Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Οι «σκληροί» παίζουν σκάκι


Όχι μόνο οι σκληροί, και οι μαλακοί παίζουν – ακόμα και οι μαλάκες – το σκάκι δεν κάνει διακρίσεις. Το σκάκι δεν είναι απλώς ένα παιχνίδι· αν για κάποιους δεν είναι ζωή, με τον ολιστικό τρόπο, «Το σκάκι είναι η ζωή», που το έθετε ο μεγάλος σκακιστής Μπόμπι Φίσερ, τότε σίγουρα είναι μέρος αυτής – ένα αρκετά μεγάλο μέρος της, ίσως εντέχνως συγκαλλυμένο αλλά πάντοτε παρόν. Για μένα η σκακιέρα είναι το ομορφότερο σύμβολο, περιορισμού και ανεξαρτησίας ταυτόχρονα. Ένα αυστηρά οριοθετημένο μέρος όπου πάνω του μπορείς να κάνεις άπειρες κινήσεις, λιγότερο ή περισσότερο ελεύθερες. Σύμβολο ανθρώπινης φύσεως! Και αν αποζητάτε μια πιο εύστοχη μεταφορά ας σας την δώσει ο Γουίλλιαμ Φώκνερ – δεν το περιμένατε αυτό, έτσι; «Αν κάτι αντικατοπτρίζει και ακολούθως πιστοποιεί ολάκερο το ανθρώπινο πάθος, την ελπίδα και την τρέλα, τότε αυτό το κάτι δεν μπορεί ποτέ να είναι σκέτο παιχνίδι». Παίζουν τα λευκά. Ματ σε 951 λέξεις. 

Αυτό το blitz βιβλιαράκι είναι μια ομιλία των Franz Blaha και Marge Cathcart που διαβάστηκε ως ανακοίνωση στο συμπόσιο «Σκάκι και ανθρωπιστικές επιστήμες: Έρευνα πάνω στις χρήσεις και τις αξίες μιας ψυχαγωγικής δραστηριότητας» που έλαβε χώρα μεταξύ 27 και 29 Μαΐου 1978 στο ξενοδοχείο Χίλτον του Λίνκολν της Νεμπράσκα. Τι ωραία θα ήταν να γίνονταν και άλλες ανάλογες ομιλίες! Ας μην ξεχνάμε όμως, ότι επειδή το σκάκι είναι δημοφιλές και αρκετά πρόσφορο σε κάθε είδους παρομοιώσεις και αναλύσεις, δεν αποκλείεται να πέφταμε θύματα απίστευτα βαρετών συζητήσεων και αμφιλεγόμενων θεωριών – μη εξαιρουμένης και της παρούσας ανάρτησης. Check this out, και θα καταλάβετε! 


Επιχειρείται μία σύνδεση του σκακιού με την λογοτεχνία (κάτι διόλου σπάνιο εξάλλου), από μία οπτική όμως που σπανίως δοκιμάζεται. Οι συγγραφείς του παρόντος, αγνοούν την λόγια ή «διανοουμενίστικη» λογοτεχνία στην οποία το σκάκι χρησιμοποιείται συνήθως ως μεταφορά, και καταπιάνονται περισσότερο με την λαϊκή λογοτεχνία που εκπροσωπείται εδώ από την αστυνομική λογοτεχνία, όπου η ενασχόληση με το σκάκι παρουσιάζεται κυρίως ως «δολιότητα» του χαρακτήρα ενός ανθρώπου, εξού και οι… «σκληροί» παίζουν σκάκι. Αρχής γενομένης από την πρώτη ιστορία της σύγχρονης αστυνομικής λογοτεχνίας που δεν είναι άλλη από τους «Φόνους στην οδό Μοργκ» του Έντγκαρ Άλαν Πόε, όπου στην εισαγωγή εκείνης της ιστορίας, ένιωσε την ανάγκη να κάνει δυσφημιστικά σχόλια σχετικά με το παιχνίδι του σκακιού, συγκρίνοντάς το δυσμενώς με το παιχνίδι της ντάμας! Ήταν πράγματι μια θλιβερή ημέρα στην ιστορία του σκακιού: κατατάσσεται χαμηλότερα από το ουίστ ή το μπριτζ και, σαν να μην έφτανε αυτό, αποκαλείται και επιπόλαιο! Προς υπεράσπιση του Πόε πρέπει να ειπωθεί ότι μάλλον δεν είχε ξεπεράσει το επίπεδο του αρχάριου στο παιχνίδι και, όπως έλεγε, δεν έγραφε μια μελέτη περί σκακιού, απλώς έκανε «τυχαίες» παρατηρήσεις. Ενδιαφέρον παρουσιάζει ότι στο μυαλό του Πόε είχε διαμορφωθεί μια λανθασμένη εντύπωση για τους μετρ του σκακιού: άνθρωποι-μηχανές, ψυχρά υπολογιστικοί, κατά το ήμισυ μόνο ανθρώπινοι. Αυτή την εικόνα συνέχισαν να διαδίδουν πολλοί συγγραφείς τού πιο απλοϊκού είδους λαϊκής λογοτεχνίας. 

Δυστυχώς αυτή η εικόνα, του σκακιστή ως μονομανούς ανθρώπου, σκληρόπετσου, υστερόβουλου και αδιάφορου απέναντι στα συναισθήματα των ανθρώπων, εν πολλοίς συντηρείται έως και σήμερα, εντός και εκτός λογοτεχνίας. Γι’ αυτό και για πολλούς ανθρώπους, η ενασχόληση με το σκάκι, αν δεν ενέχει κάτι ουσιωδώς μοχθηρό στον πυρήνα της, τουλάχιστον σε πρώτο επίπεδο φαντάζει κάτι βαρετό και εντελώς άχρηστο. Και αφού ο Πόε ήταν ο πατέρας της σύγχρονης αστυνομικής λογοτεχνίας, οι περισσότεροι επίγονοί του… έπαιξαν με το σκάκι, με έναν τρόπο όμως που συνήθως δεν το τιμούσε και ιδιαίτερα. Εγκληματίες ή/και ντετέκτιβ έπαιζαν σκάκι, ως συνδήλωση της μοχθηρίας τους, της ικανότητάς τους δηλαδή να διαπράξουν ένα έγκλημα οι μεν, και να το εξιχνιάσουν οι δε. Δεν είναι δα και τίποτα φλώροι να παίζουν τάβλι! Μέσα σε όλη αυτή την αστυνομικο-σκακιστική περιπτωσιολογία υπάρχουν και μερικά κραυγαλέα λάθη στα οποία υπέπιπταν οι εκάστοτε συγγραφείς και θα φανούν πολύ αστεία σε όσους γνωρίζουν σκάκι. Θα αναφέρω ένα τέτοιο λάθος έξω από το βιβλίο, που πάντα το προσέχουν οι σκακιστές όταν τύχει και συμβεί: στην σκακιέρα όταν τοποθετείται ανάμεσα στους παίκτες, το δεξί ακρινό τετράγωνο όπως κοιτά ο κάθε παίκτης, πρέπει να είναι λευκό. Είναι νόμος. Την επόμενη φορά που θα δείτε σε μια ταινία να διαδραματίζεται μια σκακιστική μάχη, ρίξτε μια προσεκτική ματιά και νιώστε την ευφυΐα σας να ανεβαίνει επίπεδο, όπως ανεβασμένη είναι και εμάς των σκακιστώνε! Βέβαια, όλα αυτά τα μικρολάθη και οι ανακολουθίες δεν με πειράζουν και πολύ στις καλλιτεχνικές δημιουργίες. Θα έλεγα ότι ενίοτε τα βρίσκω μέχρι και γοητευτικά. Εννοείται ότι κάθε δημιουργός πρέπει να έχει κάνει μια άλφα έρευνα σε αυτό που θέλει να περιγράψει, αλλά αν έχει ένα ταλέντο να εστιάζει στο ουσιώδες, τότε αυτά τα λαθάκια δεν τα προσέχεις καν – μοιάζουν με εκείνα τα goofs στις ταινίες που δεν τα προσέχει κανένας σοβαρός θεατής παρά μόνο κάτι μοχθηροί, δύστροποι και μονομανείς τύποι… να δεις που θα παίζουν και σκάκι!! 


Το βιβλίο είναι από τις εκδόσεις «Ουαπίτι» – δεν τις είχα ξανακούσει αλλά παρατηρώ ότι έχουν ενδιαφέροντα λιλιπούτεια βιβλιαράκια. Η μετάφραση είναι του Ηλία Διαμέση όπως και ένα όμορφο επίμετρο στο τέλος του βιβλίου. Μέσα σε όλα τα ωραία, ξεχώρισα δυο ιδιαίτερες τσαχπινιές. Πρώτον, όπου υπήρχαν σκακιστικοί όροι που παρέπεμπαν σε ειδικό γλωσσάρι, αντί για αριθμητική παραπομπή υπήρχε ζωγραφισμένο το σύμβολο της μαύρης βασίλισσας, μια όμορφη πινελιά. Δεύτερον, σε κάποιο σημείο που οι συγγραφείς περιγράφουν ένα πιθανό λάθος τακτικής κάποιου άλλου συγγραφέα σχετικά με το σκάκι, χρησιμοποιούν το σύμβολο “!;” στο τέλος μιας πρότασης, για να δώσουν περισσότερη έμφαση· και κει ακολουθεί μια σημείωση: «Εδώ οι συγγραφείς χρησιμοποιούν (εσκεμμένα ή τυχαία) το σκακιστικό σύμβολο “!;” που στο πλαίσιο σχολιασμού μιας παρτίδας υποδηλώνει μια ενδιαφέρουσα κίνηση που ίσως δεν έχει αναλυθεί επαρκώς από την ήδη υπάρχουσα σκακιστική θεωρία (κυρίως στο άνοιγμα)». Κάποτε, είχα σκεφτεί να χρησιμοποιώ εγώ ο ίδιος ή κάποιος επινοημένος χαρακτήρας – που για την ώρα παραμένει επινόηση της επινόησης – αυτά τα σκακιστικά σύμβολα για να υποδεικνύω/ει και να κριτικάρω/ει εν συντομία αποσπάσματα λογοτεχνικών βιβλίων. Τέλος πάντων, τα άτομα που ασχολούνται με το σκάκι δεν είναι ζαβά, τουλάχιστον όχι περισσότερο από τα άτομα που ασχολούνται με οτιδήποτε άλλο. Να τα κάνετε παρέα, μην φοβάστε. Ειδάλλως, κινδυνεύετε να βρεθείτε σφαγμένοι και πεταμένοι σε κάποιο χαντάκι! 

Για το φινάλε, φύλαξα την ευχή να εκδοθεί κάποτε στα ελληνικά το αστυνομικό διήγημα (και κατ’ επέκταση η συλλογή) του Φώκνερ «Knight’ s Gambit», το μόνο δικό του που έχω κατά νου με σκακιστικές αναφορές, και το μόνο λογοτεχνικό παράδειγμα που αναλύθηκε στο παρόν βιβλίο και έκανε χρήση του σκακιού περισσότερο ως μεταφοράς παρά οτιδήποτε άλλου. «Τα γκαμπί (θυσίες πιονιών) μπορούν να παιχτούν μονάχα στην αρχή μιας παρτίδας και όχι στο φινάλε, το οποίο αποτελεί το τέλος της. Η προχειρότητα της αναφοράς του συγγραφέα είναι προφανής». Η βεβαιότητα ότι η παραπάνω υποσημείωση δεν αφορά τον Φώκνερ, έναν συγγραφέα που δεν έκανε ποτέ προχειρότητες, είναι φαντάζομαι εξίσου προφανής.

Σχόλια

  1. Εξαιρετική βιβλιοανακάλυψη φίλε Μαραμπού. Και τι ωραία πρόταση εισαγωγής "Για μένα η σκακιέρα είναι το ομορφότερο σύμβολο, περιορισμού και ανεξαρτησίας ταυτόχρονα". Γι' αυτό είναι ωραίο να μάθει ένα παιδί να παίζει σκάκι, γιατί κυρίως διδάσκεται ότι μπορεί να κάνει ό,τι θέλει μέσα σε συγκεκριμένα όρια. Πάω να ξεκινήσω την ανάγνωσή του.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ωω τι ωραία σκέψη, δεν το είχα σκεφτεί έτσι. Το σκάκι είναι πολλαπλώς ωφέλιμο για ένα παιδί και αργότερα για έναν ενήλικα -- όπως και όλα τα παιχνίδια εδώ που τα λέμε αλλά το σκάκι λίγο παραπάνω. Στο σκάκι μπορείς να αναζητήσεις λύσεις για όλα σου τα προβλήματα, και το πιο αλλόκοτο είναι ότι πάντα θα έχει μία καλή απάντηση να σου δώσει!

      Μέχρι να απαντήσω στο σχόλιο, φαντάζομαι θα έχεις τελειώσει (δις) την ανάγνωσή του. Ελπίζω να μην σε απογοήτευσε.

      Διαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Κουβεντολόι με μια μούμια!

Σημ: Εδώ λέγονται ιστορίες μόνο για αραχνιασμένα κρανία, οι "ψεκασμένοι" θα απομακρύνονται διακριτικά.

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

En passant

  Το «Αν πασάν» είναι ένας σκακιστικός κανόνας, περιθωριακός και άγνωστος αλλά ιδιαιτέρως αποτελεσματικός και σημαντικός. Στις αρχικές τους κινήσεις, τα πιόνια έχουν το δικαίωμα να κινηθούν ένα ή δύο τετράγωνα μπροστά. Αν επιλέξουν να κινηθούν δύο τετράγωνα μπροστά και ένα αντίπαλο πιόνι βρίσκεται σε τέτοια θέση ώστε να μπορούσε να το αιχμαλωτίσει αν το πιόνι που κινήθηκε δυο τετράγωνα αποφάσιζε να κινηθεί μόνο ένα, τότε, έχει το δικαίωμα να το αιχμαλωτίσει και σε αυτή την περίπτωση που κάνει δύο βήματα. Έχουμε δηλαδή, αν πασάν... αιχμαλωσία εν τη διελεύσει. Είναι δυσνόητο στην περιγραφή αλλά αρκετά ξεκάθαρο στην πράξη. Βέβαια, όταν είσαι αρχάριος σκακιστής και το συναντήσεις πρώτη φορά σε ηλεκτρονική παρτίδα, τότε πείθεσαι ότι κάποιο «bug» έχει η ιστοσελίδα, ότι σε χακάρανε ή ότι άρπαξες όλες τις ιώσεις του κυβερνοχώρου. Τα βιβλία του Ναμπόκοφ, μου προσφέρουν την ισχυρή εντύπωση ότι αποτελούν ένα συνεχές λογοτεχνικό en passant, σε αιχμαλωτίζουν εν τη διελεύσει.

Αποδοχή cookies

«Ευτυχώς, αν θέλει κάποιος να βρει μεστές απόψεις για καλά βιβλία, υπάρχουν ήδη πολύ αξιόλογα βιβλιοφιλικά μπλογκ, όπως το κορυφαίο, του Librofilo ή το αγαπημένο του, του Μαραμπού» . Να ξέρετε ότι όταν μου δίνουν γλυκό, έστω και σε μορφή βιβλίου, το αποδέχομαι αμέσως. Επίσης, να ξέρετε ότι ενίοτε μπορεί να γράφω για βιβλία που δεν έχω διαβάσει, όλοι το κάνουμε αυτό, απλώς οι περισσότεροι εντελώς αποτυχημένα, αλλά ποτέ δεν γράφω για βιβλίο που δεν μου άρεσε προφασιζόμενος το αντίστροφο∙ όλοι το κάνετε και αυτό, απλώς οι περισσότεροι εντελώς αποτυχημένα. Το βιβλίο είναι δώρο της συγγραφέα, καλής διαδικτυακής φίλης, και η άποψή μου για αυτό ολότελα υποκειμενική – ξέρω, απανωτά σοκ! – και ουδεμία σχέση έχει με την αντικειμενική κριτική που από καιρό θα έπρεπε να γίνει αντικείμενο κριτικής, τουλάχιστον στην Ελλάδα. Από το να μασήσω τα λόγια μου, θα προτιμήσω τα μπισκότα. «Όχι πως δεν ήταν επηρεασμένος και από το ιστολόγιο «Πιπέρι και σπασμένες γραμμές» με τις λαχταριστές αναρτήσεις σχετικά ...

Το Δώρο

Θα μπορούσε ο Στέφανος Ξενάκης να είναι ο Στέφανος Δαίδαλος του σήμερα; Ή να το αλλάξω κάπως για να ’χουμε καλό ρώτημα: θα μπορούσε ο Τζέημς Τζόυς (μαζί και οι όποιες καλλιτεχνικές μεταμορφώσεις του) να γίνει ένας motivational speaker της σημερινής εποχής; Κανείς πλέον (αν υποθέσουμε ότι μπορούσε κάποτε) δεν διαβάζει τον «Οδυσσέα». Δεν μπορεί να αντέξει ότι αυτό το βιβλίο τον περιγράφει, ακόμα και σήμερα ή και περισσότερο σήμερα, τόσο καλά παρά την μοναδικότητα του κάθε ανθρώπου. Του αφιερώνει μία μέρα τον χρόνο, την σημερινή (παρόλο που άλλαξε η μέρα, το blogger έμεινε σταθερά πίσω!), και μετά τον στέλνει αδιάβαστο. Αν κάποιος όμως του σερβίρει για πρωινό όμορφες φράσεις με γαρνιτ ούρα υπέροχα σκίτσα, τότε μπορεί να νιώσει στιγμιαία χαρά και να βελάζει σαν ανέφελο πρόβατο στα λιβάδια του χρόνου. 

Kinds of kindness

Τα περισσότερα μαγαζιά έχουν ήδη στολίσει με ελλειμματικό γούστο, οι κουραμπιέδες άρχισαν να ανταγωνίζονται τα μελομακάρονα – και τα δυο μαζί την Dubai chocolate –, η Black Friday με τις ασυναγώνιστες τιμές της θα κοντράρει στα ίσα την αληθινή ύπαρξη του ΑΙ Βασίλη, ο καιρός προσπαθεί να τα βρει με τον απορυθμισμένο θερμοστάτη του και γενικά είμαστε μια ωραία ατμόσφαιρα είμαστε. Και μέσα σε όλα αυτά, οι δημοσιογράφοι, οι αθλητές, η εκκλησία, τα ιδρύματα, οι πολιτικοί (που είναι για τα ιδρύματα) θα δείξουν το καλοσυνάτο πρόσωπό τους στους ταλαίπωρους ετούτου του κόσμου. Και μην ξεχνάμε, ότι κυρίως τα Χριστούγεννα είναι για τα παιδιά – και για όλα εκείνα που γιόρταζε η πρόσφατη «Παγκόσμια Ημέρα κατά της Κακοποίησης των παιδιών». «Πάντοτε, τα Χριστούγεννα έβγαζαν στους ανθρώπους τον καλύτερο αλλά και τον χειρότερο εαυτό τους».    

Ασκήσεις μνήμης

  Τις ασκήσεις ύφους τις κατέκτησε σε βαθμό που λίγοι συγγραφείς φτάνουν , με τις ασκήσεις μνήμης όμως κανείς άνθρωπος δεν τα βγάζει εύκολα πέρα. Όλοι μας γράφουμε autofiction από 8 χρονών – Περιγράψτε μας τα πιο ωραία σας Χριστούγεννα – τα νεύρα μου! Το autofiction πλέον μοιάζει να είναι ένας ευφημισμός για να αποδεχόμαστε κάποιες συγγραφικές μετριότητες ως κάτι παραπάνω από αυτό που είναι. Είναι προσβολή να θεωρείς ότι ο Τζόυς ή ο Σελίν (που επιτέλους σε λίγες μέρες θα εκδοθεί το «Θάνατος επί πιστώσει»∙ Γκάλοπ: ποιο άργησε περισσότερο; Το Μετρό Θεσσαλονίκης ή το βιβλίο του Σελίν;) έγραψαν autofiction. Το ίδιο ισχύει και για τον Καλβίνο στη συγκεκριμένη συλλογή. Δεν θα ξεχάσουμε και αυτά που ξέρουμε! «Μόνο πετώντας πράγματα μπορώ να βεβαιωθώ πως ακόμα δεν έχει πεταχτεί κάτι από μένα, κάτι που ίσως να μην είναι ούτε και θα είναι για πέταμα» .  

Βαρύ περιστατικό

Συγγραφείς με χιούμορ δεν χαίρουν ιδιαίτερης εκτίμησης, θεωρώ, από το αναγνωστικό κοινό. Ποιος ξέρει πόσα ελαττώματα πασχίζει να κρύψει πίσω από αυτό, θα σκέφτονται, και δεν μπορεί, κάποιο ελάττωμα θα έχει να κάνει σίγουρα και με την συγγραφή. Επίσης το χιούμορ αξιώνει ευφυΐα και το κοινό δεν θέλει να περνιέται για ηλίθιο. Ο Άμπροουζ Μπιρς με τις διάσημες σατιρικές ιστορίες του και τα σκωπτικά λήμματα θα μπορούσε να θεωρηθεί ένας τέτοιος∙ καλός για να χαμογελάμε πού και πού, μας κάνει ενίοτε και τον έξυπνο, αλλά δεν πειράζει, καλή καρδιά. Ίσως να ήταν έτσι – αν και δεν συμμερίζομαι καθόλου αυτή την άποψη – αν δεν έγραφε τα διηγήματα από τις εμπειρίες του στον Αμερικανικό Εμφύλιο. Σκλάβος του για πάντα!    

The Elephant Man

Υπάρχει ένας ελέφαντας στο δωμάτιο – όχι ρε, δεν εννοώ εσάς, φάτε ελεύθερα όσο θέλετε! – και αυτός δεν είναι άλλος από τον ίδιο τον άνθρωπο. Οξύμωρο, καταλαβαίνω, αλλά στο περίκλειστο δωμάτιο που είναι ο κόσμος ολάκερος, αν θες να παραμένεις ανθρώπινος πρέπει να έχεις καρφωμένα τα μάτια σου στον ελέφαντα. «–Είναι επειδή, με τον τρόπο που ο κερατάς σου παρουσιάζει τα πράγματα, παραέδινε την εντύπωση ότι έφτυνε κατάμουτρα το είδος για το οποίο πέθανε ο Κύριός μας. Δεν είχες την αίσθηση ότι υπέγραφες υπέρ των ελεφάντων αλλά εναντίον των ανθρώπων» . Διαβάζω το βιβλίο του Ρομαίν Γκαρύ περίπου από τον Ιούλιο, κυρίως επειδή τα μεγάλα βιβλία τα διαβάζω τραπεζίως , δηλαδή ανάμεσα σε άλλα μικρότερα αναγνωστικά γεύματα (και τις τελευταίες μέρες και κυριολεκτικά)∙ αλλά αυτό δεν με ενοχλεί καθόλου γιατί υπήρξε ένα από τα καλύτερα βιβλία που διάβασα τα πολλά τελευταία χρόνια, και αν δεν ανανέωσε την πίστη μου στον άνθρωπο, τουλάχιστον ανανέωσε εκείνη στο μυθιστόρημα: «ο καθείς και οι ελέφαντές του, ...

100% cotton

Μπορεί τον τελευταίο χρόνο να δουλεύω στον τριτογενή τομέα παραγωγής και συγκεκριμένα σε στεγνοκαθαριστήριο – φροντίζοντας να μην τα κάνω μούσκεμα με τα ρούχα… ενώ τα κάνω μούσκεμα! – και να χαζεύω στα ταμπελάκια τι ποσοστό επί τοις εκατό βαμβάκι περιέχουν – πολυεστέρα, κερδάμε! – αλλά υπήρξαν σκληρές εποχές που δεν βελτιώθηκαν και ιδιαίτερα για πολλούς ανθρώπους, που για 100% βαμβάκι πληρωνόσουν ένα υποπολλαπλάσιό του και θα έπρεπε να λες και ευχαριστώ από πάνω. «Η αχαριστία αποτελεί συστατικό στοιχείο του χαρακτήρα των ανθρώπων σε τέτοιο βαθμό, που είναι προτιμότερο να τη θεωρεί κανείς προκαταβολικά δεδομένη και να μη στενοχωριέται» . Εδώ το ίδιο σου το πλυντήριο δεν είναι αξιόπιστο (στους χρόνους) και δεν λέει την αλήθεια, γιατί περιμένεις να το κάνουν οι άνθρωποι;

Σαν ναυαγοί, σαν ροβινσώνες

Ο βιασμός ενός βιβλίου και ενός συγγραφέα γίνεται με τις διασκευές . Συγγραφείς μεγάλου βεληνεκούς και εξαιρετικού κύρους όπως ο Ντάνιελ Ντιφόου, ο Ρόμπερτ Στήβενσον, ο Ιούλιος Βερν και ο Τζόναθαν Σουίφτ (με την ευκαιρία, να ξαναπώ ότι «Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ» είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία. Δεν είναι απλώς ένα από τα καλύτερα βιβλία του είδους· ή του 18ου αιώνα· ή της αγγλοσαξονικής λογοτεχνίας. Πέρα από κάθε είδους περιορισμό, τροπικό, χρονικό ή χωρικό, το βιβλίο του Σουίφτ είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία που έχουν γραφτεί επί γης) αντιμετωπίζονται από το αναγνωστικό συγγραφικό φαντασιακό σαν μικρομέγαλοι συγγγραφίσκοι που είχαν κόλλημα με την παιδική ηλικία και ανακλύκλωναν απλοϊκές ιστορίες που δεν πρέπει να διαβάζονται μετά τα δώδεκα – λες και το να είσαι παιδί είναι ιδιότητα μόνο ενός παιδιού. Κούνια που σας κούναγε! 

Το κτίσμα

  Τώρα που έφτασε αισίως 46 Αυγούστου και χειμώνιασε για τα καλά, ποιος δε θα ήθελε να διαβάσει μία καλή ιστορία δίπλα στο τζάκι! Τι γίνεται όμως αν το τζάκι, και συγκεκριμένα η καμινάδα, είναι το θέμα της ίδιας της ιστορίας; Μην σας παγώνει αυτό, γιατί την ιστορία την έγραψε ο Χέρμαν Μέλβιλ και τίποτα δεν μπορεί να πάει στραβά όταν συμβαίνει αυτό. Η λογοτεχνία του είναι πάντα πρόσφορη σε αναλύσεις που θεωρητικά θα βελτίωναν την κατανόηση που κρύβεται βαθιά στα θεμέλια κάθε έργου του, αλλά ταυτόχρονα ίσως θα κατέστρεφε τα οφέλη που υπάρχουν στα υψηλότερα διανοητικά πατώματα, απόρροια της μαγευτικής του αρχιτεκτονικής γραφής – «Ή, μάλλον, αυτή η ίδια δίνει απαντήσεις ασταμάτητα, ασταμάτητα ταλανίζοντάς με μ’ αυτή την τρομερή της ζέση για βελτίωση, η οποία δεν είναι παρά μια ελαφρότερη απόδοση της λέξης καταστροφή».