Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Η Μυστηριώδης Κριτική ενός Διάσημου Βιβλίου από έναν Τσαρλατάνο




Στα μαθηματικά είμαι σκράπας. Και η απόφασή μου να δώσω Πανελλήνιες στην τεχνολογική κατεύθυνση φανέρωσε την σύγχυση του μυαλού μου, που έκτοτε με συντροφεύει αδιάκοπα. Γενικά, μην με παίρνετε στα σοβαρά. Ωστόσο, ακόμα και εγώ, μπορώ να αντιληφθώ ότι τα μαθηματικά πέρα από όλες τις άλλες δραστηριότητες της ανθρώπινης διανόησης, μπορούν να γεννήσουν μία πραγματική μεγαλοφυΐα που ξεπερνά όλες τις άλλες – μια λογοτεχνική μεγαλοφυΐα, μια σκακιστική μεγαλοφυΐα, μια φυσική μεγαλοφυΐα, δεν πιάνει μία μπροστά σε μία μαθηματική. Είναι μια εικασία αυτό που ισχυρίζεσαι, θα πείτε. Μένει λοιπόν να αποδειχθεί.

 Ο θείος Πέτρος και η Εικασία του Γκόλντμπαχ είναι ένα βιβλίο που έκανε ντόρο στην εποχή του – από όσους λογοτεχνικούς ντόρους έχω συναντήσει στην αναγνωστική μου ζωή είναι από τους πλέον δικαιολογημένους. Ένα βιβλίο που δικαίως αξίζει τη διεθνή προβολή που έχει λάβει, πολύ μακριά από τα “διεθνή” μας βιβλία που ψευτοκαλύπτουν τον επαρχιωτισμό τους με μεταμοντέρνα ρετάλια. Απορώ γιατί δεν το είχα διαβάσει τόσο καιρό. Η εμπειρία μου με την τεχνολογική κατεύθυνση, είχε το τίμημά της, θαρρώ! Μία λογοτεχνία γραμμένη με μαθηματική ακρίβεια. Και ένας μαθηματικός χαρακτήρας από τους πιο ενδιαφέροντες της παγκόσμιας λογοτεχνίας.

Ο θείος Πέτρος είναι το μαύρο πρόβατο (συνήθως τα “μαύρα πρόβατα” έχουν τόσο πιο θετική επίδραση για μεγάλο μέρος της ανθρωπότητας όσο πιο αρνητική έχουν για τα υπόλοιπα μέλη της “αγέλης” τους) της οικογένειας Παπαχρήστου. Ο θείος Πέτρος λοιπόν είναι ένας αποτυχημένος της ζωής, αν και υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους μαθηματικούς. Ο έφηβος αφηγητής της ιστορίας ακούει συνεχώς να λοιδορούν, ο πατέρας του και ο αδερφός του, τον μεγαλύτερο αδερφό τους Πέτρο. Εκείνος ζει απομονωμένος σε ένα εξοχικό στην Εκάλη, παίζοντας αδιάκοπα σκάκι και φροντίζοντας τον κήπο του, και μόνο ανήμερα στην γιορτή του καταδέχεται να ανεχθεί την οικογένειά του. Ο μυστηριώδης αυτός θείος γίνεται το αντικείμενο μελέτης του έφηβου αφηγητή. Γιατί ο πατέρας του τον θεωρεί έναν αποτυχημένο της ζωής; Μια τυχαία περίσταση τού φανερώνει ότι ο κλειστός και απόμακρος θείος του, υπήρξε κάποτε ένας σπουδαίος μαθηματικός και έτσι, γοητευμένος και αυτός, αποφασίζει να σπουδάσει μαθηματικά κρυφά από τους γονείς του.



[...] «Οι μαθηματικοί», συνέχισε, «τέρπονται από τις μελέτες τους όπως οι σκακιστές από το παιχνίδι τους. Για την ακρίβεια, η ψυχολογία του μαθηματικού ερευνητή είναι πολύ κοντύτερα σε αυτήν του ποιητή ή του μουσικοσυνθέτη, του ανθρώπου που τον απασχολεί η δημιουργία του Ωραίου και η αναζήτηση της Αρμονίας και της Τελειότητας».

Ο θείος Πέτρος συνάπτει μία συμφωνία με τον νεαρό ανιψιό του. Θα του βάλει ένα πρόβλημα να το λύσει στις καλοκαιρινές διακοπές του για να καταλάβει αν έχει την στόφα του μαθηματικού. Αν δεν τα καταφέρει, ο αφηγητής θα ορκιστεί εγγράφως ότι δεν θα σπουδάσει ποτέ του μαθηματικά. Η άγνοια και η ορμητικότητα του νεαρού δεν του αφήνουν περιθώρια να αρνηθεί την προσφορά. Ο θείος Πέτρος του αναθέτει να λύσει την Εικασία του Γκόλντμπαχ, μια απλή διατύπωση ενός πανδύσκολου μαθηματικού προβλήματος που παραμένει ως και σήμερα (τουλάχιστον μέχρι την χρονολογία έκδοσης του βιβλίου) αναπόδεικτο! Ο αφηγητής δεν καταφέρνει να το λύσει και ορκίζεται ότι δε θα ασχοληθεί με τα μαθηματικά. Ωστόσο, στο πανεπιστήμιο μαθαίνει το σκληρό παιχνίδι που του έπαιξε ο θείος του και αποφασίζει για να τον εκδικηθεί να σπουδάσει μαθηματικά. Παράλληλα, προσπαθεί να μάθει τα μαθηματικά επιτεύγματα του Πέτρου για τα οποία γνωρίζει ελάχιστα.



Έτσι μαθαίνουμε την ιστορία του Πέτρου ο οποίος είχε όλες τις περγαμηνές να γίνει ένας διακεκριμένος μαθηματικός αλλά επέλεξε να αφοσιωθεί ολοκληρωτικά στην επίλυση της Εικασίας του Γκόλντμπαχ, μια παρακινδυνευμένη κίνηση που είτε θα του χάριζε δια παντός την αθανασία είτε θα του κατέστρεφε την ζωή. Ένα δίλημμα που αντιμετωπίζουν όλες οι μεγαλοφυΐες.

[...] «Κατά την γνώμη μου, στα Μαθηματικά, όπως και στις τέχνες ή στον αθλητισμό, αν δεν είσαι ο καλύτερος, είσαι ένα τίποτε. (...) Όμως, ένας μέτριος μαθηματικός – μιλάω για τον ερευνητή, φυσικά, όχι για τον δάσκαλο – είναι μια ζωντανή, περιφερόμενη τραγωδία...»


Αυτή την “ζωντανή, περιφερόμενη τραγωδία” περιγράφει εκπληκτικά στο βιβλίο του ο Απόστολος Δοξιάδης. Η εμμονική τρέλα μιας διάνοιας που επικεντρώνεται ολοκληρωτικά στο αντικείμενο του πάθους της, εις βάρος της ίδιας της ζωής. Το μυστικό της καλλιτεχνικής δημιουργίας για το οποίο μιλούσε ο Τσβάιχ, ενσαρκώνεται στον χαρακτήρα του θείου Πέτρου. Η έξαψη που τον κρατά ζωντανό μια ολόκληρη ζωή στο κυνήγι της απόδειξης της Εικασίας, ξαφνικά σβήνει από την απόδειξη ενός άλλου θεωρήματος, του Θεωρήματος της Μη Πληρότητος  του Γκαίντελ, που λέει ότι όλα τα θεωρήματα δεν είναι κατ' ουσίαν αποδείξιμα (κάτι που ισχυριζόταν μέχρι τότε, το Θεώρημα της Πληρότητος), χωρίς ωστόσο να ξέρουμε ποιο θεώρημα είναι αποδείξιμο και ποιο όχι. Έτσι, η Εικασία του Γκόλντμπαχ, μπορεί να είναι είτε πολύ δύσκολο πρόβλημα είτε αδύνατο! Μία αλληγορική σκέψη για το μυστήριο της ίδιας της ζωής μας (αν και το βιβλίο συνεχώς μιλάει για μαθηματικά, τελικά ελάχιστη σχέση με αυτά!), για την άγνοιά μας αν τελικά πασχίζουμε για κάτι (έστω και μερικώς, αποδείξιμο) ή για κάτι παντελώς ανώφελο.

[...] από την πρώτη στιγμή που το πληροφορήθηκα, το Θεώρημα της Μη Πληρότητος κατέστρεψε τη βεβαιότητα που στήριζε τις προσπάθειές μου. Μου έδειξε ότι υπήρχε μία μεγάλη πιθανότητα να περιπλανιέμαι μέσα σε έναν λαβύρινθο του οποίου την έξοδο δεν θα βρω ποτέ, ακόμη κι αν ψάχνω εκατό ζωές. Κι αυτό για έναν πολύ απλό λόγο: Γιατί είναι πιθανόν η έξοδος να μην υπάρχει, ο λαβύρινθος να είναι ένα ατελείωτο αδιέξοδο!


Η έκδοση του Καστανιώτη είναι πολύ όμορφη, με ένα ανάλογο εξώφυλλο που βασίζεται σε μια ιδέα του ίδιου του συγγραφέα. Ωστόσο, έχω μια μικρή ένσταση. Τα εξωτερικά περιθώρια της σελίδας έχουν ένα μεγαλύτερο κενό (από το σύνηθες) σε σχέση με τα εσωτερικά περιθώρια. Όσες φορές το έχω συναντήσει σε εκδόσεις, συνήθως αφορά συγγραφείς ήσσονος σημασίας που με διάφορα τεχνάσματα (μεγαλύτερα περιθώρια, αραιογραμμένες σελίδες, θεόρατα γράμματα που λες και ξεπήδησαν από το ιατρείο ενός οφθαλμίατρου) προσπαθούν να καλύψουν κάποια δική τους λογοτεχνική ανεπάρκεια, και να πείσουν (ανεπιτυχώς) τους αναγνώστες ότι έγραψαν ένα χορταστικό πολυσέλιδο μυθιστόρημα ή δε ξέρω και γω, τι άλλες ανώμαλες φαντασιοκοπίες τρέφει το μυαλό τους.  Κάτι τέτοιο, επ' ουδενί δεν χρειάζεται η συγγραφική τέχνη του Δοξιάδη. Τα περιθώρια αν ήταν στο συνηθισμένο τους μήκος, απλώς θα μείωναν την έκταση του βιβλίου κατά 30 σελίδες περίπου (στα μαθηματικά είμαι σκράπας, το ξανάπαμε!), κάτι όμως που δε θα μείωνε καθόλου την μεγάλη αξία του βιβλίου. Ας δεχθούμε λοιπόν, ότι αυτή η πρακτική του Καστανιώτη, απλώς βοηθάει στην πιο γρήγορη ανάγνωση, κάτι που έτσι και αλλιώς συμβαίνει από την ίδια την ιστορία, που θα σας ξενυχτήσει με την μαγεία της.

Το βιβλίο του Δοξιάδη είναι εκπληκτικό, εκπληκτικό. Αν θέλω να χρησιμοποιήσω μια μαθηματική μεταφορά (για να μην παν στράφι και οι λυκειακές γνώσεις), θα έλεγα ότι η αναγνωστική απόλαυση τείνει στο άπειρο (κατάλαβα, δεν εντυπωσιαστήκατε! Αυτή η μεταφορά είναι επιπέδου γυμνασίου και αν). Τέλος πάντων, τα λόγια μου είναι περιττά. Διαβάστε το για καλό δικό σας. “Πρέπει να ξέρετε και άρα θα ξέρετε! Στα μαθηματικά δεν υπάρχει ignorabimus!”

Σχόλια

  1. Λοιπόόόόν...
    Διάβασα το βιβλίο στην πρώτη του έκδοση του 1992. Δεν τρελάθηκα. Θυμάμαι ότι αναρωτιόμουνα αν αυτό είναι λογοτεχνία. Όταν μετά από καμιά δεκαριά χρόνια κυκλοφόρησε σε αναθεωρημένη έκδοση, όλοι ήθελαν να το διαβάσουν. Λένε πως είναι σκάλες καλύτερη από την πρώτη. Δεν είμαι καθόλου σίγουρη ότι θέλω να τη διαβάσω. Σ' αυτήν την περίπτωση, θα έπρεπε να μπω στη διαδικασία της σύγκρισης ξαναδιαβάζοντας ΚΑΙ το δικό μου αντίτυπο που πλέον είναι συλλεκτικό.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Στο τέλος του βιβλίου ο συγγραφέας δηλώνει ότι ντρέπεται για εκείνη την πρώτη έκδοση. Δε ξέρω πόσο διαφέρει από την δεύτερη, σίγουρα όμως αυτή που διάβασα είναι λογοτεχνία και μάλιστα καλής ποιότητας (τουλάχιστον με τα δικά μου κριτήρια).

    Μ'αυτά και μ'αυτά, εγώ έχω περιέργεια να ρίξω μια ματιά σε εκείνη την "ατελή" πρώτη εκδοχή, έχει μια κάποια γοητεία να βλέπεις την πορεία ενός συγγραφέα. Μπορεί εν τέλει να μην σας ταιριάζει η λογοτεχνία με μαθηματικό υπόβαθρο, ωστόσο εγώ το βρήκα αξιοζήλευτο βιβλίο.

    Κρατήστε σαν κόρη οφθαλμού την πρώτη έκδοση, κάποια στιγμή θα γίνετε πλούσια :)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Σας το δανείζω επί πληρωμή!

    {Ιιιιιιι...
    Οοοοοοο...
    Ααααα...
    Εεεεε...
    Ουουουουου...)

    ΥΓ. 1934 (Αλμπέρτο Μοράβια):
    Εννοείται [και φαντάζομαι το εννοείτε προσωπικά -χωρίς διευκρίνιση-] ότι αστειεύομαι.
    Τελευταία έχω την αίσθηση ότι ο κόσμος έχει χάσει το χιούμορ του. Εντελώς.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Χαίρομαι όταν ο κόσμος χάνει το χιούμορ του, γιατί το βρίσκω εγώ και εμπλουτίζω το δικό μου! Και το μεταπωλώ πανάκριβα :p

      Διαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Κουβεντολόι με μια μούμια!

Σημ: Εδώ λέγονται ιστορίες μόνο για αραχνιασμένα κρανία, οι "ψεκασμένοι" θα απομακρύνονται διακριτικά.

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

Ποίηση χωρίς τέλος

  Αυτή η χρονιά θα ξεκινήσει ακριβώς όπως τελείωσε: με ποίηση. Συλλεκτική ανάρτηση, σπάνια θα ξαναδιαβάσετε τέτοια. Σπάω την παράδοση (και το ρόδι)! Ακόμα σπανιότερα εντυπωσιάζομαι από ποιητές και ποιήματα. Δεν με συγκινεί η συμπύκνωση του λόγου όταν του λείπει ένα είδος «φλυαρίας» – ψάχνω ποιήματα που είναι αμετροεπή με έναν δικό τους τρόπο και ταυτόχρονα στοχευμένα και ουσιώδη. Ποιήματα που δεν πολυπαίρνουν στα σοβαρά τον εαυτό τους καθώς τσαλαβουτούν χαρούμενα στον χυλό της ειρωνείας. Ποιήματα που, απ' ό,τι σωστά αντιλαμβάνεστε, δεν γράφει η πλειοψηφία των ποιητών. Με δυο λόγια, κυνηγώ το ανέφικτο. Αλλά, αυτό δεν κυνηγάμε όλοι στην έναρξη κάθε χρονιάς; Το φλουρί μου για φέτος – λίρα εκατό – ήταν η Βισουάβα ή Βισλάβα ή όπως αλλιώς, Σιμπόρσκα. Η παλιά ποίηση, η ορθόδοξη, είναι Εδώ!

Με ανώμαλους δεν μιλάω

  Ανωμαλία είναι να μην μπορεί μια γυναίκα να κυκλοφορεί άφοβα στους δρόμους, ανωμαλία είναι να πιστεύεις ότι τα εμβόλια σκοπό έχουν να προκαλέσουν περισσότερο κακό από ό,τι καλό, ανωμαλία είναι να νομίζεις ότι η λογοτεχνία σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, ανωμαλία είναι ακόμα το προφιτερόλ να έχει μόνο ένα σουδάκι μέσα, ανωμαλία είναι και ότι ο «Πατάκης» εξακολουθεί να μην εκδίδει Χέρμαν Μέλβιλ. Και πόσες ακόμα ανωμαλίες! Με τελευταία εκείνη του Ερβέ Λε Τελιέ, ενός συγγραφέα που αγάπησα οριστικά από ένα και μόνο βιβλίο του που είχα διαβάσει κάποτε, το «Όλα τα μανιτάρια τρώγονται», η ουλιπιανή έμπνευση που είχε οραματιστεί το facebook χρόνια πριν από τον δημιουργό του. Κάθε φορά που μπαίνετε στο facebook και αντικρίζετε την ερώτηση «Τι σκέφτεσαι;», ικανή να σας παρασύρει ασυγκράτητα να μας εμπιστευτείτε τις επικές σας μπούρδες, σχεδόν πάντα χωρίς καθόλου φιλτράρισμα και ουσία, να θυμάστε ότι ο Τελιέ κάποτε το έκανε… χίλιες φορές καλύτερα από εσάς, πιο δημιουργικά και κυρίως με περισσότερο χι

Dogs never bite me. Just humans.

    Ψόφια πράγματα το φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης – τουλάχιστον οι επιλογές μου – αλλά μόλις είδα ότι θα προβληθεί «Η εξουσία του σκύλου», που βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Τόμας Σάβατζ, ήξερα ότι θα ρεφάρω γιατί κακό σκυλί ψόφο δεν έχει. Και έτσι έγινε, η ταινία δεν με απογοήτευσε και μου θύμισε πόσο είχα αγαπήσει εκείνο το βιβλίο. Μια παραγωγή του Νέτφλιξ που θα είναι διαθέσιμη στην πλατφόρμα από την 1 Δεκεμβρίου ώστε να προλάβει να κάνει τον κύκλο της στις αίθουσες, με τον Κάμπερμπατς στον ρόλο του Φιλ, τον σωσία του Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν στον ρόλο του Τζορτζ και την ωραία Κίρστεν Ντανστ ως Ρόουζ. Η ταινία, όπως και το βιβλίο, σε πολλούς θα φανούν αργά, αδιάφορα και αλλόκοτα, λόγω του περιεχομένου αλλά η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για αριστοτεχνικές δημιουργίες με βάθος. Αντιγράφω εδώ το κείμενο που είχα γράψει στο «Διαβάζοντας» για να θυμάμαι ότι εκείνη η ανάγνωση μετράει ακόμα μέσα μου· σπάνιο, ομολογουμένως.

Dance with the Devil

  A long time ago in a galaxy (στην επαρχία) far, far away… όταν περνούσα την emo φάση μου και έκλαιγα χωρίς λόγο καθώς να καθάριζα κρεμμύδια είχα ανακαλύψει τυχαία ένα βιβλιαράκι που το αγόρασα με τα πρώτα λεφτά που είχα αποταμιεύσει σε ένα βιβλιάριο τραπέζης που είχε δεν είχε μέσα 30 δραχμαί. Εκείνο το βιβλίο ήτο κάποιου ψιλοάγνωστου Χόφμαν μεταφρασμένο υπό του σπουδαίου Καρυωτάκη – αργότερα, όταν οι ισορροπίες άλλαξαν εντός μου, κατάλαβα ότι ο Χόφμαν λειτούργησε κάπως σαν το… καρυωθραυστικό του ποιητή∙ ξέρω, ξέρω, πάγωσε η θάλασσα μέσα σας, μακάρι να βρείτε ένα βιβλίο να πέσει πάνω της σαν τσεκούρι – «το λογοπαίγνιο είναι ένα καυτό σίδερο για μπούκλες στο χέρι της τρέλας και με δαύτο λυγίζει τις σκέψεις» . Ο λόγος είναι ότι ο Χόφμαν αποδείχθηκε μια εξαίσια διαβολική μορφή της παγκόσμιας λογοτεχνίας και τα παιδιά του κυκλοφορούν ελεύθερα γύρω μας – ευτυχώς για αυτά, και για εμάς, είχε πάντοτε δουλειά, και μάλιστα σημαντική, να γράφει αριστουργήματα.

Του πολέμου / Στο άλογό μου

Τι γιορτάζουμε σήμερα; Το όχι, το ναι, το ίσως; Γιατί, ενώ όλοι ξέρουμε ότι το εθνικό φρόνημα σε ψηλώνει ως άνθρωπο, εξεγειρόμαστε τόσο πολύ όταν κάτι τέτοιο γίνεται και με τεχνητά μέσα, ας πούμε, με δεκάποντες γόβες; Γιατί μετά την παρέλαση όλοι πάμε και πίνουμε φρέντο εσπρέσσο, έναν τόσο χαρακτηριστικά ιταλικό καφέ; Τι θα συμβεί αν σε μία αντιπολιτευτική συνωμοσία όλοι συντονίσουν το... ένα στο δεξί; Το ένα στ' αριστερό αποκτά όντως βαρύνουσα σημασία όταν κυβερνά η Αριστερά, ή απλώς έχουμε συνηθίσει να το θεωρούμε ηθικό πλεονέκτημα της παρέλασης;

Η Αλίκη στις πόλεις

  Καλύτερα Αλίκη στις πόλεις των θαυμάτων παρά Ωραία Κοιμωμένη στο χωριό. Αυτή είναι η τελεσίδικη γνώμη μου. Αλλά τώρα που καλοκαίριασε δύσκολα να σας πείσω, το ξέρω. Τα ξαναλέμε when September ends. «Οι πόλεις δεν προσφέρουν μόνο υλικά οφέλη αλλά και ενθουσιασμό και την ευκαιρία να επαναπροσδιορίσει κάποιος τον εαυτό του. Για πολλούς πολίτες του Μάντσεστερ και του Σικάγου, η πόλη σήμαινε μια μορφή ελευθερίας. Αυτό ήταν κάτι που οι επικριτές της βικτοριανής πόλης δεν μπόρεσαν ποτέ να συλλάβουν: με τόσο σκότος και βρομιά δεν μπόρεσαν ποτέ να διακρίνουν τους τρόπους με τους οποίους η κοινότητα επαναπροσδιοριζόταν μέσα στη σύγχρονη βιομηχανική μητρόπολη». Όσοι πάλι επι-μένετε στις πόλεις πρέπει να προμηθευτείτε αμέσως το καταπληκτικό βιβλίο του Ben Wilson – γιατί αν εξαντληθεί θα το ψάχνετε στα επαρχιακά βιβλιοπωλεία!

Τελειωμένοι

    Είμαστε γεννημένοι ο ένας για τον άλλον. Τέλος. Αυτά στην αρχή, βέβαια. Γιατί μετά, ανάθεμα την ώρα που βρέθηκες μπροστά μου. Αυτή η σχέση των σχέσεων όμως, μπορεί κάλλιστα να επεκταθεί και στα βιβλία. Μόνο που σε μένα λειτούργησε αντίστροφα· ανάθεμα την ώρα που βρέθηκε μπροστά μου, είπα για αυτό το βιβλίο, μου το δάνεισαν επειδή δεν άρεσε (ωραίο προμόσιον), ήθελα από την άλλη να δω και την ταινία του Κάουφμαν , ας πάει στα κομμάτια, θα το ξεκινήσω, με την σκέψη ήδη από την αρχή να βάλω ένα τέλος όταν δω ότι δεν τραβάει το πράγμα. Αλλά, γαμώτο, τραβούσε. Για ελάχιστους αναγνώστες αυτό θα είναι το βιβλίο της ζωής τους, σύμφωνοι. Κι όμως. «Είναι εντυπωσιακό. Όταν βλέπεις κάποιον με τους γονείς του, αποδεικνύεται απτά ότι όλοι είμαστε αποτέλεσμα σύνθεσης» . Όπως ακριβώς και τα αξιανάγνωστα βιβλία, τα συγγραφικά παιδιά των δημιουργών τους – ξεράστε με την ησυχία σας και ελάτε πίσω. Μείνετέ μου πιστοί! Σας αγαπώ !

Θα φάτε τα μούτρα σας

  Πού βαδίζει η λογοτεχνία; Όπου και όπως βάδιζε πάντα, ελεύθερη και ασυμβίβαστη, ασυνόδευτη και ασυνόρευτη , πριν έρθει ο (κακός μας) καιρός με την πρόφαση του υποστηρίγματος/«υποστήριξης» κάποιοι να της προσφέρουν τα δεκανίκια της πολιτικής ορθότητας που θα την καθιστούσαν έκτοτε αδιανόητα στάσιμη. «Αυτό που βλέπουμε το σκεφτόμαστε, κι έτσι τελικά δεν το βλέπουμε, λέει ο Όλερ, ενώ άλλοι βλέπουν αυτό που βλέπουν χωρίς πρόβλημα, επειδή δεν το σκέφτονται αυτό που βλέπουν. Αυτό που αποκαλούμε αντίληψη είναι για μας κατά βάση στασιμότητα, ακινησία, τίποτα. Τίποτα. Οτιδήποτε έχει συμβεί το έχουμε σκεφτεί, δεν το έχουμε δει, λέει ο Όλερ» . Είδα και απόειδα λοιπόν με το… φαινόμενο Φερνάντα Μελτσόρ και είπα ό,τι βρέξει ας κατεβάσει! Βαδίζοντας στην εποχή των τυφώνων.

Η μέθοδος του Κούντερα

  Σε κάποιες περισσότερο κιτς εποχές ένα παρόμοιο χαστούκι σαν εκείνο του Γουίλ Σμιθ είχε ταράξει τα νερά της κοινωνικής μας ζωής. Η Νατάσα Αθήνη είχε χαστουκίσει την Δήμητρα Λιάνη στην παρουσίαση του βιβλίου της «10 χρόνια και 54 μέρες» – βέβαια, τώρα που τα συζητάμε, μπορεί να έχουν περάσει κοντά 30 χρόνια. Μια επισήμανση που μου ήρθε μόλις: όλες οι βιβλιοπαρουσιάσεις είναι για σφαλιάρες∙ συγγραφείς μην πέφτετε σε αυτή την παγίδα, μακριά. Τέλος πάντων, όταν η Δήμητρα δεν έγραφε βιβλία, διάβαζε, λένε, Κούντερα. Τότε ήταν πολύ της μόδας. Κούντερα από εδώ, Κούντερα από εκεί, είχαν τρελαθεί όλοι. Ποιος είναι ρε αυτός ο Κούντερας; Ήταν τελικά ένα πιο λογοτεχνικό Nitro όπως νόμιζαν αρκετοί; Γιατί τόσα χρόνια τον αντιμετωπίζουμε με αβάσταχτη ελαφρότητα; «Γιατί άραγε θέλει να κάνει έρωτα μαζί μου; αναρωτιόταν πολύ συχνά, αλλά δεν έβρισκε απάντηση. Ένα μόνο ήξερε, πως οι σιωπηρές συνευρέσεις τους ήταν αναπόφευκτες, έτσι όπως είναι αναπόφευκτο να σταθεί προσοχή ένας πολίτης ακούγοντας τον εθν

Τώρα μας σώνει μόνο ένα θαύμα

    Μπορεί ένα βιβλιοπωλείο να αποτελέσει καταφύγιο; Όχι καταφύγιο πολέμου, μην παρασύρεστε από τις εξελίξεις στην Ουκρανία, δεν παίζει τέτοιο πράγμα∙ ούτε βέβαια να σταματήσει τον ίδιο τον πόλεμο, αυτό και αν θα ήταν θαύμα! Μπορεί ωστόσο να αποτελέσει πού και πού ένα ζεστό καταφύγιο μιας μεμονωμένης ζωής, που παρέα με δισεκατομμύρια άλλες συγκροτούν τον κόσμο γύρω μας, τα ακρότατα όρια του οποίου συχνότατα και εντελώς απροσδόκητα μπορεί να είναι οι πιο αναίτιες και ακραίες σφαγές. Oh yes! Το να διεξάγεις ακήρυχτο πόλεμο αλληλεγγύης μέσω social media, να φας μια μπριζόλα επειδή τυχαίνει να είναι Τσικνοπέμπτη στα μέρη σου ή να διαβάσεις ένα ανάλαφρο βιβλίο δεν μοιάζουν αρκετά. Αλλά και τι θα μπορούσε να μοιάζει αρκετό στη ζωή ενός ανθρώπου; «Φοβάμαι ότι αυτό είναι σαν εκείνα τα feelgood μυθιστορήματα που διαβάζει η Τζάσμιν, όπου το τέλος είναι πάντα χαρούμενο γιατί πώς αλλιώς θα μπορούσαν οι αναγνώστες να αντισταθμίσουν τις κακές ειδήσεις και όλα αυτά τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν