Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Μπούρδες

 
Οι πιο γνωστοί Lear παγκοσμίως είναι η Αμάντα Ληρ («Give a bit of mmh to me and i'll give a bit of mmh to you») και ο Βασιλιάς Ληρ («When we are born, we cry that we are come to this great stage of fools») – υπάρχει όμως και ένας τρίτος, ο Έντουαρντ Ληρ! Κατ' αρχήν να ξεκαθαρίσω ότι σ' αυτό το μπλογκ δεν γράφονται μπούρδες, ελπίζω να μην έχετε πειστεί περί του αντιθέτου. Και για να επιβεβαιώσω τον κανόνα, σήμερα θα κάνω την εξαίρεση και θα μπουρδολογήσω με την καρδιά μου. Υπάρχουν βιβλία, μπούρδες και μπούρδες (ειδικά στα παιδικά), αλλά βιβλίο να στο λέει ήδη από τον τίτλο, πρώτη φορά συναντώ. Ένα φρεσκότατο βιβλίο σχεδόν 170 χρόνων που επιβεβαιώνει επίσης τον κανόνα (χωρίς εξαιρέσεις αυτή τη φορά) ότι οι απανταχού Lear του μάταιου τούτου κόσμου μένουν με κάποιον τρόπο διαχρονικοί.
 
Ποιος ήταν τελικά αυτός ο Έντουαρντ Ληρ; Λόγω εντοπιότητας παίρνω περισσότερα μόρια, σόρυ, οι υπόλοιποι δοκιμάστε την τύχη σας σε μια επόμενη προκήρυξη! Διάσημος ζωγράφος και εικονογράφος του πρώτου μισού του 19ου αιώνα, απέκτησε φήμη όταν άρχισε να ζωγραφίζει τα σπάνια είδη πουλιών που ανακάλυπταν οι ορνιθολόγοι, τόσο τέλεια που εντυπωσιάστηκε μέχρι και η βασίλισσα Βικτορία και τον προσέλαβε για δάσκαλο ζωγραφικής – αν υπήρξαν ποτέ άνθρωποι που θεωρούσαν την Βικτορία «κλώσα», τότε αυτή η σύμπτωση αποκτά έναν εντελώς άλλο χρωματισμό! Μάλιστα, οι ορνιθολόγοι έχουν δώσει το όνομά του σε δυο είδη παπαγάλων: στους Lapochroa leari και Anodorhynchus leari, που θα πει «του Ληρ». Γύρω στο 1850 άρχισε να ταξιδεύει στην Μεσόγειο και να φτιάχνει τοπιογραφίες που έμειναν γνωστές στην ιστορία της ζωγραφικής (ή και της αρχαιολογίας!), μέρος αυτών εμπνευσμένο και από την Θεσπρωτία (όχι δεν θα βρείτε την Ηγουμενίτσα ανάμεσα, τότε δεν υπήρχε ούτε καν στην φαντασία του Ληρ). 
 
Έτσι λοιπόν ξαφνιάστηκα ευχάριστα όταν αντίκρισα κάτω από τον ευφάνταστο τίτλο ενός παιδικού βιβλίου, το όνομα του Ληρ. Και οι εκπλήξεις δεν σταμάτησαν εκεί. Πριν καν διαβάσω το οτιδήποτε από το βιβλίο, στάθηκα στην ευρηματικότητα του τίτλου (έστω και αν ο πρωτότυπος είναι «Nonsense Omnibus») και πως ήδη έχει κερδίσει την μισή απόσταση από την αναγνωστική κούρσα. Στην εποχή του Ληρ (και του σύγχρονού του Κάρολ) τα παιδικά βιβλία ήταν στείρα από φαντασία και γόνιμα σε διδακτισμό. Απαγορεύονταν οι μπούρδες γιατί το παιδί θα έπρεπε σιγά σιγά να συνηθίζει την σοβαρότητα των μεγάλων. Μπούρδες!! Ποια σοβαρότητα ρε παιδιά; Ο Ληρ ήξερε καλά από μεγαλόστομες μπούρδες και αφού ήξερε και από μεγαλόπνοη ζωγραφική, αποφάσισε να φτιάξει μια συλλογή από λίμερικ με αστεία σκετσάκια. Όπως και με το έργο του Κάρολ έτσι και με αυτό του Ληρ, κριτικοί και αναγνώστες ψάχνουν να βρουν κρυφά σύμβολα, πονηρά νοήματα, ή ακόμα και συνωμοσιολογικές μπούρδες για την εκλογή Τραμπ. Το μόνο σίγουρο είναι ότι τέτοια βιβλία είναι ανοικτά σε ερμηνείες, και αυτό είναι το αποκορύφωμα που μπορεί να φτάσει ένα καλλιτεχνικό έργο – και δόξα τον Θεό, είμαστε ευγνώμονες γι' αυτό. [Λίμερικ έφτιαχνε και τα εκτιμούσε δεόντως και ο Τζόυς – η μπούρδα της ανάρτησης, συγχωρέστε με!] Στα λίμερικ ο πρώτος και ο τελευταίος στίχος είναι όμοιοι, έτσι ίσως κάποια από αυτά να ξαφνιάζουν τον σημερινό αναγνώστη που μπορεί να τα θεωρήσει άτεχνα ή γελοία (αυτό το τελευταίο δεν ενοχλεί όμως, εξυπηρετεί κάπως τον σκοπό μας). Επίσης, ο εναρκτήριος στίχος είναι της μορφής «ένας γέροντας...». Πριν τα απορρίψετε, δοκιμάστε τα όμως. Ο Γιώργος Σεφέρης (...) μετάφρασε στα ελληνικά τη λέξη «λίμερικ» ως ληρογράφημα, από το όνομα του Ληρ και την αρχαιοελληνική λέξη «λήρος» που θα πει «ανόητη κουβέντα».
  
Η απόδοση των ληρογραφημάτων από τον Αντώνη Παπαθεοδούλου (που μαθαίνω ότι είναι από τους πιο σημαντικούς ανθρώπους στην παιδική διασκευή/απόδοση) τροποποίησε κάποια από τα λίμερικ του Ληρ ώστε να ταιριάζουν με τόπους της Ελλάδας και να είναι πιο οικεία. Ωστόσο, μερικά λίμερικ αναφέρονταν ήδη στην (αρχαία) Ελλάδα και έτσι δεν χρειάστηκαν ιδιαίτερη μετατροπή. Σίγουρα, τα πρωτότυπα ποιηματάκια θα προσφέρουν το απόλυτο της ευχαρίστησης και της χάρης του λόγου, όμως και η ελληνική απόδοσή τους διατήρησε τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και δεν πρόδωσε την ουσία του βιβλίου, δηλαδή τις μπούρδες που κάνουν οι μεγάλοι και τις απολαμβάνουν τα παιδιά (και οι μεγάλοι). Το βιβλίο κυκλοφόρησε φέτος από τις εκδόσεις Παπαδόπουλος και οφείλει να γίνει ανάρπαστο αν θέλουμε να συμβαδίζουμε με την εποχή των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και των πολιτικών και κοινωνικών ζυμώσεων που πάντα βγάζουν ξεφούσκωτο ψωμί – κάπου χάλασε η μαγιά, δεν μπορεί!
 
Αντιγράφω μερικές από τις αγαπημένες μου μπούρδες του βιβλίου και εμπνέομαι για τις επόμενες (δικής μου ζυμώσεως) των μελλοντικών αναρτήσεων.
 
Ενός γεράκου από το Ντουμπάι
του άρεσε ψωμιά να μασουλάει,
μα, εξαιτίας μιας λαγάνας
που μπουκώθηκε ο φαγάνας,
πνίγηκε, μελάνιασε και πάει. 
 
 
Ένας κύριος με καρό παντελονάκι  
καντρίλιες χόρευε με ένα γεράκι.
«Αίσχος» λέει το κοινό
«αυτός χορεύει με πτηνό»
και του έριξαν ένα μπερντάκι. 
 
 
Ήταν ένας που είπε «Βρε Ούννοι,
θα τ' ακούσει κανείς το κουδούνι;
Από παιδί χτυπάω,
τώρα γέρασα, πάω,
και κανείς δεν ακούει το κουδούνι».
 
 
Μια ιταλίδα απ' τη Ρώμη κινάει
με το τρένο στο Μπάρι να πάει,
μα, όταν φώναξαν «Μπάρι»,
δεν πήρε χαμπάρι
και τώρα στη Ρώμη γυρνάει. 
 
 
Ενός γέρου που σφυρί-σφυρί-σφυρίζει  
και με το σφύριγμά του όλους εκνευρίζει
του δίνουν μια μ' ένα σφυρί
να σταματήσει να σφυρί
σφυρί-σφυρί-σφυρίζει. 
 
 
Ένας γεράκος από τα Σούσα
δε βλέπει ούτε τη δική του πατούσα.
Του λεν «Να το δάχτυλό σου».
Λέει «Πού; Μπα σε καλό σου!»
αυτός ο εθελοτυφλών από τα Σούσα. 
 
 
Ένας γέροντας από την Ελλάδα
στο ένα πόδι διαβάζει Ιλιάδα.
Σαν του μούδιασε η γάμπα,
έπεσε κι επνίγει τζάμπα
αυτός ο ομηρικός απ' την Ελλάδα.
 
 
Υ.Γ. 2666 Το βιβλίο αυτό ήταν ο πρώτος μου δανεισμός από δημοτική βιβλιοθήκη έπειτα από πολλά χρόνια και ανακάλυψα ξανά την ευχαρίστηση και την ανακούφιση που μου προσφέρει αυτή η ανιδιοτελής σχέση μεταξύ βιβλιοθηκών και αναγνωστών. Και αν κάποιοι σας πουν ότι οι βιβλιοθήκες είναι άχρηστες και τρόπον τινά μπούρδες, να τους τρίψετε στη μούρη τις 6(!) οργανωμένες και λειτουργικότατες βιβλιοθήκες του Δήμου Καλαμαριάς και την αγάπη και την εκτίμηση που τρέφουν οι δημότες προς αυτές.

Σχόλια

  1. Μαλλον ειναι το πρωτο παιδικο βιβλιο που μπαινει στο μπλογκ σου; καλως ηρθες στον κοσμο του! Κατι μου λεει οτι εισαι σε καλα χερια!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ναι, είναι το πρώτο. Αλλά έχω διαβάσει διάφορα παιδικά βιβλία κατά καιρούς. Τώρα όμως, θα ψάξω τα καλά καλά και ίσως παρουσιάσω και κανένα άλλο! Οι «Μπούρδες» όμως, είναι κάτι παραπάνω από απλό παιδικό βιβλίο.

      Διαγραφή
  2. Α, τι όμορφες μπούρδες! Ή μήπως όλες λίγο πολύ όμορφες είναι; Αλλά πάλι μπορεί να λέω και μπούρδες.Και, τέλος πάντων, ποιος αυστηρός κοινωνικός συλλογισμός μάς έχει πετάξει, εμάς τους μπουρδολόγους, μακράν του πεδίου της σοβαρότητας; Αλλά και πώς ορίζεται αυτή; Τι είδους μπούρδα κι αυτή η σοβαρότης;
    Ας δηλώσω, λοιπόν, φανατικός ληρικός αναγνώστης
    και, χάρη σε σας, και των μπουρδών του γνώστης
    κι ας σας καλημερίσω θερμά.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Καλησπέρα Διονύση!

      Οι μπούρδες είναι λυτρωτικές αρκεί και αυτές να εκφέρονται με «σοβαρότητα» (βάζω την λέξη σε εισαγωγικά, για να την ξεχωρίσω κάπως από την άλλη σοβαρότητα που κάνει τις μπούρδες να φαίνονται άνοστες). Είναι ωραίο να μαθητεύεις στις μπούρδες, αλλά όπως κάθε μαθητεία, απαιτεί επίμονη δουλειά και ένστικτο. Εδώ, θα έχεις έναν πρόθυμο χώρο για να «μπουρδολογείς»! Σ' ευχαριστώ για το σχόλιό σου. Ελπίζω να απολάυσεις και τις μπούρδες του Ληρ είτε διαβάσεις την παιδική έκδοση είτε την πρωτότυπη εκτενή εκδοχή τους.

      Διαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Κουβεντολόι με μια μούμια!

Σημ: Εδώ λέγονται ιστορίες μόνο για αραχνιασμένα κρανία, οι "ψεκασμένοι" θα απομακρύνονται διακριτικά.

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

Ποίηση χωρίς τέλος

  Αυτή η χρονιά θα ξεκινήσει ακριβώς όπως τελείωσε: με ποίηση. Συλλεκτική ανάρτηση, σπάνια θα ξαναδιαβάσετε τέτοια. Σπάω την παράδοση (και το ρόδι)! Ακόμα σπανιότερα εντυπωσιάζομαι από ποιητές και ποιήματα. Δεν με συγκινεί η συμπύκνωση του λόγου όταν του λείπει ένα είδος «φλυαρίας» – ψάχνω ποιήματα που είναι αμετροεπή με έναν δικό τους τρόπο και ταυτόχρονα στοχευμένα και ουσιώδη. Ποιήματα που δεν πολυπαίρνουν στα σοβαρά τον εαυτό τους καθώς τσαλαβουτούν χαρούμενα στον χυλό της ειρωνείας. Ποιήματα που, απ' ό,τι σωστά αντιλαμβάνεστε, δεν γράφει η πλειοψηφία των ποιητών. Με δυο λόγια, κυνηγώ το ανέφικτο. Αλλά, αυτό δεν κυνηγάμε όλοι στην έναρξη κάθε χρονιάς; Το φλουρί μου για φέτος – λίρα εκατό – ήταν η Βισουάβα ή Βισλάβα ή όπως αλλιώς, Σιμπόρσκα. Η παλιά ποίηση, η ορθόδοξη, είναι Εδώ!

Με ανώμαλους δεν μιλάω

  Ανωμαλία είναι να μην μπορεί μια γυναίκα να κυκλοφορεί άφοβα στους δρόμους, ανωμαλία είναι να πιστεύεις ότι τα εμβόλια σκοπό έχουν να προκαλέσουν περισσότερο κακό από ό,τι καλό, ανωμαλία είναι να νομίζεις ότι η λογοτεχνία σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, ανωμαλία είναι ακόμα το προφιτερόλ να έχει μόνο ένα σουδάκι μέσα, ανωμαλία είναι και ότι ο «Πατάκης» εξακολουθεί να μην εκδίδει Χέρμαν Μέλβιλ. Και πόσες ακόμα ανωμαλίες! Με τελευταία εκείνη του Ερβέ Λε Τελιέ, ενός συγγραφέα που αγάπησα οριστικά από ένα και μόνο βιβλίο του που είχα διαβάσει κάποτε, το «Όλα τα μανιτάρια τρώγονται», η ουλιπιανή έμπνευση που είχε οραματιστεί το facebook χρόνια πριν από τον δημιουργό του. Κάθε φορά που μπαίνετε στο facebook και αντικρίζετε την ερώτηση «Τι σκέφτεσαι;», ικανή να σας παρασύρει ασυγκράτητα να μας εμπιστευτείτε τις επικές σας μπούρδες, σχεδόν πάντα χωρίς καθόλου φιλτράρισμα και ουσία, να θυμάστε ότι ο Τελιέ κάποτε το έκανε… χίλιες φορές καλύτερα από εσάς, πιο δημιουργικά και κυρίως με περισσότερο χι

Dogs never bite me. Just humans.

    Ψόφια πράγματα το φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης – τουλάχιστον οι επιλογές μου – αλλά μόλις είδα ότι θα προβληθεί «Η εξουσία του σκύλου», που βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Τόμας Σάβατζ, ήξερα ότι θα ρεφάρω γιατί κακό σκυλί ψόφο δεν έχει. Και έτσι έγινε, η ταινία δεν με απογοήτευσε και μου θύμισε πόσο είχα αγαπήσει εκείνο το βιβλίο. Μια παραγωγή του Νέτφλιξ που θα είναι διαθέσιμη στην πλατφόρμα από την 1 Δεκεμβρίου ώστε να προλάβει να κάνει τον κύκλο της στις αίθουσες, με τον Κάμπερμπατς στον ρόλο του Φιλ, τον σωσία του Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν στον ρόλο του Τζορτζ και την ωραία Κίρστεν Ντανστ ως Ρόουζ. Η ταινία, όπως και το βιβλίο, σε πολλούς θα φανούν αργά, αδιάφορα και αλλόκοτα, λόγω του περιεχομένου αλλά η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για αριστοτεχνικές δημιουργίες με βάθος. Αντιγράφω εδώ το κείμενο που είχα γράψει στο «Διαβάζοντας» για να θυμάμαι ότι εκείνη η ανάγνωση μετράει ακόμα μέσα μου· σπάνιο, ομολογουμένως.

Εγώ σε λέω αγάπη

  Οι πιο συνηθισμένοι απατεώνες στην Ελλάδα συνήθως ενδύονται τους υδραυλικούς που ζητάνε 55 ευρώ για μια τρόμπα στο καζανάκι και δεν μπορείς και να τους πεις «Χέσε με ρε μάστορα» γιατί μετά πώς θα τραβήξεις καζανάκι; Στη λογοτεχνία από την άλλη, το να χαρακτηρίσεις για οποιονδήποτε λόγο τον Χέρμαν Μέλβιλ απάτη , το κάνεις μόνο αν εξυπηρετεί την πλοκή! «Γιατί οι πιο τερατώδεις απ’ όλους τους υποκριτές είναι αυτοί ακριβώς οι κερδοσκόποι: υποκριτές δι’ αντιστροφής της πραγματικότητας· υποκριτές στην παρουσίαση των πραγμάτων ως σκοτεινών αντί φωτεινών· ψυχές που ευημερούν χρησιμοποιώντας όχι τη δυστυχία, αλλά το μύθευμα της δυστυχίας· δάσκαλοι της αισχρής τέχνης τού να κατασκευάζεις δυστυχία· κίβδηλοι Ιερεμίες· νόθοι Ηράκλειτοι που, μόλις η πένθιμη μέρα περάσει, επιστρέφουν, σαν απατηλοί Λάζαροι ανάμεσα στους επαίτες, για να ευφρανθούν με τα κέρδη που απέκτησαν από τα προσποιητά έλκη της κεφαλής τους – φαύλοι κερδοσκόποι!» . Θα με αναγκάσετε να κατέβω πορεία στον Λευκό Πύργο όλοι εσείς πο

Γάτα είσαι

  Οι γάτες είναι υπέροχα πλάσματα και αν δεν είσαι επηρεασμένος από τον «Κυνόδοντα» του Λάνθιμου δύσκολα να μην σε γοητεύουν ή έστω να μην τραβούν την προσοχή σου. Μία από τις αγαπημένες μου συνήθειες είναι να παρατηρώ πώς συμπεριφέρονται οι γάτες. Τι γίνεται όμως αν και εκείνες παρακολουθούν με το ίδιο ενδιαφέρον την ανθρώπινη συμπεριφορά; Κάπως έτσι θα σκέφτηκε και ο Ιάπωνας Σόσεκι Νατσούμε και έγραψε ένα αξιαγάπητο βιβλίο· επιπροσθέτως έγραψε ένα από τα λίγα βιβλία που θα ήθελα να είχα γράψει εγώ. Χεστήκαμε τι θα ήθελες να γράψεις εσύ ρε Μαραμπού, και δίκιο έχετε, δεν αντιλέγω, απλώς σκέφτηκα να το αφήσω εδώ να υπάρχει. Γιατί πάντοτε με ενθουσίαζαν εκείνα τα λιγοστά βιβλία ανεπιτήδευτης σοφίας και γατίσιας συμπεριφοράς που συμπύκνωναν όλη την φιλοσοφία τους και την συγγραφική τεχνική τους σε φράσεις όπως η ακόλουθη: «Ορισμένες φορές επινοώ κάποιες ανοησίες και οι άνθρωποι τις παίρνουν στα σοβαρά, αυτό προκαλεί έναν αισθητικό ενθουσιασμό ακραίας κωμικότητας την οποία θεωρώ ενδιαφέρ

Dance with the Devil

  A long time ago in a galaxy (στην επαρχία) far, far away… όταν περνούσα την emo φάση μου και έκλαιγα χωρίς λόγο καθώς να καθάριζα κρεμμύδια είχα ανακαλύψει τυχαία ένα βιβλιαράκι που το αγόρασα με τα πρώτα λεφτά που είχα αποταμιεύσει σε ένα βιβλιάριο τραπέζης που είχε δεν είχε μέσα 30 δραχμαί. Εκείνο το βιβλίο ήτο κάποιου ψιλοάγνωστου Χόφμαν μεταφρασμένο υπό του σπουδαίου Καρυωτάκη – αργότερα, όταν οι ισορροπίες άλλαξαν εντός μου, κατάλαβα ότι ο Χόφμαν λειτούργησε κάπως σαν το… καρυωθραυστικό του ποιητή∙ ξέρω, ξέρω, πάγωσε η θάλασσα μέσα σας, μακάρι να βρείτε ένα βιβλίο να πέσει πάνω της σαν τσεκούρι – «το λογοπαίγνιο είναι ένα καυτό σίδερο για μπούκλες στο χέρι της τρέλας και με δαύτο λυγίζει τις σκέψεις» . Ο λόγος είναι ότι ο Χόφμαν αποδείχθηκε μια εξαίσια διαβολική μορφή της παγκόσμιας λογοτεχνίας και τα παιδιά του κυκλοφορούν ελεύθερα γύρω μας – ευτυχώς για αυτά, και για εμάς, είχε πάντοτε δουλειά, και μάλιστα σημαντική, να γράφει αριστουργήματα.

Του πολέμου / Στο άλογό μου

Τι γιορτάζουμε σήμερα; Το όχι, το ναι, το ίσως; Γιατί, ενώ όλοι ξέρουμε ότι το εθνικό φρόνημα σε ψηλώνει ως άνθρωπο, εξεγειρόμαστε τόσο πολύ όταν κάτι τέτοιο γίνεται και με τεχνητά μέσα, ας πούμε, με δεκάποντες γόβες; Γιατί μετά την παρέλαση όλοι πάμε και πίνουμε φρέντο εσπρέσσο, έναν τόσο χαρακτηριστικά ιταλικό καφέ; Τι θα συμβεί αν σε μία αντιπολιτευτική συνωμοσία όλοι συντονίσουν το... ένα στο δεξί; Το ένα στ' αριστερό αποκτά όντως βαρύνουσα σημασία όταν κυβερνά η Αριστερά, ή απλώς έχουμε συνηθίσει να το θεωρούμε ηθικό πλεονέκτημα της παρέλασης;

Τελειωμένοι

    Είμαστε γεννημένοι ο ένας για τον άλλον. Τέλος. Αυτά στην αρχή, βέβαια. Γιατί μετά, ανάθεμα την ώρα που βρέθηκες μπροστά μου. Αυτή η σχέση των σχέσεων όμως, μπορεί κάλλιστα να επεκταθεί και στα βιβλία. Μόνο που σε μένα λειτούργησε αντίστροφα· ανάθεμα την ώρα που βρέθηκε μπροστά μου, είπα για αυτό το βιβλίο, μου το δάνεισαν επειδή δεν άρεσε (ωραίο προμόσιον), ήθελα από την άλλη να δω και την ταινία του Κάουφμαν , ας πάει στα κομμάτια, θα το ξεκινήσω, με την σκέψη ήδη από την αρχή να βάλω ένα τέλος όταν δω ότι δεν τραβάει το πράγμα. Αλλά, γαμώτο, τραβούσε. Για ελάχιστους αναγνώστες αυτό θα είναι το βιβλίο της ζωής τους, σύμφωνοι. Κι όμως. «Είναι εντυπωσιακό. Όταν βλέπεις κάποιον με τους γονείς του, αποδεικνύεται απτά ότι όλοι είμαστε αποτέλεσμα σύνθεσης» . Όπως ακριβώς και τα αξιανάγνωστα βιβλία, τα συγγραφικά παιδιά των δημιουργών τους – ξεράστε με την ησυχία σας και ελάτε πίσω. Μείνετέ μου πιστοί! Σας αγαπώ !

Η μέθοδος του Κούντερα

  Σε κάποιες περισσότερο κιτς εποχές ένα παρόμοιο χαστούκι σαν εκείνο του Γουίλ Σμιθ είχε ταράξει τα νερά της κοινωνικής μας ζωής. Η Νατάσα Αθήνη είχε χαστουκίσει την Δήμητρα Λιάνη στην παρουσίαση του βιβλίου της «10 χρόνια και 54 μέρες» – βέβαια, τώρα που τα συζητάμε, μπορεί να έχουν περάσει κοντά 30 χρόνια. Μια επισήμανση που μου ήρθε μόλις: όλες οι βιβλιοπαρουσιάσεις είναι για σφαλιάρες∙ συγγραφείς μην πέφτετε σε αυτή την παγίδα, μακριά. Τέλος πάντων, όταν η Δήμητρα δεν έγραφε βιβλία, διάβαζε, λένε, Κούντερα. Τότε ήταν πολύ της μόδας. Κούντερα από εδώ, Κούντερα από εκεί, είχαν τρελαθεί όλοι. Ποιος είναι ρε αυτός ο Κούντερας; Ήταν τελικά ένα πιο λογοτεχνικό Nitro όπως νόμιζαν αρκετοί; Γιατί τόσα χρόνια τον αντιμετωπίζουμε με αβάσταχτη ελαφρότητα; «Γιατί άραγε θέλει να κάνει έρωτα μαζί μου; αναρωτιόταν πολύ συχνά, αλλά δεν έβρισκε απάντηση. Ένα μόνο ήξερε, πως οι σιωπηρές συνευρέσεις τους ήταν αναπόφευκτες, έτσι όπως είναι αναπόφευκτο να σταθεί προσοχή ένας πολίτης ακούγοντας τον εθν

Θα φάτε τα μούτρα σας

  Πού βαδίζει η λογοτεχνία; Όπου και όπως βάδιζε πάντα, ελεύθερη και ασυμβίβαστη, ασυνόδευτη και ασυνόρευτη , πριν έρθει ο (κακός μας) καιρός με την πρόφαση του υποστηρίγματος/«υποστήριξης» κάποιοι να της προσφέρουν τα δεκανίκια της πολιτικής ορθότητας που θα την καθιστούσαν έκτοτε αδιανόητα στάσιμη. «Αυτό που βλέπουμε το σκεφτόμαστε, κι έτσι τελικά δεν το βλέπουμε, λέει ο Όλερ, ενώ άλλοι βλέπουν αυτό που βλέπουν χωρίς πρόβλημα, επειδή δεν το σκέφτονται αυτό που βλέπουν. Αυτό που αποκαλούμε αντίληψη είναι για μας κατά βάση στασιμότητα, ακινησία, τίποτα. Τίποτα. Οτιδήποτε έχει συμβεί το έχουμε σκεφτεί, δεν το έχουμε δει, λέει ο Όλερ» . Είδα και απόειδα λοιπόν με το… φαινόμενο Φερνάντα Μελτσόρ και είπα ό,τι βρέξει ας κατεβάσει! Βαδίζοντας στην εποχή των τυφώνων.