Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αλλόκοτος σαν Έλληνας


Πολλοί Έλληνες ανάμεσά μας φέρονται αλλόκοτα, γιατί αλλάξανε ανεπανόρθωτα τα γούστα τους – GNTM, Power of love, My style rocks, Συμφωνία των Πρεσπών – όλα αυτά είναι οριακές εμπειρίες των ιδεών που τυραννούν τον χειμαζόμενο μέσο Έλληνα. Πλέον είναι πολύ εύκολο να νιώθεις αλλόκοτος, δέκα λεπτά τηλεόραση (με τις διαφημίσεις) αρκούν. Το δύσκολο είναι να μην νιώθεις αλλόκοτος ή έστω να νιώθεις αλλόκοτα αλλόκοτος όπως οι εφτά φιγούρες που ανθολογούνται σε ετούτο το υπέροχο δοκίμιο. «Το αλλόκοτο δεν είναι έννοια πολιτικώς ορθή, μήτε ανώδυνη. Ο φορέας του αλλόκοτου κινείται αναπόταμα και δεν ξενίζει απλώς – ενδέχεται να λοξεύει επίμονα θέτοντας σε δοκιμασία τις αντοχές της κοινότητας». Το περιθώριο θέλει ζόρι και κουπί. Τα έχει πει και ο Μπουλάς αυτά, μανάκι. 

Θα ξεκινήσω την παρουσίαση με κάτι πραγματικά αλλόκοτο: από όλα τα σύγχρονα βιβλία που θυμάμαι τα τελευταία δύο χρόνια τουλάχιστον, να παρουσιάζονται ως το next big thing, ασύλληπτο αριστούργημα, ουάου, #bookporn, #bookaholic, (μας) τα σπάει, φοβερό, τι έγραψε ο άνθρωπας, κλπ, μόνο ο «Αλλόκοτος ελληνισμός» δικαιούται αυτή την τιμή. Κανένα άλλο. Αν έχετε αντίρρηση, σας παρακαλώ να μου αναφέρετε και κάποιο ακόμα. Αν θυμηθείτε… προσπαθώντας να το επαναφέρετε από την οριστική λήθη στην οποία δικαίως περιέπεσε! 

Ρίχνοντας μια φευγαλέα ματιά στους τίτλους/θέματα των κεφαλαίων (Περιπλάνηση/ Ουτοπία/ Εκτοπισμός/ Βλασφημία/ Αίρεση/ Αλλόκοτο/ Ψευδολογία) υπέθεσα ότι η «Περιπλάνηση» θα μου φαινόταν το λιγότερο ενδιαφέρον (άγνωστο γιατί). Κι όμως ήταν τόσο υπέροχο κεφάλαιο που μου δημιούργησε την επιθυμία να ασχοληθώ εκτενέστερα με αυτό το θέμα στο κοντινό μέλλον. Αντιθέτως, το δεύτερο κεφάλαιο με την ουτοπική σκέψη του Πλήθωνα του Γεμιστού για «ανακατασκευή» της πλατωνικής πολιτείας μού φάνηκε τόσο βαρετό που αδημονούσα να τελειώσει. Φυσικά και δεν φταίει ο συγγραφέας γι’ αυτό αλλά η περιρρέουσα ατμόσφαιρα και οι φιλοσοφικές σκέψεις του Πλήθωνα, πράγματα που μου φάνηκαν ολίγον αδιάφορα. Όμως, μέσα σε μερικά ενδιαφέροντα σπαράγματα σκέψης εμφανίστηκε από το πουθενά μια όμορφη φράση που ήταν αρκετή για να σώσει στα μάτια μου το κεφάλαιο: «Είμαστε καταδικασμένοι με τον έναν ή άλλον τρόπο να επιθυμούμε την ουτοπία μας σε βάρος κάποιου άλλου». Παιδιά, ας μην κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας· άμα τη εμφανίσει των περιεχομένων του βιβλίου, εστίασα στην «Βλασφημία», στο «Αλλόκοτο» και στην «Ψευδολογία»… γιατί άραγε; 

M. C. Escher, Ένας άλλος κόσμος, ξυλογραφία, 1947

Αυτές οι τρεις αρετές εξαρχής μού φάνηκαν ιδιαιτέρως ενδιαφέρουσες και από λογοτεχνικής άποψης και προοπτικής και θέλησα να μάθω τι σόι τύποι ήταν οι φορείς τους. Πολύ αλλόκοτοι τύποι πράγματι, θα τους πλήρωνε χρυσάφι ο Τούρκος παραγωγός για να μπουν στο Survivor 3! Αφήνοντας απέξω λόγω έλλειψης χώρου τον Παναγιώτη Σοφιανόπουλο («Αλλόκοτο» – «Η πρωτοπορία είναι αλλόκοτη» / «Τόσο υφολογικά, όσο και από άποψη στοχοθεσίας είναι ακραία διανοητικά πειράματα που θεωρούν ότι το αλλόκοτο δεν αντιμάχεται, αλλά ενισχύει και προεκτείνει τον ορθό λόγο. Η πρωτοπορία είναι πριν από όλα προσωπική καταβύθιση και συνάμα αναζήτηση της αυτονομίας») με την πληροφορία ότι ήταν ο πρώτος που εισήγαγε τον όρο «Νεοέλληνας» – θα του άρεσε στα κρυφά και ο Μητροπάνος! – προχωράμε γοργά στην «Ψευδολογία» (φωτιά να πέσει να με κάψει αν λέω ψέματα) και στην «Βλασφημία» (φωτιά να πέσει να με κάψει… σκέτο)! 

Η Ελλάδα είναι μόνο ήλιος, θάλασσα, Ορθοδοξία και μουζάκα… για παστίτσιο ούτε λόγος!! Και αν η βλασφημία διώκεται με τέτοιον τρόπο στην Ελλάδα του 21ου αιώνα, φανταστείτε τι γινόταν 220 χρόνια νωρίτερα. «Υπάρχει μοναξιά στην βλασφημία» και ο Παμπλέκης με το Περί Θεοκρατίας βιβλίο του το γνώριζε πολύ καλά αυτό. Εννοείται ότι τον αφόρισαν (πολύ που χέστηκε) με την κατηγορία ότι «γλωσσαλγεί», δηλαδή προκαλεί βλάβη και πόνο με την γλώσσα του, θίγει έναν ζώντα οργανισμό που πασχίζει να διατηρήσει τα κεκτημένα, την παράδοση και τις ισορροπίες του – Θεέ μου, πόσο γαμάτη λέξη και τι ειρωνεία να βρίσκεται σε ένα αφοριστικό κείμενο που μάχεται την ελευθερία της άποψης! Σκέφτομαι πολύ σοβαρά να αγοράσω το βιβλίο του έστω και με συμβολική διάθεση, για το ότι κατάφερε να διασωθεί μόνο ένα αντίτυπο (ή δύο) κόντρα σε όλες τις λυσσαλέες διώξεις. Ας τον φέρετε στο μυαλό σας όταν θα ξανανέβει καμιά παράσταση του Πεσσόα στην Θεσσαλονίκη που δεν θα γουστάρει το φιλοθέαμον θρησκευτικό ποίμνιο! Δεν έχω λόγια για αυτή την κατάντια. Η αλλοτινή τόλμη του Παμπλέκη μετατράπηκε στον αιώνα μας σε… πού να μπλέκεις, μωρέ, κάνε τον σταυρό σου που την γλυτώσαμε, καλύτερα να μην προκαλούμε. 

[…] «Αρνούμαι, γράφει ο Παμπλέκης, να μεταβάλω εαυτόν «εις τελείαν αναισθησίαν». Είναι το σημείο, όπου μια αίσθηση προσωπικής ταυτότητας («ελεύθερος εγεννήθην και ελεύθερος θέλω να αποθάνω») υπερισχύει κάθε διπλωματικού ελιγμού, συμβιβασμού ή τακτικής υποχώρησης. Μόνη διέξοδο βρίσκει τότε στην πυρετώδη, αυθεντική, αυθόρμητη αποσυμπίεση ενός εγωτικού δυναμικού, κάτι σαν τον ακροτελεύτιο σπασμό ενός θηρίου». 


Τα «Διαβάστε το πριν το κατεβάσουν» και το «Διεδώσται!» είναι ένας εύκολος τρόπος να καταλάβεις ότι αυτό που πρόκειται να διαβάσεις είναι καραμπινάτο fake news. Ο Κωνσταντίνος Σιμωνίδης υπήρξε ένα απίστευτο πρωθύστερο τρολ (αν και ο όρος τρολ θα ταίριαζε μάλλον καλύτερα στον Παναγιώτη Σοφιανόπουλο) και ο απόλυτος ορισμός του fake news που θα έκανε ακόμα και τα «Ελληνικά Hoaxes» να σαστίσουν!! Κανείς δεν αμφισβητούσε την αυθεντικότητα των γραφομένων του γιατί κανείς δεν σκάμπαζε ντιπ. Πάντοτε πίστευα ότι υπό κατάλληλες συνθήκες μπορείς να κάνεις τους ανθρώπους να πιστέψουν το οτιδήποτε, όσο ηλίθιο και αν είναι. Στη σημερινή εποχή δεν μοιάζει και τόσο δύσκολο αυτό, αλλά γενικά υπάρχουν διαβαθμίσεις στη δυσκολία του εγχειρήματος. Ο Σιμωνίδης τερμάτισε με ευκολία όλες τις πίστες! Μακράν το πιο ενδιαφέρον κεφάλαιο του δοκιμίου. Εκείνο με τις πιο λογοτεχνικές συνδηλώσεις. 

[…] «Ο Σιμωνίδης βρίσκεται μπροστά από την εποχή του: τέτοιος συνδυασμός φανταστικής τεχνολογίας και ιστορικού μυθιστορήματος είναι τυπικός του steampunk, υποείδος της επιστημονικής φαντασίας με αφοσιωμένους οπαδούς στην Μεγάλη Βρετανία και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ο Σιμωνίδης είναι πρόδρομός του, τουλάχιστον όσο ο Ιούλιος Βερν. Μα ό,τι ακριβώς στενοχώρησε τον Μουστοξύδη και τόσο εξόργισε τους περί τα βυζαντιακά και αρχαία πράγματα διατρίβοντες, η πρωτάκουστη αλληλοπεριχώρηση φαντασίας και παλαιογραφίας χωρίς το δίχτυ ασφαλείας της λογοτεχνικότητας, είναι η ειδοποιός διαφορά του Σιμωνίδη από τους πειραματισμούς ενός Μπόρχες ή πιο πρόσφατα του Ρομπέρτο Μπολάνιο (Roberto Bolano). Οι γενεαλογίες και ψευδοϊστορίες του Σιμωνίδη ζήτησαν επίμονα να γίνουν κάτι ισχυρότερο από την λογοτεχνία». 

Το δοκίμιο δεν είναι τόσο εύκολο παρόλη την λογοτεχνική γοητεία με την οποία λούζεται. Αναλύει 7 σπουδαίες φιγούρες σε 2 σημαντικές ακμές του ελληνισμού και απαιτείται μια κάποια προσοχή για να συλλάβεις την περιρρέουσα ατμόσφαιρα. Μοιραία κάποιες φιγούρες είναι πιο ελκυστικές από κάποιες άλλες. Ο συγγραφέας του όμως αποδεικνύεται πολύτιμος βοηθός γιατί γράφει ένα δοκίμιο ίσως με την αρχική έννοια που έδινε στον όρο ο (γεννήτοράς του) Μονταίνιος – για τον εαυτό του και με διάθεση πρωτίστως να ευχαριστεί. Και αυτό βγαίνει και προς τα έξω στον κόσμο. Κάποιο παιδί σε βιβλιοφιλικό γκρουπ του φβ που δίνει του χρόνου πανελλήνιες ρώτησε να του αναφέρουμε μερικά δοκίμια ώστε να βελτιώσει μεταξύ άλλων και το λεξιλόγιό του και γω με ενθουσιασμό του πρότεινα το συγκεκριμένο βιβλίο. Πράγματι, μέσα στο δοκίμιο παρελαύνουν εκατοντάδες όμορφες λέξεις (για κάποιες λέξεις χρειάστηκα λεξικό και πολύ με χαροποίησε αυτή η έκβαση) που ο συγγραφέας κατέχει καλά και δεν χρησιμοποιεί με καμία επιτήδευση (αν και βλέποντας τις λέξεις, θα έλεγες ότι είναι επίτηδες επιλεγμένες). Όντας από μικρός αλλόκοτος, καθότι χρησιμοποιούσα διάφορες παράξενες(;) λέξεις και όλοι με κοιτούσαν σαν εξωγήινο (ακόμα με κοιτάνε), ταυτίστηκα. Θα αναφέρω μόνο μία λέξη που μου άρεσε πολύ με την παραδοξότητά της - «υστερόπρωτος»… είναι το ίδιο με το «πρωθύστερος», έτσι; Γκουγκλάρωντας βρήκα ότι εμφανιζόταν σε κείμενα σχετικά με τον Διαφωτισμό, άρα έχει κάποια σύνδεση. 

Η μοναδική μου ένσταση για το βιβλίο έγκειται στο ότι σχεδόν όλα τα αποσπάσματα που ήταν σε ξένη γλώσσα δεν μεταφράζονταν, παρά μόνο σποραδικά και σπανίως ο συγγραφέας έκανε νύξη για την σημασία τους μέσα στα συμφραζόμενα. Και κυρίως δεν μεταφράζονταν/μεταγράφονταν τα αλλόκοτα ελληνικά! Γιατί τα ελληνικά του μεσαίωνα ή και του Διαφωτιμού ακόμα, εν πολλοίς μου φαίνονταν ενοχλητικά και ακατανόητα. Δεν είμαι φιλόλογος και δεν διαβάζω το βιβλίο από αυτήν την προοπτική. Με ενοχλούν τα «όστις», «τις» (δεν θέλω καν να τα θυμάμαι) και ακόμα περισσότερο η αλλόκοτη σύνταξη των αποσπασμάτων. Πείτε με νεοέλληνα κάγκουρα, θα το δεχτώ. Κάποια πράγματα όμως δεν τα καταλάβαινα καθόλου. Φαίνεται δεν είμαι καθαρός Έλληνας, αλλά μπασταρδεμένος – Ελλάδα συγγνώμη, μα αν θες ν’ αλλάξω γνώμη πρέπει και συ να μάθεις ν’ αγαπάς. Στην λογοτεχνία δέχομαι ευχαρίστως αμετάφραστα κομμάτια ως μέρος της μαγείας της λογοτεχνίας, στα δοκίμια δεν δέχομαι αμετάφραστο ούτε το «Okay», okay? Αυτό με ξενέρωσε κάπως, το ομολογώ, στην κατά τ’ άλλα άψογη έκδοση της «Κίχλης» και μελέτη του Σινιόσογλου. Τίποτα τέτοιο όμως δεν μας σταματά. Περιμένουμε εναγωνίως και την 2η season των Αλλόκοτων· αν δεν μπορέσει να το αναλάβει η «Κίχλη» ας το αναλάβει το Netflix, λίγο με νοιάζει! Και οι 7 ήταν αλλόκοτα υπέροχοι! Συν ένας, ο συγγραφέας (γιατί μεταξύ άλλων έγραψε και ένα εξαιρετικό επίμετρο) αυτών. Αντίο και να διαβάσεις τον ίδιο τον Νικήτα. 

Υ.Γ. 2666 «Αντίο και να διαβάσεις τον ίδιο τον Κυριακό (Αγκωνίτη, κεφ. Περιπλάνηση)». Έτσι αποχαιρετά ο Σκαλαμόντι (ο βιογράφος του) τους αναγνώστες του.

Σχόλια

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

Ποίηση χωρίς τέλος

  Αυτή η χρονιά θα ξεκινήσει ακριβώς όπως τελείωσε: με ποίηση. Συλλεκτική ανάρτηση, σπάνια θα ξαναδιαβάσετε τέτοια. Σπάω την παράδοση (και το ρόδι)! Ακόμα σπανιότερα εντυπωσιάζομαι από ποιητές και ποιήματα. Δεν με συγκινεί η συμπύκνωση του λόγου όταν του λείπει ένα είδος «φλυαρίας» – ψάχνω ποιήματα που είναι αμετροεπή με έναν δικό τους τρόπο και ταυτόχρονα στοχευμένα και ουσιώδη. Ποιήματα που δεν πολυπαίρνουν στα σοβαρά τον εαυτό τους καθώς τσαλαβουτούν χαρούμενα στον χυλό της ειρωνείας. Ποιήματα που, απ' ό,τι σωστά αντιλαμβάνεστε, δεν γράφει η πλειοψηφία των ποιητών. Με δυο λόγια, κυνηγώ το ανέφικτο. Αλλά, αυτό δεν κυνηγάμε όλοι στην έναρξη κάθε χρονιάς; Το φλουρί μου για φέτος – λίρα εκατό – ήταν η Βισουάβα ή Βισλάβα ή όπως αλλιώς, Σιμπόρσκα. Η παλιά ποίηση, η ορθόδοξη, είναι Εδώ!

Με ανώμαλους δεν μιλάω

  Ανωμαλία είναι να μην μπορεί μια γυναίκα να κυκλοφορεί άφοβα στους δρόμους, ανωμαλία είναι να πιστεύεις ότι τα εμβόλια σκοπό έχουν να προκαλέσουν περισσότερο κακό από ό,τι καλό, ανωμαλία είναι να νομίζεις ότι η λογοτεχνία σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, ανωμαλία είναι ακόμα το προφιτερόλ να έχει μόνο ένα σουδάκι μέσα, ανωμαλία είναι και ότι ο «Πατάκης» εξακολουθεί να μην εκδίδει Χέρμαν Μέλβιλ. Και πόσες ακόμα ανωμαλίες! Με τελευταία εκείνη του Ερβέ Λε Τελιέ, ενός συγγραφέα που αγάπησα οριστικά από ένα και μόνο βιβλίο του που είχα διαβάσει κάποτε, το «Όλα τα μανιτάρια τρώγονται», η ουλιπιανή έμπνευση που είχε οραματιστεί το facebook χρόνια πριν από τον δημιουργό του. Κάθε φορά που μπαίνετε στο facebook και αντικρίζετε την ερώτηση «Τι σκέφτεσαι;», ικανή να σας παρασύρει ασυγκράτητα να μας εμπιστευτείτε τις επικές σας μπούρδες, σχεδόν πάντα χωρίς καθόλου φιλτράρισμα και ουσία, να θυμάστε ότι ο Τελιέ κάποτε το έκανε… χίλιες φορές καλύτερα από εσάς, πιο δημιουργικά και κυρίως με περισσότερο χι

Dogs never bite me. Just humans.

    Ψόφια πράγματα το φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης – τουλάχιστον οι επιλογές μου – αλλά μόλις είδα ότι θα προβληθεί «Η εξουσία του σκύλου», που βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Τόμας Σάβατζ, ήξερα ότι θα ρεφάρω γιατί κακό σκυλί ψόφο δεν έχει. Και έτσι έγινε, η ταινία δεν με απογοήτευσε και μου θύμισε πόσο είχα αγαπήσει εκείνο το βιβλίο. Μια παραγωγή του Νέτφλιξ που θα είναι διαθέσιμη στην πλατφόρμα από την 1 Δεκεμβρίου ώστε να προλάβει να κάνει τον κύκλο της στις αίθουσες, με τον Κάμπερμπατς στον ρόλο του Φιλ, τον σωσία του Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν στον ρόλο του Τζορτζ και την ωραία Κίρστεν Ντανστ ως Ρόουζ. Η ταινία, όπως και το βιβλίο, σε πολλούς θα φανούν αργά, αδιάφορα και αλλόκοτα, λόγω του περιεχομένου αλλά η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για αριστοτεχνικές δημιουργίες με βάθος. Αντιγράφω εδώ το κείμενο που είχα γράψει στο «Διαβάζοντας» για να θυμάμαι ότι εκείνη η ανάγνωση μετράει ακόμα μέσα μου· σπάνιο, ομολογουμένως.

Εγώ σε λέω αγάπη

  Οι πιο συνηθισμένοι απατεώνες στην Ελλάδα συνήθως ενδύονται τους υδραυλικούς που ζητάνε 55 ευρώ για μια τρόμπα στο καζανάκι και δεν μπορείς και να τους πεις «Χέσε με ρε μάστορα» γιατί μετά πώς θα τραβήξεις καζανάκι; Στη λογοτεχνία από την άλλη, το να χαρακτηρίσεις για οποιονδήποτε λόγο τον Χέρμαν Μέλβιλ απάτη , το κάνεις μόνο αν εξυπηρετεί την πλοκή! «Γιατί οι πιο τερατώδεις απ’ όλους τους υποκριτές είναι αυτοί ακριβώς οι κερδοσκόποι: υποκριτές δι’ αντιστροφής της πραγματικότητας· υποκριτές στην παρουσίαση των πραγμάτων ως σκοτεινών αντί φωτεινών· ψυχές που ευημερούν χρησιμοποιώντας όχι τη δυστυχία, αλλά το μύθευμα της δυστυχίας· δάσκαλοι της αισχρής τέχνης τού να κατασκευάζεις δυστυχία· κίβδηλοι Ιερεμίες· νόθοι Ηράκλειτοι που, μόλις η πένθιμη μέρα περάσει, επιστρέφουν, σαν απατηλοί Λάζαροι ανάμεσα στους επαίτες, για να ευφρανθούν με τα κέρδη που απέκτησαν από τα προσποιητά έλκη της κεφαλής τους – φαύλοι κερδοσκόποι!» . Θα με αναγκάσετε να κατέβω πορεία στον Λευκό Πύργο όλοι εσείς πο

Γάτα είσαι

  Οι γάτες είναι υπέροχα πλάσματα και αν δεν είσαι επηρεασμένος από τον «Κυνόδοντα» του Λάνθιμου δύσκολα να μην σε γοητεύουν ή έστω να μην τραβούν την προσοχή σου. Μία από τις αγαπημένες μου συνήθειες είναι να παρατηρώ πώς συμπεριφέρονται οι γάτες. Τι γίνεται όμως αν και εκείνες παρακολουθούν με το ίδιο ενδιαφέρον την ανθρώπινη συμπεριφορά; Κάπως έτσι θα σκέφτηκε και ο Ιάπωνας Σόσεκι Νατσούμε και έγραψε ένα αξιαγάπητο βιβλίο· επιπροσθέτως έγραψε ένα από τα λίγα βιβλία που θα ήθελα να είχα γράψει εγώ. Χεστήκαμε τι θα ήθελες να γράψεις εσύ ρε Μαραμπού, και δίκιο έχετε, δεν αντιλέγω, απλώς σκέφτηκα να το αφήσω εδώ να υπάρχει. Γιατί πάντοτε με ενθουσίαζαν εκείνα τα λιγοστά βιβλία ανεπιτήδευτης σοφίας και γατίσιας συμπεριφοράς που συμπύκνωναν όλη την φιλοσοφία τους και την συγγραφική τεχνική τους σε φράσεις όπως η ακόλουθη: «Ορισμένες φορές επινοώ κάποιες ανοησίες και οι άνθρωποι τις παίρνουν στα σοβαρά, αυτό προκαλεί έναν αισθητικό ενθουσιασμό ακραίας κωμικότητας την οποία θεωρώ ενδιαφέρ

Dance with the Devil

  A long time ago in a galaxy (στην επαρχία) far, far away… όταν περνούσα την emo φάση μου και έκλαιγα χωρίς λόγο καθώς να καθάριζα κρεμμύδια είχα ανακαλύψει τυχαία ένα βιβλιαράκι που το αγόρασα με τα πρώτα λεφτά που είχα αποταμιεύσει σε ένα βιβλιάριο τραπέζης που είχε δεν είχε μέσα 30 δραχμαί. Εκείνο το βιβλίο ήτο κάποιου ψιλοάγνωστου Χόφμαν μεταφρασμένο υπό του σπουδαίου Καρυωτάκη – αργότερα, όταν οι ισορροπίες άλλαξαν εντός μου, κατάλαβα ότι ο Χόφμαν λειτούργησε κάπως σαν το… καρυωθραυστικό του ποιητή∙ ξέρω, ξέρω, πάγωσε η θάλασσα μέσα σας, μακάρι να βρείτε ένα βιβλίο να πέσει πάνω της σαν τσεκούρι – «το λογοπαίγνιο είναι ένα καυτό σίδερο για μπούκλες στο χέρι της τρέλας και με δαύτο λυγίζει τις σκέψεις» . Ο λόγος είναι ότι ο Χόφμαν αποδείχθηκε μια εξαίσια διαβολική μορφή της παγκόσμιας λογοτεχνίας και τα παιδιά του κυκλοφορούν ελεύθερα γύρω μας – ευτυχώς για αυτά, και για εμάς, είχε πάντοτε δουλειά, και μάλιστα σημαντική, να γράφει αριστουργήματα.

Του πολέμου / Στο άλογό μου

Τι γιορτάζουμε σήμερα; Το όχι, το ναι, το ίσως; Γιατί, ενώ όλοι ξέρουμε ότι το εθνικό φρόνημα σε ψηλώνει ως άνθρωπο, εξεγειρόμαστε τόσο πολύ όταν κάτι τέτοιο γίνεται και με τεχνητά μέσα, ας πούμε, με δεκάποντες γόβες; Γιατί μετά την παρέλαση όλοι πάμε και πίνουμε φρέντο εσπρέσσο, έναν τόσο χαρακτηριστικά ιταλικό καφέ; Τι θα συμβεί αν σε μία αντιπολιτευτική συνωμοσία όλοι συντονίσουν το... ένα στο δεξί; Το ένα στ' αριστερό αποκτά όντως βαρύνουσα σημασία όταν κυβερνά η Αριστερά, ή απλώς έχουμε συνηθίσει να το θεωρούμε ηθικό πλεονέκτημα της παρέλασης;

Τελειωμένοι

    Είμαστε γεννημένοι ο ένας για τον άλλον. Τέλος. Αυτά στην αρχή, βέβαια. Γιατί μετά, ανάθεμα την ώρα που βρέθηκες μπροστά μου. Αυτή η σχέση των σχέσεων όμως, μπορεί κάλλιστα να επεκταθεί και στα βιβλία. Μόνο που σε μένα λειτούργησε αντίστροφα· ανάθεμα την ώρα που βρέθηκε μπροστά μου, είπα για αυτό το βιβλίο, μου το δάνεισαν επειδή δεν άρεσε (ωραίο προμόσιον), ήθελα από την άλλη να δω και την ταινία του Κάουφμαν , ας πάει στα κομμάτια, θα το ξεκινήσω, με την σκέψη ήδη από την αρχή να βάλω ένα τέλος όταν δω ότι δεν τραβάει το πράγμα. Αλλά, γαμώτο, τραβούσε. Για ελάχιστους αναγνώστες αυτό θα είναι το βιβλίο της ζωής τους, σύμφωνοι. Κι όμως. «Είναι εντυπωσιακό. Όταν βλέπεις κάποιον με τους γονείς του, αποδεικνύεται απτά ότι όλοι είμαστε αποτέλεσμα σύνθεσης» . Όπως ακριβώς και τα αξιανάγνωστα βιβλία, τα συγγραφικά παιδιά των δημιουργών τους – ξεράστε με την ησυχία σας και ελάτε πίσω. Μείνετέ μου πιστοί! Σας αγαπώ !

Η μέθοδος του Κούντερα

  Σε κάποιες περισσότερο κιτς εποχές ένα παρόμοιο χαστούκι σαν εκείνο του Γουίλ Σμιθ είχε ταράξει τα νερά της κοινωνικής μας ζωής. Η Νατάσα Αθήνη είχε χαστουκίσει την Δήμητρα Λιάνη στην παρουσίαση του βιβλίου της «10 χρόνια και 54 μέρες» – βέβαια, τώρα που τα συζητάμε, μπορεί να έχουν περάσει κοντά 30 χρόνια. Μια επισήμανση που μου ήρθε μόλις: όλες οι βιβλιοπαρουσιάσεις είναι για σφαλιάρες∙ συγγραφείς μην πέφτετε σε αυτή την παγίδα, μακριά. Τέλος πάντων, όταν η Δήμητρα δεν έγραφε βιβλία, διάβαζε, λένε, Κούντερα. Τότε ήταν πολύ της μόδας. Κούντερα από εδώ, Κούντερα από εκεί, είχαν τρελαθεί όλοι. Ποιος είναι ρε αυτός ο Κούντερας; Ήταν τελικά ένα πιο λογοτεχνικό Nitro όπως νόμιζαν αρκετοί; Γιατί τόσα χρόνια τον αντιμετωπίζουμε με αβάσταχτη ελαφρότητα; «Γιατί άραγε θέλει να κάνει έρωτα μαζί μου; αναρωτιόταν πολύ συχνά, αλλά δεν έβρισκε απάντηση. Ένα μόνο ήξερε, πως οι σιωπηρές συνευρέσεις τους ήταν αναπόφευκτες, έτσι όπως είναι αναπόφευκτο να σταθεί προσοχή ένας πολίτης ακούγοντας τον εθν

Θα φάτε τα μούτρα σας

  Πού βαδίζει η λογοτεχνία; Όπου και όπως βάδιζε πάντα, ελεύθερη και ασυμβίβαστη, ασυνόδευτη και ασυνόρευτη , πριν έρθει ο (κακός μας) καιρός με την πρόφαση του υποστηρίγματος/«υποστήριξης» κάποιοι να της προσφέρουν τα δεκανίκια της πολιτικής ορθότητας που θα την καθιστούσαν έκτοτε αδιανόητα στάσιμη. «Αυτό που βλέπουμε το σκεφτόμαστε, κι έτσι τελικά δεν το βλέπουμε, λέει ο Όλερ, ενώ άλλοι βλέπουν αυτό που βλέπουν χωρίς πρόβλημα, επειδή δεν το σκέφτονται αυτό που βλέπουν. Αυτό που αποκαλούμε αντίληψη είναι για μας κατά βάση στασιμότητα, ακινησία, τίποτα. Τίποτα. Οτιδήποτε έχει συμβεί το έχουμε σκεφτεί, δεν το έχουμε δει, λέει ο Όλερ» . Είδα και απόειδα λοιπόν με το… φαινόμενο Φερνάντα Μελτσόρ και είπα ό,τι βρέξει ας κατεβάσει! Βαδίζοντας στην εποχή των τυφώνων.