονειρεύομαι πως πετάω καμιά φορά. Άραγε τα πουλιά ονειρεύονται πως πάνε στο σχολείο ή στη δουλειά καμιά φορά; Πως φοράνε κοστούμια και φουστάνια αντί για τα φτερά που ονειρευόμαστε εμείς; 
 
Η τρίτη σεζόν δίνει σχήμα στα όνειρά μας. Κυριολεκτικά. Αντίθετα με ό,τι συνήθως πιστεύεται, ότι τα όνειρα έχουν θετικό φορτίο (ακόμα και η χρήση της λέξης «όνειρο»), «αυτό που ζω είναι σαν όνειρο!», «αυτό που τρώω είναι όνειρο!», κλπ, τα όνειρά μας έχουν παράξενα σχήματα, απόκοσμη αισθητική, αποτρόπαια όντα και μη όντα, βραδύγλωσσους διαλόγους, δυσάρεστη και ενοχλητική παρουσία. Με δυο λόγια, είναι αλλόκοτα. Ή τουλάχιστον έτσι τα ονειρεύεται και μας τα παρουσιάζει ο Ντέιβιντ Λυντς! Η πλοκή της σειράς ακολουθεί τις δικές της διαδρομές (άλλες διαστάσεις, υπερπέραν, κλπ) αλλά η ουσία παραμένει η ίδια: αρχιτεκτονική ονείρων! Τα σπουδαία έργα τέχνης επιδέχονται πολλές ερμηνείες, αυτή είναι η μαγεία τους – βέβαια, αυτό δεν σημαίνει πως οτιδήποτε παλαβό έχει ο καθένας στο κεφάλι του πρέπει να το μπάζει στο έργο του, γιατί στο τέλος το έργο του θα μπάζει από παντού. Για παράδειγμα, όταν ο Ντάγκι χάνει την «πραγματική του ζωή» (θα το αφήσω έτσι ασαφές για να μην κάνω σπόιλερ και σας το χαλάσω) και αρχίζει να συμπεριφέρεται σαν «λοβοτομημένος», με τους οικείους τους να προσπαθούν να τον κινητοποιήσουν για να σηκωθεί, να βγει από το αυτοκίνητο, ή να πάει μέχρι το γραφείο του, ο Λυντς μοιάζει να κάνει κοινωνική κριτική για αυτούς τους απαθείς ανθρώπους που δεν είναι ευχαριστημένοι με την μικροαστική ζωή τους και την συνεχίζουν από συνήθεια, με τον λιγότερο αριθμό κινήσεων και λόγων. Αυτή όμως είναι μια δική μου ερμηνεία. Εντελώς άσχετη με την πλοκή της σειράς και ενδεχομένως με την «κρυφή» σκέψη του Λυντς. Το σημαντικό είναι ότι η σειρά, με τον τρόπο που δομείται, σου δίνει την ευκαιρία να βασίσεις πάνω της αυτή σου την ερμηνεία (και πολλές άλλες).
 
Αυτό που κάνει ακόμα πιο μυθική την σειρά είναι ότι 25 χρόνια μετά το τέλος της δεύτερης σεζόν, επανέρχονται σχεδόν όλοι οι ηθοποιοί που αγαπήσαμε (όσοι τέλος πάντων δέχτηκαν να επιστρέψουν ή κάποιοι άλλοι που πέθαναν και δεν τους επέτρεψαν να επιστρέψουν!). Ηθοποιοί όπου η πλειονότητά τους δεν είχε κινηματογραφική τριβή στο ενδιάμεσο, έτσι ώστε έκαναν ακόμα πιο συγκινητική την θέαση – μια χαρμολύπη σε έπιανε κάθε φορά που αναγνώριζες ένα πρόσωπο. Οι ηθοποιοί μεγάλωσαν μαζί με τη σειρά, χωρίς να χρησιμοποιηθούν τεχνητά μέσα γήρανσης, και αυτό, πέρα από πρωτότυπο, δίνει στην σειρά και ένα τόνο ανθρώπινο, πολύ ανθρώπινο. 
 
Τόνο δίνουν, επίσης, οι μουσικές και οι ήχοι. Ο Ντέιβιντ Λυντς επιλέγει μόνος του τις μουσικές των έργων του – κάτι σαν τον Παπακαλιάτη ένα πράγμα, αλλά στο πολύ πιο ταλαντούχο! Εκπληκτικά τραγούδια που δένουν απόλυτα με τις σκηνές, και ακόμα πιο εκπληκτικές διασκευές όπως αυτή του «American woman» των Muddy Magnolias που λέγεται ότι ο Λυντς μείωσε στο μισό την ταχύτητα του τραγουδιού διπλασιάζοντας έτσι την διάρκειά του. Δεν ξέρω πολλά από μουσική για να ξέρω αν έκανε και άλλες τροποποιήσεις, όμως, αν το μόνο που πείραξε είναι η ταχύτητα του τραγουδιού, τότε μιλάμε για τρελή έμπνευση, ώστε να καταφέρει να δώσει αυτήν την αριστουργηματική διασκευή! Και κάποιες φορές, πρέπει και η έμπνευση να εκτιμάται στην τέχνη, δεν είναι τελείως του πεταματού. Εκεί που είναι αληθινός μάστορας είναι στην χρήση των ήχων, κάθε λογής ηχητικά αποσπάσματα με σκοπό να υποβάλουν στους θεατές τα πιο έντονα συναισθήματα. Ήχος διάρκειας δυο δευτερολέπτων μετατρέπει μία αγχολυτική θέαση σε έναν τρομώδη σπασμό, και το αντίστροφο. Σε μια, πράγματι, αδύναμη μεταφορά από μέρους μου... σ' όλα τα «Μ' ακούς» από το «Μονόγραμμα» του Ελύτη, ο Λυντς θα έβαζε ήχους, ποίηση! 
 

Όσοι πάλι, εντελώς αψυχολόγητα, αρνηθείτε ή βαρεθείτε να δείτε ολόκληρη την σειρά, τότε να δείτε την ταινία που συμπυκνώνει αρκετά καλά όλη την σειρά, και μάλιστα περιέχει κομμάτια που αναλύονται πιο εκτεταμένα στην τρίτη σεζόν, πράγμα που φανερώνει ότι οι δημιουργοί της σκέφτονταν από τότε την συνέχεια της σειράς, όμως κάποια κωλύματα δεν άφησαν το σχέδιο να ευοδωθεί. Η γνώμη μου είναι ότι η καθυστέρηση της σειράς και η επακόλουθη ωρίμανση των ηθοποιών, φυσική και καλλιτεχνική, έδωσε μία πιο υποβλητική και μυθική πνοή, όπως τα αναφέρω και πιο πάνω. Επίσης, στην ταινία μαθαίνουμε από πρώτο χέρι πολλά από τα μυστικά της Λόρα Πάλμερ, καθότι εκεί ζει, σε αντίθεση με την σειρά που ξεκινά με το πτώμα της που το ξεβράζει η θάλασσα, και έτσι οι όποιες πληροφορίες έφταναν ως εμάς ήταν από δευτερογενείς πηγές. Δηλαδή, η ταινία είναι πρίκουελ και σίκουελ μαζί, πόση πρωτοτυπία να αντέξω πια ο θεατής! Διαβάζοντας το βιβλίο διαπίστωσα ότι λειτουργεί συμπληρωματικά σε αυτό που θα λέγαμε «Μύθος του Τουίν Πικς», χωρίς όμως να χάνει και την αυτονομία του. Κάθε τι σχετικό με το Τουίν Πικς ενισχύει πολυεπίπεδα τον μύθο αλλά παράλληλα αποτελεί και αξιόλογη καλλιτεχνική μονάδα. Μακάρι να μεταφράζονταν στα ελληνικά τα βιβλία του Τουίν Πικς (τουλάχιστον όσα γράφτηκαν από τις ιθύνουσες διάνοιες και όχι διάφορα άλλα που ενδεχομένως καπηλεύτηκαν τον μύθο) αλλά το βλέπω πολύ χλωμό. 
 

Για καμία ταινία ή σειρά, ποτέ και πουθενά, δεν ένιωσα την παραμικρή επιθυμία να αποκτήσω κάποιο αναμνηστικό, φιγούρες ηρώων, αφίσες, συλλεκτικά μικροαντικείμενα, memorabilia ντε. Και ξαφνικά, θέλω να τα αποκτήσω όλα! Δέχομαι προσφορές, ό,τι και αν είναι, αρκεί να σχετίζεται με το Τουίν Πικς, ακόμα και καραμέλες (ας είναι και από αγνώστους, θα τις πάρω)! Εν τέλει, πρόκειται για μία αριστουργηματική σειρά που διδάσκει Τέχνη, ασχέτως αν πολλοί θεατές την βρίσκουν ανυπόφορη και ακατανόητη. Το πρόβλημα το έχουν οι θεατές. Γνώμη μου.

Αυτές τις μέρες σκέφτομαι το Θάνατο, σαν σύντροφο που λαχταρώ να συναντήσω.
Αντίο, Λόρα
 

Σχόλια

  1. Ντέιβιντ Λιντς: Ο γητευτής των ονείρων
    Καλώς ήρθατε στο μοναδικό κινηματογραφικό σύμπαν του Ντέιβιντ Λιντς! Η βία, η εξωτερική δυσμορφία των χαρακτήρων καθώς και η παρατήρηση των κρυφών επιθυμιών των ηρώων του σκηνοθέτη, συνυπάρχουν συχνά πυκνά στις ταινίες του. Ο ίδιος, αναφέρει χαρακτηριστικά:

    «Ως παιδί, μεγάλωσα σ' ένα περιβάλλον με κομψά σπίτια, κατάφυτους δρόμους, μπλε ουρανούς, ξύλινους φράχτες, πράσινο γρασίδι και κερασιές. Όπως ακριβώς, δηλαδή, φαντάζεται κάποιος την μεσοαστική Αμερική. Αλλά οι κερασιές εκκρίνουν ένα πηχτό υγρό, το οποίο προσελκύει μαύρα, κίτρινα και ορισμένα κόκκινα μυρμήγκια γύρω του. Έτσι ανακάλυψα ότι, αν κανείς κοιτάξει λίγο πιο προσεχτικά αυτόν τον όμορφο κόσμο, θα βρει πάντα από κάτω κόκκινα μυρμήγκια. Επειδή μεγάλωσα σ' έναν όμορφο κόσμο, οτιδήποτε άλλο ήταν μία αντίθεση...»

    Γιώργος Ρούσσος

    ΥΓ. Συμφωνώ μαζί σας γενικώς. Και ειδικώς στο εξής:
    "Με κάποιον τρόπο, φέρνει στο μυαλό ένα μέρος από την νοσηρότητα της «Κασσάνδρας και του λύκου» της Μαργαρίτας Καραπάνου."

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Είναι υπέροχος! Τώρα νομίζω είμαι κινηματογραφικά ωριμότερος για να εκτιμήσω την αξία του. Τι ωραίο αυτό που παραθέτετε; Από πού είναι παρμένο, βιβλίο; Αυτό το παράθεμα ξεδιαλύνει και ένα μέρος της τρίτης σεζόν (το αναφέρω βιαστικά στην ανάρτηση) όπου φαίνεται όλη αυτή η αποστειρωμένη μεσοαστική τάξη της Αμερικής μεν, διάτρητη από στρατιές κόκκινων μυρμηγκιών δε!

      «Το κρυφό ημερολόγιο της Λόρα Πάλμερ» είναι δυνατό βιβλίο. Παρόλο που ξέρεις πολλά για την όλη ιστορία, χωνεύεται πολύ δύσκολα καθώς το διαβάζεις.

      Υ.Γ. Εννοείται ότι κάποια στιγμή θα αγοράσω και το δοκίμιο του ίδιου του Λυντς: «Κυνηγώντας το μεγάλο ψάρι». Θα κάνω καλή ψαριά :p

      Διαγραφή
  2. Ολόκληρο το όντως ενδιαφέρον άρθρο:
    http://tvxs.gr/news/sinema/nteibint-lints-o-giteytis-ton-oneiron

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Διάβασα το βιβλίο στην τρυφερή ηλικία των δεκατριών, με είχε συγκλονίσει από την αρχή έως το τέλος Αφού το διάβασα 6 7 φορές το επέστρεψα στον κάτοχο του, έφτασα 22 χρόνων και το έψαχνα παντού σαν τρελή γιατί ήθελα να το ξαναδιαβάσω,μάταια όμως ,εν τέλη το βρήκα σε ένα παλαιοπωλειο. Μέχρι την σημερινή μέρα είχα την ψευδαίσθηση ότι ήταν πραγματικό ημερολόγιο. Μπορώ να πω ότι ένας όλοκρηρο κόσμος καταστράφηκε μπροστά μου

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Εγώ σας κατέστρεψα αυτόν τον κόσμο; Ζητώ συγγνώμη :(

      Να ξέρετε όμως ότι αυτό το ημερολόγιο (με λίγες μικροαλλαγές) θα μπορούσε να είναι ένα... πραγματικό ημερολόγιο για πολλές Λόρες ετούτου του κόσμου!

      Αυτή είναι η μαγεία της λογοτεχνίας και του κινηματογράφου. Χτίζει κόσμους εμπρός μας και αν αυτοί τύχει και γκρεμιστούν, μπορεί άνετα να τους ξαναχτίσει. Ευχαριστώ για το σχόλιό σας. Συγγνώμη που το είδα καθυστερημένα.

      Διαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Κουβεντολόι με μια μούμια!

Σημ: Εδώ λέγονται ιστορίες μόνο για αραχνιασμένα κρανία, οι "ψεκασμένοι" θα απομακρύνονται διακριτικά.

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

Ποίηση χωρίς τέλος

  Αυτή η χρονιά θα ξεκινήσει ακριβώς όπως τελείωσε: με ποίηση. Συλλεκτική ανάρτηση, σπάνια θα ξαναδιαβάσετε τέτοια. Σπάω την παράδοση (και το ρόδι)! Ακόμα σπανιότερα εντυπωσιάζομαι από ποιητές και ποιήματα. Δεν με συγκινεί η συμπύκνωση του λόγου όταν του λείπει ένα είδος «φλυαρίας» – ψάχνω ποιήματα που είναι αμετροεπή με έναν δικό τους τρόπο και ταυτόχρονα στοχευμένα και ουσιώδη. Ποιήματα που δεν πολυπαίρνουν στα σοβαρά τον εαυτό τους καθώς τσαλαβουτούν χαρούμενα στον χυλό της ειρωνείας. Ποιήματα που, απ' ό,τι σωστά αντιλαμβάνεστε, δεν γράφει η πλειοψηφία των ποιητών. Με δυο λόγια, κυνηγώ το ανέφικτο. Αλλά, αυτό δεν κυνηγάμε όλοι στην έναρξη κάθε χρονιάς; Το φλουρί μου για φέτος – λίρα εκατό – ήταν η Βισουάβα ή Βισλάβα ή όπως αλλιώς, Σιμπόρσκα. Η παλιά ποίηση, η ορθόδοξη, είναι Εδώ!

Με ανώμαλους δεν μιλάω

  Ανωμαλία είναι να μην μπορεί μια γυναίκα να κυκλοφορεί άφοβα στους δρόμους, ανωμαλία είναι να πιστεύεις ότι τα εμβόλια σκοπό έχουν να προκαλέσουν περισσότερο κακό από ό,τι καλό, ανωμαλία είναι να νομίζεις ότι η λογοτεχνία σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, ανωμαλία είναι ακόμα το προφιτερόλ να έχει μόνο ένα σουδάκι μέσα, ανωμαλία είναι και ότι ο «Πατάκης» εξακολουθεί να μην εκδίδει Χέρμαν Μέλβιλ. Και πόσες ακόμα ανωμαλίες! Με τελευταία εκείνη του Ερβέ Λε Τελιέ, ενός συγγραφέα που αγάπησα οριστικά από ένα και μόνο βιβλίο του που είχα διαβάσει κάποτε, το «Όλα τα μανιτάρια τρώγονται», η ουλιπιανή έμπνευση που είχε οραματιστεί το facebook χρόνια πριν από τον δημιουργό του. Κάθε φορά που μπαίνετε στο facebook και αντικρίζετε την ερώτηση «Τι σκέφτεσαι;», ικανή να σας παρασύρει ασυγκράτητα να μας εμπιστευτείτε τις επικές σας μπούρδες, σχεδόν πάντα χωρίς καθόλου φιλτράρισμα και ουσία, να θυμάστε ότι ο Τελιέ κάποτε το έκανε… χίλιες φορές καλύτερα από εσάς, πιο δημιουργικά και κυρίως με περισσότερο χι

Dogs never bite me. Just humans.

    Ψόφια πράγματα το φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης – τουλάχιστον οι επιλογές μου – αλλά μόλις είδα ότι θα προβληθεί «Η εξουσία του σκύλου», που βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Τόμας Σάβατζ, ήξερα ότι θα ρεφάρω γιατί κακό σκυλί ψόφο δεν έχει. Και έτσι έγινε, η ταινία δεν με απογοήτευσε και μου θύμισε πόσο είχα αγαπήσει εκείνο το βιβλίο. Μια παραγωγή του Νέτφλιξ που θα είναι διαθέσιμη στην πλατφόρμα από την 1 Δεκεμβρίου ώστε να προλάβει να κάνει τον κύκλο της στις αίθουσες, με τον Κάμπερμπατς στον ρόλο του Φιλ, τον σωσία του Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν στον ρόλο του Τζορτζ και την ωραία Κίρστεν Ντανστ ως Ρόουζ. Η ταινία, όπως και το βιβλίο, σε πολλούς θα φανούν αργά, αδιάφορα και αλλόκοτα, λόγω του περιεχομένου αλλά η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για αριστοτεχνικές δημιουργίες με βάθος. Αντιγράφω εδώ το κείμενο που είχα γράψει στο «Διαβάζοντας» για να θυμάμαι ότι εκείνη η ανάγνωση μετράει ακόμα μέσα μου· σπάνιο, ομολογουμένως.

Dance with the Devil

  A long time ago in a galaxy (στην επαρχία) far, far away… όταν περνούσα την emo φάση μου και έκλαιγα χωρίς λόγο καθώς να καθάριζα κρεμμύδια είχα ανακαλύψει τυχαία ένα βιβλιαράκι που το αγόρασα με τα πρώτα λεφτά που είχα αποταμιεύσει σε ένα βιβλιάριο τραπέζης που είχε δεν είχε μέσα 30 δραχμαί. Εκείνο το βιβλίο ήτο κάποιου ψιλοάγνωστου Χόφμαν μεταφρασμένο υπό του σπουδαίου Καρυωτάκη – αργότερα, όταν οι ισορροπίες άλλαξαν εντός μου, κατάλαβα ότι ο Χόφμαν λειτούργησε κάπως σαν το… καρυωθραυστικό του ποιητή∙ ξέρω, ξέρω, πάγωσε η θάλασσα μέσα σας, μακάρι να βρείτε ένα βιβλίο να πέσει πάνω της σαν τσεκούρι – «το λογοπαίγνιο είναι ένα καυτό σίδερο για μπούκλες στο χέρι της τρέλας και με δαύτο λυγίζει τις σκέψεις» . Ο λόγος είναι ότι ο Χόφμαν αποδείχθηκε μια εξαίσια διαβολική μορφή της παγκόσμιας λογοτεχνίας και τα παιδιά του κυκλοφορούν ελεύθερα γύρω μας – ευτυχώς για αυτά, και για εμάς, είχε πάντοτε δουλειά, και μάλιστα σημαντική, να γράφει αριστουργήματα.

Του πολέμου / Στο άλογό μου

Τι γιορτάζουμε σήμερα; Το όχι, το ναι, το ίσως; Γιατί, ενώ όλοι ξέρουμε ότι το εθνικό φρόνημα σε ψηλώνει ως άνθρωπο, εξεγειρόμαστε τόσο πολύ όταν κάτι τέτοιο γίνεται και με τεχνητά μέσα, ας πούμε, με δεκάποντες γόβες; Γιατί μετά την παρέλαση όλοι πάμε και πίνουμε φρέντο εσπρέσσο, έναν τόσο χαρακτηριστικά ιταλικό καφέ; Τι θα συμβεί αν σε μία αντιπολιτευτική συνωμοσία όλοι συντονίσουν το... ένα στο δεξί; Το ένα στ' αριστερό αποκτά όντως βαρύνουσα σημασία όταν κυβερνά η Αριστερά, ή απλώς έχουμε συνηθίσει να το θεωρούμε ηθικό πλεονέκτημα της παρέλασης;

Η Αλίκη στις πόλεις

  Καλύτερα Αλίκη στις πόλεις των θαυμάτων παρά Ωραία Κοιμωμένη στο χωριό. Αυτή είναι η τελεσίδικη γνώμη μου. Αλλά τώρα που καλοκαίριασε δύσκολα να σας πείσω, το ξέρω. Τα ξαναλέμε when September ends. «Οι πόλεις δεν προσφέρουν μόνο υλικά οφέλη αλλά και ενθουσιασμό και την ευκαιρία να επαναπροσδιορίσει κάποιος τον εαυτό του. Για πολλούς πολίτες του Μάντσεστερ και του Σικάγου, η πόλη σήμαινε μια μορφή ελευθερίας. Αυτό ήταν κάτι που οι επικριτές της βικτοριανής πόλης δεν μπόρεσαν ποτέ να συλλάβουν: με τόσο σκότος και βρομιά δεν μπόρεσαν ποτέ να διακρίνουν τους τρόπους με τους οποίους η κοινότητα επαναπροσδιοριζόταν μέσα στη σύγχρονη βιομηχανική μητρόπολη». Όσοι πάλι επι-μένετε στις πόλεις πρέπει να προμηθευτείτε αμέσως το καταπληκτικό βιβλίο του Ben Wilson – γιατί αν εξαντληθεί θα το ψάχνετε στα επαρχιακά βιβλιοπωλεία!

Τελειωμένοι

    Είμαστε γεννημένοι ο ένας για τον άλλον. Τέλος. Αυτά στην αρχή, βέβαια. Γιατί μετά, ανάθεμα την ώρα που βρέθηκες μπροστά μου. Αυτή η σχέση των σχέσεων όμως, μπορεί κάλλιστα να επεκταθεί και στα βιβλία. Μόνο που σε μένα λειτούργησε αντίστροφα· ανάθεμα την ώρα που βρέθηκε μπροστά μου, είπα για αυτό το βιβλίο, μου το δάνεισαν επειδή δεν άρεσε (ωραίο προμόσιον), ήθελα από την άλλη να δω και την ταινία του Κάουφμαν , ας πάει στα κομμάτια, θα το ξεκινήσω, με την σκέψη ήδη από την αρχή να βάλω ένα τέλος όταν δω ότι δεν τραβάει το πράγμα. Αλλά, γαμώτο, τραβούσε. Για ελάχιστους αναγνώστες αυτό θα είναι το βιβλίο της ζωής τους, σύμφωνοι. Κι όμως. «Είναι εντυπωσιακό. Όταν βλέπεις κάποιον με τους γονείς του, αποδεικνύεται απτά ότι όλοι είμαστε αποτέλεσμα σύνθεσης» . Όπως ακριβώς και τα αξιανάγνωστα βιβλία, τα συγγραφικά παιδιά των δημιουργών τους – ξεράστε με την ησυχία σας και ελάτε πίσω. Μείνετέ μου πιστοί! Σας αγαπώ !

Θα φάτε τα μούτρα σας

  Πού βαδίζει η λογοτεχνία; Όπου και όπως βάδιζε πάντα, ελεύθερη και ασυμβίβαστη, ασυνόδευτη και ασυνόρευτη , πριν έρθει ο (κακός μας) καιρός με την πρόφαση του υποστηρίγματος/«υποστήριξης» κάποιοι να της προσφέρουν τα δεκανίκια της πολιτικής ορθότητας που θα την καθιστούσαν έκτοτε αδιανόητα στάσιμη. «Αυτό που βλέπουμε το σκεφτόμαστε, κι έτσι τελικά δεν το βλέπουμε, λέει ο Όλερ, ενώ άλλοι βλέπουν αυτό που βλέπουν χωρίς πρόβλημα, επειδή δεν το σκέφτονται αυτό που βλέπουν. Αυτό που αποκαλούμε αντίληψη είναι για μας κατά βάση στασιμότητα, ακινησία, τίποτα. Τίποτα. Οτιδήποτε έχει συμβεί το έχουμε σκεφτεί, δεν το έχουμε δει, λέει ο Όλερ» . Είδα και απόειδα λοιπόν με το… φαινόμενο Φερνάντα Μελτσόρ και είπα ό,τι βρέξει ας κατεβάσει! Βαδίζοντας στην εποχή των τυφώνων.

Η μέθοδος του Κούντερα

  Σε κάποιες περισσότερο κιτς εποχές ένα παρόμοιο χαστούκι σαν εκείνο του Γουίλ Σμιθ είχε ταράξει τα νερά της κοινωνικής μας ζωής. Η Νατάσα Αθήνη είχε χαστουκίσει την Δήμητρα Λιάνη στην παρουσίαση του βιβλίου της «10 χρόνια και 54 μέρες» – βέβαια, τώρα που τα συζητάμε, μπορεί να έχουν περάσει κοντά 30 χρόνια. Μια επισήμανση που μου ήρθε μόλις: όλες οι βιβλιοπαρουσιάσεις είναι για σφαλιάρες∙ συγγραφείς μην πέφτετε σε αυτή την παγίδα, μακριά. Τέλος πάντων, όταν η Δήμητρα δεν έγραφε βιβλία, διάβαζε, λένε, Κούντερα. Τότε ήταν πολύ της μόδας. Κούντερα από εδώ, Κούντερα από εκεί, είχαν τρελαθεί όλοι. Ποιος είναι ρε αυτός ο Κούντερας; Ήταν τελικά ένα πιο λογοτεχνικό Nitro όπως νόμιζαν αρκετοί; Γιατί τόσα χρόνια τον αντιμετωπίζουμε με αβάσταχτη ελαφρότητα; «Γιατί άραγε θέλει να κάνει έρωτα μαζί μου; αναρωτιόταν πολύ συχνά, αλλά δεν έβρισκε απάντηση. Ένα μόνο ήξερε, πως οι σιωπηρές συνευρέσεις τους ήταν αναπόφευκτες, έτσι όπως είναι αναπόφευκτο να σταθεί προσοχή ένας πολίτης ακούγοντας τον εθν

Τώρα μας σώνει μόνο ένα θαύμα

    Μπορεί ένα βιβλιοπωλείο να αποτελέσει καταφύγιο; Όχι καταφύγιο πολέμου, μην παρασύρεστε από τις εξελίξεις στην Ουκρανία, δεν παίζει τέτοιο πράγμα∙ ούτε βέβαια να σταματήσει τον ίδιο τον πόλεμο, αυτό και αν θα ήταν θαύμα! Μπορεί ωστόσο να αποτελέσει πού και πού ένα ζεστό καταφύγιο μιας μεμονωμένης ζωής, που παρέα με δισεκατομμύρια άλλες συγκροτούν τον κόσμο γύρω μας, τα ακρότατα όρια του οποίου συχνότατα και εντελώς απροσδόκητα μπορεί να είναι οι πιο αναίτιες και ακραίες σφαγές. Oh yes! Το να διεξάγεις ακήρυχτο πόλεμο αλληλεγγύης μέσω social media, να φας μια μπριζόλα επειδή τυχαίνει να είναι Τσικνοπέμπτη στα μέρη σου ή να διαβάσεις ένα ανάλαφρο βιβλίο δεν μοιάζουν αρκετά. Αλλά και τι θα μπορούσε να μοιάζει αρκετό στη ζωή ενός ανθρώπου; «Φοβάμαι ότι αυτό είναι σαν εκείνα τα feelgood μυθιστορήματα που διαβάζει η Τζάσμιν, όπου το τέλος είναι πάντα χαρούμενο γιατί πώς αλλιώς θα μπορούσαν οι αναγνώστες να αντισταθμίσουν τις κακές ειδήσεις και όλα αυτά τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν