Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Lovecraft doesn't love life

 
Να διαβάζεις μια ιστορία του Λάβκραφτ είναι μια συνταρακτική εμπειρία πέρα από κάθε περιγραφή. Ακόμα θυμάμαι την ανάγνωση της ιστορίας “Το πλάσμα που ψιθύριζε στο σκοτάδι” – κάποια επιπρόσθετα εξωτερικά φαινόμενα είχαν πολλαπλασιάσει εκείνη την τρομακτική εντύπωση της ανάγνωσης. Είχα ξεκινήσει την ανάγνωση κατά τις 9 το βράδυ και μια έντονη καταιγίδα προετοιμαζόταν να ξεσπάσει. Από την αρχή της κιόλας, έγινε διακοπή ρεύματος και εγώ συνέχισα την ανάγνωση υπό το φως των κεριών, το ένα εκ των οποίων ήταν κατάμαυρο και το είχα αγοράσει μερικές ώρες πριν έχοντας την ξαφνική έμπνευση ότι θα δείχνει πολύ κουλ αναμένο! Πώς ξύπνησα το άλλο πρωί, μόνο εγώ γνωρίζω!

Έτσι, ένα δοκίμιο για τη ζωή και το έργο του Λάβκραφτ, ειδικά με τον τίτλο “Χ. Φ. Λαβκραφτ: εναντίον του κόσμου, εναντίον της ζωής”, δεν μπορούσε να με αφήσει ασυγκίνητο. Το γεγονός ότι το γράφει ο Μισέλ Ουελμπέκ... ένθερμος υποστηρικτής της ζωής και του κόσμου, προσθέτει μία νότα ειρωνείας και μια δόση απολαυστικής χαιρεκακίας προς τους αναγνώστες του. Αν αγαπάς τη ζωή, δεν διαβάζεις. Ούτε πας σινεμά, βέβαια. Ό, τι κι αν λένε, το καλλιτεχνικό σύμπαν είναι, λίγο πολύ, για εκείνους που έχουν βαρεθεί τη ζωή. Ο Ουελμπέκ γράφει μία διεισδυτική αν και σύντομη μελέτη για τον ιδιοφυή Λάβκραφτ. Φανατικός αναγνώστης του, αντικρίζει στον Αμερικανό έναν σπουδαίο και πρωτότυπο συγγραφέα. Ο Λάβκραφτ έζησε μια πραγματική ζωή στερημένη και μια λογοτεχνική ζωή ανώφελη, μιας και πέθανε πριν προλάβουν τα έργα του να αναγνωριστούν, πέρα από έναν στενό κύκλο αλληλογράφων και φίλων του, που αποτέλεσαν και τους συγγραφικούς του επιγόνους. Αρνητής της πραγματικότητας και της ρεαλιστικής αφήγησης, εξέθρεψε μερικά από τα πιο αποτρόπαια πλάσματα που στοιχειώνουν τις συνειδήσεις των αναγνωστών του. Ο Λάβκραφτ, από τη μεριά του, δεν προσπαθεί να επιχρωματίσει τα στοιχεία εκείνα της πραγματικότητας που δεν του αρέσουν. Απλώς τα αγνοεί με έναν αποφασιστικό τρόπο.
 

 
[...] Μια παλιά σαμπρέλα που ξεφουσκώνει μέσα στο νερό: θα μπορούσε να είναι μια εύστοχη παρομοίωση για το παραδοσιακό μυθιστόρημα. Την παρακολουθούμε να βυθίζεται ολοκληρωτικά και χωρίς αρκετή αντίσταση, σαν κάτι που πυορροεί, για να αφήσει στο τέλος μόνο ένα αξεδιάλυτο και αυθαίρετο τίποτα. 
 
Ο Λάβκραφτ, από τη μεριά του, πιέζει με δύναμη κάποια σημεία τούτης της σαμπρέλας – σεξ, χρήμα... – ελπίζοντας ότι τίποτα δε θα βγει απ' αυτά. Είναι η τεχνική της σύσφιξης. Μ' αυτόν τον τρόπο, θα κάνει έναν πλούσιο και ορμητικό χείμαρρο εικόνων να ξεπηδήσει από τα σημεία εκείνα που προτιμά.
 
Ο Λάβκραφτ αγνοεί εκείνα τα στοιχεία που δεν εξυπηρετούν τους συγγραφικούς του σκοπούς (σεξ, χρήμα, ψυχολογικές εκφάνσεις των ηρώων του). Τα μόνα ανθρώπινα αισθήματα για τα οποία θέλει να ακούει είναι ο θαυμασμός και ο φόβος. Πάνω σ' αυτά αποκλειστικά θα οικοδομήσει το δικό του σύμπαν. Είναι, σίγουρα, ένας περιορισμός, ένας περιορισμός όμως συνειδητός και ηθελημένος. Και δεν υπάρχει αυθεντική δημιουργία χωρίς κάποια εκούσια τύφλωση.
 
Ο Λάβκραφτ υπήρξε ένας εξαιρετικά μοναχικός άνθρωπος. Από πολύ μικρός μίσησε την ζωή και η ονειρική φαντασία του γέννησε αυτά τα σιχαμερά όντα που τον καταδυνάστευαν – μαζί και εμάς. Η ζωή δεν έχει, φυσικά, κανένα νόημα. Ούτε όμως και ο θάνατος. Κι αυτό, καθώς ανακαλύπτεις το σύμπαν του Λάβκραφτ, είναι ένα από τα πράγματα που κάνουν το αίμα σου να παγώνει. Ο θάνατος των ηρώων του δεν έχει κανένα νόημα. Δεν δημιουργεί καμιά ανακούφιση. Δεν οδηγεί το αφήγημα σε κάποιο επιμύθιο. Ο Λαβκραφτ καταστρέφει τους ήρωές του, χωρίς καμιά επιείκεια, σαν να κομμάτιαζε μαριονέτες. Αδιάφορος για τούτο το άθλιο πεπρωμένο, ο κοσμικός φόβος μεγαλώνει αδιάκοπα. Παίρνει έκταση και σχήμα. Ο μέγας Κθούλου ξυπνά. Μονάδικη νότα ευτυχίας υπήρξε η γνωριμία και ο γάμος του με την Σόνια Γκρην (με αποκλειστικά δική της σειρά πρωτοβουλιών) και η μετακομισή του στη Νέα Υόρκη. Εκεί θα νιώσει ζωντανός και για πρώτη φορά θα αναζητήσει την συγγραφική επιτυχία. Μια σχοινοτενής όμως οικονομική δυσπραγία θα τον αναγκάσει να ψάξει εκατοντάδες δουλειές χωρίς καμία τύχη (“Θα θεωρούσα αφελή την αντίληψη ότι κάποιος, έστω και αν είναι καλλιεργημένος και ευφυής, δεν μπορεί να εξοικειωθεί γρήγορα με τις απαιτήσεις μιας εργασίας που δεν εμπίπτει απόλυτα στον τομέα των συνήθων ενασχολήσεών του· κι όμως, τα πρόσφατα γεγονότα μού έδειξαν...”). Αυτές οι δυσκολίες στη Νέα Υόρκη θα αναζωπυρώσουν το φυλετικό του μίσος και θα φθείρουν σιγά σιγά τον γάμο του. Όπως σημειώνει ο Ουελμπέκ στον πρόλογό του: η ανάλυση του ρατσισμού στην λογοτεχνία επικεντρώνεται εδώ και μισό αιώνα στον Σελίν· ωστόσο ο Λάβκραφτ αποτελεί μια περισσότερο ενδιαφέρουσα και τυπική περίπτωση. Όσο ζούσε στο Πρόβιντενς θεωρούνταν ένα είδος επαρχιακού αριστοκράτη (χωρίς λεφτά!) σε ένα συντηρητικό πουριτανικό περιβάλλον που δεν τον ενοχλούσε και ιδιαίτερα. Στην πολύβουη και πολύχρωμη Νέα Υόρκη ήταν αναγκασμένος να συγχρωτίζεται με ανθρώπους που μισούσε ολοένα και περισσότερο, και η αρχική μεγαλειώδης εντύπωση για την πόλη (“Όταν έφτασα, αντίκρισα πάνω από μια γέφυρα τη θέα της πόλης να αναδύεται μεγαλοπρεπής μέσα απ' τα νερά στο φως του δειλινού. Οι κορυφές και οι πρωτόφαντες πυραμίδες ορθώνονταν μέσα στη νύχτα σαν άνθη. Μέσα από τα πέπλα μιας μαβιάς ομίχλης η πόλη έπαιζε χαδιάρικα με τα διάφεγγα σύννεφα και τα πρώτα εσπερινά άστρα...”) μετατράπηκε σε ένα ρατσιστικό παραλήρημα για τους κατοίκους της (“Τα οργανικά -ιταλο-σιμιτο-μογγολοειδή- συστατικά τούτου του αηδιαστικού οχετού δεν θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ανθρώπινα, όσο ευφάνταστος κι αν είναι κανείς. Ήταν τερατοειδή και ακαθόριστα προπλάσματα πιθηκανθρώπου και αμοιβάδας, φτιαγμένα πρόχειρα από το δυσώδες και γλοιώδες υλικό της σαπισμένης γης...”). Τελικά θα επιστρέψει μόνιμα στο Πρόβιντενς όπου και εκεί πλέον τον ενοχλούν τα ανθρώπινα όντα ύστερα από την τρομακτική εμπειρία της Νέας Υόρκης. Εκείνη την περίοδο θα γράψει και τα “μεγάλα κείμενα” του (σύμφωνα με τους απανταχού λαβκραφτιανούς): Το κάλεσμα του Κθούλου, Το χρώμα που ήρθε από το διάστημα, Ο τρόμος του Ντάνγουιτς, Το πλάσμα που ψιθύριζε στο σκοτάδι, Στα βουνά της τρέλας, Τα όνειρα στο σπίτι της μάγισσας, Η σκιά πάνω από το Ίννσμουθ, Στην άβυσσο του χρόνου. Στα κείμενα αυτά ωστόσο, το φυλετικό του μίσος διοχετεύεται κάπως διαφορετικά. Τα θύματά του είναι συνήθως Αγγλοσάξονες καθηγητές πανεπιστημίου, καλλιεργημένοι, διακριτικοί. Κάτι δηλαδή σαν τον ίδιο τον Λάβκραφτ. Αντιθέτως, οι μπάσταρδοι, οι νόθοι, οι μιγάδες αποτελούν τους βασανιστές. Σύμφωνα με τον Ουελμπέκ, ο ρόλος του φυλετικού μίσους στο δημιουργικό έργο του Λάβκραφτ έχει γενικά υποτιμηθεί. [...] Στο σύμπαν του Λάβκραφτ η βία δεν προκύπτει από την διανοητική εκλέπτυνση. Είναι μια κτηνώδης ορμή που συμβαδίζει απόλυτα με την πλέον ακατέργαστη βλακεία. Κι όσον αφορά τους ευπατρίδες, τους καλλιεργημένους, τους πολιτισμένους... αποτελούν τα ιδανικά θύματα.
 
Ο Λάβκραφτ υπήρξε μια ιδιάζουσα περίπτωση ανθρώπου και συγγραφέα. Κατάφερε να οικοδομήσει έναν πλούσιο και ανυπέρβλητο μυθολογικό κόσμο αφήνοντας τις πύλες ανοικτές για να μπούμε όλοι εμείς από εκείνο το σημείο από όπου έφυγε πρόωρα (“Ο Λάβκραφτ πεθαίνει, το έργο του γεννιέται”). Το βιβλιαράκι του Ουελμπέκ είναι ένας ύμνος στο έργο του Λάβκραφτ. Μια ματιά στους εφιάλτες του. Η έκδοση συμπεριλαμβάνει και μια υπέροχη εισαγωγή του Στήβεν Κινγκ, ο οποίος μας μιλάει και για το μαξιλάρι του Λάβκραφτ. Η μετάφραση (ευτυχώς) δεν προκαλεί κανένα τρόμο και αυτό είναι πάντα θετικό!
 
Όπως ο Καντ θέλει να θεμελιώσει μια ηθική που να έχει ισχύ «όχι μόνο για τον άνθρωπο, αλλά, γενικά, για κάθε έλλογο ον», έτσι ακριβώς και ο Λάβκραφτ θέλει να δημιουργήσει ένα φανταστικό που θα είναι ικανό να τρομοκρατήσει κάθε ύπαρξη με λογική ικανότητα.
 
Προς το τέλος, ο πάντα “αγαπησιάρης” Ουελμπέκ (μετά λύπης του, το πιστεύουμε!) αποφαίνεται για τον Αμερικανό συγγραφέα: Κάθε μεγάλο πάθος, είτε έρωτας είτε μίσος, παράγει τελικά ένα αυθεντικό έργο. Λυπούμαστε που το διαπιστώνουμε, είναι όμως αλήθεια: ο Λάβκραφτ κλίνει προς τη μεριά του μίσους. Ό,τι τύπος αναγνώστη και αν είσαι, διάβασε κάποτε μια ιστορία του Λάβκραφτ – γιατί ο Λάβκραφτ σε μισεί, και έγραψε μόνο για σένα, την πιο ωραία ιστορία τρόμου! 
 

 
Όνειρα γλυκά!

Σχόλια

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

Ποίηση χωρίς τέλος

  Αυτή η χρονιά θα ξεκινήσει ακριβώς όπως τελείωσε: με ποίηση. Συλλεκτική ανάρτηση, σπάνια θα ξαναδιαβάσετε τέτοια. Σπάω την παράδοση (και το ρόδι)! Ακόμα σπανιότερα εντυπωσιάζομαι από ποιητές και ποιήματα. Δεν με συγκινεί η συμπύκνωση του λόγου όταν του λείπει ένα είδος «φλυαρίας» – ψάχνω ποιήματα που είναι αμετροεπή με έναν δικό τους τρόπο και ταυτόχρονα στοχευμένα και ουσιώδη. Ποιήματα που δεν πολυπαίρνουν στα σοβαρά τον εαυτό τους καθώς τσαλαβουτούν χαρούμενα στον χυλό της ειρωνείας. Ποιήματα που, απ' ό,τι σωστά αντιλαμβάνεστε, δεν γράφει η πλειοψηφία των ποιητών. Με δυο λόγια, κυνηγώ το ανέφικτο. Αλλά, αυτό δεν κυνηγάμε όλοι στην έναρξη κάθε χρονιάς; Το φλουρί μου για φέτος – λίρα εκατό – ήταν η Βισουάβα ή Βισλάβα ή όπως αλλιώς, Σιμπόρσκα. Η παλιά ποίηση, η ορθόδοξη, είναι Εδώ!

Με ανώμαλους δεν μιλάω

  Ανωμαλία είναι να μην μπορεί μια γυναίκα να κυκλοφορεί άφοβα στους δρόμους, ανωμαλία είναι να πιστεύεις ότι τα εμβόλια σκοπό έχουν να προκαλέσουν περισσότερο κακό από ό,τι καλό, ανωμαλία είναι να νομίζεις ότι η λογοτεχνία σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, ανωμαλία είναι ακόμα το προφιτερόλ να έχει μόνο ένα σουδάκι μέσα, ανωμαλία είναι και ότι ο «Πατάκης» εξακολουθεί να μην εκδίδει Χέρμαν Μέλβιλ. Και πόσες ακόμα ανωμαλίες! Με τελευταία εκείνη του Ερβέ Λε Τελιέ, ενός συγγραφέα που αγάπησα οριστικά από ένα και μόνο βιβλίο του που είχα διαβάσει κάποτε, το «Όλα τα μανιτάρια τρώγονται», η ουλιπιανή έμπνευση που είχε οραματιστεί το facebook χρόνια πριν από τον δημιουργό του. Κάθε φορά που μπαίνετε στο facebook και αντικρίζετε την ερώτηση «Τι σκέφτεσαι;», ικανή να σας παρασύρει ασυγκράτητα να μας εμπιστευτείτε τις επικές σας μπούρδες, σχεδόν πάντα χωρίς καθόλου φιλτράρισμα και ουσία, να θυμάστε ότι ο Τελιέ κάποτε το έκανε… χίλιες φορές καλύτερα από εσάς, πιο δημιουργικά και κυρίως με περισσότερο χι

Dogs never bite me. Just humans.

    Ψόφια πράγματα το φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης – τουλάχιστον οι επιλογές μου – αλλά μόλις είδα ότι θα προβληθεί «Η εξουσία του σκύλου», που βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Τόμας Σάβατζ, ήξερα ότι θα ρεφάρω γιατί κακό σκυλί ψόφο δεν έχει. Και έτσι έγινε, η ταινία δεν με απογοήτευσε και μου θύμισε πόσο είχα αγαπήσει εκείνο το βιβλίο. Μια παραγωγή του Νέτφλιξ που θα είναι διαθέσιμη στην πλατφόρμα από την 1 Δεκεμβρίου ώστε να προλάβει να κάνει τον κύκλο της στις αίθουσες, με τον Κάμπερμπατς στον ρόλο του Φιλ, τον σωσία του Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν στον ρόλο του Τζορτζ και την ωραία Κίρστεν Ντανστ ως Ρόουζ. Η ταινία, όπως και το βιβλίο, σε πολλούς θα φανούν αργά, αδιάφορα και αλλόκοτα, λόγω του περιεχομένου αλλά η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για αριστοτεχνικές δημιουργίες με βάθος. Αντιγράφω εδώ το κείμενο που είχα γράψει στο «Διαβάζοντας» για να θυμάμαι ότι εκείνη η ανάγνωση μετράει ακόμα μέσα μου· σπάνιο, ομολογουμένως.

Εγώ σε λέω αγάπη

  Οι πιο συνηθισμένοι απατεώνες στην Ελλάδα συνήθως ενδύονται τους υδραυλικούς που ζητάνε 55 ευρώ για μια τρόμπα στο καζανάκι και δεν μπορείς και να τους πεις «Χέσε με ρε μάστορα» γιατί μετά πώς θα τραβήξεις καζανάκι; Στη λογοτεχνία από την άλλη, το να χαρακτηρίσεις για οποιονδήποτε λόγο τον Χέρμαν Μέλβιλ απάτη , το κάνεις μόνο αν εξυπηρετεί την πλοκή! «Γιατί οι πιο τερατώδεις απ’ όλους τους υποκριτές είναι αυτοί ακριβώς οι κερδοσκόποι: υποκριτές δι’ αντιστροφής της πραγματικότητας· υποκριτές στην παρουσίαση των πραγμάτων ως σκοτεινών αντί φωτεινών· ψυχές που ευημερούν χρησιμοποιώντας όχι τη δυστυχία, αλλά το μύθευμα της δυστυχίας· δάσκαλοι της αισχρής τέχνης τού να κατασκευάζεις δυστυχία· κίβδηλοι Ιερεμίες· νόθοι Ηράκλειτοι που, μόλις η πένθιμη μέρα περάσει, επιστρέφουν, σαν απατηλοί Λάζαροι ανάμεσα στους επαίτες, για να ευφρανθούν με τα κέρδη που απέκτησαν από τα προσποιητά έλκη της κεφαλής τους – φαύλοι κερδοσκόποι!» . Θα με αναγκάσετε να κατέβω πορεία στον Λευκό Πύργο όλοι εσείς πο

Γάτα είσαι

  Οι γάτες είναι υπέροχα πλάσματα και αν δεν είσαι επηρεασμένος από τον «Κυνόδοντα» του Λάνθιμου δύσκολα να μην σε γοητεύουν ή έστω να μην τραβούν την προσοχή σου. Μία από τις αγαπημένες μου συνήθειες είναι να παρατηρώ πώς συμπεριφέρονται οι γάτες. Τι γίνεται όμως αν και εκείνες παρακολουθούν με το ίδιο ενδιαφέρον την ανθρώπινη συμπεριφορά; Κάπως έτσι θα σκέφτηκε και ο Ιάπωνας Σόσεκι Νατσούμε και έγραψε ένα αξιαγάπητο βιβλίο· επιπροσθέτως έγραψε ένα από τα λίγα βιβλία που θα ήθελα να είχα γράψει εγώ. Χεστήκαμε τι θα ήθελες να γράψεις εσύ ρε Μαραμπού, και δίκιο έχετε, δεν αντιλέγω, απλώς σκέφτηκα να το αφήσω εδώ να υπάρχει. Γιατί πάντοτε με ενθουσίαζαν εκείνα τα λιγοστά βιβλία ανεπιτήδευτης σοφίας και γατίσιας συμπεριφοράς που συμπύκνωναν όλη την φιλοσοφία τους και την συγγραφική τεχνική τους σε φράσεις όπως η ακόλουθη: «Ορισμένες φορές επινοώ κάποιες ανοησίες και οι άνθρωποι τις παίρνουν στα σοβαρά, αυτό προκαλεί έναν αισθητικό ενθουσιασμό ακραίας κωμικότητας την οποία θεωρώ ενδιαφέρ

Dance with the Devil

  A long time ago in a galaxy (στην επαρχία) far, far away… όταν περνούσα την emo φάση μου και έκλαιγα χωρίς λόγο καθώς να καθάριζα κρεμμύδια είχα ανακαλύψει τυχαία ένα βιβλιαράκι που το αγόρασα με τα πρώτα λεφτά που είχα αποταμιεύσει σε ένα βιβλιάριο τραπέζης που είχε δεν είχε μέσα 30 δραχμαί. Εκείνο το βιβλίο ήτο κάποιου ψιλοάγνωστου Χόφμαν μεταφρασμένο υπό του σπουδαίου Καρυωτάκη – αργότερα, όταν οι ισορροπίες άλλαξαν εντός μου, κατάλαβα ότι ο Χόφμαν λειτούργησε κάπως σαν το… καρυωθραυστικό του ποιητή∙ ξέρω, ξέρω, πάγωσε η θάλασσα μέσα σας, μακάρι να βρείτε ένα βιβλίο να πέσει πάνω της σαν τσεκούρι – «το λογοπαίγνιο είναι ένα καυτό σίδερο για μπούκλες στο χέρι της τρέλας και με δαύτο λυγίζει τις σκέψεις» . Ο λόγος είναι ότι ο Χόφμαν αποδείχθηκε μια εξαίσια διαβολική μορφή της παγκόσμιας λογοτεχνίας και τα παιδιά του κυκλοφορούν ελεύθερα γύρω μας – ευτυχώς για αυτά, και για εμάς, είχε πάντοτε δουλειά, και μάλιστα σημαντική, να γράφει αριστουργήματα.

Του πολέμου / Στο άλογό μου

Τι γιορτάζουμε σήμερα; Το όχι, το ναι, το ίσως; Γιατί, ενώ όλοι ξέρουμε ότι το εθνικό φρόνημα σε ψηλώνει ως άνθρωπο, εξεγειρόμαστε τόσο πολύ όταν κάτι τέτοιο γίνεται και με τεχνητά μέσα, ας πούμε, με δεκάποντες γόβες; Γιατί μετά την παρέλαση όλοι πάμε και πίνουμε φρέντο εσπρέσσο, έναν τόσο χαρακτηριστικά ιταλικό καφέ; Τι θα συμβεί αν σε μία αντιπολιτευτική συνωμοσία όλοι συντονίσουν το... ένα στο δεξί; Το ένα στ' αριστερό αποκτά όντως βαρύνουσα σημασία όταν κυβερνά η Αριστερά, ή απλώς έχουμε συνηθίσει να το θεωρούμε ηθικό πλεονέκτημα της παρέλασης;

Τελειωμένοι

    Είμαστε γεννημένοι ο ένας για τον άλλον. Τέλος. Αυτά στην αρχή, βέβαια. Γιατί μετά, ανάθεμα την ώρα που βρέθηκες μπροστά μου. Αυτή η σχέση των σχέσεων όμως, μπορεί κάλλιστα να επεκταθεί και στα βιβλία. Μόνο που σε μένα λειτούργησε αντίστροφα· ανάθεμα την ώρα που βρέθηκε μπροστά μου, είπα για αυτό το βιβλίο, μου το δάνεισαν επειδή δεν άρεσε (ωραίο προμόσιον), ήθελα από την άλλη να δω και την ταινία του Κάουφμαν , ας πάει στα κομμάτια, θα το ξεκινήσω, με την σκέψη ήδη από την αρχή να βάλω ένα τέλος όταν δω ότι δεν τραβάει το πράγμα. Αλλά, γαμώτο, τραβούσε. Για ελάχιστους αναγνώστες αυτό θα είναι το βιβλίο της ζωής τους, σύμφωνοι. Κι όμως. «Είναι εντυπωσιακό. Όταν βλέπεις κάποιον με τους γονείς του, αποδεικνύεται απτά ότι όλοι είμαστε αποτέλεσμα σύνθεσης» . Όπως ακριβώς και τα αξιανάγνωστα βιβλία, τα συγγραφικά παιδιά των δημιουργών τους – ξεράστε με την ησυχία σας και ελάτε πίσω. Μείνετέ μου πιστοί! Σας αγαπώ !

Η μέθοδος του Κούντερα

  Σε κάποιες περισσότερο κιτς εποχές ένα παρόμοιο χαστούκι σαν εκείνο του Γουίλ Σμιθ είχε ταράξει τα νερά της κοινωνικής μας ζωής. Η Νατάσα Αθήνη είχε χαστουκίσει την Δήμητρα Λιάνη στην παρουσίαση του βιβλίου της «10 χρόνια και 54 μέρες» – βέβαια, τώρα που τα συζητάμε, μπορεί να έχουν περάσει κοντά 30 χρόνια. Μια επισήμανση που μου ήρθε μόλις: όλες οι βιβλιοπαρουσιάσεις είναι για σφαλιάρες∙ συγγραφείς μην πέφτετε σε αυτή την παγίδα, μακριά. Τέλος πάντων, όταν η Δήμητρα δεν έγραφε βιβλία, διάβαζε, λένε, Κούντερα. Τότε ήταν πολύ της μόδας. Κούντερα από εδώ, Κούντερα από εκεί, είχαν τρελαθεί όλοι. Ποιος είναι ρε αυτός ο Κούντερας; Ήταν τελικά ένα πιο λογοτεχνικό Nitro όπως νόμιζαν αρκετοί; Γιατί τόσα χρόνια τον αντιμετωπίζουμε με αβάσταχτη ελαφρότητα; «Γιατί άραγε θέλει να κάνει έρωτα μαζί μου; αναρωτιόταν πολύ συχνά, αλλά δεν έβρισκε απάντηση. Ένα μόνο ήξερε, πως οι σιωπηρές συνευρέσεις τους ήταν αναπόφευκτες, έτσι όπως είναι αναπόφευκτο να σταθεί προσοχή ένας πολίτης ακούγοντας τον εθν

Θα φάτε τα μούτρα σας

  Πού βαδίζει η λογοτεχνία; Όπου και όπως βάδιζε πάντα, ελεύθερη και ασυμβίβαστη, ασυνόδευτη και ασυνόρευτη , πριν έρθει ο (κακός μας) καιρός με την πρόφαση του υποστηρίγματος/«υποστήριξης» κάποιοι να της προσφέρουν τα δεκανίκια της πολιτικής ορθότητας που θα την καθιστούσαν έκτοτε αδιανόητα στάσιμη. «Αυτό που βλέπουμε το σκεφτόμαστε, κι έτσι τελικά δεν το βλέπουμε, λέει ο Όλερ, ενώ άλλοι βλέπουν αυτό που βλέπουν χωρίς πρόβλημα, επειδή δεν το σκέφτονται αυτό που βλέπουν. Αυτό που αποκαλούμε αντίληψη είναι για μας κατά βάση στασιμότητα, ακινησία, τίποτα. Τίποτα. Οτιδήποτε έχει συμβεί το έχουμε σκεφτεί, δεν το έχουμε δει, λέει ο Όλερ» . Είδα και απόειδα λοιπόν με το… φαινόμενο Φερνάντα Μελτσόρ και είπα ό,τι βρέξει ας κατεβάσει! Βαδίζοντας στην εποχή των τυφώνων.