Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Οι «σκληροί» παίζουν σκάκι


Όχι μόνο οι σκληροί, και οι μαλακοί παίζουν – ακόμα και οι μαλάκες – το σκάκι δεν κάνει διακρίσεις. Το σκάκι δεν είναι απλώς ένα παιχνίδι· αν για κάποιους δεν είναι ζωή, με τον ολιστικό τρόπο, «Το σκάκι είναι η ζωή», που το έθετε ο μεγάλος σκακιστής Μπόμπι Φίσερ, τότε σίγουρα είναι μέρος αυτής – ένα αρκετά μεγάλο μέρος της, ίσως εντέχνως συγκαλλυμένο αλλά πάντοτε παρόν. Για μένα η σκακιέρα είναι το ομορφότερο σύμβολο, περιορισμού και ανεξαρτησίας ταυτόχρονα. Ένα αυστηρά οριοθετημένο μέρος όπου πάνω του μπορείς να κάνεις άπειρες κινήσεις, λιγότερο ή περισσότερο ελεύθερες. Σύμβολο ανθρώπινης φύσεως! Και αν αποζητάτε μια πιο εύστοχη μεταφορά ας σας την δώσει ο Γουίλλιαμ Φώκνερ – δεν το περιμένατε αυτό, έτσι; «Αν κάτι αντικατοπτρίζει και ακολούθως πιστοποιεί ολάκερο το ανθρώπινο πάθος, την ελπίδα και την τρέλα, τότε αυτό το κάτι δεν μπορεί ποτέ να είναι σκέτο παιχνίδι». Παίζουν τα λευκά. Ματ σε 951 λέξεις. 

Αυτό το blitz βιβλιαράκι είναι μια ομιλία των Franz Blaha και Marge Cathcart που διαβάστηκε ως ανακοίνωση στο συμπόσιο «Σκάκι και ανθρωπιστικές επιστήμες: Έρευνα πάνω στις χρήσεις και τις αξίες μιας ψυχαγωγικής δραστηριότητας» που έλαβε χώρα μεταξύ 27 και 29 Μαΐου 1978 στο ξενοδοχείο Χίλτον του Λίνκολν της Νεμπράσκα. Τι ωραία θα ήταν να γίνονταν και άλλες ανάλογες ομιλίες! Ας μην ξεχνάμε όμως, ότι επειδή το σκάκι είναι δημοφιλές και αρκετά πρόσφορο σε κάθε είδους παρομοιώσεις και αναλύσεις, δεν αποκλείεται να πέφταμε θύματα απίστευτα βαρετών συζητήσεων και αμφιλεγόμενων θεωριών – μη εξαιρουμένης και της παρούσας ανάρτησης. Check this out, και θα καταλάβετε! 


Επιχειρείται μία σύνδεση του σκακιού με την λογοτεχνία (κάτι διόλου σπάνιο εξάλλου), από μία οπτική όμως που σπανίως δοκιμάζεται. Οι συγγραφείς του παρόντος, αγνοούν την λόγια ή «διανοουμενίστικη» λογοτεχνία στην οποία το σκάκι χρησιμοποιείται συνήθως ως μεταφορά, και καταπιάνονται περισσότερο με την λαϊκή λογοτεχνία που εκπροσωπείται εδώ από την αστυνομική λογοτεχνία, όπου η ενασχόληση με το σκάκι παρουσιάζεται κυρίως ως «δολιότητα» του χαρακτήρα ενός ανθρώπου, εξού και οι… «σκληροί» παίζουν σκάκι. Αρχής γενομένης από την πρώτη ιστορία της σύγχρονης αστυνομικής λογοτεχνίας που δεν είναι άλλη από τους «Φόνους στην οδό Μοργκ» του Έντγκαρ Άλαν Πόε, όπου στην εισαγωγή εκείνης της ιστορίας, ένιωσε την ανάγκη να κάνει δυσφημιστικά σχόλια σχετικά με το παιχνίδι του σκακιού, συγκρίνοντάς το δυσμενώς με το παιχνίδι της ντάμας! Ήταν πράγματι μια θλιβερή ημέρα στην ιστορία του σκακιού: κατατάσσεται χαμηλότερα από το ουίστ ή το μπριτζ και, σαν να μην έφτανε αυτό, αποκαλείται και επιπόλαιο! Προς υπεράσπιση του Πόε πρέπει να ειπωθεί ότι μάλλον δεν είχε ξεπεράσει το επίπεδο του αρχάριου στο παιχνίδι και, όπως έλεγε, δεν έγραφε μια μελέτη περί σκακιού, απλώς έκανε «τυχαίες» παρατηρήσεις. Ενδιαφέρον παρουσιάζει ότι στο μυαλό του Πόε είχε διαμορφωθεί μια λανθασμένη εντύπωση για τους μετρ του σκακιού: άνθρωποι-μηχανές, ψυχρά υπολογιστικοί, κατά το ήμισυ μόνο ανθρώπινοι. Αυτή την εικόνα συνέχισαν να διαδίδουν πολλοί συγγραφείς τού πιο απλοϊκού είδους λαϊκής λογοτεχνίας. 

Δυστυχώς αυτή η εικόνα, του σκακιστή ως μονομανούς ανθρώπου, σκληρόπετσου, υστερόβουλου και αδιάφορου απέναντι στα συναισθήματα των ανθρώπων, εν πολλοίς συντηρείται έως και σήμερα, εντός και εκτός λογοτεχνίας. Γι’ αυτό και για πολλούς ανθρώπους, η ενασχόληση με το σκάκι, αν δεν ενέχει κάτι ουσιωδώς μοχθηρό στον πυρήνα της, τουλάχιστον σε πρώτο επίπεδο φαντάζει κάτι βαρετό και εντελώς άχρηστο. Και αφού ο Πόε ήταν ο πατέρας της σύγχρονης αστυνομικής λογοτεχνίας, οι περισσότεροι επίγονοί του… έπαιξαν με το σκάκι, με έναν τρόπο όμως που συνήθως δεν το τιμούσε και ιδιαίτερα. Εγκληματίες ή/και ντετέκτιβ έπαιζαν σκάκι, ως συνδήλωση της μοχθηρίας τους, της ικανότητάς τους δηλαδή να διαπράξουν ένα έγκλημα οι μεν, και να το εξιχνιάσουν οι δε. Δεν είναι δα και τίποτα φλώροι να παίζουν τάβλι! Μέσα σε όλη αυτή την αστυνομικο-σκακιστική περιπτωσιολογία υπάρχουν και μερικά κραυγαλέα λάθη στα οποία υπέπιπταν οι εκάστοτε συγγραφείς και θα φανούν πολύ αστεία σε όσους γνωρίζουν σκάκι. Θα αναφέρω ένα τέτοιο λάθος έξω από το βιβλίο, που πάντα το προσέχουν οι σκακιστές όταν τύχει και συμβεί: στην σκακιέρα όταν τοποθετείται ανάμεσα στους παίκτες, το δεξί ακρινό τετράγωνο όπως κοιτά ο κάθε παίκτης, πρέπει να είναι λευκό. Είναι νόμος. Την επόμενη φορά που θα δείτε σε μια ταινία να διαδραματίζεται μια σκακιστική μάχη, ρίξτε μια προσεκτική ματιά και νιώστε την ευφυΐα σας να ανεβαίνει επίπεδο, όπως ανεβασμένη είναι και εμάς των σκακιστώνε! Βέβαια, όλα αυτά τα μικρολάθη και οι ανακολουθίες δεν με πειράζουν και πολύ στις καλλιτεχνικές δημιουργίες. Θα έλεγα ότι ενίοτε τα βρίσκω μέχρι και γοητευτικά. Εννοείται ότι κάθε δημιουργός πρέπει να έχει κάνει μια άλφα έρευνα σε αυτό που θέλει να περιγράψει, αλλά αν έχει ένα ταλέντο να εστιάζει στο ουσιώδες, τότε αυτά τα λαθάκια δεν τα προσέχεις καν – μοιάζουν με εκείνα τα goofs στις ταινίες που δεν τα προσέχει κανένας σοβαρός θεατής παρά μόνο κάτι μοχθηροί, δύστροποι και μονομανείς τύποι… να δεις που θα παίζουν και σκάκι!! 


Το βιβλίο είναι από τις εκδόσεις «Ουαπίτι» – δεν τις είχα ξανακούσει αλλά παρατηρώ ότι έχουν ενδιαφέροντα λιλιπούτεια βιβλιαράκια. Η μετάφραση είναι του Ηλία Διαμέση όπως και ένα όμορφο επίμετρο στο τέλος του βιβλίου. Μέσα σε όλα τα ωραία, ξεχώρισα δυο ιδιαίτερες τσαχπινιές. Πρώτον, όπου υπήρχαν σκακιστικοί όροι που παρέπεμπαν σε ειδικό γλωσσάρι, αντί για αριθμητική παραπομπή υπήρχε ζωγραφισμένο το σύμβολο της μαύρης βασίλισσας, μια όμορφη πινελιά. Δεύτερον, σε κάποιο σημείο που οι συγγραφείς περιγράφουν ένα πιθανό λάθος τακτικής κάποιου άλλου συγγραφέα σχετικά με το σκάκι, χρησιμοποιούν το σύμβολο “!;” στο τέλος μιας πρότασης, για να δώσουν περισσότερη έμφαση· και κει ακολουθεί μια σημείωση: «Εδώ οι συγγραφείς χρησιμοποιούν (εσκεμμένα ή τυχαία) το σκακιστικό σύμβολο “!;” που στο πλαίσιο σχολιασμού μιας παρτίδας υποδηλώνει μια ενδιαφέρουσα κίνηση που ίσως δεν έχει αναλυθεί επαρκώς από την ήδη υπάρχουσα σκακιστική θεωρία (κυρίως στο άνοιγμα)». Κάποτε, είχα σκεφτεί να χρησιμοποιώ εγώ ο ίδιος ή κάποιος επινοημένος χαρακτήρας – που για την ώρα παραμένει επινόηση της επινόησης – αυτά τα σκακιστικά σύμβολα για να υποδεικνύω/ει και να κριτικάρω/ει εν συντομία αποσπάσματα λογοτεχνικών βιβλίων. Τέλος πάντων, τα άτομα που ασχολούνται με το σκάκι δεν είναι ζαβά, τουλάχιστον όχι περισσότερο από τα άτομα που ασχολούνται με οτιδήποτε άλλο. Να τα κάνετε παρέα, μην φοβάστε. Ειδάλλως, κινδυνεύετε να βρεθείτε σφαγμένοι και πεταμένοι σε κάποιο χαντάκι! 

Για το φινάλε, φύλαξα την ευχή να εκδοθεί κάποτε στα ελληνικά το αστυνομικό διήγημα (και κατ’ επέκταση η συλλογή) του Φώκνερ «Knight’ s Gambit», το μόνο δικό του που έχω κατά νου με σκακιστικές αναφορές, και το μόνο λογοτεχνικό παράδειγμα που αναλύθηκε στο παρόν βιβλίο και έκανε χρήση του σκακιού περισσότερο ως μεταφοράς παρά οτιδήποτε άλλου. «Τα γκαμπί (θυσίες πιονιών) μπορούν να παιχτούν μονάχα στην αρχή μιας παρτίδας και όχι στο φινάλε, το οποίο αποτελεί το τέλος της. Η προχειρότητα της αναφοράς του συγγραφέα είναι προφανής». Η βεβαιότητα ότι η παραπάνω υποσημείωση δεν αφορά τον Φώκνερ, έναν συγγραφέα που δεν έκανε ποτέ προχειρότητες, είναι φαντάζομαι εξίσου προφανής.

Σχόλια

  1. Εξαιρετική βιβλιοανακάλυψη φίλε Μαραμπού. Και τι ωραία πρόταση εισαγωγής "Για μένα η σκακιέρα είναι το ομορφότερο σύμβολο, περιορισμού και ανεξαρτησίας ταυτόχρονα". Γι' αυτό είναι ωραίο να μάθει ένα παιδί να παίζει σκάκι, γιατί κυρίως διδάσκεται ότι μπορεί να κάνει ό,τι θέλει μέσα σε συγκεκριμένα όρια. Πάω να ξεκινήσω την ανάγνωσή του.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ωω τι ωραία σκέψη, δεν το είχα σκεφτεί έτσι. Το σκάκι είναι πολλαπλώς ωφέλιμο για ένα παιδί και αργότερα για έναν ενήλικα -- όπως και όλα τα παιχνίδια εδώ που τα λέμε αλλά το σκάκι λίγο παραπάνω. Στο σκάκι μπορείς να αναζητήσεις λύσεις για όλα σου τα προβλήματα, και το πιο αλλόκοτο είναι ότι πάντα θα έχει μία καλή απάντηση να σου δώσει!

      Μέχρι να απαντήσω στο σχόλιο, φαντάζομαι θα έχεις τελειώσει (δις) την ανάγνωσή του. Ελπίζω να μην σε απογοήτευσε.

      Διαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Κουβεντολόι με μια μούμια!

Σημ: Εδώ λέγονται ιστορίες μόνο για αραχνιασμένα κρανία, οι "ψεκασμένοι" θα απομακρύνονται διακριτικά.

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

Ποίηση χωρίς τέλος

  Αυτή η χρονιά θα ξεκινήσει ακριβώς όπως τελείωσε: με ποίηση. Συλλεκτική ανάρτηση, σπάνια θα ξαναδιαβάσετε τέτοια. Σπάω την παράδοση (και το ρόδι)! Ακόμα σπανιότερα εντυπωσιάζομαι από ποιητές και ποιήματα. Δεν με συγκινεί η συμπύκνωση του λόγου όταν του λείπει ένα είδος «φλυαρίας» – ψάχνω ποιήματα που είναι αμετροεπή με έναν δικό τους τρόπο και ταυτόχρονα στοχευμένα και ουσιώδη. Ποιήματα που δεν πολυπαίρνουν στα σοβαρά τον εαυτό τους καθώς τσαλαβουτούν χαρούμενα στον χυλό της ειρωνείας. Ποιήματα που, απ' ό,τι σωστά αντιλαμβάνεστε, δεν γράφει η πλειοψηφία των ποιητών. Με δυο λόγια, κυνηγώ το ανέφικτο. Αλλά, αυτό δεν κυνηγάμε όλοι στην έναρξη κάθε χρονιάς; Το φλουρί μου για φέτος – λίρα εκατό – ήταν η Βισουάβα ή Βισλάβα ή όπως αλλιώς, Σιμπόρσκα. Η παλιά ποίηση, η ορθόδοξη, είναι Εδώ!

Με ανώμαλους δεν μιλάω

  Ανωμαλία είναι να μην μπορεί μια γυναίκα να κυκλοφορεί άφοβα στους δρόμους, ανωμαλία είναι να πιστεύεις ότι τα εμβόλια σκοπό έχουν να προκαλέσουν περισσότερο κακό από ό,τι καλό, ανωμαλία είναι να νομίζεις ότι η λογοτεχνία σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, ανωμαλία είναι ακόμα το προφιτερόλ να έχει μόνο ένα σουδάκι μέσα, ανωμαλία είναι και ότι ο «Πατάκης» εξακολουθεί να μην εκδίδει Χέρμαν Μέλβιλ. Και πόσες ακόμα ανωμαλίες! Με τελευταία εκείνη του Ερβέ Λε Τελιέ, ενός συγγραφέα που αγάπησα οριστικά από ένα και μόνο βιβλίο του που είχα διαβάσει κάποτε, το «Όλα τα μανιτάρια τρώγονται», η ουλιπιανή έμπνευση που είχε οραματιστεί το facebook χρόνια πριν από τον δημιουργό του. Κάθε φορά που μπαίνετε στο facebook και αντικρίζετε την ερώτηση «Τι σκέφτεσαι;», ικανή να σας παρασύρει ασυγκράτητα να μας εμπιστευτείτε τις επικές σας μπούρδες, σχεδόν πάντα χωρίς καθόλου φιλτράρισμα και ουσία, να θυμάστε ότι ο Τελιέ κάποτε το έκανε… χίλιες φορές καλύτερα από εσάς, πιο δημιουργικά και κυρίως με περισσότερο χι

Dogs never bite me. Just humans.

    Ψόφια πράγματα το φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης – τουλάχιστον οι επιλογές μου – αλλά μόλις είδα ότι θα προβληθεί «Η εξουσία του σκύλου», που βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Τόμας Σάβατζ, ήξερα ότι θα ρεφάρω γιατί κακό σκυλί ψόφο δεν έχει. Και έτσι έγινε, η ταινία δεν με απογοήτευσε και μου θύμισε πόσο είχα αγαπήσει εκείνο το βιβλίο. Μια παραγωγή του Νέτφλιξ που θα είναι διαθέσιμη στην πλατφόρμα από την 1 Δεκεμβρίου ώστε να προλάβει να κάνει τον κύκλο της στις αίθουσες, με τον Κάμπερμπατς στον ρόλο του Φιλ, τον σωσία του Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν στον ρόλο του Τζορτζ και την ωραία Κίρστεν Ντανστ ως Ρόουζ. Η ταινία, όπως και το βιβλίο, σε πολλούς θα φανούν αργά, αδιάφορα και αλλόκοτα, λόγω του περιεχομένου αλλά η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για αριστοτεχνικές δημιουργίες με βάθος. Αντιγράφω εδώ το κείμενο που είχα γράψει στο «Διαβάζοντας» για να θυμάμαι ότι εκείνη η ανάγνωση μετράει ακόμα μέσα μου· σπάνιο, ομολογουμένως.

Εγώ σε λέω αγάπη

  Οι πιο συνηθισμένοι απατεώνες στην Ελλάδα συνήθως ενδύονται τους υδραυλικούς που ζητάνε 55 ευρώ για μια τρόμπα στο καζανάκι και δεν μπορείς και να τους πεις «Χέσε με ρε μάστορα» γιατί μετά πώς θα τραβήξεις καζανάκι; Στη λογοτεχνία από την άλλη, το να χαρακτηρίσεις για οποιονδήποτε λόγο τον Χέρμαν Μέλβιλ απάτη , το κάνεις μόνο αν εξυπηρετεί την πλοκή! «Γιατί οι πιο τερατώδεις απ’ όλους τους υποκριτές είναι αυτοί ακριβώς οι κερδοσκόποι: υποκριτές δι’ αντιστροφής της πραγματικότητας· υποκριτές στην παρουσίαση των πραγμάτων ως σκοτεινών αντί φωτεινών· ψυχές που ευημερούν χρησιμοποιώντας όχι τη δυστυχία, αλλά το μύθευμα της δυστυχίας· δάσκαλοι της αισχρής τέχνης τού να κατασκευάζεις δυστυχία· κίβδηλοι Ιερεμίες· νόθοι Ηράκλειτοι που, μόλις η πένθιμη μέρα περάσει, επιστρέφουν, σαν απατηλοί Λάζαροι ανάμεσα στους επαίτες, για να ευφρανθούν με τα κέρδη που απέκτησαν από τα προσποιητά έλκη της κεφαλής τους – φαύλοι κερδοσκόποι!» . Θα με αναγκάσετε να κατέβω πορεία στον Λευκό Πύργο όλοι εσείς πο

Γάτα είσαι

  Οι γάτες είναι υπέροχα πλάσματα και αν δεν είσαι επηρεασμένος από τον «Κυνόδοντα» του Λάνθιμου δύσκολα να μην σε γοητεύουν ή έστω να μην τραβούν την προσοχή σου. Μία από τις αγαπημένες μου συνήθειες είναι να παρατηρώ πώς συμπεριφέρονται οι γάτες. Τι γίνεται όμως αν και εκείνες παρακολουθούν με το ίδιο ενδιαφέρον την ανθρώπινη συμπεριφορά; Κάπως έτσι θα σκέφτηκε και ο Ιάπωνας Σόσεκι Νατσούμε και έγραψε ένα αξιαγάπητο βιβλίο· επιπροσθέτως έγραψε ένα από τα λίγα βιβλία που θα ήθελα να είχα γράψει εγώ. Χεστήκαμε τι θα ήθελες να γράψεις εσύ ρε Μαραμπού, και δίκιο έχετε, δεν αντιλέγω, απλώς σκέφτηκα να το αφήσω εδώ να υπάρχει. Γιατί πάντοτε με ενθουσίαζαν εκείνα τα λιγοστά βιβλία ανεπιτήδευτης σοφίας και γατίσιας συμπεριφοράς που συμπύκνωναν όλη την φιλοσοφία τους και την συγγραφική τεχνική τους σε φράσεις όπως η ακόλουθη: «Ορισμένες φορές επινοώ κάποιες ανοησίες και οι άνθρωποι τις παίρνουν στα σοβαρά, αυτό προκαλεί έναν αισθητικό ενθουσιασμό ακραίας κωμικότητας την οποία θεωρώ ενδιαφέρ

Dance with the Devil

  A long time ago in a galaxy (στην επαρχία) far, far away… όταν περνούσα την emo φάση μου και έκλαιγα χωρίς λόγο καθώς να καθάριζα κρεμμύδια είχα ανακαλύψει τυχαία ένα βιβλιαράκι που το αγόρασα με τα πρώτα λεφτά που είχα αποταμιεύσει σε ένα βιβλιάριο τραπέζης που είχε δεν είχε μέσα 30 δραχμαί. Εκείνο το βιβλίο ήτο κάποιου ψιλοάγνωστου Χόφμαν μεταφρασμένο υπό του σπουδαίου Καρυωτάκη – αργότερα, όταν οι ισορροπίες άλλαξαν εντός μου, κατάλαβα ότι ο Χόφμαν λειτούργησε κάπως σαν το… καρυωθραυστικό του ποιητή∙ ξέρω, ξέρω, πάγωσε η θάλασσα μέσα σας, μακάρι να βρείτε ένα βιβλίο να πέσει πάνω της σαν τσεκούρι – «το λογοπαίγνιο είναι ένα καυτό σίδερο για μπούκλες στο χέρι της τρέλας και με δαύτο λυγίζει τις σκέψεις» . Ο λόγος είναι ότι ο Χόφμαν αποδείχθηκε μια εξαίσια διαβολική μορφή της παγκόσμιας λογοτεχνίας και τα παιδιά του κυκλοφορούν ελεύθερα γύρω μας – ευτυχώς για αυτά, και για εμάς, είχε πάντοτε δουλειά, και μάλιστα σημαντική, να γράφει αριστουργήματα.

Του πολέμου / Στο άλογό μου

Τι γιορτάζουμε σήμερα; Το όχι, το ναι, το ίσως; Γιατί, ενώ όλοι ξέρουμε ότι το εθνικό φρόνημα σε ψηλώνει ως άνθρωπο, εξεγειρόμαστε τόσο πολύ όταν κάτι τέτοιο γίνεται και με τεχνητά μέσα, ας πούμε, με δεκάποντες γόβες; Γιατί μετά την παρέλαση όλοι πάμε και πίνουμε φρέντο εσπρέσσο, έναν τόσο χαρακτηριστικά ιταλικό καφέ; Τι θα συμβεί αν σε μία αντιπολιτευτική συνωμοσία όλοι συντονίσουν το... ένα στο δεξί; Το ένα στ' αριστερό αποκτά όντως βαρύνουσα σημασία όταν κυβερνά η Αριστερά, ή απλώς έχουμε συνηθίσει να το θεωρούμε ηθικό πλεονέκτημα της παρέλασης;

Τελειωμένοι

    Είμαστε γεννημένοι ο ένας για τον άλλον. Τέλος. Αυτά στην αρχή, βέβαια. Γιατί μετά, ανάθεμα την ώρα που βρέθηκες μπροστά μου. Αυτή η σχέση των σχέσεων όμως, μπορεί κάλλιστα να επεκταθεί και στα βιβλία. Μόνο που σε μένα λειτούργησε αντίστροφα· ανάθεμα την ώρα που βρέθηκε μπροστά μου, είπα για αυτό το βιβλίο, μου το δάνεισαν επειδή δεν άρεσε (ωραίο προμόσιον), ήθελα από την άλλη να δω και την ταινία του Κάουφμαν , ας πάει στα κομμάτια, θα το ξεκινήσω, με την σκέψη ήδη από την αρχή να βάλω ένα τέλος όταν δω ότι δεν τραβάει το πράγμα. Αλλά, γαμώτο, τραβούσε. Για ελάχιστους αναγνώστες αυτό θα είναι το βιβλίο της ζωής τους, σύμφωνοι. Κι όμως. «Είναι εντυπωσιακό. Όταν βλέπεις κάποιον με τους γονείς του, αποδεικνύεται απτά ότι όλοι είμαστε αποτέλεσμα σύνθεσης» . Όπως ακριβώς και τα αξιανάγνωστα βιβλία, τα συγγραφικά παιδιά των δημιουργών τους – ξεράστε με την ησυχία σας και ελάτε πίσω. Μείνετέ μου πιστοί! Σας αγαπώ !

Η μέθοδος του Κούντερα

  Σε κάποιες περισσότερο κιτς εποχές ένα παρόμοιο χαστούκι σαν εκείνο του Γουίλ Σμιθ είχε ταράξει τα νερά της κοινωνικής μας ζωής. Η Νατάσα Αθήνη είχε χαστουκίσει την Δήμητρα Λιάνη στην παρουσίαση του βιβλίου της «10 χρόνια και 54 μέρες» – βέβαια, τώρα που τα συζητάμε, μπορεί να έχουν περάσει κοντά 30 χρόνια. Μια επισήμανση που μου ήρθε μόλις: όλες οι βιβλιοπαρουσιάσεις είναι για σφαλιάρες∙ συγγραφείς μην πέφτετε σε αυτή την παγίδα, μακριά. Τέλος πάντων, όταν η Δήμητρα δεν έγραφε βιβλία, διάβαζε, λένε, Κούντερα. Τότε ήταν πολύ της μόδας. Κούντερα από εδώ, Κούντερα από εκεί, είχαν τρελαθεί όλοι. Ποιος είναι ρε αυτός ο Κούντερας; Ήταν τελικά ένα πιο λογοτεχνικό Nitro όπως νόμιζαν αρκετοί; Γιατί τόσα χρόνια τον αντιμετωπίζουμε με αβάσταχτη ελαφρότητα; «Γιατί άραγε θέλει να κάνει έρωτα μαζί μου; αναρωτιόταν πολύ συχνά, αλλά δεν έβρισκε απάντηση. Ένα μόνο ήξερε, πως οι σιωπηρές συνευρέσεις τους ήταν αναπόφευκτες, έτσι όπως είναι αναπόφευκτο να σταθεί προσοχή ένας πολίτης ακούγοντας τον εθν

Θα φάτε τα μούτρα σας

  Πού βαδίζει η λογοτεχνία; Όπου και όπως βάδιζε πάντα, ελεύθερη και ασυμβίβαστη, ασυνόδευτη και ασυνόρευτη , πριν έρθει ο (κακός μας) καιρός με την πρόφαση του υποστηρίγματος/«υποστήριξης» κάποιοι να της προσφέρουν τα δεκανίκια της πολιτικής ορθότητας που θα την καθιστούσαν έκτοτε αδιανόητα στάσιμη. «Αυτό που βλέπουμε το σκεφτόμαστε, κι έτσι τελικά δεν το βλέπουμε, λέει ο Όλερ, ενώ άλλοι βλέπουν αυτό που βλέπουν χωρίς πρόβλημα, επειδή δεν το σκέφτονται αυτό που βλέπουν. Αυτό που αποκαλούμε αντίληψη είναι για μας κατά βάση στασιμότητα, ακινησία, τίποτα. Τίποτα. Οτιδήποτε έχει συμβεί το έχουμε σκεφτεί, δεν το έχουμε δει, λέει ο Όλερ» . Είδα και απόειδα λοιπόν με το… φαινόμενο Φερνάντα Μελτσόρ και είπα ό,τι βρέξει ας κατεβάσει! Βαδίζοντας στην εποχή των τυφώνων.