Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Όνειρο ήτανε


Το βιβλίο ξεκινάει με την φράση, ακολουθούμενη από μια άνω τελεία – σαν μια ένδειξη επιφύλαξης και σαστιμάρας που αστράφτει στα μάτια του αναγνώστη – «Φαίνεται παράδοξο». Και αυτή είναι αρκετή κριτική για αυτό το βιβλίο. Ίσως και για κάθε βιβλίο εδώ που τα λέμε, μιας και η κριτική πάντα θα φαίνεται παράδοξη στα μάτια των καλλιτεχνών ή των φερεφώνων τους. «Δύο διάσημοι καλλιτέχνες, περαστικοί από εκεί, έκαναν δυο ταπεινότατες υποκλίσεις στον κριτικό· καθότι φόβος λέγεται ο συντάκτης του βιβλίου καλής συμπεριφοράς για όλους. Όσο ήσαν ακόμη μόνοι τους, τον αποκαλούσαν κουτορνίθι». Συνήθως προτρέπουν τους νέους συγγραφείς να μην περιγράφουν τα όνειρά τους στα βιβλία τους – δεν είμεθα ελεήμον φροϋδικό παράρτημα εδώ! – γιατί είναι μια συγγραφική ευκολία ελάχιστα ενδιαφέρουσα. Εκείνοι, αντιθέτως, πιστοί στην αταλαντοσύνη τους συνεχίζουν να το κάνουν. Αν όμως θέλεις να το κάνεις, πρέπει να το κάνεις σωστά. Όσα σπαράγματα ονείρων μου κατάφερα να ανακαλέσω κατά καιρούς, ουδέποτε είχαν ίχνος ρεαλισμού μέσα τους. Με τρόμαζαν με την αλλοκοτοσύνη τους και ταυτόχρονα, τρόπον τινά, με συνάρπαζαν. Η φράση «Ζω ένα όνειρο» είναι ένας γελοίος ευφημισμός. Ποιος λογικός άνθρωπος θα ήθελε πραγματικά να ζει ένα όνειρο; 

Αν δεν είσαι ο Παπακαλιάτης ώστε να περιγράφεις με εντελώς ρεαλιστικό και «καλογυρισμένο» τρόπο μια ιστορία που στο τέλος της θα αποδεικνύεται όνειρο, τότε το όνειρό σου οφείλει να είναι παράδοξο, πολύ παράδοξο. Είτε μιλάς την γλώσσα του ονείρου«Η Αγρύπνια των Φίννεγκαν» του Τζέημς Τζόυς ή/και (να δούμε πότε θα μεταφραστεί) το «Zettels Traum» του Άρνο Σμιτ [ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΡΩΤΟΙ ΣΤΟ ΜΠΛΟΓΚ ΜΟΥ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΠΕΡΧΟΜΕΝΗ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ!!: «–ή ΜΠΟΥΣ!· να, τις ιστορίες για την “πεταλούδα”· και το “όνειρο του Εδουάρδου” - – Έι, τόΧεις σκεφτεί ποτέ, αν αυτές μπορεί νάΧανε ίσως για πηγή έμπνευσης τον ΚΑΡΟΛ; · (ή και τΑνάποδο;) – :;» / Arno Schmidt, Zettels Traum, zettel 762] – είτε μεταφράζεις το όνειρο σε γλώσσα«Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ» του Τζόναθαν Σουίφτ ή/και την «Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων» του Λιούις Κάρολ – το όνειρο πρέπει να είναι ολότελα παράδοξο (και δεν εννοώ με αυτό, ας πούμε, κυβέρνηση της ΝΔ στις επερχόμενες εθνικές εκλογές, αλλά περισσότερο, αυτοδυναμία του ΚΚΕ· τόσο παράδοξο!). 


Ο Βίλχελμ Μπους (...ο πρεσβύτερος, επειδή είναι αρκετά παλιός – πάντα περίμενα να κάνω αυτό το γελοίο λογοπαίγνιο, συγχωρήστε με), θεωρείται ο πρωτοπόρος των κόμικ, που στο τέλος της ζωής του μεταπήδησε στο πεζό λόγο διατηρώντας την ίδια μοχθηρία και φιλοσοφική στάση που είχε σε όλη του την ζωή. Εξάλλου, στο «Όνειρο του Εδουάρδου» μετατρέπεται σε ένα σκεπτόμενο σημείο και «περιπλανιέται σε σημεία και τέρατα», όπως σημειώνει χαρακτηριστικά και ο Νικήτας Σινιόσογλου στο επίμετρό του. Ακόμα και ο Λούντβιχ Βιτγκενστάιν δεν είχε λόγια γι’ αυτό το βιβλίο («7. Για όσα δεν μπορεί να μιλά κανείς θα πρέπει να σωπαίνει»!!!) ο οποίος το λάτρευε και το μνημόνευε συχνά. 

[…] «”Αν κάποιος δεν μπορεί να φανταστεί τι είναι το σημείο, τούτο συμβαίνει απλούστατα επειδή είναι πολύ τεμπέλης για να το κάνει!”. Έκτοτε το επιχείρησα πολλές φορές. Ακριβώς την ώρα όμως που θαρρώ πως το πέτυχα, ακριβώς τότε είναι που δεν έχω τίποτε. Και γενικώς, φίλοι μου, έτσι δεν μας συμβαίνει με όλα τα πράγματα που θέλουμε να εξετάσουμε εξονυχιστικά; Δηλαδή πως, τη στιγμή εκείνη που λέμε ότι τα συλλάβαμε με την ευαίσθητη οξύνοιά μας, εκείνα αποτραβιούνται ύπουλα μέσα στις κρυψώνες του ασύλληπτου για να χαθούν άπαξ και δια παντός, όμοια με τον μαγεμένο λαγό που ο κυνηγός αδυνατεί να χτυπήσει; Συγκατανεύετε; Ομοίως». 


Τα όνειρα απαιτούν ερμηνεία θα σου πουν οι ψυχολόγοι που σέβονται τον εαυτό τους (όπως και τα καλά βιβλία το ίδιο, θα σιγοντάρουν και οι κριτικοί) και εγώ επέλεξα μία που μου άρεσε πολύ και με συγκίνησε, όπως αποτυπώνεται στα άτακτα σχόλια που γράφουν εν είδει επιλόγου ο μεταφραστής Γιάννης Κοιλής από κοινού με την Μαρία Τσατήρα. 

[…] «Ο κοιμώμενος ονειρεύεται ότι μεταμορφώνεται σε σημείο, δίχως διαστάσεις αλλά με πολλά ανθρώπινα χαρακτηριστικά. Έτσι, ως σημείο, διαγράφει τη διαδρομή του μέσα από τον κόσμο διάφορων διαστάσεων και περιστάσεων. Μια ωραία ερμηνεία – πέρα από τη φιλοσοφική ή τη γεωμετρική – θα ήταν να αντιληφθεί ο αναγνώστης αυτό το σημείο ως την κουκκίδα, το ίχνος που αφήνει ο σκιτσογράφος στο χαρτί για να παραστήσει όσα θελήσει και μπορέσει». 

Ο μεταφραστής Γιάννης Κοιλής, ήδη από τον αριστουργηματικό «Σιμπλίκιο Σιμπλικίσιμο» μού δίνει την εξής εντύπωση: ότι είναι πολύ εκλεκτικός στις μεταφράσεις του, και όσα βιβλία φέρνει στο προσκήνιο είναι δικές του, λίγο σπάνιες και αλλόκοτες, επιλογές βιβλίων εξαιρετικών πλην όμως δύσκολων να βρουν την εκδοτική φωνή τους σήμερα. Είναι κάπως σαν να λέει, «Κοιτάξτε, εγώ τα κουτσοβγάζω οικονομικά και ξέχωρα από την μετάφραση, έτσι, θέλω και μεταφράζω συγκεκριμένα βιβλία, ψήνεστε για έκδοση ή όχι»; Και αν η απάντηση είναι θετική (όπως εδώ) τότε και το αισθητικό αποτέλεσμα θα είναι εγγυημένο. Τον παρακολουθώ με πολλή προσοχή σε κάθε μεταφραστικό του βήμα. Το ενδιαφέρον μου όμως προκαλεί και ο αλλόκοτος δοκιμιογράφος Νικήτας Σινιόσογλου, όπου με αυτή την ιδιότητα γράφει εδώ το εκπληκτικό επίμετρο που ευχαρίστως θα ήθελα να αναπαράγω στην ολότητά του αλλά θα αρκεστώ σε ένα μικρό κομμάτι που φανερώνει συνοπτικά την αδυσώπητη και ολική μοχθηρία που φωλιάζε ανέκαθεν στους ανθρώπους και ο διορατικός Μπους είχε προβλέψει από καιρό! 


Ωστόσο, οι εκδόσεις «Γαβριηλίδη» απογοητεύουν ακόμα μια φορά. Όσο poems είναι μερικοί (λίγοι) τίτλοι τους… τόσο (και άλλο τόσο) crimes είναι τα βιβλία τους ως αντικείμενα. Με αυτό το λευκό απορροφητικό εξώφυλλο, ακόμα και αν τα κρατάς φορώντας αποστειρωμένα γάντια, μέσα σε τρεις μέρες θα έχουν χάσει τουλάχιστον το 30% της αξίας τους, μισή τιμή εξαρχής έπρεπε να μας τα δίνουν. Επίσης, η βιβλιοδεσία μοιάζει με αποτέλεσμα άπειρου υπαλλήλου που έπιασε μόλις δουλειά σε συνοικιακό βιβλιοπωλείο. Χίλιες φορές να μας τα πουλούσαν σε φωτοτυπίες με σπιράλ δέσιμο, όπως ο ευρωβουλευτής Κυριάκος Βελόπουλος, τις χειρόγραφες επιστολές του Ιησού Χριστού! Τα σώζει κάπως, η ωραία γραμματοσειρά και το χαρτί που χρησιμοποιούν στο εσωτερικό. 

[…] «Αναρωτιέμαι γιατί το διαμάντι αυτό δεν άρεσε – είναι όμορφα γραμμένο, ευφυέστατο, γεμάτο παιγνιώδεις εικόνες και παρατηρήσεις, κι άλλωστε μεταφέρει την ίδια σαρδόνια κοσμοαντίληψη που διαπνέει τα «κόμικ» του Μπους, που ήταν πολύ επιτυχημένα. Δεν θα έπρεπε η νουβέλα αυτή να πάει καλά σαν και κείνα; Η μόνη ερμηνεία που μπορώ να δώσω είναι πως πιο εύκολα συγχωρούμε τον κυνισμό και τον πεσιμισμό στα σκίτσα απ’ ό,τι στα λόγια. Η γλώσσα μάς πετσοκόβει με μιαν ακρίβεια τρομακτική. Δεν αντέχουμε να ακούμε ή να διαβάζουμε πράγματα που μπορεί και να μας διασκέδαζαν, αν τα βλέπαμε ζωγραφιστά. Οι μορφές που ενδύονται τον λόγο παραείναι αληθινές και οικείες για να έχουν το σχετικό ακαταλόγιστο που αναγνωρίζουμε στα σκίτσα». 

Αναγνώστη, μη ροχαλίζεις τόσο!! 
Ξύπνα και διάβασέ το.

Υ.Γ. 2666  Τα σκίτσα προέρχονται από το παιδικό δημοφιλές βιβλίο «Max und Moritz». Αν ζούσε τώρα θα τον είχαν ήδη λιντσάρει οι μαμάδες του facebook! Στο επίμετρο του βιβλίου, ωστόσο, θα διαβάσετε μια ωραία ερμηνεία για την ούτως ή άλλως γνωστή και αναμφισβήτητη μοχθηρία των παιδιών. 

Σχόλια

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

Ποίηση χωρίς τέλος

  Αυτή η χρονιά θα ξεκινήσει ακριβώς όπως τελείωσε: με ποίηση. Συλλεκτική ανάρτηση, σπάνια θα ξαναδιαβάσετε τέτοια. Σπάω την παράδοση (και το ρόδι)! Ακόμα σπανιότερα εντυπωσιάζομαι από ποιητές και ποιήματα. Δεν με συγκινεί η συμπύκνωση του λόγου όταν του λείπει ένα είδος «φλυαρίας» – ψάχνω ποιήματα που είναι αμετροεπή με έναν δικό τους τρόπο και ταυτόχρονα στοχευμένα και ουσιώδη. Ποιήματα που δεν πολυπαίρνουν στα σοβαρά τον εαυτό τους καθώς τσαλαβουτούν χαρούμενα στον χυλό της ειρωνείας. Ποιήματα που, απ' ό,τι σωστά αντιλαμβάνεστε, δεν γράφει η πλειοψηφία των ποιητών. Με δυο λόγια, κυνηγώ το ανέφικτο. Αλλά, αυτό δεν κυνηγάμε όλοι στην έναρξη κάθε χρονιάς; Το φλουρί μου για φέτος – λίρα εκατό – ήταν η Βισουάβα ή Βισλάβα ή όπως αλλιώς, Σιμπόρσκα. Η παλιά ποίηση, η ορθόδοξη, είναι Εδώ!

Με ανώμαλους δεν μιλάω

  Ανωμαλία είναι να μην μπορεί μια γυναίκα να κυκλοφορεί άφοβα στους δρόμους, ανωμαλία είναι να πιστεύεις ότι τα εμβόλια σκοπό έχουν να προκαλέσουν περισσότερο κακό από ό,τι καλό, ανωμαλία είναι να νομίζεις ότι η λογοτεχνία σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, ανωμαλία είναι ακόμα το προφιτερόλ να έχει μόνο ένα σουδάκι μέσα, ανωμαλία είναι και ότι ο «Πατάκης» εξακολουθεί να μην εκδίδει Χέρμαν Μέλβιλ. Και πόσες ακόμα ανωμαλίες! Με τελευταία εκείνη του Ερβέ Λε Τελιέ, ενός συγγραφέα που αγάπησα οριστικά από ένα και μόνο βιβλίο του που είχα διαβάσει κάποτε, το «Όλα τα μανιτάρια τρώγονται», η ουλιπιανή έμπνευση που είχε οραματιστεί το facebook χρόνια πριν από τον δημιουργό του. Κάθε φορά που μπαίνετε στο facebook και αντικρίζετε την ερώτηση «Τι σκέφτεσαι;», ικανή να σας παρασύρει ασυγκράτητα να μας εμπιστευτείτε τις επικές σας μπούρδες, σχεδόν πάντα χωρίς καθόλου φιλτράρισμα και ουσία, να θυμάστε ότι ο Τελιέ κάποτε το έκανε… χίλιες φορές καλύτερα από εσάς, πιο δημιουργικά και κυρίως με περισσότερο χι

Dogs never bite me. Just humans.

    Ψόφια πράγματα το φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης – τουλάχιστον οι επιλογές μου – αλλά μόλις είδα ότι θα προβληθεί «Η εξουσία του σκύλου», που βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Τόμας Σάβατζ, ήξερα ότι θα ρεφάρω γιατί κακό σκυλί ψόφο δεν έχει. Και έτσι έγινε, η ταινία δεν με απογοήτευσε και μου θύμισε πόσο είχα αγαπήσει εκείνο το βιβλίο. Μια παραγωγή του Νέτφλιξ που θα είναι διαθέσιμη στην πλατφόρμα από την 1 Δεκεμβρίου ώστε να προλάβει να κάνει τον κύκλο της στις αίθουσες, με τον Κάμπερμπατς στον ρόλο του Φιλ, τον σωσία του Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν στον ρόλο του Τζορτζ και την ωραία Κίρστεν Ντανστ ως Ρόουζ. Η ταινία, όπως και το βιβλίο, σε πολλούς θα φανούν αργά, αδιάφορα και αλλόκοτα, λόγω του περιεχομένου αλλά η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για αριστοτεχνικές δημιουργίες με βάθος. Αντιγράφω εδώ το κείμενο που είχα γράψει στο «Διαβάζοντας» για να θυμάμαι ότι εκείνη η ανάγνωση μετράει ακόμα μέσα μου· σπάνιο, ομολογουμένως.

Εγώ σε λέω αγάπη

  Οι πιο συνηθισμένοι απατεώνες στην Ελλάδα συνήθως ενδύονται τους υδραυλικούς που ζητάνε 55 ευρώ για μια τρόμπα στο καζανάκι και δεν μπορείς και να τους πεις «Χέσε με ρε μάστορα» γιατί μετά πώς θα τραβήξεις καζανάκι; Στη λογοτεχνία από την άλλη, το να χαρακτηρίσεις για οποιονδήποτε λόγο τον Χέρμαν Μέλβιλ απάτη , το κάνεις μόνο αν εξυπηρετεί την πλοκή! «Γιατί οι πιο τερατώδεις απ’ όλους τους υποκριτές είναι αυτοί ακριβώς οι κερδοσκόποι: υποκριτές δι’ αντιστροφής της πραγματικότητας· υποκριτές στην παρουσίαση των πραγμάτων ως σκοτεινών αντί φωτεινών· ψυχές που ευημερούν χρησιμοποιώντας όχι τη δυστυχία, αλλά το μύθευμα της δυστυχίας· δάσκαλοι της αισχρής τέχνης τού να κατασκευάζεις δυστυχία· κίβδηλοι Ιερεμίες· νόθοι Ηράκλειτοι που, μόλις η πένθιμη μέρα περάσει, επιστρέφουν, σαν απατηλοί Λάζαροι ανάμεσα στους επαίτες, για να ευφρανθούν με τα κέρδη που απέκτησαν από τα προσποιητά έλκη της κεφαλής τους – φαύλοι κερδοσκόποι!» . Θα με αναγκάσετε να κατέβω πορεία στον Λευκό Πύργο όλοι εσείς πο

Γάτα είσαι

  Οι γάτες είναι υπέροχα πλάσματα και αν δεν είσαι επηρεασμένος από τον «Κυνόδοντα» του Λάνθιμου δύσκολα να μην σε γοητεύουν ή έστω να μην τραβούν την προσοχή σου. Μία από τις αγαπημένες μου συνήθειες είναι να παρατηρώ πώς συμπεριφέρονται οι γάτες. Τι γίνεται όμως αν και εκείνες παρακολουθούν με το ίδιο ενδιαφέρον την ανθρώπινη συμπεριφορά; Κάπως έτσι θα σκέφτηκε και ο Ιάπωνας Σόσεκι Νατσούμε και έγραψε ένα αξιαγάπητο βιβλίο· επιπροσθέτως έγραψε ένα από τα λίγα βιβλία που θα ήθελα να είχα γράψει εγώ. Χεστήκαμε τι θα ήθελες να γράψεις εσύ ρε Μαραμπού, και δίκιο έχετε, δεν αντιλέγω, απλώς σκέφτηκα να το αφήσω εδώ να υπάρχει. Γιατί πάντοτε με ενθουσίαζαν εκείνα τα λιγοστά βιβλία ανεπιτήδευτης σοφίας και γατίσιας συμπεριφοράς που συμπύκνωναν όλη την φιλοσοφία τους και την συγγραφική τεχνική τους σε φράσεις όπως η ακόλουθη: «Ορισμένες φορές επινοώ κάποιες ανοησίες και οι άνθρωποι τις παίρνουν στα σοβαρά, αυτό προκαλεί έναν αισθητικό ενθουσιασμό ακραίας κωμικότητας την οποία θεωρώ ενδιαφέρ

Dance with the Devil

  A long time ago in a galaxy (στην επαρχία) far, far away… όταν περνούσα την emo φάση μου και έκλαιγα χωρίς λόγο καθώς να καθάριζα κρεμμύδια είχα ανακαλύψει τυχαία ένα βιβλιαράκι που το αγόρασα με τα πρώτα λεφτά που είχα αποταμιεύσει σε ένα βιβλιάριο τραπέζης που είχε δεν είχε μέσα 30 δραχμαί. Εκείνο το βιβλίο ήτο κάποιου ψιλοάγνωστου Χόφμαν μεταφρασμένο υπό του σπουδαίου Καρυωτάκη – αργότερα, όταν οι ισορροπίες άλλαξαν εντός μου, κατάλαβα ότι ο Χόφμαν λειτούργησε κάπως σαν το… καρυωθραυστικό του ποιητή∙ ξέρω, ξέρω, πάγωσε η θάλασσα μέσα σας, μακάρι να βρείτε ένα βιβλίο να πέσει πάνω της σαν τσεκούρι – «το λογοπαίγνιο είναι ένα καυτό σίδερο για μπούκλες στο χέρι της τρέλας και με δαύτο λυγίζει τις σκέψεις» . Ο λόγος είναι ότι ο Χόφμαν αποδείχθηκε μια εξαίσια διαβολική μορφή της παγκόσμιας λογοτεχνίας και τα παιδιά του κυκλοφορούν ελεύθερα γύρω μας – ευτυχώς για αυτά, και για εμάς, είχε πάντοτε δουλειά, και μάλιστα σημαντική, να γράφει αριστουργήματα.

Του πολέμου / Στο άλογό μου

Τι γιορτάζουμε σήμερα; Το όχι, το ναι, το ίσως; Γιατί, ενώ όλοι ξέρουμε ότι το εθνικό φρόνημα σε ψηλώνει ως άνθρωπο, εξεγειρόμαστε τόσο πολύ όταν κάτι τέτοιο γίνεται και με τεχνητά μέσα, ας πούμε, με δεκάποντες γόβες; Γιατί μετά την παρέλαση όλοι πάμε και πίνουμε φρέντο εσπρέσσο, έναν τόσο χαρακτηριστικά ιταλικό καφέ; Τι θα συμβεί αν σε μία αντιπολιτευτική συνωμοσία όλοι συντονίσουν το... ένα στο δεξί; Το ένα στ' αριστερό αποκτά όντως βαρύνουσα σημασία όταν κυβερνά η Αριστερά, ή απλώς έχουμε συνηθίσει να το θεωρούμε ηθικό πλεονέκτημα της παρέλασης;

Τελειωμένοι

    Είμαστε γεννημένοι ο ένας για τον άλλον. Τέλος. Αυτά στην αρχή, βέβαια. Γιατί μετά, ανάθεμα την ώρα που βρέθηκες μπροστά μου. Αυτή η σχέση των σχέσεων όμως, μπορεί κάλλιστα να επεκταθεί και στα βιβλία. Μόνο που σε μένα λειτούργησε αντίστροφα· ανάθεμα την ώρα που βρέθηκε μπροστά μου, είπα για αυτό το βιβλίο, μου το δάνεισαν επειδή δεν άρεσε (ωραίο προμόσιον), ήθελα από την άλλη να δω και την ταινία του Κάουφμαν , ας πάει στα κομμάτια, θα το ξεκινήσω, με την σκέψη ήδη από την αρχή να βάλω ένα τέλος όταν δω ότι δεν τραβάει το πράγμα. Αλλά, γαμώτο, τραβούσε. Για ελάχιστους αναγνώστες αυτό θα είναι το βιβλίο της ζωής τους, σύμφωνοι. Κι όμως. «Είναι εντυπωσιακό. Όταν βλέπεις κάποιον με τους γονείς του, αποδεικνύεται απτά ότι όλοι είμαστε αποτέλεσμα σύνθεσης» . Όπως ακριβώς και τα αξιανάγνωστα βιβλία, τα συγγραφικά παιδιά των δημιουργών τους – ξεράστε με την ησυχία σας και ελάτε πίσω. Μείνετέ μου πιστοί! Σας αγαπώ !

Η μέθοδος του Κούντερα

  Σε κάποιες περισσότερο κιτς εποχές ένα παρόμοιο χαστούκι σαν εκείνο του Γουίλ Σμιθ είχε ταράξει τα νερά της κοινωνικής μας ζωής. Η Νατάσα Αθήνη είχε χαστουκίσει την Δήμητρα Λιάνη στην παρουσίαση του βιβλίου της «10 χρόνια και 54 μέρες» – βέβαια, τώρα που τα συζητάμε, μπορεί να έχουν περάσει κοντά 30 χρόνια. Μια επισήμανση που μου ήρθε μόλις: όλες οι βιβλιοπαρουσιάσεις είναι για σφαλιάρες∙ συγγραφείς μην πέφτετε σε αυτή την παγίδα, μακριά. Τέλος πάντων, όταν η Δήμητρα δεν έγραφε βιβλία, διάβαζε, λένε, Κούντερα. Τότε ήταν πολύ της μόδας. Κούντερα από εδώ, Κούντερα από εκεί, είχαν τρελαθεί όλοι. Ποιος είναι ρε αυτός ο Κούντερας; Ήταν τελικά ένα πιο λογοτεχνικό Nitro όπως νόμιζαν αρκετοί; Γιατί τόσα χρόνια τον αντιμετωπίζουμε με αβάσταχτη ελαφρότητα; «Γιατί άραγε θέλει να κάνει έρωτα μαζί μου; αναρωτιόταν πολύ συχνά, αλλά δεν έβρισκε απάντηση. Ένα μόνο ήξερε, πως οι σιωπηρές συνευρέσεις τους ήταν αναπόφευκτες, έτσι όπως είναι αναπόφευκτο να σταθεί προσοχή ένας πολίτης ακούγοντας τον εθν

Θα φάτε τα μούτρα σας

  Πού βαδίζει η λογοτεχνία; Όπου και όπως βάδιζε πάντα, ελεύθερη και ασυμβίβαστη, ασυνόδευτη και ασυνόρευτη , πριν έρθει ο (κακός μας) καιρός με την πρόφαση του υποστηρίγματος/«υποστήριξης» κάποιοι να της προσφέρουν τα δεκανίκια της πολιτικής ορθότητας που θα την καθιστούσαν έκτοτε αδιανόητα στάσιμη. «Αυτό που βλέπουμε το σκεφτόμαστε, κι έτσι τελικά δεν το βλέπουμε, λέει ο Όλερ, ενώ άλλοι βλέπουν αυτό που βλέπουν χωρίς πρόβλημα, επειδή δεν το σκέφτονται αυτό που βλέπουν. Αυτό που αποκαλούμε αντίληψη είναι για μας κατά βάση στασιμότητα, ακινησία, τίποτα. Τίποτα. Οτιδήποτε έχει συμβεί το έχουμε σκεφτεί, δεν το έχουμε δει, λέει ο Όλερ» . Είδα και απόειδα λοιπόν με το… φαινόμενο Φερνάντα Μελτσόρ και είπα ό,τι βρέξει ας κατεβάσει! Βαδίζοντας στην εποχή των τυφώνων.