Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Η Μυστηριώδης Κριτική ενός Διάσημου Βιβλίου από έναν Τσαρλατάνο




Στα μαθηματικά είμαι σκράπας. Και η απόφασή μου να δώσω Πανελλήνιες στην τεχνολογική κατεύθυνση φανέρωσε την σύγχυση του μυαλού μου, που έκτοτε με συντροφεύει αδιάκοπα. Γενικά, μην με παίρνετε στα σοβαρά. Ωστόσο, ακόμα και εγώ, μπορώ να αντιληφθώ ότι τα μαθηματικά πέρα από όλες τις άλλες δραστηριότητες της ανθρώπινης διανόησης, μπορούν να γεννήσουν μία πραγματική μεγαλοφυΐα που ξεπερνά όλες τις άλλες – μια λογοτεχνική μεγαλοφυΐα, μια σκακιστική μεγαλοφυΐα, μια φυσική μεγαλοφυΐα, δεν πιάνει μία μπροστά σε μία μαθηματική. Είναι μια εικασία αυτό που ισχυρίζεσαι, θα πείτε. Μένει λοιπόν να αποδειχθεί.

 Ο θείος Πέτρος και η Εικασία του Γκόλντμπαχ είναι ένα βιβλίο που έκανε ντόρο στην εποχή του – από όσους λογοτεχνικούς ντόρους έχω συναντήσει στην αναγνωστική μου ζωή είναι από τους πλέον δικαιολογημένους. Ένα βιβλίο που δικαίως αξίζει τη διεθνή προβολή που έχει λάβει, πολύ μακριά από τα “διεθνή” μας βιβλία που ψευτοκαλύπτουν τον επαρχιωτισμό τους με μεταμοντέρνα ρετάλια. Απορώ γιατί δεν το είχα διαβάσει τόσο καιρό. Η εμπειρία μου με την τεχνολογική κατεύθυνση, είχε το τίμημά της, θαρρώ! Μία λογοτεχνία γραμμένη με μαθηματική ακρίβεια. Και ένας μαθηματικός χαρακτήρας από τους πιο ενδιαφέροντες της παγκόσμιας λογοτεχνίας.

Ο θείος Πέτρος είναι το μαύρο πρόβατο (συνήθως τα “μαύρα πρόβατα” έχουν τόσο πιο θετική επίδραση για μεγάλο μέρος της ανθρωπότητας όσο πιο αρνητική έχουν για τα υπόλοιπα μέλη της “αγέλης” τους) της οικογένειας Παπαχρήστου. Ο θείος Πέτρος λοιπόν είναι ένας αποτυχημένος της ζωής, αν και υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους μαθηματικούς. Ο έφηβος αφηγητής της ιστορίας ακούει συνεχώς να λοιδορούν, ο πατέρας του και ο αδερφός του, τον μεγαλύτερο αδερφό τους Πέτρο. Εκείνος ζει απομονωμένος σε ένα εξοχικό στην Εκάλη, παίζοντας αδιάκοπα σκάκι και φροντίζοντας τον κήπο του, και μόνο ανήμερα στην γιορτή του καταδέχεται να ανεχθεί την οικογένειά του. Ο μυστηριώδης αυτός θείος γίνεται το αντικείμενο μελέτης του έφηβου αφηγητή. Γιατί ο πατέρας του τον θεωρεί έναν αποτυχημένο της ζωής; Μια τυχαία περίσταση τού φανερώνει ότι ο κλειστός και απόμακρος θείος του, υπήρξε κάποτε ένας σπουδαίος μαθηματικός και έτσι, γοητευμένος και αυτός, αποφασίζει να σπουδάσει μαθηματικά κρυφά από τους γονείς του.



[...] «Οι μαθηματικοί», συνέχισε, «τέρπονται από τις μελέτες τους όπως οι σκακιστές από το παιχνίδι τους. Για την ακρίβεια, η ψυχολογία του μαθηματικού ερευνητή είναι πολύ κοντύτερα σε αυτήν του ποιητή ή του μουσικοσυνθέτη, του ανθρώπου που τον απασχολεί η δημιουργία του Ωραίου και η αναζήτηση της Αρμονίας και της Τελειότητας».

Ο θείος Πέτρος συνάπτει μία συμφωνία με τον νεαρό ανιψιό του. Θα του βάλει ένα πρόβλημα να το λύσει στις καλοκαιρινές διακοπές του για να καταλάβει αν έχει την στόφα του μαθηματικού. Αν δεν τα καταφέρει, ο αφηγητής θα ορκιστεί εγγράφως ότι δεν θα σπουδάσει ποτέ του μαθηματικά. Η άγνοια και η ορμητικότητα του νεαρού δεν του αφήνουν περιθώρια να αρνηθεί την προσφορά. Ο θείος Πέτρος του αναθέτει να λύσει την Εικασία του Γκόλντμπαχ, μια απλή διατύπωση ενός πανδύσκολου μαθηματικού προβλήματος που παραμένει ως και σήμερα (τουλάχιστον μέχρι την χρονολογία έκδοσης του βιβλίου) αναπόδεικτο! Ο αφηγητής δεν καταφέρνει να το λύσει και ορκίζεται ότι δε θα ασχοληθεί με τα μαθηματικά. Ωστόσο, στο πανεπιστήμιο μαθαίνει το σκληρό παιχνίδι που του έπαιξε ο θείος του και αποφασίζει για να τον εκδικηθεί να σπουδάσει μαθηματικά. Παράλληλα, προσπαθεί να μάθει τα μαθηματικά επιτεύγματα του Πέτρου για τα οποία γνωρίζει ελάχιστα.



Έτσι μαθαίνουμε την ιστορία του Πέτρου ο οποίος είχε όλες τις περγαμηνές να γίνει ένας διακεκριμένος μαθηματικός αλλά επέλεξε να αφοσιωθεί ολοκληρωτικά στην επίλυση της Εικασίας του Γκόλντμπαχ, μια παρακινδυνευμένη κίνηση που είτε θα του χάριζε δια παντός την αθανασία είτε θα του κατέστρεφε την ζωή. Ένα δίλημμα που αντιμετωπίζουν όλες οι μεγαλοφυΐες.

[...] «Κατά την γνώμη μου, στα Μαθηματικά, όπως και στις τέχνες ή στον αθλητισμό, αν δεν είσαι ο καλύτερος, είσαι ένα τίποτε. (...) Όμως, ένας μέτριος μαθηματικός – μιλάω για τον ερευνητή, φυσικά, όχι για τον δάσκαλο – είναι μια ζωντανή, περιφερόμενη τραγωδία...»


Αυτή την “ζωντανή, περιφερόμενη τραγωδία” περιγράφει εκπληκτικά στο βιβλίο του ο Απόστολος Δοξιάδης. Η εμμονική τρέλα μιας διάνοιας που επικεντρώνεται ολοκληρωτικά στο αντικείμενο του πάθους της, εις βάρος της ίδιας της ζωής. Το μυστικό της καλλιτεχνικής δημιουργίας για το οποίο μιλούσε ο Τσβάιχ, ενσαρκώνεται στον χαρακτήρα του θείου Πέτρου. Η έξαψη που τον κρατά ζωντανό μια ολόκληρη ζωή στο κυνήγι της απόδειξης της Εικασίας, ξαφνικά σβήνει από την απόδειξη ενός άλλου θεωρήματος, του Θεωρήματος της Μη Πληρότητος  του Γκαίντελ, που λέει ότι όλα τα θεωρήματα δεν είναι κατ' ουσίαν αποδείξιμα (κάτι που ισχυριζόταν μέχρι τότε, το Θεώρημα της Πληρότητος), χωρίς ωστόσο να ξέρουμε ποιο θεώρημα είναι αποδείξιμο και ποιο όχι. Έτσι, η Εικασία του Γκόλντμπαχ, μπορεί να είναι είτε πολύ δύσκολο πρόβλημα είτε αδύνατο! Μία αλληγορική σκέψη για το μυστήριο της ίδιας της ζωής μας (αν και το βιβλίο συνεχώς μιλάει για μαθηματικά, τελικά ελάχιστη σχέση με αυτά!), για την άγνοιά μας αν τελικά πασχίζουμε για κάτι (έστω και μερικώς, αποδείξιμο) ή για κάτι παντελώς ανώφελο.

[...] από την πρώτη στιγμή που το πληροφορήθηκα, το Θεώρημα της Μη Πληρότητος κατέστρεψε τη βεβαιότητα που στήριζε τις προσπάθειές μου. Μου έδειξε ότι υπήρχε μία μεγάλη πιθανότητα να περιπλανιέμαι μέσα σε έναν λαβύρινθο του οποίου την έξοδο δεν θα βρω ποτέ, ακόμη κι αν ψάχνω εκατό ζωές. Κι αυτό για έναν πολύ απλό λόγο: Γιατί είναι πιθανόν η έξοδος να μην υπάρχει, ο λαβύρινθος να είναι ένα ατελείωτο αδιέξοδο!


Η έκδοση του Καστανιώτη είναι πολύ όμορφη, με ένα ανάλογο εξώφυλλο που βασίζεται σε μια ιδέα του ίδιου του συγγραφέα. Ωστόσο, έχω μια μικρή ένσταση. Τα εξωτερικά περιθώρια της σελίδας έχουν ένα μεγαλύτερο κενό (από το σύνηθες) σε σχέση με τα εσωτερικά περιθώρια. Όσες φορές το έχω συναντήσει σε εκδόσεις, συνήθως αφορά συγγραφείς ήσσονος σημασίας που με διάφορα τεχνάσματα (μεγαλύτερα περιθώρια, αραιογραμμένες σελίδες, θεόρατα γράμματα που λες και ξεπήδησαν από το ιατρείο ενός οφθαλμίατρου) προσπαθούν να καλύψουν κάποια δική τους λογοτεχνική ανεπάρκεια, και να πείσουν (ανεπιτυχώς) τους αναγνώστες ότι έγραψαν ένα χορταστικό πολυσέλιδο μυθιστόρημα ή δε ξέρω και γω, τι άλλες ανώμαλες φαντασιοκοπίες τρέφει το μυαλό τους.  Κάτι τέτοιο, επ' ουδενί δεν χρειάζεται η συγγραφική τέχνη του Δοξιάδη. Τα περιθώρια αν ήταν στο συνηθισμένο τους μήκος, απλώς θα μείωναν την έκταση του βιβλίου κατά 30 σελίδες περίπου (στα μαθηματικά είμαι σκράπας, το ξανάπαμε!), κάτι όμως που δε θα μείωνε καθόλου την μεγάλη αξία του βιβλίου. Ας δεχθούμε λοιπόν, ότι αυτή η πρακτική του Καστανιώτη, απλώς βοηθάει στην πιο γρήγορη ανάγνωση, κάτι που έτσι και αλλιώς συμβαίνει από την ίδια την ιστορία, που θα σας ξενυχτήσει με την μαγεία της.

Το βιβλίο του Δοξιάδη είναι εκπληκτικό, εκπληκτικό. Αν θέλω να χρησιμοποιήσω μια μαθηματική μεταφορά (για να μην παν στράφι και οι λυκειακές γνώσεις), θα έλεγα ότι η αναγνωστική απόλαυση τείνει στο άπειρο (κατάλαβα, δεν εντυπωσιαστήκατε! Αυτή η μεταφορά είναι επιπέδου γυμνασίου και αν). Τέλος πάντων, τα λόγια μου είναι περιττά. Διαβάστε το για καλό δικό σας. “Πρέπει να ξέρετε και άρα θα ξέρετε! Στα μαθηματικά δεν υπάρχει ignorabimus!”

Σχόλια

  1. Λοιπόόόόν...
    Διάβασα το βιβλίο στην πρώτη του έκδοση του 1992. Δεν τρελάθηκα. Θυμάμαι ότι αναρωτιόμουνα αν αυτό είναι λογοτεχνία. Όταν μετά από καμιά δεκαριά χρόνια κυκλοφόρησε σε αναθεωρημένη έκδοση, όλοι ήθελαν να το διαβάσουν. Λένε πως είναι σκάλες καλύτερη από την πρώτη. Δεν είμαι καθόλου σίγουρη ότι θέλω να τη διαβάσω. Σ' αυτήν την περίπτωση, θα έπρεπε να μπω στη διαδικασία της σύγκρισης ξαναδιαβάζοντας ΚΑΙ το δικό μου αντίτυπο που πλέον είναι συλλεκτικό.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Στο τέλος του βιβλίου ο συγγραφέας δηλώνει ότι ντρέπεται για εκείνη την πρώτη έκδοση. Δε ξέρω πόσο διαφέρει από την δεύτερη, σίγουρα όμως αυτή που διάβασα είναι λογοτεχνία και μάλιστα καλής ποιότητας (τουλάχιστον με τα δικά μου κριτήρια).

    Μ'αυτά και μ'αυτά, εγώ έχω περιέργεια να ρίξω μια ματιά σε εκείνη την "ατελή" πρώτη εκδοχή, έχει μια κάποια γοητεία να βλέπεις την πορεία ενός συγγραφέα. Μπορεί εν τέλει να μην σας ταιριάζει η λογοτεχνία με μαθηματικό υπόβαθρο, ωστόσο εγώ το βρήκα αξιοζήλευτο βιβλίο.

    Κρατήστε σαν κόρη οφθαλμού την πρώτη έκδοση, κάποια στιγμή θα γίνετε πλούσια :)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Σας το δανείζω επί πληρωμή!

    {Ιιιιιιι...
    Οοοοοοο...
    Ααααα...
    Εεεεε...
    Ουουουουου...)

    ΥΓ. 1934 (Αλμπέρτο Μοράβια):
    Εννοείται [και φαντάζομαι το εννοείτε προσωπικά -χωρίς διευκρίνιση-] ότι αστειεύομαι.
    Τελευταία έχω την αίσθηση ότι ο κόσμος έχει χάσει το χιούμορ του. Εντελώς.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Χαίρομαι όταν ο κόσμος χάνει το χιούμορ του, γιατί το βρίσκω εγώ και εμπλουτίζω το δικό μου! Και το μεταπωλώ πανάκριβα :p

      Διαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Κουβεντολόι με μια μούμια!

Σημ: Εδώ λέγονται ιστορίες μόνο για αραχνιασμένα κρανία, οι "ψεκασμένοι" θα απομακρύνονται διακριτικά.

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

En passant

  Το «Αν πασάν» είναι ένας σκακιστικός κανόνας, περιθωριακός και άγνωστος αλλά ιδιαιτέρως αποτελεσματικός και σημαντικός. Στις αρχικές τους κινήσεις, τα πιόνια έχουν το δικαίωμα να κινηθούν ένα ή δύο τετράγωνα μπροστά. Αν επιλέξουν να κινηθούν δύο τετράγωνα μπροστά και ένα αντίπαλο πιόνι βρίσκεται σε τέτοια θέση ώστε να μπορούσε να το αιχμαλωτίσει αν το πιόνι που κινήθηκε δυο τετράγωνα αποφάσιζε να κινηθεί μόνο ένα, τότε, έχει το δικαίωμα να το αιχμαλωτίσει και σε αυτή την περίπτωση που κάνει δύο βήματα. Έχουμε δηλαδή, αν πασάν... αιχμαλωσία εν τη διελεύσει. Είναι δυσνόητο στην περιγραφή αλλά αρκετά ξεκάθαρο στην πράξη. Βέβαια, όταν είσαι αρχάριος σκακιστής και το συναντήσεις πρώτη φορά σε ηλεκτρονική παρτίδα, τότε πείθεσαι ότι κάποιο «bug» έχει η ιστοσελίδα, ότι σε χακάρανε ή ότι άρπαξες όλες τις ιώσεις του κυβερνοχώρου. Τα βιβλία του Ναμπόκοφ, μου προσφέρουν την ισχυρή εντύπωση ότι αποτελούν ένα συνεχές λογοτεχνικό en passant, σε αιχμαλωτίζουν εν τη διελεύσει.

Το Δώρο

Θα μπορούσε ο Στέφανος Ξενάκης να είναι ο Στέφανος Δαίδαλος του σήμερα; Ή να το αλλάξω κάπως για να ’χουμε καλό ρώτημα: θα μπορούσε ο Τζέημς Τζόυς (μαζί και οι όποιες καλλιτεχνικές μεταμορφώσεις του) να γίνει ένας motivational speaker της σημερινής εποχής; Κανείς πλέον (αν υποθέσουμε ότι μπορούσε κάποτε) δεν διαβάζει τον «Οδυσσέα». Δεν μπορεί να αντέξει ότι αυτό το βιβλίο τον περιγράφει, ακόμα και σήμερα ή και περισσότερο σήμερα, τόσο καλά παρά την μοναδικότητα του κάθε ανθρώπου. Του αφιερώνει μία μέρα τον χρόνο, την σημερινή (παρόλο που άλλαξε η μέρα, το blogger έμεινε σταθερά πίσω!), και μετά τον στέλνει αδιάβαστο. Αν κάποιος όμως του σερβίρει για πρωινό όμορφες φράσεις με γαρνιτ ούρα υπέροχα σκίτσα, τότε μπορεί να νιώσει στιγμιαία χαρά και να βελάζει σαν ανέφελο πρόβατο στα λιβάδια του χρόνου. 

Αποδοχή cookies

«Ευτυχώς, αν θέλει κάποιος να βρει μεστές απόψεις για καλά βιβλία, υπάρχουν ήδη πολύ αξιόλογα βιβλιοφιλικά μπλογκ, όπως το κορυφαίο, του Librofilo ή το αγαπημένο του, του Μαραμπού» . Να ξέρετε ότι όταν μου δίνουν γλυκό, έστω και σε μορφή βιβλίου, το αποδέχομαι αμέσως. Επίσης, να ξέρετε ότι ενίοτε μπορεί να γράφω για βιβλία που δεν έχω διαβάσει, όλοι το κάνουμε αυτό, απλώς οι περισσότεροι εντελώς αποτυχημένα, αλλά ποτέ δεν γράφω για βιβλίο που δεν μου άρεσε προφασιζόμενος το αντίστροφο∙ όλοι το κάνετε και αυτό, απλώς οι περισσότεροι εντελώς αποτυχημένα. Το βιβλίο είναι δώρο της συγγραφέα, καλής διαδικτυακής φίλης, και η άποψή μου για αυτό ολότελα υποκειμενική – ξέρω, απανωτά σοκ! – και ουδεμία σχέση έχει με την αντικειμενική κριτική που από καιρό θα έπρεπε να γίνει αντικείμενο κριτικής, τουλάχιστον στην Ελλάδα. Από το να μασήσω τα λόγια μου, θα προτιμήσω τα μπισκότα. «Όχι πως δεν ήταν επηρεασμένος και από το ιστολόγιο «Πιπέρι και σπασμένες γραμμές» με τις λαχταριστές αναρτήσεις σχετικά ...

Kinds of kindness

Τα περισσότερα μαγαζιά έχουν ήδη στολίσει με ελλειμματικό γούστο, οι κουραμπιέδες άρχισαν να ανταγωνίζονται τα μελομακάρονα – και τα δυο μαζί την Dubai chocolate –, η Black Friday με τις ασυναγώνιστες τιμές της θα κοντράρει στα ίσα την αληθινή ύπαρξη του ΑΙ Βασίλη, ο καιρός προσπαθεί να τα βρει με τον απορυθμισμένο θερμοστάτη του και γενικά είμαστε μια ωραία ατμόσφαιρα είμαστε. Και μέσα σε όλα αυτά, οι δημοσιογράφοι, οι αθλητές, η εκκλησία, τα ιδρύματα, οι πολιτικοί (που είναι για τα ιδρύματα) θα δείξουν το καλοσυνάτο πρόσωπό τους στους ταλαίπωρους ετούτου του κόσμου. Και μην ξεχνάμε, ότι κυρίως τα Χριστούγεννα είναι για τα παιδιά – και για όλα εκείνα που γιόρταζε η πρόσφατη «Παγκόσμια Ημέρα κατά της Κακοποίησης των παιδιών». «Πάντοτε, τα Χριστούγεννα έβγαζαν στους ανθρώπους τον καλύτερο αλλά και τον χειρότερο εαυτό τους».    

Ασκήσεις μνήμης

  Τις ασκήσεις ύφους τις κατέκτησε σε βαθμό που λίγοι συγγραφείς φτάνουν , με τις ασκήσεις μνήμης όμως κανείς άνθρωπος δεν τα βγάζει εύκολα πέρα. Όλοι μας γράφουμε autofiction από 8 χρονών – Περιγράψτε μας τα πιο ωραία σας Χριστούγεννα – τα νεύρα μου! Το autofiction πλέον μοιάζει να είναι ένας ευφημισμός για να αποδεχόμαστε κάποιες συγγραφικές μετριότητες ως κάτι παραπάνω από αυτό που είναι. Είναι προσβολή να θεωρείς ότι ο Τζόυς ή ο Σελίν (που επιτέλους σε λίγες μέρες θα εκδοθεί το «Θάνατος επί πιστώσει»∙ Γκάλοπ: ποιο άργησε περισσότερο; Το Μετρό Θεσσαλονίκης ή το βιβλίο του Σελίν;) έγραψαν autofiction. Το ίδιο ισχύει και για τον Καλβίνο στη συγκεκριμένη συλλογή. Δεν θα ξεχάσουμε και αυτά που ξέρουμε! «Μόνο πετώντας πράγματα μπορώ να βεβαιωθώ πως ακόμα δεν έχει πεταχτεί κάτι από μένα, κάτι που ίσως να μην είναι ούτε και θα είναι για πέταμα» .  

Βαρύ περιστατικό

Συγγραφείς με χιούμορ δεν χαίρουν ιδιαίτερης εκτίμησης, θεωρώ, από το αναγνωστικό κοινό. Ποιος ξέρει πόσα ελαττώματα πασχίζει να κρύψει πίσω από αυτό, θα σκέφτονται, και δεν μπορεί, κάποιο ελάττωμα θα έχει να κάνει σίγουρα και με την συγγραφή. Επίσης το χιούμορ αξιώνει ευφυΐα και το κοινό δεν θέλει να περνιέται για ηλίθιο. Ο Άμπροουζ Μπιρς με τις διάσημες σατιρικές ιστορίες του και τα σκωπτικά λήμματα θα μπορούσε να θεωρηθεί ένας τέτοιος∙ καλός για να χαμογελάμε πού και πού, μας κάνει ενίοτε και τον έξυπνο, αλλά δεν πειράζει, καλή καρδιά. Ίσως να ήταν έτσι – αν και δεν συμμερίζομαι καθόλου αυτή την άποψη – αν δεν έγραφε τα διηγήματα από τις εμπειρίες του στον Αμερικανικό Εμφύλιο. Σκλάβος του για πάντα!    

The Elephant Man

Υπάρχει ένας ελέφαντας στο δωμάτιο – όχι ρε, δεν εννοώ εσάς, φάτε ελεύθερα όσο θέλετε! – και αυτός δεν είναι άλλος από τον ίδιο τον άνθρωπο. Οξύμωρο, καταλαβαίνω, αλλά στο περίκλειστο δωμάτιο που είναι ο κόσμος ολάκερος, αν θες να παραμένεις ανθρώπινος πρέπει να έχεις καρφωμένα τα μάτια σου στον ελέφαντα. «–Είναι επειδή, με τον τρόπο που ο κερατάς σου παρουσιάζει τα πράγματα, παραέδινε την εντύπωση ότι έφτυνε κατάμουτρα το είδος για το οποίο πέθανε ο Κύριός μας. Δεν είχες την αίσθηση ότι υπέγραφες υπέρ των ελεφάντων αλλά εναντίον των ανθρώπων» . Διαβάζω το βιβλίο του Ρομαίν Γκαρύ περίπου από τον Ιούλιο, κυρίως επειδή τα μεγάλα βιβλία τα διαβάζω τραπεζίως , δηλαδή ανάμεσα σε άλλα μικρότερα αναγνωστικά γεύματα (και τις τελευταίες μέρες και κυριολεκτικά)∙ αλλά αυτό δεν με ενοχλεί καθόλου γιατί υπήρξε ένα από τα καλύτερα βιβλία που διάβασα τα πολλά τελευταία χρόνια, και αν δεν ανανέωσε την πίστη μου στον άνθρωπο, τουλάχιστον ανανέωσε εκείνη στο μυθιστόρημα: «ο καθείς και οι ελέφαντές του, ...

100% cotton

Μπορεί τον τελευταίο χρόνο να δουλεύω στον τριτογενή τομέα παραγωγής και συγκεκριμένα σε στεγνοκαθαριστήριο – φροντίζοντας να μην τα κάνω μούσκεμα με τα ρούχα… ενώ τα κάνω μούσκεμα! – και να χαζεύω στα ταμπελάκια τι ποσοστό επί τοις εκατό βαμβάκι περιέχουν – πολυεστέρα, κερδάμε! – αλλά υπήρξαν σκληρές εποχές που δεν βελτιώθηκαν και ιδιαίτερα για πολλούς ανθρώπους, που για 100% βαμβάκι πληρωνόσουν ένα υποπολλαπλάσιό του και θα έπρεπε να λες και ευχαριστώ από πάνω. «Η αχαριστία αποτελεί συστατικό στοιχείο του χαρακτήρα των ανθρώπων σε τέτοιο βαθμό, που είναι προτιμότερο να τη θεωρεί κανείς προκαταβολικά δεδομένη και να μη στενοχωριέται» . Εδώ το ίδιο σου το πλυντήριο δεν είναι αξιόπιστο (στους χρόνους) και δεν λέει την αλήθεια, γιατί περιμένεις να το κάνουν οι άνθρωποι;

Το κτίσμα

  Τώρα που έφτασε αισίως 46 Αυγούστου και χειμώνιασε για τα καλά, ποιος δε θα ήθελε να διαβάσει μία καλή ιστορία δίπλα στο τζάκι! Τι γίνεται όμως αν το τζάκι, και συγκεκριμένα η καμινάδα, είναι το θέμα της ίδιας της ιστορίας; Μην σας παγώνει αυτό, γιατί την ιστορία την έγραψε ο Χέρμαν Μέλβιλ και τίποτα δεν μπορεί να πάει στραβά όταν συμβαίνει αυτό. Η λογοτεχνία του είναι πάντα πρόσφορη σε αναλύσεις που θεωρητικά θα βελτίωναν την κατανόηση που κρύβεται βαθιά στα θεμέλια κάθε έργου του, αλλά ταυτόχρονα ίσως θα κατέστρεφε τα οφέλη που υπάρχουν στα υψηλότερα διανοητικά πατώματα, απόρροια της μαγευτικής του αρχιτεκτονικής γραφής – «Ή, μάλλον, αυτή η ίδια δίνει απαντήσεις ασταμάτητα, ασταμάτητα ταλανίζοντάς με μ’ αυτή την τρομερή της ζέση για βελτίωση, η οποία δεν είναι παρά μια ελαφρότερη απόδοση της λέξης καταστροφή».

Σαν ναυαγοί, σαν ροβινσώνες

Ο βιασμός ενός βιβλίου και ενός συγγραφέα γίνεται με τις διασκευές . Συγγραφείς μεγάλου βεληνεκούς και εξαιρετικού κύρους όπως ο Ντάνιελ Ντιφόου, ο Ρόμπερτ Στήβενσον, ο Ιούλιος Βερν και ο Τζόναθαν Σουίφτ (με την ευκαιρία, να ξαναπώ ότι «Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ» είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία. Δεν είναι απλώς ένα από τα καλύτερα βιβλία του είδους· ή του 18ου αιώνα· ή της αγγλοσαξονικής λογοτεχνίας. Πέρα από κάθε είδους περιορισμό, τροπικό, χρονικό ή χωρικό, το βιβλίο του Σουίφτ είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία που έχουν γραφτεί επί γης) αντιμετωπίζονται από το αναγνωστικό συγγραφικό φαντασιακό σαν μικρομέγαλοι συγγγραφίσκοι που είχαν κόλλημα με την παιδική ηλικία και ανακλύκλωναν απλοϊκές ιστορίες που δεν πρέπει να διαβάζονται μετά τα δώδεκα – λες και το να είσαι παιδί είναι ιδιότητα μόνο ενός παιδιού. Κούνια που σας κούναγε!