Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

California dreamin


On such a winter's day... γιατί το ψιλοδαγκώσαμε με το τελευταίο κρύο και θα άξιζε, θαρρώ, να κάνουμε μερικά ζεστά όνειρα – αν όχι σήμερα, πότε; Ένα πολύ αγαπημένο μου πρόσωπο συνηθίζει εδώ και χρόνια να κάνει διακοπές το καταχείμωνο (το δικό μας), πηγαίνοντας σε τροπικά μέρη, μαυρίζοντας, πίνοντας κοκτέιλ, γενικά πηγαίνοντας κόντρα σε ό,τι του επιβάλλεται ασυναίσθητα από τις συμβατικότητες της τυχαιότητας της φυλής του. Δεν πρόκειται όμως για επιφανειακή εκκεντρικότητα, για στείρα επίδειξη, τύπου «Θα πάω Χριστούγεννα Μπαλί να σκάσουν όλα τα τσόκαρα του Κολωνακίου». Το ίδιο κάνει και ο Πύντσον τόσα χρόνια μέσα από την λογοτεχνία του. Πάει εκεί που πάει, όχι απλώς γιατί μπορεί, αλλά γιατί είναι η φιλοσοφία του, ο τρόπος του να αντιλαμβάνεται και να κατανοεί τον κόσμο. «Αυτός ο πίνακας που είχε ο Ντοκ απεικόνιζε μια ανύπαρκτη παραλία στη Νότια Καλιφόρνια – φοίνικες, γκομενίτσες με μπικίνι, σανίδες του σερφ, και όλα τα σχετικά. Τον σκεφτόταν σαν παράθυρο από το οποίο μπορούσε να κοιτάζει όποτε δεν άντεχε να κοιτάζει από το παραδοσιακό γυάλινο παράθυρο στο άλλο δωμάτιο». Το πρόσωπο αυτό υπήρξε πάντα για μένα ο συγκεκριμένος πίνακας, ο παρηγορητικός. Παραμένω πιστός θεατής. Και κυρίως, έκθαμβος. 

Το «Έμφυτο ελάττωμα» αναγνωρίζεται από πολλούς αναγνώστες ως επίκτητο ελάττωμα του συγγραφέα του, σαν κάπου να το έχασε ο Πύντσον με τις υψιπετείς διαδρομές του ένδοξου παρελθόντος και να γκρεμοτσακίστηκε απότομα, να έγραψε μια παπαρίτσα ίσα ίσα για να εξαργυρώσει σε εύκολο χρήμα την φήμη που απέκτησε με πολύ κόπο. Όμως δεν γίνεται αυτό. Ό,τι θα μπορούσε να συμβεί σε κάθε άλλον συγγραφέα, ως φυσική συγγραφική φθορά αν θέλετε, δεν γίνεται με τον Πύντσον. Το συνολικό έργο του μοιράζεται ανάμεσα σε κορυφώσεις (εδώ, απαραιτήτως, με κλείσιμο ματιού!) και υφέσεις, με μουσικούς τεχνικούς όρους δηλαδή, που αρέσκεται να ενσωματώνει πολλάκις στα βιβλία του και τους οποίους ομολογώ ότι δεν πολυκαταλαβαίνω, καθώς δεν είμαι ιδιαίτερος γνώστης της μουσικής, όμως μπορώ να αντιληφθώ τουλάχιστον το εξής, ότι μουσική χωρίς allegro και adagio, και σπίτι χωρίς Γιάννη προκοπή δεν κάνει. Ζουν ανάμεσά μας αναγνώστες που αρνούνται πεισματικά να διαβάσουν το «Έμφυτο ελάττωμα» θεωρώντας το υποδεέστερο των υπόλοιπων μυθιστορημάτων του – εννοείται ότι ΔΕΝ ΥΙΟΘΕΤΩ – και θα προσπαθήσω να ανασκευάσω την πλάνη τους. 


Αν θεωρήσουμε το συγκεκριμένο βιβλίο, ολόκληρο, μια «ύφεση», μέσα του αναγνωρίζονται με ευκολία δεκάδες μικρές «κορυφώσεις» που έκαναν τον Πύντσον τον συγγραφέα που είναι σήμερα. Σε καμία περίπτωση δεν είναι σπαράγματα ή υπολείμματα χαμένης δόξας. Έχοντας ολοκληρώσει, με αυτό, όλα τα βιβλία του Πύντσον (εξαιρώ το «Vineland» μέχρι να βρει την μετάφραση που του αξίζει) έχω να δηλώσω ότι όλη η εργογραφία του είναι ένα παλίμψηστο εικόνων και λόγων που τίποτα δεν μπορεί να θεωρηθεί υποδεέστερο έναντι κάποιου άλλου. Η συνήθεια του Πύντσον να συνθέτει αλλόκοτα πράγματα, μέρη και τοποθεσίες που δεν έχουν εμφανή σχέση μεταξύ τους ή δεν υπάρχουν καν, χρονολογίες που διαστέλλονται και συστέλλονται, χρησιμοποιώντας ακόμα και πρωθύστερες πλοκές ή δεν ξέρω και γω τι άλλο, του δίνει την δυνατότητα να φτιάχνει ένα χαώδες σύμπαν επιτρέποντάς του ωστόσο να διατηρεί το τόσο γνώριμο και ελκυστικό του ύφος. Αν όλη του η εργογραφία ήταν ένα και μόνο βιβλίο, δέκα χιλιάδων σελίδων ας πούμε, τότε το «Έμφυτο ελάττωμα» χωμένο εκεί μέσα, θα ήταν ένα απολαυστικότατο adagio (ή allegro, αναλόγως την οπτική γωνία του κάθε αναγνώστη) της όλης σύνθεσης, αλλά ιδιαζόντως χαρακτηριστικό του συγγραφικού του tempo. 

[...] «Σε έχω φέρει μέχρι εδώ, αλλά τώρα πρέπει να γυρίσεις μόνος σου. Ο Λεμουριανός είχε φύγει, και ο Ντοκ είχε απομείνει σε αυτό το αμελητέο ύψος πάνω από τον Ειρηνικό προσπαθώντας να βρει τον δρόμο του για να βγει μέσα από μια δίνη αποσαθρωμένης ιστορίας, για να αποφύγει με κάποιον τρόπο ένα μέλλον που έμοιαζε σκοτεινό σε όποια κατεύθυνση και αν κοιτούσε...» 

Όλα είναι στη θέση τους. Οι ελαφρώς παραπλανημένοι χαρακτήρες που αντιλαμβάνονται σταδιακά ότι είναι έρμαια σκοτεινών εξουσιών αλλά παράλληλα και, απροσδόκητα (ακόμα και για τους ίδιους) καλοσυνάτοι άνθρωποι που κάνουν ό,τι μπορούν με τα μέσα που διαθέτουν· οι μεγάλες και τρανές Εξουσίες που πέφτουν πάνω από τους ανθρώπους για να τους κατατροπώσουν αλλά δεν τα καταφέρνουν και πολύ εύκολα – αυτό που με εντυπωσιάζει με το δίπολο «Εξουσία-Άνθρωποι» στα βιβλία του Πύντσον είναι ότι πάντα τάσσεται με το μέρος των ανθρώπων (ασχέτως πόσο αριστοτεχνικά περιγράφει τις σκοτεινές Εξουσίες), αδύναμων και χαμένων στην αρχή, αλλά που η επιμονή τους να αντιταχθούν σε μια Εξουσία που τους ξεπερνά κατά πολυ, τους χαρίζει μια αλλόκοτη δύναμη και στο τέλος επέρχεται μια κάποια δικαίωσις (αν αυτό δεν είναι μια αισιόδοξη οπτική για την χρονιά που ξεκινά και γενικά για κάθε μέρα που ξημερώνει, τότε τι είναι)· οι αναφορές του στην ποπ κουλτούρα, στη μουσική, στον κινηματογράφο, στη ζωγραφική, στα κόμικς, σε ζώα που μιλάνε, σε κείμενα που του μιλάνε· η εντυπωσιακή λειτουργικότητα και αμεσότητα των διαλόγων· η μαεστρία της όλης αφήγησης· και φυσικά, το αστείρευτο χιούμορ του. 

[...] Ο Ντοκ πρόσεξε μια ψεύτικη σκαλιστή πέτρινη φρίζα πάνω από το πορτρέτο, που έγραφε: ΜΟΛΙΣ ΚΑΡΦΩΣΕΙΣ ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΠΑΛΟΥΚΙ, ΚΑΝΕΙΣ ΔΕΝ ΘΑ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΣΕ ΣΤΑΜΑΤΗΣΕΙ. – ΡΟΜΠΕΡΤ ΜΟΟΥΖΕΣ. 
«Ένας σπουδαίος Αμερικανός, που αποτελούσε έμπνευση για τον Μίκαελ», είπε η Σλόουν. «Αυτό ήταν το σύνθημά του». 
«Νόμιζα ότι αυτό το είχε πει ο Δρ Βαν Χέλσινγκ». 

-- Σκοπεύεις να ξαναδιαβάσεις όλα τα έργα του Πύντσον;
-- Δυο φορές ακόμα, στο νερό! 

Δεν λέω τίποτα για την πλοκή του. Απλούστατα γιατί όσοι δεν είχατε σκοπό να το διαβάσετε εξ αρχής, ό,τι και αν πω δεν θ' αλλάξει κάτι, ενώ όσοι θα το διαβάζατε έτσι και αλλιώς, η πλοκή είναι αχρείαστη. Η μετάφραση για ακόμα μια φορά είναι του Γιώργου Κυριαζή και μ' όσα είπαμε προηγουμένως για την αγάπη του Πύντσον προς την μουσική, ξεκαθαρίστηκε πλέον ότι ο πιο κατάλληλος μεταφραστής του δεν θα μπορούσε να είναι άλλος παρά μόνο ένας μαέστρος – μεταφορικά και κυριολεκτικά. Για την ακρίβεια, μουσικός, αλλά χάριν ποιητικής αδείας τον προβίβασα σε μαέστρο. Ο τρόπος που μεταβιβάζεται η αύρα του συγγραφέα μέσω της μετάφρασης είναι εκπληκτικός. Ωστόσο, σε αυτό το βιβλίο βρήκα ένα λαθάκι(;) που θέλω να το επισημάνω. Στην ιστορία έπαιζαν ρόλο δύο γυναίκες αεροσυνοδοί που επανειλημμένα αναφέρονταν ως αεροσυνοδές. Έψαξα να βρω ποιο είναι το σωστό, παρόλο που ήξερα ή νόμιζα ότι ήξερα, γιατί καμιά φορά η γλώσσα σε ξεπερνάει χωρίς να το πάρεις πρέφα. Ο τρόπος να αναφερθείς στις γυναίκες μέσα στην (ή και έξω από την) γλώσσα, κρύβει κάποιες παγίδες και προκαλεί ενίοτε σύγχυση. Το αναφέρω εντελώς καλοπροαίρετα και θέλω να μάθω ποιο είναι το σωστό. Το είχα πάντοτε παράπονο, ήθελα κάποιος να βρεθεί να με διορθώσει όταν έκανα λάθος στην ορθογραφία λέξεων ή η σύνταξή μου ήταν αμφιλεγόμενη (δεν αναφέρομαι στην οικονομική!) ή ολότελα παράδοξη. Η γλώσσα μού είναι ελκυστικότατη και ποτέ δεν περιόριζα την επέκτασή της, μένοντας σε γνώριμα μονοπάτια, μόνο και μόνο για να μην κάνω τρανταχτά ή συγκαλυμμένα λάθη. Απλώς, αν κάποιος δεν σε διορθώσει, δεν ξέρεις αν έκανες και λάθος. Καταλαβαίνω όμως και την δυσκολία του όλου εγχειρήματος. Όσες φορές έκανα νύξη σε τρίτους, με έβρισαν. Λάθος τους! Αυτοί θα μείνουν ξύλα απελέκητα. Εγώ, από την άλλη, παρ' ολίγον... ξύλο πελεκημένο, πάλι καλά να λέω, που με έσωσε η διαδικτυακή απροσωπία μου. Η έκδοση του «Καστανιώτη», κομψή και λειτουργική μαζί, είναι από τις πλέον αγαπημένες μου, ποτέ δεν έχω παράπονο. 


Και δυο λόγια για την κινηματογραφική μεταφορά του βιβλίου του. Δεν πρόλαβα ακόμα να δω την ταινία του Άντερσον. Είδα φευγαλέα μερικές σκηνές. Είχα όμως ακούσει κάποιους να λένε ότι κινείται κάπως αργά και αυτό μου δημιούργησε δυο-τρεις σκέψεις. Όντως στο «Έμφυτο ελάττωμα» μπορεί να σε πνίγει το ντουμάνι της μαριχουάνας και έτσι οι περισσότεροι χαρακτήρες να είναι βραδυκίνητοι και η δράση χαλλλαρή («Εξαρτάται τι εννοείς “καλό”», μουρμούρισε ο Ντοκ. «Εδώ πέρα το μυαλό μου τρέχει τόσο γρήγορα, που πάει να κολλήσει». Ο Φριτς χαχάνισε παρατεταμένα. «Ναι, οι ιδιωτικοί ντετέκτιβ θα πρέπει να μένουν μακριά από ναρκωτικά, όλα αυτά τα εναλλακτικά σύμπαντα περιπλέκουν πάρα πολύ τη δουλειά»), άρα ίσως και η ταινία του Άντερσον να καταφέρνει και να το αποδίδει μια χαρά όλο αυτό. Όμως πάντα πίστευα ότι η γραφή του Πύντσον είναι διαρκώς σπιντάτη (ένα τριπάκι είναι κάθε βιβλίο του) και ένας σκηνοθέτης που μου έρχεται στο μυαλό και θα μπορούσε να το κουμαντάρει όλο αυτό είναι ο Γκάι Ρίτσι. Θυμάμαι τις παλιές σαλεμένες ταινίες του όπου στα πρώτα δέκα λεπτά έπεφταν τόσα πολλά ονόματα χαρακτήρων και επιστρωματώσεις πλοκών που έχανες την μπάλα. Στο τέλος όμως διασκέδαζα πολύ με τις ταινίες του. Αν ποτέ αποφάσιζε να αλλάξει θεματολογία θα μου άρεσε να δω μια ταινία του Ρίτσι βασισμένη σε βιβλίο του Πύντσον. 

«Αυτό που μου λείπει σε ύψος», εξήγησε για εκατομμυριοστή φορά στην καριέρα του ο Ντοκ, «το διαθέτω και με το παραπάνω σε ύφος». Σχετικά με τον Πύντσον, είναι εμφανές και στον πλέον αδαή ότι έχει περισσεύματα ύφους, όμως, εκείνο που αδυνατούν να κατανοήσουν είναι ότι κινείται ταυτόχρονα και σε απροσμέτρητο λογοτεχνικό ύψος. Mama's and Papa's, αυτός είναι ο παππούς σας! Get over it! 


Υ.Γ. 2019 Καλή χρονιά σε όλους! Πύντσον, άσε τα ρεβεγιόν και στρώσου να γράψεις κάνα ΒΙΒΛΙΑΡΑκι ακόμα!

Σχόλια

  1. Χρόνια πολλά, και καλή χρονιά!

    Για να σου λύσω την απορία: ο Πίντσον δεν χρησιμοποιεί τον τύπο stewardesses, που είναι και ο τυπικά σωστός, αλλά το πλακατζίδικο stewardii. Εκεί οφείλεται η επιλογη «αεροσυνοδές», αντί του τυπικά ορθότερου «αεροσυνοδοί». Βέβαια, αυτά τα θυληκά ονόματα επαγγελμάτων είναι, όπως λες, μεγάλο πρόβλημα στα ελληνικά, αλλά η συγκεκριμένη επιλογή μου δεν έχει καμία σχέση με αυτό.

    Χαιρετώ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Καλησπέρα Γιώργο και καλή χρονιά!

      Σ' ευχαριστώ πολύ για την διευκρίνηση. Υποψιάστηκα ότι κάποια «τσαχπινιά» του Πύντσον θα κρυβόταν από πίσω. Στη συγκεκριμένη περίπτωση όμως, ίσως χρειαζόταν μια υποσημείωση ή έστω μια πλάγια γραφή που να υποδηλώνει ότι κάτι άλλο παίζει με την λανθασμένη γραφή της λέξης, έτσι ώστε να καθησυχάζει και την όποια ψυχαναγκαστική μου εξέγερση, που μοιραία θα έκανε την εμφανισή της κατά την ανάγνωση.

      Παρόλο που είμαι φανατικός των υποσημειώσεων, στον Πύντσον, που θα δικαιολογούνταν απολύτως η εκτεταμένη χρήση τους, παραδόξως, δεν με ενοχλεί καθόλου η πλήρης απουσία τους. Αντιθέτως, αποτελεί για μένα μέρος της όλης αναγνωστικής γοητείας! Ας πούμε, στην «Συλλογή των 49 στο σφυρί» με ξένισαν οι υποσημειώσεις του μεταφραστή, ακριβώς γιατί δεν τις περίμενα, και κυρίως γιατί... δεν τις χρειαζόμουν (ασύλληπτο και μόνο που το γράφω αυτό!). Αντικειμενικά μιλώντας, πάλι, εννοείται ότι με βοήθησαν αρκετά.

      Ευχαριστώ για το σχόλιο σου και με την ευκαιρία να ξαναπώ ότι σου είμαι ιδιαιτέρως ευγνώμων για αυτές σου τις μεταφράσεις. Ας δώσει ο Θεός να μεταφράσεις ξανά και το Vineland. Καλό βράδυ.

      Διαγραφή
  2. UPDATE: Η ταινία του Άντερσον (https://www.imdb.com/title/tt1791528/?ref_=nv_sr_1) είναι αρκετά καλή. Παραμένει πιστή στην ιστορία και στο ύφος του βιβλίου του Πύντσον και μάλιστα χρησιμοποιεί πολλές αυτούσιες φράσεις του βιβλίου, που μου άρεσε πολύ αυτό, καθώς έχω πολύ φρέσκια την ανάγνωσή του. Φράσεις είτε που θα σημείωνες για την ομορφιά και την δυναμική τους είτε πιο «καμένες» και ιδιάζουσες που είναι χαρακτηριστικές σε όλα τα βιβλία του Πύντσον.

    Ωστόσο, σε αυτούς που δεν έχουν διαβάσει το βιβλίο, η ταινία θα φανεί κάπως ασύνδετη (ενώ στην ουσία δεν είναι), θα τους κουράσει η μεγάλη διάρκεια και θα τους αφήσει με μια γενική απορία. Θεωρώ ότι αν γυριζόταν σε σειρά (όπως είναι στη μόδα πια) 6-8 επεισοδίων περίπου, θα ήταν σούπερ. Δείτε την, παρόλα αυτά, για τους ωραίους ηθοποιούς. Καλύτερα απ' όλα όμως, διαβάστε το «Έμφυτο ελάττωμα». Όχι απαραιτήτως γιατί το βιβλίο είναι πάντα καλύτερο από την ταινία, αλλά γιατί τα βιβλία του Πύντσον είναι πάντα... τα καλύτερα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Κουβεντολόι με μια μούμια!

Σημ: Εδώ λέγονται ιστορίες μόνο για αραχνιασμένα κρανία, οι "ψεκασμένοι" θα απομακρύνονται διακριτικά.

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

Ποίηση χωρίς τέλος

  Αυτή η χρονιά θα ξεκινήσει ακριβώς όπως τελείωσε: με ποίηση. Συλλεκτική ανάρτηση, σπάνια θα ξαναδιαβάσετε τέτοια. Σπάω την παράδοση (και το ρόδι)! Ακόμα σπανιότερα εντυπωσιάζομαι από ποιητές και ποιήματα. Δεν με συγκινεί η συμπύκνωση του λόγου όταν του λείπει ένα είδος «φλυαρίας» – ψάχνω ποιήματα που είναι αμετροεπή με έναν δικό τους τρόπο και ταυτόχρονα στοχευμένα και ουσιώδη. Ποιήματα που δεν πολυπαίρνουν στα σοβαρά τον εαυτό τους καθώς τσαλαβουτούν χαρούμενα στον χυλό της ειρωνείας. Ποιήματα που, απ' ό,τι σωστά αντιλαμβάνεστε, δεν γράφει η πλειοψηφία των ποιητών. Με δυο λόγια, κυνηγώ το ανέφικτο. Αλλά, αυτό δεν κυνηγάμε όλοι στην έναρξη κάθε χρονιάς; Το φλουρί μου για φέτος – λίρα εκατό – ήταν η Βισουάβα ή Βισλάβα ή όπως αλλιώς, Σιμπόρσκα. Η παλιά ποίηση, η ορθόδοξη, είναι Εδώ!

Με ανώμαλους δεν μιλάω

  Ανωμαλία είναι να μην μπορεί μια γυναίκα να κυκλοφορεί άφοβα στους δρόμους, ανωμαλία είναι να πιστεύεις ότι τα εμβόλια σκοπό έχουν να προκαλέσουν περισσότερο κακό από ό,τι καλό, ανωμαλία είναι να νομίζεις ότι η λογοτεχνία σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, ανωμαλία είναι ακόμα το προφιτερόλ να έχει μόνο ένα σουδάκι μέσα, ανωμαλία είναι και ότι ο «Πατάκης» εξακολουθεί να μην εκδίδει Χέρμαν Μέλβιλ. Και πόσες ακόμα ανωμαλίες! Με τελευταία εκείνη του Ερβέ Λε Τελιέ, ενός συγγραφέα που αγάπησα οριστικά από ένα και μόνο βιβλίο του που είχα διαβάσει κάποτε, το «Όλα τα μανιτάρια τρώγονται», η ουλιπιανή έμπνευση που είχε οραματιστεί το facebook χρόνια πριν από τον δημιουργό του. Κάθε φορά που μπαίνετε στο facebook και αντικρίζετε την ερώτηση «Τι σκέφτεσαι;», ικανή να σας παρασύρει ασυγκράτητα να μας εμπιστευτείτε τις επικές σας μπούρδες, σχεδόν πάντα χωρίς καθόλου φιλτράρισμα και ουσία, να θυμάστε ότι ο Τελιέ κάποτε το έκανε… χίλιες φορές καλύτερα από εσάς, πιο δημιουργικά και κυρίως με περισσότερο χι

Dogs never bite me. Just humans.

    Ψόφια πράγματα το φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης – τουλάχιστον οι επιλογές μου – αλλά μόλις είδα ότι θα προβληθεί «Η εξουσία του σκύλου», που βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Τόμας Σάβατζ, ήξερα ότι θα ρεφάρω γιατί κακό σκυλί ψόφο δεν έχει. Και έτσι έγινε, η ταινία δεν με απογοήτευσε και μου θύμισε πόσο είχα αγαπήσει εκείνο το βιβλίο. Μια παραγωγή του Νέτφλιξ που θα είναι διαθέσιμη στην πλατφόρμα από την 1 Δεκεμβρίου ώστε να προλάβει να κάνει τον κύκλο της στις αίθουσες, με τον Κάμπερμπατς στον ρόλο του Φιλ, τον σωσία του Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν στον ρόλο του Τζορτζ και την ωραία Κίρστεν Ντανστ ως Ρόουζ. Η ταινία, όπως και το βιβλίο, σε πολλούς θα φανούν αργά, αδιάφορα και αλλόκοτα, λόγω του περιεχομένου αλλά η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για αριστοτεχνικές δημιουργίες με βάθος. Αντιγράφω εδώ το κείμενο που είχα γράψει στο «Διαβάζοντας» για να θυμάμαι ότι εκείνη η ανάγνωση μετράει ακόμα μέσα μου· σπάνιο, ομολογουμένως.

Εγώ σε λέω αγάπη

  Οι πιο συνηθισμένοι απατεώνες στην Ελλάδα συνήθως ενδύονται τους υδραυλικούς που ζητάνε 55 ευρώ για μια τρόμπα στο καζανάκι και δεν μπορείς και να τους πεις «Χέσε με ρε μάστορα» γιατί μετά πώς θα τραβήξεις καζανάκι; Στη λογοτεχνία από την άλλη, το να χαρακτηρίσεις για οποιονδήποτε λόγο τον Χέρμαν Μέλβιλ απάτη , το κάνεις μόνο αν εξυπηρετεί την πλοκή! «Γιατί οι πιο τερατώδεις απ’ όλους τους υποκριτές είναι αυτοί ακριβώς οι κερδοσκόποι: υποκριτές δι’ αντιστροφής της πραγματικότητας· υποκριτές στην παρουσίαση των πραγμάτων ως σκοτεινών αντί φωτεινών· ψυχές που ευημερούν χρησιμοποιώντας όχι τη δυστυχία, αλλά το μύθευμα της δυστυχίας· δάσκαλοι της αισχρής τέχνης τού να κατασκευάζεις δυστυχία· κίβδηλοι Ιερεμίες· νόθοι Ηράκλειτοι που, μόλις η πένθιμη μέρα περάσει, επιστρέφουν, σαν απατηλοί Λάζαροι ανάμεσα στους επαίτες, για να ευφρανθούν με τα κέρδη που απέκτησαν από τα προσποιητά έλκη της κεφαλής τους – φαύλοι κερδοσκόποι!» . Θα με αναγκάσετε να κατέβω πορεία στον Λευκό Πύργο όλοι εσείς πο

Γάτα είσαι

  Οι γάτες είναι υπέροχα πλάσματα και αν δεν είσαι επηρεασμένος από τον «Κυνόδοντα» του Λάνθιμου δύσκολα να μην σε γοητεύουν ή έστω να μην τραβούν την προσοχή σου. Μία από τις αγαπημένες μου συνήθειες είναι να παρατηρώ πώς συμπεριφέρονται οι γάτες. Τι γίνεται όμως αν και εκείνες παρακολουθούν με το ίδιο ενδιαφέρον την ανθρώπινη συμπεριφορά; Κάπως έτσι θα σκέφτηκε και ο Ιάπωνας Σόσεκι Νατσούμε και έγραψε ένα αξιαγάπητο βιβλίο· επιπροσθέτως έγραψε ένα από τα λίγα βιβλία που θα ήθελα να είχα γράψει εγώ. Χεστήκαμε τι θα ήθελες να γράψεις εσύ ρε Μαραμπού, και δίκιο έχετε, δεν αντιλέγω, απλώς σκέφτηκα να το αφήσω εδώ να υπάρχει. Γιατί πάντοτε με ενθουσίαζαν εκείνα τα λιγοστά βιβλία ανεπιτήδευτης σοφίας και γατίσιας συμπεριφοράς που συμπύκνωναν όλη την φιλοσοφία τους και την συγγραφική τεχνική τους σε φράσεις όπως η ακόλουθη: «Ορισμένες φορές επινοώ κάποιες ανοησίες και οι άνθρωποι τις παίρνουν στα σοβαρά, αυτό προκαλεί έναν αισθητικό ενθουσιασμό ακραίας κωμικότητας την οποία θεωρώ ενδιαφέρ

Dance with the Devil

  A long time ago in a galaxy (στην επαρχία) far, far away… όταν περνούσα την emo φάση μου και έκλαιγα χωρίς λόγο καθώς να καθάριζα κρεμμύδια είχα ανακαλύψει τυχαία ένα βιβλιαράκι που το αγόρασα με τα πρώτα λεφτά που είχα αποταμιεύσει σε ένα βιβλιάριο τραπέζης που είχε δεν είχε μέσα 30 δραχμαί. Εκείνο το βιβλίο ήτο κάποιου ψιλοάγνωστου Χόφμαν μεταφρασμένο υπό του σπουδαίου Καρυωτάκη – αργότερα, όταν οι ισορροπίες άλλαξαν εντός μου, κατάλαβα ότι ο Χόφμαν λειτούργησε κάπως σαν το… καρυωθραυστικό του ποιητή∙ ξέρω, ξέρω, πάγωσε η θάλασσα μέσα σας, μακάρι να βρείτε ένα βιβλίο να πέσει πάνω της σαν τσεκούρι – «το λογοπαίγνιο είναι ένα καυτό σίδερο για μπούκλες στο χέρι της τρέλας και με δαύτο λυγίζει τις σκέψεις» . Ο λόγος είναι ότι ο Χόφμαν αποδείχθηκε μια εξαίσια διαβολική μορφή της παγκόσμιας λογοτεχνίας και τα παιδιά του κυκλοφορούν ελεύθερα γύρω μας – ευτυχώς για αυτά, και για εμάς, είχε πάντοτε δουλειά, και μάλιστα σημαντική, να γράφει αριστουργήματα.

Του πολέμου / Στο άλογό μου

Τι γιορτάζουμε σήμερα; Το όχι, το ναι, το ίσως; Γιατί, ενώ όλοι ξέρουμε ότι το εθνικό φρόνημα σε ψηλώνει ως άνθρωπο, εξεγειρόμαστε τόσο πολύ όταν κάτι τέτοιο γίνεται και με τεχνητά μέσα, ας πούμε, με δεκάποντες γόβες; Γιατί μετά την παρέλαση όλοι πάμε και πίνουμε φρέντο εσπρέσσο, έναν τόσο χαρακτηριστικά ιταλικό καφέ; Τι θα συμβεί αν σε μία αντιπολιτευτική συνωμοσία όλοι συντονίσουν το... ένα στο δεξί; Το ένα στ' αριστερό αποκτά όντως βαρύνουσα σημασία όταν κυβερνά η Αριστερά, ή απλώς έχουμε συνηθίσει να το θεωρούμε ηθικό πλεονέκτημα της παρέλασης;

Τελειωμένοι

    Είμαστε γεννημένοι ο ένας για τον άλλον. Τέλος. Αυτά στην αρχή, βέβαια. Γιατί μετά, ανάθεμα την ώρα που βρέθηκες μπροστά μου. Αυτή η σχέση των σχέσεων όμως, μπορεί κάλλιστα να επεκταθεί και στα βιβλία. Μόνο που σε μένα λειτούργησε αντίστροφα· ανάθεμα την ώρα που βρέθηκε μπροστά μου, είπα για αυτό το βιβλίο, μου το δάνεισαν επειδή δεν άρεσε (ωραίο προμόσιον), ήθελα από την άλλη να δω και την ταινία του Κάουφμαν , ας πάει στα κομμάτια, θα το ξεκινήσω, με την σκέψη ήδη από την αρχή να βάλω ένα τέλος όταν δω ότι δεν τραβάει το πράγμα. Αλλά, γαμώτο, τραβούσε. Για ελάχιστους αναγνώστες αυτό θα είναι το βιβλίο της ζωής τους, σύμφωνοι. Κι όμως. «Είναι εντυπωσιακό. Όταν βλέπεις κάποιον με τους γονείς του, αποδεικνύεται απτά ότι όλοι είμαστε αποτέλεσμα σύνθεσης» . Όπως ακριβώς και τα αξιανάγνωστα βιβλία, τα συγγραφικά παιδιά των δημιουργών τους – ξεράστε με την ησυχία σας και ελάτε πίσω. Μείνετέ μου πιστοί! Σας αγαπώ !

Η μέθοδος του Κούντερα

  Σε κάποιες περισσότερο κιτς εποχές ένα παρόμοιο χαστούκι σαν εκείνο του Γουίλ Σμιθ είχε ταράξει τα νερά της κοινωνικής μας ζωής. Η Νατάσα Αθήνη είχε χαστουκίσει την Δήμητρα Λιάνη στην παρουσίαση του βιβλίου της «10 χρόνια και 54 μέρες» – βέβαια, τώρα που τα συζητάμε, μπορεί να έχουν περάσει κοντά 30 χρόνια. Μια επισήμανση που μου ήρθε μόλις: όλες οι βιβλιοπαρουσιάσεις είναι για σφαλιάρες∙ συγγραφείς μην πέφτετε σε αυτή την παγίδα, μακριά. Τέλος πάντων, όταν η Δήμητρα δεν έγραφε βιβλία, διάβαζε, λένε, Κούντερα. Τότε ήταν πολύ της μόδας. Κούντερα από εδώ, Κούντερα από εκεί, είχαν τρελαθεί όλοι. Ποιος είναι ρε αυτός ο Κούντερας; Ήταν τελικά ένα πιο λογοτεχνικό Nitro όπως νόμιζαν αρκετοί; Γιατί τόσα χρόνια τον αντιμετωπίζουμε με αβάσταχτη ελαφρότητα; «Γιατί άραγε θέλει να κάνει έρωτα μαζί μου; αναρωτιόταν πολύ συχνά, αλλά δεν έβρισκε απάντηση. Ένα μόνο ήξερε, πως οι σιωπηρές συνευρέσεις τους ήταν αναπόφευκτες, έτσι όπως είναι αναπόφευκτο να σταθεί προσοχή ένας πολίτης ακούγοντας τον εθν

Θα φάτε τα μούτρα σας

  Πού βαδίζει η λογοτεχνία; Όπου και όπως βάδιζε πάντα, ελεύθερη και ασυμβίβαστη, ασυνόδευτη και ασυνόρευτη , πριν έρθει ο (κακός μας) καιρός με την πρόφαση του υποστηρίγματος/«υποστήριξης» κάποιοι να της προσφέρουν τα δεκανίκια της πολιτικής ορθότητας που θα την καθιστούσαν έκτοτε αδιανόητα στάσιμη. «Αυτό που βλέπουμε το σκεφτόμαστε, κι έτσι τελικά δεν το βλέπουμε, λέει ο Όλερ, ενώ άλλοι βλέπουν αυτό που βλέπουν χωρίς πρόβλημα, επειδή δεν το σκέφτονται αυτό που βλέπουν. Αυτό που αποκαλούμε αντίληψη είναι για μας κατά βάση στασιμότητα, ακινησία, τίποτα. Τίποτα. Οτιδήποτε έχει συμβεί το έχουμε σκεφτεί, δεν το έχουμε δει, λέει ο Όλερ» . Είδα και απόειδα λοιπόν με το… φαινόμενο Φερνάντα Μελτσόρ και είπα ό,τι βρέξει ας κατεβάσει! Βαδίζοντας στην εποχή των τυφώνων.