Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Bolano on ice


Πολλή κουβέντα έγινε τις τελευταίες μέρες σχετικά με την Ολυμπιονίκη Άννα Κορακάκη και τις δυσκολίες που αντιμετώπισε μέχρι να κατακτήσει τα δύο μετάλλια στους Ολυμπιακούς του Ρίο. Αδιαφορία της πολιτείας, δυσκαμψία της τοπικής αυτοδιοίκησης, παλινωδίες και φαιδρότητες. Της γκρέμισαν το σκοπευτήριο-παράπηγμα ανήμερα του τελικού για το χρυσό μετάλλιο, μια κίνηση για να γλυτώσουν την γελοιοποίηση, που εν τέλει απλώς την ενίσχυσε. Τι θα γινόταν όμως αν ένας τοπικός “άρχοντας” αποφάσιζε να χτίσει παράνομα με δημόσιο χρήμα ένα μυστικό σκοπευτήριο για να προετοιμαστεί η Άννα Κορακάκη για τους Ολυμπιακούς; Ο Ρομπέρτο Μπολάνιο έχει μια απάντηση για αυτό – γραμμένη με τα δικά του ιδιαίτερα συσταστικά της επιτυχίας. Ένα βιβλίο που πρέπει να διαβάσετε πριν πέσει η αυλαία των Ολυμπιακών Αγώνων της Βραζιλίας.
 
Σπάνια με έχει συναρπάσει τόσο ένας συγγραφέας που να διαβάζω τα βιβλία του αμέσως μόλις εκδοθούν στα ελληνικά. Και ακόμα πιο σπάνιο, να αντλώ από το καθένα απεριόριστη απόλαυση καθώς το διαβάζω. Η γραφή του Μπολάνιο δίνει μια αίσθηση ατέλειας, εκείνης της γοητευτικής όμως ατέλειας, που σε κολλάει στον τοίχο με την χειμαρρώδη ορμή της και στα εξιστορεί τόσο εντυπωσιακά μέσω της σκοτεινής της ποίησης! Όλοι ξέρουμε λίγο πολύ την ιστορία του Ρομπέρτο Μπολάνιο: Χιλιανός περιθωριακός ποιητής που έζησε στο Μεξικό και στην Ισπανία και πέθανε μόλις στα πενήντα του. Ταγμένος στην ποίηση κατά δήλωσή του, έγινε παγκοσμίως γνωστός μέσω των μυθιστορημάτων του που έγραψε με δαιμονισμένο ρυθμό την τελευταία δεκαετία της ζωής του – ένα μακρινό αστέρι που μας πλησίασε ύπουλα, μια σουπερνόβα (υπερκαινοφανής αστέρας, πόσο του ταιριάζει αυτή η μεταφορά!) που με τις απανωτές εκρήξεις του μάς πρόσφερε λαμπρά δείγματα λογοτεχνικής γραφής, με την λάμψη τους να παραμένει αμείωτη στο χωροχρόνο. Προσπαθώντας να εξασφαλίσει οικονομικά την οικογένειά του ύστερα από τον επικείμενο θάνατό του, διοχέτευσε όλη εκείνη την ποίηση στην οποία αφιέρωσε τη ζωή του, μέσα σε λεκτικές υπερκατατασκευές των 200, των 500, των 700 ακόμα και των 1200 σελίδων. Ποιος είπε ότι η ποίηση πρέπει να είναι φειδωλή; 

Δύσκολα μπορώ να ξεχωρίσω βιβλίο του Μπολάνιο, γι' αυτό και μέχρι τώρα δεν σκέφτηκα να του αφιερώσω μια ανάρτηση. Από τα εμβληματικά και σπουδαία 2666 και Άγριοι Ντετέκτιβ, έως το (λατρεμένο μου) Η ναζιστική λογοτεχνία στην Αμερική και το Φυλαχτό (που αποτελεί μια όμορφη συμπύκνωση όλων των θεμάτων που αναλύονται στα μεγάλα του έργα), είναι αφοπλιστικά γοητευτικός. Ακόμα και το πιο αδύναμό του, το Τρίτο Ράιχ (που βρέθηκε στα κατάλοιπα του συγγραφέα, και ίσως χτενιζόταν επιμελώς από τον συγγραφέα του, πριν εκτεθεί δημόσια) είναι μια λεκτική ομορφιά, γεμάτη καλοκαίρι και μαύρη ποίηση. Διαβάζοντας λοιπόν το Παγοδρόμιο, είπα να γράψω τελικά δυο λόγια, να ψελλίσω ένα ταπεινό ευχαριστώ. Το φόντο του Παγοδρομίου θυμίζει λίγο Τρίτο Ράιχ, η δομή του όμως είναι αρτιότερη και η πλοκή πιο συνεκτική. Διαβάζουμε εναλλάξ τρεις εκδοχές (εξίσου αναξιόπιστες μέχρι τη λύση του μυστηρίου) για τον φόνο που διαπράχθηκε στο παράνομο παγοδρόμιο, που κατασκευάστηκε μέσα σε μια εγκαταλειμμένη έπαυλη, το Παλάτι Μπενβινγκούτ.

Ο Ρέμο Μοράν είναι ένας λατινοαμερικάνος συγγραφέας που πλέον ζει σε μια τουριστική πόλη της Καταλωνίας, τη Ζ, και έχει στην κατοχή του διάφορες καλοκαιρινές επιχειρήσεις: ένα κάμπινγκ, ένα μπαρ, ένα κατάστημα με φω-μπιζού. Ο Γασπάρ Ερέδια (Γασπαρίν) είναι ένας εφηβικός φίλος του Μοράν, Μεξικανός ποιητής, που έρχεται μετά από πρόσκληση του Μοράν να δουλέψει ως νυχτοφύλακας στο κάμπινγκ (δουλειά που έκανε και ο ίδιος ο Μπολάνιο!). Ο Ενρίκ Ροσκέγιες είναι ένας υποδειγματικός δημοτικός σύμβουλος, δεξί χέρι της δημαρχίνας Πιλάρ, που ερωτεύεται την όμορφη Νούρια, αθλήτρια του καλλιτεχνικού πατινάζ. Ύστερα από την απόφαση της αθλητικής ομοσπονδίας να μην δοθεί υποτροφία στη Νούρια, ο Ροσκέγιες απόφασίζει να καταχραστεί δημόσιο χρήμα και με μυστικές ενέργειες να μετατρέψει την παλιά εσωτερική πισίνα του παλατιού Μπενβινγκούτ, σε ένα σύγχρονο παγοδρόμιο ώστε να προπονείται η Νούρια, για να μπορέσει να διεκδικήσει ξανά την υποτροφία το ερχόμενο φθινόπωρο. Ο Μπολάνιο σταδιακά περιπλέκει τις σχέσεις των ηρώων του και τις οπτικές γωνίες των εμπλεκομένων, προσφέροντάς μας ένα  πανόραμα του λογοτεχνικού του σύμπαντος. 


[...] Το πρόβλημα δεν ήταν αν η Νούρια μιλούσε την ώρα της σεξουαλικής πράξης, αλλά ότι πάντοτε μιλούσε για τα ίδια πράγματα, τη δολοφονία και το πατινάζ. Σαν να πνιγόταν. Ίσως το χειρότερο δεν ήταν που εκείνη έλεγε τα ίδια, αλλά ότι εγώ άρχισα να επηρεάζομαι και γρήγορα, στις στιγμές πριν από τον οργασμό, ξεσπούσαμε και οι δυο σε μια αλληλουχία ομολογιών και μακάβριων μονολόγων, γεμάτων βογκητά και παγωμένες επιφάνειες και γριές πολλαπλασιασμένες πάνω στον πάγο που μόνο με το τελείωμά μας κατορθώναμε να διακόψουμε.

Ο συγγραφέας που για 400 και πλέον σελίδες, στο 2666, μας περιγράφει ακατάπαυστα τα πιο βάναυσα εγκλήματα, το... εγκληματάκι του Παγοδρομίου το παίζει στα δάχτυλα, σε μια αστυνομική αφήγηση που σε συναρπάζει – αν όλα τα αστυνομικά γράφονταν με τον τρόπο του Μπολάνιο, θα διάβαζα μόνο αστυνομικά!
http://learnmeproject.com/writing/i-do-what-i-can/

Η μετάφραση του Κρίτωνα Ηλιόπουλου είναι άψογη, η ελληνική πλέον φωνή του Ρομπέρτο Μπολάνιο. Και η έκδοση της Άγρας κυμαίνεται στα επίπεδα της καλαισθησίας και της ποιότητας που μας έχει συνηθίσει τόσα χρόνια. Ωστόσο, υπάρχει ένα ψεγάδι που εμφανίζεται σε κάθε βιβλίο της. Το πολυτονικό σύστημα είναι μια φαιδρότητα. Μπορεί να θεωρείται “σήμα κατατεθέν” των εκδόσεων, ωστόσο σε μερικά κείμενα δεν ταιριάζει καθόλου – και τα κείμενα του Μπολάνιο είναι μερικά από αυτά. Μέσα στην παραληρηματική γραφή του Μπολάνιο, να πρέπει να σταματάς κάθε τόσο, γιατί σε μπερδεύει το τονισμένο ερωτηματικό “πού/πώς” της νεοελληνικής που μετατρέπεται σε αναφορικό στο πολυτονικό σύστημα και να ψάχνεις να βρεις πού είναι η περισπωμένη για να δώσεις τον αναθεματισμένο ερωτηματικό τόνο στην πρόταση που διαβάζεις, είναι τουλάχιστον γελοίο! Με συγχωρείτε πού δεν έχω μάθει ακόμα πως να διαβάζω με σωστό τρόπο τις προτάσεις πού εμφανίζονται στα βιβλία!!

Θεωρώ ότι ο Μπολάνιο είναι ένας συγγραφέας που μπορεί να γοητεύσει τον οποιονδήποτε. Τον προτείνω κάθε φορά σε άτομα για τα οποία δεν ξέρω τι προτιμούν να διαβάζουν και πόσο καλά εκπαιδευμένοι είναι με τα απαιτητικά λογοτεχνικά κείμενα. Ο Μπολάνιο δεν κάνει εκπτώσεις στην λογοτεχνική του γραφή, ούτε όμως αφήνει τους αναγνώστες του έξω από το σύμπαν του. Φτάνει μόνο να περάσεις το κατώφλι, και αυτό συμβαίνει μόλις διαβάσεις την πρώτη πρόταση. 

Υ.Γ. 2666     Μπολάνιο, ρε φίλε!

Σχόλια

  1. Αχ Μαραμπού... αχ.. δεν τον έχω διαβάσει
    (με νευριάζει ο Φανταστικός Ρεαλισμός και από την προκατάληψη προσπερνώ όλη τη Λατινική Αμερική).

    Αχ όμως, γιατί έτσι που τα λες θέλω να τον διαβάσω και μόλις πριν δυό ώρες παρήγγειλα βιβλία.
    Ααααχ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Αχ Δάφνη...αχ (σε μαλώνω που βιάστηκες να παραγγείλεις)! :P

      Ούτε εγώ αγαπώ την λατινοαμερικάνικη λογοτεχνία: βαριέμαι τον Μπόρχες, μισώ τον Κορτάσαρ, δε θα ξαναδιάβαζα Μάρκες. Λίγα κείμενα εκτιμώ, ένα από αυτά το Πέδρο Πάραμο του Χουάν Ρούλφο που διάβασα πρόσφατα. Μου αρέσει και ο Λιόσα αρκετά.

      Ο Μπολάνιο όμως είναι άλλη φάση. Δεν έχει αυτό το "λατινοαμερικάνικο κάτι" (που δεν μπορώ να προσδιορίσω με ακρίβεια αλλά το αντιλαμβάνομαι εύκολα γιατί με απωθεί), είναι ένα παράξενο κράμα, άκρως γοητευτικό. Μέσα σε όλα τα θετικά, συνδυάζει και την λογοτεχνία με το Κακό, μια αλλόκοτη σχέση που δεν μπορεί παρά να γοητεύσει κάποιον που γράφει, όπως εσύ.

      Διάβασε και αν δεν σου αρέσει, υπόσχομαι να σου στείλω ένα βιβλίο δώρο για να σε παρηγορήσω!

      Διαγραφή
  2. Όπα.
    Μην προκαλείτε τα ...ά-χρηστά μου ήθη. Κορυφή ο "Πέδρο Πάραμο". Μέχρι εδώ καλά.

    Ο Κορτάσαρ εκτός από "Το κουτσό" έχει γράψει και "Τα βραβεία". Διαβάστε τα από καμιά βιβλιοθήκη γιατί, έτσι κι αλλιώς, είναι εξαντλημένο και τότε τα ξαναλέμε.

    Ο Μάρκες μαγικός αλλά άνισος. Στο τοπ-10 "Το χρονικό ενός προαναγγελθέντος θανάτου" και τα "Εκατό χρόνια μοναξιά". Ακολουθεί το "Περί έρωτος και άλλων δαιμονίων".

    Για το Μπόρχες έχω διάφορες ενστάσεις που δεν είναι του παρόντος.

    Για το Λιόσα θα πω ότι έχει ένα ενδιαφέρον ό,τι δικό του έχω διαβάσει, ήτοι "Το παλιοκόριτσο" και "Μια ιστορία για το Μάυτα".

    Παρεμπιπτόντως, τώρα διαβάζω Φουέντες "Τα χρόνια με τη Λάουρα Δίας". Με άλλα λόγια, είμαι μέσα στη Λατινική Αμερική με τα μούτρα.

    Τέλος έχω δίπλα μου για ανάγνωση προσεχώς "Το φυλαχτό" και το "Πουτάνες φόνισσες" του περί ου ο λόγος Μπολάνιο. Όταν τα διαβάσω, ίσως μπορέσω να πω κάτι.

    (Πήρατε μια καλή ιδέα του βιβλιοπόντικα;)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Εγώ δεν προκαλώ κανέναν και τίποτα!! Είναι γνωστό αυτό, παρακαλώ να ανακαλέσετε :Ρ

      Αυτό που τράβηξα με το Κουτσό μού φτάνει και μου περισσεύει. Ωστόσο επειδή εκτιμώ την κρίση σας αλλά κυρίως επείδη πεθαίνω από περιέργεια, θα αναζητήσω τα Βραβεία για να πάρω μια ιδέα.

      Προτιμώ... εκατό χρόνια μοναξιάς παρά να ξαναδιαβάσω Μάρκες (είδατε; Προσέχω να μην γίνω προκλητικός!)

      Ενστάσεις σχετικά με μένα ως προς την σχέση μου με τον Μπόρχες ή προς τον Μπόρχες σχετικά με την σχέση του απέναντι στον εαυτό του;; (Λαβύρινθος η σκέψη μου!)

      Το Φυλαχτό οπωσδήποτε, και πολύ το αργήσατε. Τις Πουτάνες φόνισσες τις άφησα τελευταίες, μετά θα αναγκαστώ να τα ξαναδιαβάσω όλα! :)

      Διαγραφή
  3. Εξαιρετικό το βιβλίο, μικρό αλλά περιγράφει την παρανομία, τη διαφθορά, το περιθώριο, την αλλοτρίωση, την αγάπη τον έρωτα, τη μοναξιά, τη δύναμη της φιλίας, τον αγώνα για επιβίωση, τον παραλογισμό της ζωής τις αυταπάτες κι όλα αυτά μέσα από μια πολυφωνική αφήγηση διανθισμένη με μαύρο χιούμορ.
    Σουμέλα

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ω ναι, ο Μπολάνιο είναι τόσα και άλλα τόσα! Στα μικρής έκτασης βιβλία του, αδικείται λίγο ή για να το θέσω με ακρίβεια, αδικεί τους αναγνώστες του που θέλουν να διαβάσουν όσο γίνεται περισσότερα από αυτόν. Πάνω που παίρνει φωτιά η αφήγηση, σβήνει :(

      Να διαβάσεις και τα μεγάλα του μυθιστορήματα. Εκείνα, που διαρκώς αναζωπυρώνονται!

      Διαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Κουβεντολόι με μια μούμια!

Σημ: Εδώ λέγονται ιστορίες μόνο για αραχνιασμένα κρανία, οι "ψεκασμένοι" θα απομακρύνονται διακριτικά.

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

Ποίηση χωρίς τέλος

  Αυτή η χρονιά θα ξεκινήσει ακριβώς όπως τελείωσε: με ποίηση. Συλλεκτική ανάρτηση, σπάνια θα ξαναδιαβάσετε τέτοια. Σπάω την παράδοση (και το ρόδι)! Ακόμα σπανιότερα εντυπωσιάζομαι από ποιητές και ποιήματα. Δεν με συγκινεί η συμπύκνωση του λόγου όταν του λείπει ένα είδος «φλυαρίας» – ψάχνω ποιήματα που είναι αμετροεπή με έναν δικό τους τρόπο και ταυτόχρονα στοχευμένα και ουσιώδη. Ποιήματα που δεν πολυπαίρνουν στα σοβαρά τον εαυτό τους καθώς τσαλαβουτούν χαρούμενα στον χυλό της ειρωνείας. Ποιήματα που, απ' ό,τι σωστά αντιλαμβάνεστε, δεν γράφει η πλειοψηφία των ποιητών. Με δυο λόγια, κυνηγώ το ανέφικτο. Αλλά, αυτό δεν κυνηγάμε όλοι στην έναρξη κάθε χρονιάς; Το φλουρί μου για φέτος – λίρα εκατό – ήταν η Βισουάβα ή Βισλάβα ή όπως αλλιώς, Σιμπόρσκα. Η παλιά ποίηση, η ορθόδοξη, είναι Εδώ!

Με ανώμαλους δεν μιλάω

  Ανωμαλία είναι να μην μπορεί μια γυναίκα να κυκλοφορεί άφοβα στους δρόμους, ανωμαλία είναι να πιστεύεις ότι τα εμβόλια σκοπό έχουν να προκαλέσουν περισσότερο κακό από ό,τι καλό, ανωμαλία είναι να νομίζεις ότι η λογοτεχνία σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, ανωμαλία είναι ακόμα το προφιτερόλ να έχει μόνο ένα σουδάκι μέσα, ανωμαλία είναι και ότι ο «Πατάκης» εξακολουθεί να μην εκδίδει Χέρμαν Μέλβιλ. Και πόσες ακόμα ανωμαλίες! Με τελευταία εκείνη του Ερβέ Λε Τελιέ, ενός συγγραφέα που αγάπησα οριστικά από ένα και μόνο βιβλίο του που είχα διαβάσει κάποτε, το «Όλα τα μανιτάρια τρώγονται», η ουλιπιανή έμπνευση που είχε οραματιστεί το facebook χρόνια πριν από τον δημιουργό του. Κάθε φορά που μπαίνετε στο facebook και αντικρίζετε την ερώτηση «Τι σκέφτεσαι;», ικανή να σας παρασύρει ασυγκράτητα να μας εμπιστευτείτε τις επικές σας μπούρδες, σχεδόν πάντα χωρίς καθόλου φιλτράρισμα και ουσία, να θυμάστε ότι ο Τελιέ κάποτε το έκανε… χίλιες φορές καλύτερα από εσάς, πιο δημιουργικά και κυρίως με περισσότερο χι

Dogs never bite me. Just humans.

    Ψόφια πράγματα το φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης – τουλάχιστον οι επιλογές μου – αλλά μόλις είδα ότι θα προβληθεί «Η εξουσία του σκύλου», που βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Τόμας Σάβατζ, ήξερα ότι θα ρεφάρω γιατί κακό σκυλί ψόφο δεν έχει. Και έτσι έγινε, η ταινία δεν με απογοήτευσε και μου θύμισε πόσο είχα αγαπήσει εκείνο το βιβλίο. Μια παραγωγή του Νέτφλιξ που θα είναι διαθέσιμη στην πλατφόρμα από την 1 Δεκεμβρίου ώστε να προλάβει να κάνει τον κύκλο της στις αίθουσες, με τον Κάμπερμπατς στον ρόλο του Φιλ, τον σωσία του Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν στον ρόλο του Τζορτζ και την ωραία Κίρστεν Ντανστ ως Ρόουζ. Η ταινία, όπως και το βιβλίο, σε πολλούς θα φανούν αργά, αδιάφορα και αλλόκοτα, λόγω του περιεχομένου αλλά η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για αριστοτεχνικές δημιουργίες με βάθος. Αντιγράφω εδώ το κείμενο που είχα γράψει στο «Διαβάζοντας» για να θυμάμαι ότι εκείνη η ανάγνωση μετράει ακόμα μέσα μου· σπάνιο, ομολογουμένως.

Εγώ σε λέω αγάπη

  Οι πιο συνηθισμένοι απατεώνες στην Ελλάδα συνήθως ενδύονται τους υδραυλικούς που ζητάνε 55 ευρώ για μια τρόμπα στο καζανάκι και δεν μπορείς και να τους πεις «Χέσε με ρε μάστορα» γιατί μετά πώς θα τραβήξεις καζανάκι; Στη λογοτεχνία από την άλλη, το να χαρακτηρίσεις για οποιονδήποτε λόγο τον Χέρμαν Μέλβιλ απάτη , το κάνεις μόνο αν εξυπηρετεί την πλοκή! «Γιατί οι πιο τερατώδεις απ’ όλους τους υποκριτές είναι αυτοί ακριβώς οι κερδοσκόποι: υποκριτές δι’ αντιστροφής της πραγματικότητας· υποκριτές στην παρουσίαση των πραγμάτων ως σκοτεινών αντί φωτεινών· ψυχές που ευημερούν χρησιμοποιώντας όχι τη δυστυχία, αλλά το μύθευμα της δυστυχίας· δάσκαλοι της αισχρής τέχνης τού να κατασκευάζεις δυστυχία· κίβδηλοι Ιερεμίες· νόθοι Ηράκλειτοι που, μόλις η πένθιμη μέρα περάσει, επιστρέφουν, σαν απατηλοί Λάζαροι ανάμεσα στους επαίτες, για να ευφρανθούν με τα κέρδη που απέκτησαν από τα προσποιητά έλκη της κεφαλής τους – φαύλοι κερδοσκόποι!» . Θα με αναγκάσετε να κατέβω πορεία στον Λευκό Πύργο όλοι εσείς πο

Γάτα είσαι

  Οι γάτες είναι υπέροχα πλάσματα και αν δεν είσαι επηρεασμένος από τον «Κυνόδοντα» του Λάνθιμου δύσκολα να μην σε γοητεύουν ή έστω να μην τραβούν την προσοχή σου. Μία από τις αγαπημένες μου συνήθειες είναι να παρατηρώ πώς συμπεριφέρονται οι γάτες. Τι γίνεται όμως αν και εκείνες παρακολουθούν με το ίδιο ενδιαφέρον την ανθρώπινη συμπεριφορά; Κάπως έτσι θα σκέφτηκε και ο Ιάπωνας Σόσεκι Νατσούμε και έγραψε ένα αξιαγάπητο βιβλίο· επιπροσθέτως έγραψε ένα από τα λίγα βιβλία που θα ήθελα να είχα γράψει εγώ. Χεστήκαμε τι θα ήθελες να γράψεις εσύ ρε Μαραμπού, και δίκιο έχετε, δεν αντιλέγω, απλώς σκέφτηκα να το αφήσω εδώ να υπάρχει. Γιατί πάντοτε με ενθουσίαζαν εκείνα τα λιγοστά βιβλία ανεπιτήδευτης σοφίας και γατίσιας συμπεριφοράς που συμπύκνωναν όλη την φιλοσοφία τους και την συγγραφική τεχνική τους σε φράσεις όπως η ακόλουθη: «Ορισμένες φορές επινοώ κάποιες ανοησίες και οι άνθρωποι τις παίρνουν στα σοβαρά, αυτό προκαλεί έναν αισθητικό ενθουσιασμό ακραίας κωμικότητας την οποία θεωρώ ενδιαφέρ

Dance with the Devil

  A long time ago in a galaxy (στην επαρχία) far, far away… όταν περνούσα την emo φάση μου και έκλαιγα χωρίς λόγο καθώς να καθάριζα κρεμμύδια είχα ανακαλύψει τυχαία ένα βιβλιαράκι που το αγόρασα με τα πρώτα λεφτά που είχα αποταμιεύσει σε ένα βιβλιάριο τραπέζης που είχε δεν είχε μέσα 30 δραχμαί. Εκείνο το βιβλίο ήτο κάποιου ψιλοάγνωστου Χόφμαν μεταφρασμένο υπό του σπουδαίου Καρυωτάκη – αργότερα, όταν οι ισορροπίες άλλαξαν εντός μου, κατάλαβα ότι ο Χόφμαν λειτούργησε κάπως σαν το… καρυωθραυστικό του ποιητή∙ ξέρω, ξέρω, πάγωσε η θάλασσα μέσα σας, μακάρι να βρείτε ένα βιβλίο να πέσει πάνω της σαν τσεκούρι – «το λογοπαίγνιο είναι ένα καυτό σίδερο για μπούκλες στο χέρι της τρέλας και με δαύτο λυγίζει τις σκέψεις» . Ο λόγος είναι ότι ο Χόφμαν αποδείχθηκε μια εξαίσια διαβολική μορφή της παγκόσμιας λογοτεχνίας και τα παιδιά του κυκλοφορούν ελεύθερα γύρω μας – ευτυχώς για αυτά, και για εμάς, είχε πάντοτε δουλειά, και μάλιστα σημαντική, να γράφει αριστουργήματα.

Του πολέμου / Στο άλογό μου

Τι γιορτάζουμε σήμερα; Το όχι, το ναι, το ίσως; Γιατί, ενώ όλοι ξέρουμε ότι το εθνικό φρόνημα σε ψηλώνει ως άνθρωπο, εξεγειρόμαστε τόσο πολύ όταν κάτι τέτοιο γίνεται και με τεχνητά μέσα, ας πούμε, με δεκάποντες γόβες; Γιατί μετά την παρέλαση όλοι πάμε και πίνουμε φρέντο εσπρέσσο, έναν τόσο χαρακτηριστικά ιταλικό καφέ; Τι θα συμβεί αν σε μία αντιπολιτευτική συνωμοσία όλοι συντονίσουν το... ένα στο δεξί; Το ένα στ' αριστερό αποκτά όντως βαρύνουσα σημασία όταν κυβερνά η Αριστερά, ή απλώς έχουμε συνηθίσει να το θεωρούμε ηθικό πλεονέκτημα της παρέλασης;

Τελειωμένοι

    Είμαστε γεννημένοι ο ένας για τον άλλον. Τέλος. Αυτά στην αρχή, βέβαια. Γιατί μετά, ανάθεμα την ώρα που βρέθηκες μπροστά μου. Αυτή η σχέση των σχέσεων όμως, μπορεί κάλλιστα να επεκταθεί και στα βιβλία. Μόνο που σε μένα λειτούργησε αντίστροφα· ανάθεμα την ώρα που βρέθηκε μπροστά μου, είπα για αυτό το βιβλίο, μου το δάνεισαν επειδή δεν άρεσε (ωραίο προμόσιον), ήθελα από την άλλη να δω και την ταινία του Κάουφμαν , ας πάει στα κομμάτια, θα το ξεκινήσω, με την σκέψη ήδη από την αρχή να βάλω ένα τέλος όταν δω ότι δεν τραβάει το πράγμα. Αλλά, γαμώτο, τραβούσε. Για ελάχιστους αναγνώστες αυτό θα είναι το βιβλίο της ζωής τους, σύμφωνοι. Κι όμως. «Είναι εντυπωσιακό. Όταν βλέπεις κάποιον με τους γονείς του, αποδεικνύεται απτά ότι όλοι είμαστε αποτέλεσμα σύνθεσης» . Όπως ακριβώς και τα αξιανάγνωστα βιβλία, τα συγγραφικά παιδιά των δημιουργών τους – ξεράστε με την ησυχία σας και ελάτε πίσω. Μείνετέ μου πιστοί! Σας αγαπώ !

Η μέθοδος του Κούντερα

  Σε κάποιες περισσότερο κιτς εποχές ένα παρόμοιο χαστούκι σαν εκείνο του Γουίλ Σμιθ είχε ταράξει τα νερά της κοινωνικής μας ζωής. Η Νατάσα Αθήνη είχε χαστουκίσει την Δήμητρα Λιάνη στην παρουσίαση του βιβλίου της «10 χρόνια και 54 μέρες» – βέβαια, τώρα που τα συζητάμε, μπορεί να έχουν περάσει κοντά 30 χρόνια. Μια επισήμανση που μου ήρθε μόλις: όλες οι βιβλιοπαρουσιάσεις είναι για σφαλιάρες∙ συγγραφείς μην πέφτετε σε αυτή την παγίδα, μακριά. Τέλος πάντων, όταν η Δήμητρα δεν έγραφε βιβλία, διάβαζε, λένε, Κούντερα. Τότε ήταν πολύ της μόδας. Κούντερα από εδώ, Κούντερα από εκεί, είχαν τρελαθεί όλοι. Ποιος είναι ρε αυτός ο Κούντερας; Ήταν τελικά ένα πιο λογοτεχνικό Nitro όπως νόμιζαν αρκετοί; Γιατί τόσα χρόνια τον αντιμετωπίζουμε με αβάσταχτη ελαφρότητα; «Γιατί άραγε θέλει να κάνει έρωτα μαζί μου; αναρωτιόταν πολύ συχνά, αλλά δεν έβρισκε απάντηση. Ένα μόνο ήξερε, πως οι σιωπηρές συνευρέσεις τους ήταν αναπόφευκτες, έτσι όπως είναι αναπόφευκτο να σταθεί προσοχή ένας πολίτης ακούγοντας τον εθν

Θα φάτε τα μούτρα σας

  Πού βαδίζει η λογοτεχνία; Όπου και όπως βάδιζε πάντα, ελεύθερη και ασυμβίβαστη, ασυνόδευτη και ασυνόρευτη , πριν έρθει ο (κακός μας) καιρός με την πρόφαση του υποστηρίγματος/«υποστήριξης» κάποιοι να της προσφέρουν τα δεκανίκια της πολιτικής ορθότητας που θα την καθιστούσαν έκτοτε αδιανόητα στάσιμη. «Αυτό που βλέπουμε το σκεφτόμαστε, κι έτσι τελικά δεν το βλέπουμε, λέει ο Όλερ, ενώ άλλοι βλέπουν αυτό που βλέπουν χωρίς πρόβλημα, επειδή δεν το σκέφτονται αυτό που βλέπουν. Αυτό που αποκαλούμε αντίληψη είναι για μας κατά βάση στασιμότητα, ακινησία, τίποτα. Τίποτα. Οτιδήποτε έχει συμβεί το έχουμε σκεφτεί, δεν το έχουμε δει, λέει ο Όλερ» . Είδα και απόειδα λοιπόν με το… φαινόμενο Φερνάντα Μελτσόρ και είπα ό,τι βρέξει ας κατεβάσει! Βαδίζοντας στην εποχή των τυφώνων.