Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Mr Twin Peaks

 
Dear Diane, όλοι εδώ γνωρίζουν ότι είμαι ένας αξιόλογος και ικανός κριτικός λογοτεχνίας που εκτιμούν και διαβάζουν ευλαβικά, μάλιστα πολλοί από αυτούς πίνουν δηλητηριασμένο νερό στο όνομά μου, όμως, από την στιγμή που μαθεύτηκε ότι ανέλαβα μια δύσκολη και μυστήρια υπόθεση κινηματογραφικής κριτικής, αμέσως έγιναν σκοτεινοί και απόμακροι, μπαίνεις στα χωράφια μας, λένε τα εύγλωττα νυχτόβια μάτια τους, όμως, Diane, όπως λέει και ο κολασμένος Μπλέηκ, δεν μου μένει άλλο παρά να οδηγήσω το κάρο και το αλέτρι μου πάνω από τα κόκαλα των νεκρών. Δεν θα γίνω μέρος της Μαύρης Στοάς που προσπαθεί να με καταπιεί, ελπίζω δηλαδή. Αντιθέτως, ευχαρίστως θα αφήσω να με καταπιεί η κούπα του ζεστού δυνατού καφέ που ετοιμάζομαι να απολαύσω! Μετά τον πικαρέσκο κόσμο του Σιμπλίκιου, καλώς ήρθατε στον Peakαρέσκο κόσμο του Ντέιβιντ Λυντς! (I'm on) Fire walk with me!

Αυτά σκεφτόμουν λοιπόν συλλογισμένος, ότι αν επιχειρήσω μία ολομέτωπη κινηματογραφική κριτική θα με πάρουν στο ψιλό και δίκιο θα έχουν, ενώ αν έβρισκα ένα βιβλίο πάνω στο οποίο θα μπορούσα να βασίσω την κριτική μου δεν θα μπορούσαν να με πάρουν στο ψιλό – είχα δίκιο; Χαρχαλεύοντας ένα ράφι με άθλιες εκδόσεις, έπεσα σε μία... δωρική έκδοση που απέπνεε φρικτή αποφορά άρλεκιν, εκτός από την αναμενόμενη αποφορά πτώματος του εξωφύλλου. Κάπου το έχω ξαναδεί αυτό το πτώμα! Ω Θεέ, η Λόρα Πάλμερ, και αυτό είναι το κρυφό ημερολόγιό της. Όχι πλέον, χεχε! Αγαπημένο μου Ημερολόγιο, με έσωσες από την ατίμωση! Τώρα μπορώ να πω ό,τι μπαρούφα κατεβάσει το μυαλό μου, προφασιζόμενος ότι έχει σχέση με το βιβλίο – ό,τι δηλαδή κάνουν και πολλοί άλλοι από τους επονομαζόμενους «κριτικούς». 
 
[...] Είμαι παγιδευμένη σ' ένα κομμάτι του εαυτού μου, που μισώ. Ένα σκληρό, αρσενικό κομμάτι του εαυτού μου, που βγήκε στην επιφάνεια να πολεμήσει – αφού βγήκαν από μέσα μου μικρές αναμνήσεις και ουλές, τόσο αιφνιδιαστικά που βάζουν σε σκέψεις και τρομάζουν. Να πολεμήσω για να σώσω τη Λόρα όπως ήταν κάποτε. Αυτή τη Λόρα που όλοι νομίζουν πως είναι ακόμα εδώ. Εγώ μ' ένα καλοκαιρινό φουστάνι, με τα μαλλιά στον άνεμο κι ένα χαμόγελο χαραγμένο στα μάγουλά μου από τον τρελό φόβο πως ένας άντρας μπορεί να έρθει από στιγμή σε στιγμή απόψε και να προσπαθήσει να με σκοτώσει.

Όσοι δεν έχουν δει την σειρά να πω εν τάχει ότι η ιστορία περιστρέφεται γύρω από την δολοφονία της νεαρής μαθήτριας Λόρα Πάλμερ (ηρεμήστε, είναι η ενακτήρια σκηνή της σειράς) και την αναστάτωση που προκαλεί σε μία φιλήσυχη δασική περιοχή, το Τουίν Πικς. Αυτό είναι το πρώτο λογικό επίπεδο από τα δε ξέρω και γω πόσα επίπεδα της σειράς. Ο πρώτος κύκλος (7 επεισόδια) και ο δεύτερος (22 επεισόδια) γυρίστηκαν την περίοδο 1990-1991 ενώ ο τρίτος (18 επεισόδια) γυρίστηκε 25 χρόνια αργότερα, δηλαδή στις αρχές του χρόνου. Θεωρώ την πρώτη και την δεύτερη σεζόν ως ένα ενιαίο κομμάτι (που θα αποκαλώ εφεξής, δεύτερη σεζόν), καθότι αποτελεί το μερικώς ορθολογικό μέρος της σειράς, σε σύγκριση με την τρίτη που είναι πέρα από κάθε λογική, και γι' αυτό της έχουμε παράλογη αγάπη. «Το Κρυφό Ημερολόγιο της Λόρα Πάλμερ» γράφτηκε κατά την διάρκεια της επιτυχημένης δεύτερης σεζόν με σκοπό να «εξαργυρώσει» τη φήμη της σειράς και να ευχαριστήσει τους φανατικούς θαυμαστές της. Είναι γραμμένο από την Τζένιφερ Λυντς, κόρη του Ντέιβιντ Λυντς (σόι πάει το βασίλειο) και διαβάζεται με μεγάλο ενδιαφέρον, ξέχωρα από την μυθολογία της σειράς. Θα φανεί κάπως αλλόκοτο σε όσους δεν γνωρίζουν αρκετά για την σειρά (όχι γιατί δεν ξέρουν τα ονόματα των χαρακτήρων, δεν έχει να κάνει καθόλου μ' αυτό) όμως δεν στερεί κάτι από την αξία του. Με κάποιον τρόπο, φέρνει στο μυαλό ένα μέρος από την νοσηρότητα της «Κασσάνδρας και του λύκου» της Μαργαρίτας Καραπάνου. Απλώς η άρλεκιν αισθητική της έκδοσης το υποτίμησε βαθύτατα – σου λέει, ημερολόγιο γυναίκας είναι, αυτή είναι η θέση του. 
 
Αν γραφόταν ποτέ ο «Αλλόκοτος αμερικανισμός», σίγουρα ο Ντέιβιντ Λυντς θα έπρεπε να είχε μια θέση εκεί μέσα. Το αλλόκοτο μπορεί να αγγίξει την τελειότητα; Οι περισσότεροι θα πουν όχι, είναι εξ ορισμού ανεπεξέργαστο, τυχαίο, γι' αυτό και αλλόκοτο, ό,τι λάχει, η μπασιά του θολού μυαλού μας. Ε λοιπόν, όχι. Το αλλόκοτο μπορεί να είναι τέλειο! Και με ανάλογο τρόπο, το τέλειο μπορεί να είναι αλλόκοτο! Αυτό είναι το Τουίν Πικς. Κάτι αντίστοιχο αναζητώ ενίοτε και στην λογοτεχνία, έναν άνθρωπο που να με πείθει πως ό,τι παλαβό κατεβάζει το κεφάλι του, μπορεί να το μετατρέψει σε γοητευτικό και τέλειο κατασκεύασμα, και δεν θα πρωτοτυπήσω εδώ, ο πρώτος συγγραφέας που μου έρχεται στο μυαλό είναι ο Πύντσον. Δεν ξέρω αν ο σκηνοθέτης αγαπά τον συγγραφέα, και το αντίστροφο, αλλά θα ήθελα να ισχύει. Οι πρωτότυπες γραφές των ονομάτων τους φανερώνουν μια ισχνή αλλά επαρκή σύνδεση: Lynch/Pynchon! Βέβαια πριν τρέξετε να δείτε την σειρά ευχαριστώντας με, καλό θα ήταν να διαβάσετε πρώτα σχετικά με τον Λυντς και τις δημιουργίες του. Πρώτη δική του ταινία που είχα δει, ήταν η πρώτη δική του, το «Eraserhead», όπου με δεδομένες τις κινηματογραφικές αντοχές που είχα τότε απορώ και γω πώς την είδα ως το τέλος, και το πιο αλλόκοτο είναι ότι έως σήμερα την κλωθογυρίζω με ένα θετικό συναίσθημα στην μνήμη μου. Αυτό δεν μπορεί να είναι τυχαίο. Ακολούθησαν τα «Blue Velvet» και «Mulholland Drive» από τις οποίες, δυστυχώς, δεν θυμάμαι πολλά – αυτό, τελικά, ίσως να είναι τυχαίο! Το σίγουρο είναι ότι θα επανακαθορίσω την σχέση μου μαζί του.

Η δεύτερη σεζόν λοιπόν μας γνωρίζει μία πληθώρα αλλόκοτων χαρακτήρων που ζουν στο Τουίν Πικς· η τέχνη του Λυντς τους κάνει να φαίνονται αλλόκοτοι, ενώ παράλληλα ο θεατής σταδιακά αντιλαμβάνεται ότι τελικά δεν είναι τόσο αλλόκοτοι όσο μας φάνηκαν στην αρχή. Δενόμαστε με κάθε χαρακτήρα (ο πλέον αγαπημένος μου είναι η Λούσυ, η τηλεφωνήτρια του αστυνομικού τμήματος!) και καθώς προσπαθούμε να λύσουμε το μυστήριο της δολοφονίας, πέφτουμε και οι ίδιοι θύματα ενός δεύτερου μυστηρίου, του επιθετικού και διαβρωτικού μυστηρίου της μέθεξης, της ολοκληρωτικής μας ένωσης και ταύτισης με ένα έργο τέχνης που καταφέρνει να υπερβαίνει και να αποσιωπά τις κατασκευαστικές δομές των τεχνικών μερών του. Και σε μια καχύποπτη κλειστή κοινωνία που ερευνάται σύσσωμη για τα «κίνητρα» του φόνου της Λόρα, θα περίμενες να λείπει και το χιούμορ, αλλά όχι, δεν λείπει. Βέβαια, πολλοί που έχουν δει ταινίες του Λυντς, λένε ότι είναι για γέλια – δεν ασχολούμαστε μ' αυτούς όμως. Δεν λείπει το χιούμορ γιατί οι δημιουργοί της σειράς το επιστρατεύουν με κάθε αφορμή. Χιούμορ δεν είναι οι χαζοατάκες και οι στημένες φαρσοειδείς καταστάσεις με τις οποίες είναι γεμάτα πάμπολλα κινηματογραφικά και λογοτεχνικά έργα που περνιούνται, και καλά, για αστεία. Το χιούμορ βρίσκει δεκάδες διόδους για να εισχωρήσει στους δεκτικούς θεατές – μόνο δεκτικοί θα απολαύσουν το σινεμά του Λυντς, οι δηκτικοί να πάτε αλλού! Είναι μια καλή στιγμή, νομίζω, όσοι θέλετε, να σταματήσετε την σειρά σ' αυτό το σημείο. Η ιστορία φαίνεται να έχει ως έναν βαθμό ολοκληρωθεί, κάποιου είδους λύτρωση έχει βιωθεί από το κοινό, και γενικά την ευχαριστηθήκαμε αρκετά. Τι; Θέλετε να συνεχίσετε; Προχωράτε με δική σας ευθύνη. 
 

[...] Ονειρεύομαι πως πετάω καμιά φορά. Άραγε τα πουλιά ονειρεύονται πως πάνε στο σχολείο ή στη δουλειά καμιά φορά; Πως φοράνε κοστούμια και φουστάνια αντί για τα φτερά που ονειρευόμαστε εμείς; 
 
Η τρίτη σεζόν δίνει σχήμα στα όνειρά μας. Κυριολεκτικά. Αντίθετα με ό,τι συνήθως πιστεύεται, ότι τα όνειρα έχουν θετικό φορτίο (ακόμα και η χρήση της λέξης «όνειρο»), «αυτό που ζω είναι σαν όνειρο!», «αυτό που τρώω είναι όνειρο!», κλπ, τα όνειρά μας έχουν παράξενα σχήματα, απόκοσμη αισθητική, αποτρόπαια όντα και μη όντα, βραδύγλωσσους διαλόγους, δυσάρεστη και ενοχλητική παρουσία. Με δυο λόγια, είναι αλλόκοτα. Ή τουλάχιστον έτσι τα ονειρεύεται και μας τα παρουσιάζει ο Ντέιβιντ Λυντς! Η πλοκή της σειράς ακολουθεί τις δικές της διαδρομές (άλλες διαστάσεις, υπερπέραν, κλπ) αλλά η ουσία παραμένει η ίδια: αρχιτεκτονική ονείρων! Τα σπουδαία έργα τέχνης επιδέχονται πολλές ερμηνείες, αυτή είναι η μαγεία τους – βέβαια, αυτό δεν σημαίνει πως οτιδήποτε παλαβό έχει ο καθένας στο κεφάλι του πρέπει να το μπάζει στο έργο του, γιατί στο τέλος το έργο του θα μπάζει από παντού. Για παράδειγμα, όταν ο Ντάγκι χάνει την «πραγματική του ζωή» (θα το αφήσω έτσι ασαφές για να μην κάνω σπόιλερ και σας το χαλάσω) και αρχίζει να συμπεριφέρεται σαν «λοβοτομημένος», με τους οικείους τους να προσπαθούν να τον κινητοποιήσουν για να σηκωθεί, να βγει από το αυτοκίνητο, ή να πάει μέχρι το γραφείο του, ο Λυντς μοιάζει να κάνει κοινωνική κριτική για αυτούς τους απαθείς ανθρώπους που δεν είναι ευχαριστημένοι με την μικροαστική ζωή τους και την συνεχίζουν από συνήθεια, με τον λιγότερο αριθμό κινήσεων και λόγων. Αυτή όμως είναι μια δική μου ερμηνεία. Εντελώς άσχετη με την πλοκή της σειράς και ενδεχομένως με την «κρυφή» σκέψη του Λυντς. Το σημαντικό είναι ότι η σειρά, με τον τρόπο που δομείται, σου δίνει την ευκαιρία να βασίσεις πάνω της αυτή σου την ερμηνεία (και πολλές άλλες).
 
Αυτό που κάνει ακόμα πιο μυθική την σειρά είναι ότι 25 χρόνια μετά το τέλος της δεύτερης σεζόν, επανέρχονται σχεδόν όλοι οι ηθοποιοί που αγαπήσαμε (όσοι τέλος πάντων δέχτηκαν να επιστρέψουν ή κάποιοι άλλοι που πέθαναν και δεν τους επέτρεψαν να επιστρέψουν!). Ηθοποιοί όπου η πλειονότητά τους δεν είχε κινηματογραφική τριβή στο ενδιάμεσο, έτσι ώστε έκαναν ακόμα πιο συγκινητική την θέαση – μια χαρμολύπη σε έπιανε κάθε φορά που αναγνώριζες ένα πρόσωπο. Οι ηθοποιοί μεγάλωσαν μαζί με τη σειρά, χωρίς να χρησιμοποιηθούν τεχνητά μέσα γήρανσης, και αυτό, πέρα από πρωτότυπο, δίνει στην σειρά και ένα τόνο ανθρώπινο, πολύ ανθρώπινο. 
 
Τόνο δίνουν, επίσης, οι μουσικές και οι ήχοι. Ο Ντέιβιντ Λυντς επιλέγει μόνος του τις μουσικές των έργων του – κάτι σαν τον Παπακαλιάτη ένα πράγμα, αλλά στο πολύ πιο ταλαντούχο! Εκπληκτικά τραγούδια που δένουν απόλυτα με τις σκηνές, και ακόμα πιο εκπληκτικές διασκευές όπως αυτή του «American woman» των Muddy Magnolias που λέγεται ότι ο Λυντς μείωσε στο μισό την ταχύτητα του τραγουδιού διπλασιάζοντας έτσι την διάρκειά του. Δεν ξέρω πολλά από μουσική για να ξέρω αν έκανε και άλλες τροποποιήσεις, όμως, αν το μόνο που πείραξε είναι η ταχύτητα του τραγουδιού, τότε μιλάμε για τρελή έμπνευση, ώστε να καταφέρει να δώσει αυτήν την αριστουργηματική διασκευή! Και κάποιες φορές, πρέπει και η έμπνευση να εκτιμάται στην τέχνη, δεν είναι τελείως του πεταματού. Εκεί που είναι αληθινός μάστορας είναι στην χρήση των ήχων, κάθε λογής ηχητικά αποσπάσματα με σκοπό να υποβάλουν στους θεατές τα πιο έντονα συναισθήματα. Ήχος διάρκειας δυο δευτερολέπτων μετατρέπει μία αγχολυτική θέαση σε έναν τρομώδη σπασμό, και το αντίστροφο. Σε μια, πράγματι, αδύναμη μεταφορά από μέρους μου... σ' όλα τα «Μ' ακούς» από το «Μονόγραμμα» του Ελύτη, ο Λυντς θα έβαζε ήχους, ποίηση! 
 

Όσοι πάλι, εντελώς αψυχολόγητα, αρνηθείτε ή βαρεθείτε να δείτε ολόκληρη την σειρά, τότε να δείτε την ταινία που συμπυκνώνει αρκετά καλά όλη την σειρά, και μάλιστα περιέχει κομμάτια που αναλύονται πιο εκτεταμένα στην τρίτη σεζόν, πράγμα που φανερώνει ότι οι δημιουργοί της σκέφτονταν από τότε την συνέχεια της σειράς, όμως κάποια κωλύματα δεν άφησαν το σχέδιο να ευοδωθεί. Η γνώμη μου είναι ότι η καθυστέρηση της σειράς και η επακόλουθη ωρίμανση των ηθοποιών, φυσική και καλλιτεχνική, έδωσε μία πιο υποβλητική και μυθική πνοή, όπως τα αναφέρω και πιο πάνω. Επίσης, στην ταινία μαθαίνουμε από πρώτο χέρι πολλά από τα μυστικά της Λόρα Πάλμερ, καθότι εκεί ζει, σε αντίθεση με την σειρά που ξεκινά με το πτώμα της που το ξεβράζει η θάλασσα, και έτσι οι όποιες πληροφορίες έφταναν ως εμάς ήταν από δευτερογενείς πηγές. Δηλαδή, η ταινία είναι πρίκουελ και σίκουελ μαζί, πόση πρωτοτυπία να αντέξω πια ο θεατής! Διαβάζοντας το βιβλίο διαπίστωσα ότι λειτουργεί συμπληρωματικά σε αυτό που θα λέγαμε «Μύθος του Τουίν Πικς», χωρίς όμως να χάνει και την αυτονομία του. Κάθε τι σχετικό με το Τουίν Πικς ενισχύει πολυεπίπεδα τον μύθο αλλά παράλληλα αποτελεί και αξιόλογη καλλιτεχνική μονάδα. Μακάρι να μεταφράζονταν στα ελληνικά τα βιβλία του Τουίν Πικς (τουλάχιστον όσα γράφτηκαν από τις ιθύνουσες διάνοιες και όχι διάφορα άλλα που ενδεχομένως καπηλεύτηκαν τον μύθο) αλλά το βλέπω πολύ χλωμό. 
 

Για καμία ταινία ή σειρά, ποτέ και πουθενά, δεν ένιωσα την παραμικρή επιθυμία να αποκτήσω κάποιο αναμνηστικό, φιγούρες ηρώων, αφίσες, συλλεκτικά μικροαντικείμενα, memorabilia ντε. Και ξαφνικά, θέλω να τα αποκτήσω όλα! Δέχομαι προσφορές, ό,τι και αν είναι, αρκεί να σχετίζεται με το Τουίν Πικς, ακόμα και καραμέλες (ας είναι και από αγνώστους, θα τις πάρω)! Εν τέλει, πρόκειται για μία αριστουργηματική σειρά που διδάσκει Τέχνη, ασχέτως αν πολλοί θεατές την βρίσκουν ανυπόφορη και ακατανόητη. Το πρόβλημα το έχουν οι θεατές. Γνώμη μου.

Αυτές τις μέρες σκέφτομαι το Θάνατο, σαν σύντροφο που λαχταρώ να συναντήσω.
Αντίο, Λόρα
 

Σχόλια

  1. Ντέιβιντ Λιντς: Ο γητευτής των ονείρων
    Καλώς ήρθατε στο μοναδικό κινηματογραφικό σύμπαν του Ντέιβιντ Λιντς! Η βία, η εξωτερική δυσμορφία των χαρακτήρων καθώς και η παρατήρηση των κρυφών επιθυμιών των ηρώων του σκηνοθέτη, συνυπάρχουν συχνά πυκνά στις ταινίες του. Ο ίδιος, αναφέρει χαρακτηριστικά:

    «Ως παιδί, μεγάλωσα σ' ένα περιβάλλον με κομψά σπίτια, κατάφυτους δρόμους, μπλε ουρανούς, ξύλινους φράχτες, πράσινο γρασίδι και κερασιές. Όπως ακριβώς, δηλαδή, φαντάζεται κάποιος την μεσοαστική Αμερική. Αλλά οι κερασιές εκκρίνουν ένα πηχτό υγρό, το οποίο προσελκύει μαύρα, κίτρινα και ορισμένα κόκκινα μυρμήγκια γύρω του. Έτσι ανακάλυψα ότι, αν κανείς κοιτάξει λίγο πιο προσεχτικά αυτόν τον όμορφο κόσμο, θα βρει πάντα από κάτω κόκκινα μυρμήγκια. Επειδή μεγάλωσα σ' έναν όμορφο κόσμο, οτιδήποτε άλλο ήταν μία αντίθεση...»

    Γιώργος Ρούσσος

    ΥΓ. Συμφωνώ μαζί σας γενικώς. Και ειδικώς στο εξής:
    "Με κάποιον τρόπο, φέρνει στο μυαλό ένα μέρος από την νοσηρότητα της «Κασσάνδρας και του λύκου» της Μαργαρίτας Καραπάνου."

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Είναι υπέροχος! Τώρα νομίζω είμαι κινηματογραφικά ωριμότερος για να εκτιμήσω την αξία του. Τι ωραίο αυτό που παραθέτετε; Από πού είναι παρμένο, βιβλίο; Αυτό το παράθεμα ξεδιαλύνει και ένα μέρος της τρίτης σεζόν (το αναφέρω βιαστικά στην ανάρτηση) όπου φαίνεται όλη αυτή η αποστειρωμένη μεσοαστική τάξη της Αμερικής μεν, διάτρητη από στρατιές κόκκινων μυρμηγκιών δε!

      «Το κρυφό ημερολόγιο της Λόρα Πάλμερ» είναι δυνατό βιβλίο. Παρόλο που ξέρεις πολλά για την όλη ιστορία, χωνεύεται πολύ δύσκολα καθώς το διαβάζεις.

      Υ.Γ. Εννοείται ότι κάποια στιγμή θα αγοράσω και το δοκίμιο του ίδιου του Λυντς: «Κυνηγώντας το μεγάλο ψάρι». Θα κάνω καλή ψαριά :p

      Διαγραφή
  2. Ολόκληρο το όντως ενδιαφέρον άρθρο:
    http://tvxs.gr/news/sinema/nteibint-lints-o-giteytis-ton-oneiron

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Διάβασα το βιβλίο στην τρυφερή ηλικία των δεκατριών, με είχε συγκλονίσει από την αρχή έως το τέλος Αφού το διάβασα 6 7 φορές το επέστρεψα στον κάτοχο του, έφτασα 22 χρόνων και το έψαχνα παντού σαν τρελή γιατί ήθελα να το ξαναδιαβάσω,μάταια όμως ,εν τέλη το βρήκα σε ένα παλαιοπωλειο. Μέχρι την σημερινή μέρα είχα την ψευδαίσθηση ότι ήταν πραγματικό ημερολόγιο. Μπορώ να πω ότι ένας όλοκρηρο κόσμος καταστράφηκε μπροστά μου

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Εγώ σας κατέστρεψα αυτόν τον κόσμο; Ζητώ συγγνώμη :(

      Να ξέρετε όμως ότι αυτό το ημερολόγιο (με λίγες μικροαλλαγές) θα μπορούσε να είναι ένα... πραγματικό ημερολόγιο για πολλές Λόρες ετούτου του κόσμου!

      Αυτή είναι η μαγεία της λογοτεχνίας και του κινηματογράφου. Χτίζει κόσμους εμπρός μας και αν αυτοί τύχει και γκρεμιστούν, μπορεί άνετα να τους ξαναχτίσει. Ευχαριστώ για το σχόλιό σας. Συγγνώμη που το είδα καθυστερημένα.

      Διαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Κουβεντολόι με μια μούμια!

Σημ: Εδώ λέγονται ιστορίες μόνο για αραχνιασμένα κρανία, οι "ψεκασμένοι" θα απομακρύνονται διακριτικά.

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

En passant

  Το «Αν πασάν» είναι ένας σκακιστικός κανόνας, περιθωριακός και άγνωστος αλλά ιδιαιτέρως αποτελεσματικός και σημαντικός. Στις αρχικές τους κινήσεις, τα πιόνια έχουν το δικαίωμα να κινηθούν ένα ή δύο τετράγωνα μπροστά. Αν επιλέξουν να κινηθούν δύο τετράγωνα μπροστά και ένα αντίπαλο πιόνι βρίσκεται σε τέτοια θέση ώστε να μπορούσε να το αιχμαλωτίσει αν το πιόνι που κινήθηκε δυο τετράγωνα αποφάσιζε να κινηθεί μόνο ένα, τότε, έχει το δικαίωμα να το αιχμαλωτίσει και σε αυτή την περίπτωση που κάνει δύο βήματα. Έχουμε δηλαδή, αν πασάν... αιχμαλωσία εν τη διελεύσει. Είναι δυσνόητο στην περιγραφή αλλά αρκετά ξεκάθαρο στην πράξη. Βέβαια, όταν είσαι αρχάριος σκακιστής και το συναντήσεις πρώτη φορά σε ηλεκτρονική παρτίδα, τότε πείθεσαι ότι κάποιο «bug» έχει η ιστοσελίδα, ότι σε χακάρανε ή ότι άρπαξες όλες τις ιώσεις του κυβερνοχώρου. Τα βιβλία του Ναμπόκοφ, μου προσφέρουν την ισχυρή εντύπωση ότι αποτελούν ένα συνεχές λογοτεχνικό en passant, σε αιχμαλωτίζουν εν τη διελεύσει.

Το Δώρο

Θα μπορούσε ο Στέφανος Ξενάκης να είναι ο Στέφανος Δαίδαλος του σήμερα; Ή να το αλλάξω κάπως για να ’χουμε καλό ρώτημα: θα μπορούσε ο Τζέημς Τζόυς (μαζί και οι όποιες καλλιτεχνικές μεταμορφώσεις του) να γίνει ένας motivational speaker της σημερινής εποχής; Κανείς πλέον (αν υποθέσουμε ότι μπορούσε κάποτε) δεν διαβάζει τον «Οδυσσέα». Δεν μπορεί να αντέξει ότι αυτό το βιβλίο τον περιγράφει, ακόμα και σήμερα ή και περισσότερο σήμερα, τόσο καλά παρά την μοναδικότητα του κάθε ανθρώπου. Του αφιερώνει μία μέρα τον χρόνο, την σημερινή (παρόλο που άλλαξε η μέρα, το blogger έμεινε σταθερά πίσω!), και μετά τον στέλνει αδιάβαστο. Αν κάποιος όμως του σερβίρει για πρωινό όμορφες φράσεις με γαρνιτ ούρα υπέροχα σκίτσα, τότε μπορεί να νιώσει στιγμιαία χαρά και να βελάζει σαν ανέφελο πρόβατο στα λιβάδια του χρόνου. 

Αποδοχή cookies

«Ευτυχώς, αν θέλει κάποιος να βρει μεστές απόψεις για καλά βιβλία, υπάρχουν ήδη πολύ αξιόλογα βιβλιοφιλικά μπλογκ, όπως το κορυφαίο, του Librofilo ή το αγαπημένο του, του Μαραμπού» . Να ξέρετε ότι όταν μου δίνουν γλυκό, έστω και σε μορφή βιβλίου, το αποδέχομαι αμέσως. Επίσης, να ξέρετε ότι ενίοτε μπορεί να γράφω για βιβλία που δεν έχω διαβάσει, όλοι το κάνουμε αυτό, απλώς οι περισσότεροι εντελώς αποτυχημένα, αλλά ποτέ δεν γράφω για βιβλίο που δεν μου άρεσε προφασιζόμενος το αντίστροφο∙ όλοι το κάνετε και αυτό, απλώς οι περισσότεροι εντελώς αποτυχημένα. Το βιβλίο είναι δώρο της συγγραφέα, καλής διαδικτυακής φίλης, και η άποψή μου για αυτό ολότελα υποκειμενική – ξέρω, απανωτά σοκ! – και ουδεμία σχέση έχει με την αντικειμενική κριτική που από καιρό θα έπρεπε να γίνει αντικείμενο κριτικής, τουλάχιστον στην Ελλάδα. Από το να μασήσω τα λόγια μου, θα προτιμήσω τα μπισκότα. «Όχι πως δεν ήταν επηρεασμένος και από το ιστολόγιο «Πιπέρι και σπασμένες γραμμές» με τις λαχταριστές αναρτήσεις σχετικά ...

Kinds of kindness

Τα περισσότερα μαγαζιά έχουν ήδη στολίσει με ελλειμματικό γούστο, οι κουραμπιέδες άρχισαν να ανταγωνίζονται τα μελομακάρονα – και τα δυο μαζί την Dubai chocolate –, η Black Friday με τις ασυναγώνιστες τιμές της θα κοντράρει στα ίσα την αληθινή ύπαρξη του ΑΙ Βασίλη, ο καιρός προσπαθεί να τα βρει με τον απορυθμισμένο θερμοστάτη του και γενικά είμαστε μια ωραία ατμόσφαιρα είμαστε. Και μέσα σε όλα αυτά, οι δημοσιογράφοι, οι αθλητές, η εκκλησία, τα ιδρύματα, οι πολιτικοί (που είναι για τα ιδρύματα) θα δείξουν το καλοσυνάτο πρόσωπό τους στους ταλαίπωρους ετούτου του κόσμου. Και μην ξεχνάμε, ότι κυρίως τα Χριστούγεννα είναι για τα παιδιά – και για όλα εκείνα που γιόρταζε η πρόσφατη «Παγκόσμια Ημέρα κατά της Κακοποίησης των παιδιών». «Πάντοτε, τα Χριστούγεννα έβγαζαν στους ανθρώπους τον καλύτερο αλλά και τον χειρότερο εαυτό τους».    

Ασκήσεις μνήμης

  Τις ασκήσεις ύφους τις κατέκτησε σε βαθμό που λίγοι συγγραφείς φτάνουν , με τις ασκήσεις μνήμης όμως κανείς άνθρωπος δεν τα βγάζει εύκολα πέρα. Όλοι μας γράφουμε autofiction από 8 χρονών – Περιγράψτε μας τα πιο ωραία σας Χριστούγεννα – τα νεύρα μου! Το autofiction πλέον μοιάζει να είναι ένας ευφημισμός για να αποδεχόμαστε κάποιες συγγραφικές μετριότητες ως κάτι παραπάνω από αυτό που είναι. Είναι προσβολή να θεωρείς ότι ο Τζόυς ή ο Σελίν (που επιτέλους σε λίγες μέρες θα εκδοθεί το «Θάνατος επί πιστώσει»∙ Γκάλοπ: ποιο άργησε περισσότερο; Το Μετρό Θεσσαλονίκης ή το βιβλίο του Σελίν;) έγραψαν autofiction. Το ίδιο ισχύει και για τον Καλβίνο στη συγκεκριμένη συλλογή. Δεν θα ξεχάσουμε και αυτά που ξέρουμε! «Μόνο πετώντας πράγματα μπορώ να βεβαιωθώ πως ακόμα δεν έχει πεταχτεί κάτι από μένα, κάτι που ίσως να μην είναι ούτε και θα είναι για πέταμα» .  

Βαρύ περιστατικό

Συγγραφείς με χιούμορ δεν χαίρουν ιδιαίτερης εκτίμησης, θεωρώ, από το αναγνωστικό κοινό. Ποιος ξέρει πόσα ελαττώματα πασχίζει να κρύψει πίσω από αυτό, θα σκέφτονται, και δεν μπορεί, κάποιο ελάττωμα θα έχει να κάνει σίγουρα και με την συγγραφή. Επίσης το χιούμορ αξιώνει ευφυΐα και το κοινό δεν θέλει να περνιέται για ηλίθιο. Ο Άμπροουζ Μπιρς με τις διάσημες σατιρικές ιστορίες του και τα σκωπτικά λήμματα θα μπορούσε να θεωρηθεί ένας τέτοιος∙ καλός για να χαμογελάμε πού και πού, μας κάνει ενίοτε και τον έξυπνο, αλλά δεν πειράζει, καλή καρδιά. Ίσως να ήταν έτσι – αν και δεν συμμερίζομαι καθόλου αυτή την άποψη – αν δεν έγραφε τα διηγήματα από τις εμπειρίες του στον Αμερικανικό Εμφύλιο. Σκλάβος του για πάντα!    

The Elephant Man

Υπάρχει ένας ελέφαντας στο δωμάτιο – όχι ρε, δεν εννοώ εσάς, φάτε ελεύθερα όσο θέλετε! – και αυτός δεν είναι άλλος από τον ίδιο τον άνθρωπο. Οξύμωρο, καταλαβαίνω, αλλά στο περίκλειστο δωμάτιο που είναι ο κόσμος ολάκερος, αν θες να παραμένεις ανθρώπινος πρέπει να έχεις καρφωμένα τα μάτια σου στον ελέφαντα. «–Είναι επειδή, με τον τρόπο που ο κερατάς σου παρουσιάζει τα πράγματα, παραέδινε την εντύπωση ότι έφτυνε κατάμουτρα το είδος για το οποίο πέθανε ο Κύριός μας. Δεν είχες την αίσθηση ότι υπέγραφες υπέρ των ελεφάντων αλλά εναντίον των ανθρώπων» . Διαβάζω το βιβλίο του Ρομαίν Γκαρύ περίπου από τον Ιούλιο, κυρίως επειδή τα μεγάλα βιβλία τα διαβάζω τραπεζίως , δηλαδή ανάμεσα σε άλλα μικρότερα αναγνωστικά γεύματα (και τις τελευταίες μέρες και κυριολεκτικά)∙ αλλά αυτό δεν με ενοχλεί καθόλου γιατί υπήρξε ένα από τα καλύτερα βιβλία που διάβασα τα πολλά τελευταία χρόνια, και αν δεν ανανέωσε την πίστη μου στον άνθρωπο, τουλάχιστον ανανέωσε εκείνη στο μυθιστόρημα: «ο καθείς και οι ελέφαντές του, ...

100% cotton

Μπορεί τον τελευταίο χρόνο να δουλεύω στον τριτογενή τομέα παραγωγής και συγκεκριμένα σε στεγνοκαθαριστήριο – φροντίζοντας να μην τα κάνω μούσκεμα με τα ρούχα… ενώ τα κάνω μούσκεμα! – και να χαζεύω στα ταμπελάκια τι ποσοστό επί τοις εκατό βαμβάκι περιέχουν – πολυεστέρα, κερδάμε! – αλλά υπήρξαν σκληρές εποχές που δεν βελτιώθηκαν και ιδιαίτερα για πολλούς ανθρώπους, που για 100% βαμβάκι πληρωνόσουν ένα υποπολλαπλάσιό του και θα έπρεπε να λες και ευχαριστώ από πάνω. «Η αχαριστία αποτελεί συστατικό στοιχείο του χαρακτήρα των ανθρώπων σε τέτοιο βαθμό, που είναι προτιμότερο να τη θεωρεί κανείς προκαταβολικά δεδομένη και να μη στενοχωριέται» . Εδώ το ίδιο σου το πλυντήριο δεν είναι αξιόπιστο (στους χρόνους) και δεν λέει την αλήθεια, γιατί περιμένεις να το κάνουν οι άνθρωποι;

Το κτίσμα

  Τώρα που έφτασε αισίως 46 Αυγούστου και χειμώνιασε για τα καλά, ποιος δε θα ήθελε να διαβάσει μία καλή ιστορία δίπλα στο τζάκι! Τι γίνεται όμως αν το τζάκι, και συγκεκριμένα η καμινάδα, είναι το θέμα της ίδιας της ιστορίας; Μην σας παγώνει αυτό, γιατί την ιστορία την έγραψε ο Χέρμαν Μέλβιλ και τίποτα δεν μπορεί να πάει στραβά όταν συμβαίνει αυτό. Η λογοτεχνία του είναι πάντα πρόσφορη σε αναλύσεις που θεωρητικά θα βελτίωναν την κατανόηση που κρύβεται βαθιά στα θεμέλια κάθε έργου του, αλλά ταυτόχρονα ίσως θα κατέστρεφε τα οφέλη που υπάρχουν στα υψηλότερα διανοητικά πατώματα, απόρροια της μαγευτικής του αρχιτεκτονικής γραφής – «Ή, μάλλον, αυτή η ίδια δίνει απαντήσεις ασταμάτητα, ασταμάτητα ταλανίζοντάς με μ’ αυτή την τρομερή της ζέση για βελτίωση, η οποία δεν είναι παρά μια ελαφρότερη απόδοση της λέξης καταστροφή».

Σαν ναυαγοί, σαν ροβινσώνες

Ο βιασμός ενός βιβλίου και ενός συγγραφέα γίνεται με τις διασκευές . Συγγραφείς μεγάλου βεληνεκούς και εξαιρετικού κύρους όπως ο Ντάνιελ Ντιφόου, ο Ρόμπερτ Στήβενσον, ο Ιούλιος Βερν και ο Τζόναθαν Σουίφτ (με την ευκαιρία, να ξαναπώ ότι «Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ» είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία. Δεν είναι απλώς ένα από τα καλύτερα βιβλία του είδους· ή του 18ου αιώνα· ή της αγγλοσαξονικής λογοτεχνίας. Πέρα από κάθε είδους περιορισμό, τροπικό, χρονικό ή χωρικό, το βιβλίο του Σουίφτ είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία που έχουν γραφτεί επί γης) αντιμετωπίζονται από το αναγνωστικό συγγραφικό φαντασιακό σαν μικρομέγαλοι συγγγραφίσκοι που είχαν κόλλημα με την παιδική ηλικία και ανακλύκλωναν απλοϊκές ιστορίες που δεν πρέπει να διαβάζονται μετά τα δώδεκα – λες και το να είσαι παιδί είναι ιδιότητα μόνο ενός παιδιού. Κούνια που σας κούναγε!