Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Όνειρο ήτανε


Το βιβλίο ξεκινάει με την φράση, ακολουθούμενη από μια άνω τελεία – σαν μια ένδειξη επιφύλαξης και σαστιμάρας που αστράφτει στα μάτια του αναγνώστη – «Φαίνεται παράδοξο». Και αυτή είναι αρκετή κριτική για αυτό το βιβλίο. Ίσως και για κάθε βιβλίο εδώ που τα λέμε, μιας και η κριτική πάντα θα φαίνεται παράδοξη στα μάτια των καλλιτεχνών ή των φερεφώνων τους. «Δύο διάσημοι καλλιτέχνες, περαστικοί από εκεί, έκαναν δυο ταπεινότατες υποκλίσεις στον κριτικό· καθότι φόβος λέγεται ο συντάκτης του βιβλίου καλής συμπεριφοράς για όλους. Όσο ήσαν ακόμη μόνοι τους, τον αποκαλούσαν κουτορνίθι». Συνήθως προτρέπουν τους νέους συγγραφείς να μην περιγράφουν τα όνειρά τους στα βιβλία τους – δεν είμεθα ελεήμον φροϋδικό παράρτημα εδώ! – γιατί είναι μια συγγραφική ευκολία ελάχιστα ενδιαφέρουσα. Εκείνοι, αντιθέτως, πιστοί στην αταλαντοσύνη τους συνεχίζουν να το κάνουν. Αν όμως θέλεις να το κάνεις, πρέπει να το κάνεις σωστά. Όσα σπαράγματα ονείρων μου κατάφερα να ανακαλέσω κατά καιρούς, ουδέποτε είχαν ίχνος ρεαλισμού μέσα τους. Με τρόμαζαν με την αλλοκοτοσύνη τους και ταυτόχρονα, τρόπον τινά, με συνάρπαζαν. Η φράση «Ζω ένα όνειρο» είναι ένας γελοίος ευφημισμός. Ποιος λογικός άνθρωπος θα ήθελε πραγματικά να ζει ένα όνειρο; 

Αν δεν είσαι ο Παπακαλιάτης ώστε να περιγράφεις με εντελώς ρεαλιστικό και «καλογυρισμένο» τρόπο μια ιστορία που στο τέλος της θα αποδεικνύεται όνειρο, τότε το όνειρό σου οφείλει να είναι παράδοξο, πολύ παράδοξο. Είτε μιλάς την γλώσσα του ονείρου«Η Αγρύπνια των Φίννεγκαν» του Τζέημς Τζόυς ή/και (να δούμε πότε θα μεταφραστεί) το «Zettels Traum» του Άρνο Σμιτ [ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΡΩΤΟΙ ΣΤΟ ΜΠΛΟΓΚ ΜΟΥ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΠΕΡΧΟΜΕΝΗ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ!!: «–ή ΜΠΟΥΣ!· να, τις ιστορίες για την “πεταλούδα”· και το “όνειρο του Εδουάρδου” - – Έι, τόΧεις σκεφτεί ποτέ, αν αυτές μπορεί νάΧανε ίσως για πηγή έμπνευσης τον ΚΑΡΟΛ; · (ή και τΑνάποδο;) – :;» / Arno Schmidt, Zettels Traum, zettel 762] – είτε μεταφράζεις το όνειρο σε γλώσσα«Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ» του Τζόναθαν Σουίφτ ή/και την «Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων» του Λιούις Κάρολ – το όνειρο πρέπει να είναι ολότελα παράδοξο (και δεν εννοώ με αυτό, ας πούμε, κυβέρνηση της ΝΔ στις επερχόμενες εθνικές εκλογές, αλλά περισσότερο, αυτοδυναμία του ΚΚΕ· τόσο παράδοξο!). 


Ο Βίλχελμ Μπους (...ο πρεσβύτερος, επειδή είναι αρκετά παλιός – πάντα περίμενα να κάνω αυτό το γελοίο λογοπαίγνιο, συγχωρήστε με), θεωρείται ο πρωτοπόρος των κόμικ, που στο τέλος της ζωής του μεταπήδησε στο πεζό λόγο διατηρώντας την ίδια μοχθηρία και φιλοσοφική στάση που είχε σε όλη του την ζωή. Εξάλλου, στο «Όνειρο του Εδουάρδου» μετατρέπεται σε ένα σκεπτόμενο σημείο και «περιπλανιέται σε σημεία και τέρατα», όπως σημειώνει χαρακτηριστικά και ο Νικήτας Σινιόσογλου στο επίμετρό του. Ακόμα και ο Λούντβιχ Βιτγκενστάιν δεν είχε λόγια γι’ αυτό το βιβλίο («7. Για όσα δεν μπορεί να μιλά κανείς θα πρέπει να σωπαίνει»!!!) ο οποίος το λάτρευε και το μνημόνευε συχνά. 

[…] «”Αν κάποιος δεν μπορεί να φανταστεί τι είναι το σημείο, τούτο συμβαίνει απλούστατα επειδή είναι πολύ τεμπέλης για να το κάνει!”. Έκτοτε το επιχείρησα πολλές φορές. Ακριβώς την ώρα όμως που θαρρώ πως το πέτυχα, ακριβώς τότε είναι που δεν έχω τίποτε. Και γενικώς, φίλοι μου, έτσι δεν μας συμβαίνει με όλα τα πράγματα που θέλουμε να εξετάσουμε εξονυχιστικά; Δηλαδή πως, τη στιγμή εκείνη που λέμε ότι τα συλλάβαμε με την ευαίσθητη οξύνοιά μας, εκείνα αποτραβιούνται ύπουλα μέσα στις κρυψώνες του ασύλληπτου για να χαθούν άπαξ και δια παντός, όμοια με τον μαγεμένο λαγό που ο κυνηγός αδυνατεί να χτυπήσει; Συγκατανεύετε; Ομοίως». 


Τα όνειρα απαιτούν ερμηνεία θα σου πουν οι ψυχολόγοι που σέβονται τον εαυτό τους (όπως και τα καλά βιβλία το ίδιο, θα σιγοντάρουν και οι κριτικοί) και εγώ επέλεξα μία που μου άρεσε πολύ και με συγκίνησε, όπως αποτυπώνεται στα άτακτα σχόλια που γράφουν εν είδει επιλόγου ο μεταφραστής Γιάννης Κοιλής από κοινού με την Μαρία Τσατήρα. 

[…] «Ο κοιμώμενος ονειρεύεται ότι μεταμορφώνεται σε σημείο, δίχως διαστάσεις αλλά με πολλά ανθρώπινα χαρακτηριστικά. Έτσι, ως σημείο, διαγράφει τη διαδρομή του μέσα από τον κόσμο διάφορων διαστάσεων και περιστάσεων. Μια ωραία ερμηνεία – πέρα από τη φιλοσοφική ή τη γεωμετρική – θα ήταν να αντιληφθεί ο αναγνώστης αυτό το σημείο ως την κουκκίδα, το ίχνος που αφήνει ο σκιτσογράφος στο χαρτί για να παραστήσει όσα θελήσει και μπορέσει». 

Ο μεταφραστής Γιάννης Κοιλής, ήδη από τον αριστουργηματικό «Σιμπλίκιο Σιμπλικίσιμο» μού δίνει την εξής εντύπωση: ότι είναι πολύ εκλεκτικός στις μεταφράσεις του, και όσα βιβλία φέρνει στο προσκήνιο είναι δικές του, λίγο σπάνιες και αλλόκοτες, επιλογές βιβλίων εξαιρετικών πλην όμως δύσκολων να βρουν την εκδοτική φωνή τους σήμερα. Είναι κάπως σαν να λέει, «Κοιτάξτε, εγώ τα κουτσοβγάζω οικονομικά και ξέχωρα από την μετάφραση, έτσι, θέλω και μεταφράζω συγκεκριμένα βιβλία, ψήνεστε για έκδοση ή όχι»; Και αν η απάντηση είναι θετική (όπως εδώ) τότε και το αισθητικό αποτέλεσμα θα είναι εγγυημένο. Τον παρακολουθώ με πολλή προσοχή σε κάθε μεταφραστικό του βήμα. Το ενδιαφέρον μου όμως προκαλεί και ο αλλόκοτος δοκιμιογράφος Νικήτας Σινιόσογλου, όπου με αυτή την ιδιότητα γράφει εδώ το εκπληκτικό επίμετρο που ευχαρίστως θα ήθελα να αναπαράγω στην ολότητά του αλλά θα αρκεστώ σε ένα μικρό κομμάτι που φανερώνει συνοπτικά την αδυσώπητη και ολική μοχθηρία που φωλιάζε ανέκαθεν στους ανθρώπους και ο διορατικός Μπους είχε προβλέψει από καιρό! 


Ωστόσο, οι εκδόσεις «Γαβριηλίδη» απογοητεύουν ακόμα μια φορά. Όσο poems είναι μερικοί (λίγοι) τίτλοι τους… τόσο (και άλλο τόσο) crimes είναι τα βιβλία τους ως αντικείμενα. Με αυτό το λευκό απορροφητικό εξώφυλλο, ακόμα και αν τα κρατάς φορώντας αποστειρωμένα γάντια, μέσα σε τρεις μέρες θα έχουν χάσει τουλάχιστον το 30% της αξίας τους, μισή τιμή εξαρχής έπρεπε να μας τα δίνουν. Επίσης, η βιβλιοδεσία μοιάζει με αποτέλεσμα άπειρου υπαλλήλου που έπιασε μόλις δουλειά σε συνοικιακό βιβλιοπωλείο. Χίλιες φορές να μας τα πουλούσαν σε φωτοτυπίες με σπιράλ δέσιμο, όπως ο ευρωβουλευτής Κυριάκος Βελόπουλος, τις χειρόγραφες επιστολές του Ιησού Χριστού! Τα σώζει κάπως, η ωραία γραμματοσειρά και το χαρτί που χρησιμοποιούν στο εσωτερικό. 

[…] «Αναρωτιέμαι γιατί το διαμάντι αυτό δεν άρεσε – είναι όμορφα γραμμένο, ευφυέστατο, γεμάτο παιγνιώδεις εικόνες και παρατηρήσεις, κι άλλωστε μεταφέρει την ίδια σαρδόνια κοσμοαντίληψη που διαπνέει τα «κόμικ» του Μπους, που ήταν πολύ επιτυχημένα. Δεν θα έπρεπε η νουβέλα αυτή να πάει καλά σαν και κείνα; Η μόνη ερμηνεία που μπορώ να δώσω είναι πως πιο εύκολα συγχωρούμε τον κυνισμό και τον πεσιμισμό στα σκίτσα απ’ ό,τι στα λόγια. Η γλώσσα μάς πετσοκόβει με μιαν ακρίβεια τρομακτική. Δεν αντέχουμε να ακούμε ή να διαβάζουμε πράγματα που μπορεί και να μας διασκέδαζαν, αν τα βλέπαμε ζωγραφιστά. Οι μορφές που ενδύονται τον λόγο παραείναι αληθινές και οικείες για να έχουν το σχετικό ακαταλόγιστο που αναγνωρίζουμε στα σκίτσα». 

Αναγνώστη, μη ροχαλίζεις τόσο!! 
Ξύπνα και διάβασέ το.

Υ.Γ. 2666  Τα σκίτσα προέρχονται από το παιδικό δημοφιλές βιβλίο «Max und Moritz». Αν ζούσε τώρα θα τον είχαν ήδη λιντσάρει οι μαμάδες του facebook! Στο επίμετρο του βιβλίου, ωστόσο, θα διαβάσετε μια ωραία ερμηνεία για την ούτως ή άλλως γνωστή και αναμφισβήτητη μοχθηρία των παιδιών. 

Σχόλια

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

En passant

  Το «Αν πασάν» είναι ένας σκακιστικός κανόνας, περιθωριακός και άγνωστος αλλά ιδιαιτέρως αποτελεσματικός και σημαντικός. Στις αρχικές τους κινήσεις, τα πιόνια έχουν το δικαίωμα να κινηθούν ένα ή δύο τετράγωνα μπροστά. Αν επιλέξουν να κινηθούν δύο τετράγωνα μπροστά και ένα αντίπαλο πιόνι βρίσκεται σε τέτοια θέση ώστε να μπορούσε να το αιχμαλωτίσει αν το πιόνι που κινήθηκε δυο τετράγωνα αποφάσιζε να κινηθεί μόνο ένα, τότε, έχει το δικαίωμα να το αιχμαλωτίσει και σε αυτή την περίπτωση που κάνει δύο βήματα. Έχουμε δηλαδή, αν πασάν... αιχμαλωσία εν τη διελεύσει. Είναι δυσνόητο στην περιγραφή αλλά αρκετά ξεκάθαρο στην πράξη. Βέβαια, όταν είσαι αρχάριος σκακιστής και το συναντήσεις πρώτη φορά σε ηλεκτρονική παρτίδα, τότε πείθεσαι ότι κάποιο «bug» έχει η ιστοσελίδα, ότι σε χακάρανε ή ότι άρπαξες όλες τις ιώσεις του κυβερνοχώρου. Τα βιβλία του Ναμπόκοφ, μου προσφέρουν την ισχυρή εντύπωση ότι αποτελούν ένα συνεχές λογοτεχνικό en passant, σε αιχμαλωτίζουν εν τη διελεύσει.

Το Δώρο

Θα μπορούσε ο Στέφανος Ξενάκης να είναι ο Στέφανος Δαίδαλος του σήμερα; Ή να το αλλάξω κάπως για να ’χουμε καλό ρώτημα: θα μπορούσε ο Τζέημς Τζόυς (μαζί και οι όποιες καλλιτεχνικές μεταμορφώσεις του) να γίνει ένας motivational speaker της σημερινής εποχής; Κανείς πλέον (αν υποθέσουμε ότι μπορούσε κάποτε) δεν διαβάζει τον «Οδυσσέα». Δεν μπορεί να αντέξει ότι αυτό το βιβλίο τον περιγράφει, ακόμα και σήμερα ή και περισσότερο σήμερα, τόσο καλά παρά την μοναδικότητα του κάθε ανθρώπου. Του αφιερώνει μία μέρα τον χρόνο, την σημερινή (παρόλο που άλλαξε η μέρα, το blogger έμεινε σταθερά πίσω!), και μετά τον στέλνει αδιάβαστο. Αν κάποιος όμως του σερβίρει για πρωινό όμορφες φράσεις με γαρνιτ ούρα υπέροχα σκίτσα, τότε μπορεί να νιώσει στιγμιαία χαρά και να βελάζει σαν ανέφελο πρόβατο στα λιβάδια του χρόνου. 

Αποδοχή cookies

«Ευτυχώς, αν θέλει κάποιος να βρει μεστές απόψεις για καλά βιβλία, υπάρχουν ήδη πολύ αξιόλογα βιβλιοφιλικά μπλογκ, όπως το κορυφαίο, του Librofilo ή το αγαπημένο του, του Μαραμπού» . Να ξέρετε ότι όταν μου δίνουν γλυκό, έστω και σε μορφή βιβλίου, το αποδέχομαι αμέσως. Επίσης, να ξέρετε ότι ενίοτε μπορεί να γράφω για βιβλία που δεν έχω διαβάσει, όλοι το κάνουμε αυτό, απλώς οι περισσότεροι εντελώς αποτυχημένα, αλλά ποτέ δεν γράφω για βιβλίο που δεν μου άρεσε προφασιζόμενος το αντίστροφο∙ όλοι το κάνετε και αυτό, απλώς οι περισσότεροι εντελώς αποτυχημένα. Το βιβλίο είναι δώρο της συγγραφέα, καλής διαδικτυακής φίλης, και η άποψή μου για αυτό ολότελα υποκειμενική – ξέρω, απανωτά σοκ! – και ουδεμία σχέση έχει με την αντικειμενική κριτική που από καιρό θα έπρεπε να γίνει αντικείμενο κριτικής, τουλάχιστον στην Ελλάδα. Από το να μασήσω τα λόγια μου, θα προτιμήσω τα μπισκότα. «Όχι πως δεν ήταν επηρεασμένος και από το ιστολόγιο «Πιπέρι και σπασμένες γραμμές» με τις λαχταριστές αναρτήσεις σχετικά ...

Kinds of kindness

Τα περισσότερα μαγαζιά έχουν ήδη στολίσει με ελλειμματικό γούστο, οι κουραμπιέδες άρχισαν να ανταγωνίζονται τα μελομακάρονα – και τα δυο μαζί την Dubai chocolate –, η Black Friday με τις ασυναγώνιστες τιμές της θα κοντράρει στα ίσα την αληθινή ύπαρξη του ΑΙ Βασίλη, ο καιρός προσπαθεί να τα βρει με τον απορυθμισμένο θερμοστάτη του και γενικά είμαστε μια ωραία ατμόσφαιρα είμαστε. Και μέσα σε όλα αυτά, οι δημοσιογράφοι, οι αθλητές, η εκκλησία, τα ιδρύματα, οι πολιτικοί (που είναι για τα ιδρύματα) θα δείξουν το καλοσυνάτο πρόσωπό τους στους ταλαίπωρους ετούτου του κόσμου. Και μην ξεχνάμε, ότι κυρίως τα Χριστούγεννα είναι για τα παιδιά – και για όλα εκείνα που γιόρταζε η πρόσφατη «Παγκόσμια Ημέρα κατά της Κακοποίησης των παιδιών». «Πάντοτε, τα Χριστούγεννα έβγαζαν στους ανθρώπους τον καλύτερο αλλά και τον χειρότερο εαυτό τους».    

Ασκήσεις μνήμης

  Τις ασκήσεις ύφους τις κατέκτησε σε βαθμό που λίγοι συγγραφείς φτάνουν , με τις ασκήσεις μνήμης όμως κανείς άνθρωπος δεν τα βγάζει εύκολα πέρα. Όλοι μας γράφουμε autofiction από 8 χρονών – Περιγράψτε μας τα πιο ωραία σας Χριστούγεννα – τα νεύρα μου! Το autofiction πλέον μοιάζει να είναι ένας ευφημισμός για να αποδεχόμαστε κάποιες συγγραφικές μετριότητες ως κάτι παραπάνω από αυτό που είναι. Είναι προσβολή να θεωρείς ότι ο Τζόυς ή ο Σελίν (που επιτέλους σε λίγες μέρες θα εκδοθεί το «Θάνατος επί πιστώσει»∙ Γκάλοπ: ποιο άργησε περισσότερο; Το Μετρό Θεσσαλονίκης ή το βιβλίο του Σελίν;) έγραψαν autofiction. Το ίδιο ισχύει και για τον Καλβίνο στη συγκεκριμένη συλλογή. Δεν θα ξεχάσουμε και αυτά που ξέρουμε! «Μόνο πετώντας πράγματα μπορώ να βεβαιωθώ πως ακόμα δεν έχει πεταχτεί κάτι από μένα, κάτι που ίσως να μην είναι ούτε και θα είναι για πέταμα» .  

Βαρύ περιστατικό

Συγγραφείς με χιούμορ δεν χαίρουν ιδιαίτερης εκτίμησης, θεωρώ, από το αναγνωστικό κοινό. Ποιος ξέρει πόσα ελαττώματα πασχίζει να κρύψει πίσω από αυτό, θα σκέφτονται, και δεν μπορεί, κάποιο ελάττωμα θα έχει να κάνει σίγουρα και με την συγγραφή. Επίσης το χιούμορ αξιώνει ευφυΐα και το κοινό δεν θέλει να περνιέται για ηλίθιο. Ο Άμπροουζ Μπιρς με τις διάσημες σατιρικές ιστορίες του και τα σκωπτικά λήμματα θα μπορούσε να θεωρηθεί ένας τέτοιος∙ καλός για να χαμογελάμε πού και πού, μας κάνει ενίοτε και τον έξυπνο, αλλά δεν πειράζει, καλή καρδιά. Ίσως να ήταν έτσι – αν και δεν συμμερίζομαι καθόλου αυτή την άποψη – αν δεν έγραφε τα διηγήματα από τις εμπειρίες του στον Αμερικανικό Εμφύλιο. Σκλάβος του για πάντα!    

The Elephant Man

Υπάρχει ένας ελέφαντας στο δωμάτιο – όχι ρε, δεν εννοώ εσάς, φάτε ελεύθερα όσο θέλετε! – και αυτός δεν είναι άλλος από τον ίδιο τον άνθρωπο. Οξύμωρο, καταλαβαίνω, αλλά στο περίκλειστο δωμάτιο που είναι ο κόσμος ολάκερος, αν θες να παραμένεις ανθρώπινος πρέπει να έχεις καρφωμένα τα μάτια σου στον ελέφαντα. «–Είναι επειδή, με τον τρόπο που ο κερατάς σου παρουσιάζει τα πράγματα, παραέδινε την εντύπωση ότι έφτυνε κατάμουτρα το είδος για το οποίο πέθανε ο Κύριός μας. Δεν είχες την αίσθηση ότι υπέγραφες υπέρ των ελεφάντων αλλά εναντίον των ανθρώπων» . Διαβάζω το βιβλίο του Ρομαίν Γκαρύ περίπου από τον Ιούλιο, κυρίως επειδή τα μεγάλα βιβλία τα διαβάζω τραπεζίως , δηλαδή ανάμεσα σε άλλα μικρότερα αναγνωστικά γεύματα (και τις τελευταίες μέρες και κυριολεκτικά)∙ αλλά αυτό δεν με ενοχλεί καθόλου γιατί υπήρξε ένα από τα καλύτερα βιβλία που διάβασα τα πολλά τελευταία χρόνια, και αν δεν ανανέωσε την πίστη μου στον άνθρωπο, τουλάχιστον ανανέωσε εκείνη στο μυθιστόρημα: «ο καθείς και οι ελέφαντές του, ...

100% cotton

Μπορεί τον τελευταίο χρόνο να δουλεύω στον τριτογενή τομέα παραγωγής και συγκεκριμένα σε στεγνοκαθαριστήριο – φροντίζοντας να μην τα κάνω μούσκεμα με τα ρούχα… ενώ τα κάνω μούσκεμα! – και να χαζεύω στα ταμπελάκια τι ποσοστό επί τοις εκατό βαμβάκι περιέχουν – πολυεστέρα, κερδάμε! – αλλά υπήρξαν σκληρές εποχές που δεν βελτιώθηκαν και ιδιαίτερα για πολλούς ανθρώπους, που για 100% βαμβάκι πληρωνόσουν ένα υποπολλαπλάσιό του και θα έπρεπε να λες και ευχαριστώ από πάνω. «Η αχαριστία αποτελεί συστατικό στοιχείο του χαρακτήρα των ανθρώπων σε τέτοιο βαθμό, που είναι προτιμότερο να τη θεωρεί κανείς προκαταβολικά δεδομένη και να μη στενοχωριέται» . Εδώ το ίδιο σου το πλυντήριο δεν είναι αξιόπιστο (στους χρόνους) και δεν λέει την αλήθεια, γιατί περιμένεις να το κάνουν οι άνθρωποι;

Το κτίσμα

  Τώρα που έφτασε αισίως 46 Αυγούστου και χειμώνιασε για τα καλά, ποιος δε θα ήθελε να διαβάσει μία καλή ιστορία δίπλα στο τζάκι! Τι γίνεται όμως αν το τζάκι, και συγκεκριμένα η καμινάδα, είναι το θέμα της ίδιας της ιστορίας; Μην σας παγώνει αυτό, γιατί την ιστορία την έγραψε ο Χέρμαν Μέλβιλ και τίποτα δεν μπορεί να πάει στραβά όταν συμβαίνει αυτό. Η λογοτεχνία του είναι πάντα πρόσφορη σε αναλύσεις που θεωρητικά θα βελτίωναν την κατανόηση που κρύβεται βαθιά στα θεμέλια κάθε έργου του, αλλά ταυτόχρονα ίσως θα κατέστρεφε τα οφέλη που υπάρχουν στα υψηλότερα διανοητικά πατώματα, απόρροια της μαγευτικής του αρχιτεκτονικής γραφής – «Ή, μάλλον, αυτή η ίδια δίνει απαντήσεις ασταμάτητα, ασταμάτητα ταλανίζοντάς με μ’ αυτή την τρομερή της ζέση για βελτίωση, η οποία δεν είναι παρά μια ελαφρότερη απόδοση της λέξης καταστροφή».

Σαν ναυαγοί, σαν ροβινσώνες

Ο βιασμός ενός βιβλίου και ενός συγγραφέα γίνεται με τις διασκευές . Συγγραφείς μεγάλου βεληνεκούς και εξαιρετικού κύρους όπως ο Ντάνιελ Ντιφόου, ο Ρόμπερτ Στήβενσον, ο Ιούλιος Βερν και ο Τζόναθαν Σουίφτ (με την ευκαιρία, να ξαναπώ ότι «Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ» είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία. Δεν είναι απλώς ένα από τα καλύτερα βιβλία του είδους· ή του 18ου αιώνα· ή της αγγλοσαξονικής λογοτεχνίας. Πέρα από κάθε είδους περιορισμό, τροπικό, χρονικό ή χωρικό, το βιβλίο του Σουίφτ είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία που έχουν γραφτεί επί γης) αντιμετωπίζονται από το αναγνωστικό συγγραφικό φαντασιακό σαν μικρομέγαλοι συγγγραφίσκοι που είχαν κόλλημα με την παιδική ηλικία και ανακλύκλωναν απλοϊκές ιστορίες που δεν πρέπει να διαβάζονται μετά τα δώδεκα – λες και το να είσαι παιδί είναι ιδιότητα μόνο ενός παιδιού. Κούνια που σας κούναγε!