Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Πες τα μας απλά

 
Γιατί μου το κάνατε αυτό; Καλά ήμουν προστατευμένος μέσα στην αφέλεια και στην άγνοιά μου, όπως και ο Σιμπλίκιος στις πρώτες σελίδες του βιβλίου του. Τι σας έχω κάμει, μωρέ;; Πλάκα κάνω, καλά μου κάνατε, το χρειαζόμουν, βαράτε κι άλλο! Μου αρέσουν διάφοροι «τύποι» λογοτεχνίας αλλά ετούτη εδώ η λογοτεχνία αποτελεί για μένα, την συνισταμένη όλων των «τύπων» και είμαι χαρούμενος που βρέθηκε εμπρός μου. Το χαρακτηριστικό της είναι η απλότητα, όχι όμως σαν μια μεμπτή έννοια, αλλά σαν μια ευφρόσυνη συνθήκη, μια οικουμενική και ζεστή αγκαλιά λόγου που σου χαιδεύει παρηγορητικά την πλάτη, από όποιον μακρινό αιώνα και αν προέρχεσαι. Μια καθαρότητα ύφους συνδυασμένη με καθαρότητα σκέψεων και στοχασμών. Και μια «βρώμικη» ειρωνεία. Σαρκάσμιο Σαρκασμίσιμο θα έπρεπε να τον λεν!  
 
Αυτό που με συναρπάζει σε τέτοιου είδους βιβλία (συμπεριλαμβάνω τον «Τρίστραμ Σάντι», ίσως «Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ» και ένα-δυο που μου διαφεύγουν αυτή την στιγμή – προτείνετε και εσείς μερικά), πέρα από την μεγάλη χρονική απόσταση που μας χωρίζει από την εποχή που γράφτηκαν και την κοντινή συναισθηματική/εγκεφαλική που βιώνουμε καθώς τα διαβάζουμε, είναι αναμφιβόλως, η τελειότητα που αποπνέουν είτε ως ολοκληρωμένα σύνολα είτε ως επιμέρους κομμάτια. Μπορεί να ήταν αποτελέσματα ενός συγκεκριμένου τρόπου γραφής εκείνων των εποχών, όμως στα μάτια μου φαντάζουν αδιανόητα μοντέρνα. Ας περιορίσω το παράδειγμά μου στον «Σιμπλίκιο» που είναι το πιο πρόσφατο και για μένα το πιο ξεκάθαρο. Το βιβλίο χωρίζεται σε αναρίθμητα μικρά κεφάλαια που χρονικά τοποθετούνται την περίοδο του Τριακονταετή πολέμου (1618-1648) στην Γερμανία και εξιστορούν τις περιπέτειες ενός αφελή ανθρώπου που αποκτά σταδιακά την γνώση για τον τρελό κόσμο που τον περιβάλλει. So simple! 
 
https://www.youtube.com/watch?v=Ej7eFLgFzN4

Το σύνολο του βιβλίου προσφέρει μια αίσθηση μεγαλείου και πληρότητας. Αυτό που δεν περιμένεις με τίποτα είναι να σου προσφέρει το ίδιο, και κάθε μεμονωμένο μικρό κεφάλαιο! Δεν είναι «σπαράγματα» ενός συνόλου, είναι αυθύπαρκτες μονάδες τεχνικής αρτιότητας και συμπυκνωμένης στοχαστικής προοπτικής. Είχα διαβάσει παλιότερα ότι μερικές παρεκκλίνουσες τάσεις του Χριστιανισμού χρησιμοποιούσαν την ανάγνωση της Βίβλου ως τον απόλυτο οδηγό για την ζωή των πιστών τους. Άνθρωποι να διαβάζουν την Βίβλο κατά γράμμα και να καθορίζουν την ζωή τους με βάση τις αλλόφρονες επιταγές της – μου φαίνεται εντελώς τρομακτικό αυτό ( – Κύριε, είπε, διαπράττετε μέγα σφάλμα! Ο Θεός να σας φωτίσει για να βγείτε απ' το βούρκο. Μετά χαράς και με βάση την Αγία Γραφή θα στεριώσω την πίστη σας, ώστε ν' αποφύγετε τις πύλες της κολάσεως), αλλά ταυτόχρονα, με έναν παράξενο τρόπο, και ιδιαζόντως ελκυστικό. Πάντοτε έψαχνα ένα βιβλίο (πέρα από τις συλλογές αποφθεγμάτων, ό,τι πιο κοντινό σε αυτό που σκεφτόμουν, αλλά αρκετά μακρινό από άποψη μορφής) που να μπορούσε να το καταφέρει αυτό και νομίζω ότι πλέον το βρήκα. 
 
Ας πούμε, ανοίγετε τυχαία ένα ράθυμο απόγευμα την σελίδα 165, Δεύτερο βιβλίο, 7ο Κεφάλαιο, «Πώς τα έβγανε πέρα ο Σιμπλίκιος με αυτή τη ζωώδη κατάσταση»; Πέσατε διάνα! Την 658; Διάνα, πάλι! Την 112, 397, 796; Διάνα, διάνα, διάνα! Δεν είναι υπέροχο αυτό; Κατά μία σατανική σύμπτωση της σελιδοποίησης, η σελίδα 666 μάς βρίσκει εν μέσω ενός θυελλώδους συμβουλίου της Κόλασης, με τον Σκοτεινό Άρχοντα να τα έχει πάρει κρανίο που υπογράφηκε τελικά η γερμανική ειρήνη προς ζημίαν της επιχείρησης Του, θα πέσουν κεφάλια σίγουρα! Πώς γίνεται να μην λατρέψεις λοιπόν το βιβλίο ετούτο; Δεν μου κάνει εντύπωση που μεγάλοι συγγραφείς όπως ο Τόμας Μαν, ο Μπρεχτ και ο Γκύντερ Γκρας είχαν ενθουσιαστεί μ' αυτό. Ο συγγραφέας του υπήρξε στα σίγουρα μια μεγαλοφυία. Ίσως να πίστευε ότι έγραφε απλώς ένα βιβλίο της εποχής του (αν και σύμφωνα με το επίμετρο, αυτής της μορφής η πολυφωνία αποτελεί ένα μοναδικό χαρακτηριστικό για τη λογοτεχνία εκείνης της εποχής, εξαιρετικά νεωτερικό ως προς την σύλληψή του), όμως, άθελά του, δεν ξεχνούσε να ενσταλάζει και κάτι αθάνατο σε κάθε σελίδα του! 
 
[...] Κοντολογίς, με αυτό τον τρόπο πολλοί με κρίνανε για άπραγο παλαβό, ενώ εγώ τους είχα όλους για γνωστικούς μωρούς. Από όσο ξεύρω, τούτο το συνήθειο είναι ακόμα διαδεδομένο στον κόσμο, αφού όλοι είναι ευχαριστημένοι με την εξυπνάδα τους και νομίζουνε πως είναι πιο προκομμένοι από τους άλλους.

Το βιβλίο έχει στοιχεία του μπαρόκ και του πικαρέσκου μυθιστορήματος, αλλά όλοι αυτοί οι όροι που αναλύονται εκτενώς στο όμορφο επίμετρο, ίσως και να μην έχουν ιδιαίτερη σημασία τελικά. Γιατί ο «Σιμπλίκιος» κυρίως είναι ένα βιβλίο για την «σαλεμένη» πλευρά που ο καθένας μας κρύβει εντός του (η conditio humana χαρακτηρίζεται από εσωτερική πολυφωνία και συνεχή μεταβολή) – την λοξή οπτική γωνία με την οποία θα θέλαμε να αντιμετωπίζουμε τα πράγματα όταν εκείνα θολώνουν εκνευριστικά. Να μπορούμε να γελάμε σαρκαστικά στα μούτρα των κοινωνικών συμβάσεων. Να μπορούμε να κλαίμε για τον πόνο που προσθέτουμε στον πόνο του κόσμου. Να μπορούμε να αισθανόμαστε όντας φαινομενικά αναίσθητοι. Βγάλε τον τρελό από μέσα σου («Θαρρώ πως άνθρωπος δεν είναι στον κόσμο που να μην κρύβει μέσα του κι έναν τρελό, αφού όλοι είμαστε δα από το ίδιο το σκαρί»). Αποκάλυψε τον τζόκερ που κρύβεις στο μανίκι σου, γίνε ο γελωτοποιός του εαυτού σου! Μουγκάνισε λυτρωτικά, βόδι!
 

Ο Γιάννης Κοιλής αποτελεί για μένα μια ιδιάζουσα περίπτωση μεταφραστή. Με τιμάει με διαδικτυακή φιλία και τον ευχαριστώ πολύ γι' αυτό. Γιατί είναι μια ευγενέστατη μορφή του μεταφραστικού κόσμου, συμπαθής, μετρημένος, ασχολείται διεξοδικά με την δουλειά του και μιλάει κυρίως μέσω αυτής. Αντιμετωπίζοντας καθημερινά την άγνοιά μου, είμαι βαθύτατα ευγνώμων προς όλους τους μεταφραστές που μάχονται στο πλάι μου – όμως, μερικοί εξ αυτών, ενίοτε διεξάγουν βρώμικο πόλεμο, στήνουν παγίδες στο διάβα μου, ή απλώς είναι πολύ υπερφίαλοι και ενοχλητικοί «σύντροφοι» για να καταφέρουμε να φάμε τον αντίπαλο πριν φαγωθούμε μεταξύ μας! Ο Γιάννης Κοιλής δεν ανήκει σ' αυτούς, είναι ο καλύτερος σύμμαχος των αναγνωστών. Η μετάφρασή του είναι εξαιρετική – κοιτάξτε, δεν ξέρω γερμανικά, αλλά και να 'ξερα, σιγά μην ήξερα του 17ου αιώνα! – και κερδίζει εύκολα τον πόλεμο των εντυπώσεων, και των χαρακωμάτων. Τα γλωσσικά ιδιώματα και οι ορθογραφικές αποκλίσεις είναι επιλογές του μεταφραστή, σημειώνεται ορθώς στην αρχή του βιβλίου και έτσι ο επίδοξος αναγνώστης είναι ενήμερος και προετοιμασμένος. Εγώ βρήκα ότι αυτή η ιδιωματική γλώσσα δένει τέλεια με το ύφος του βιβλίου και τον αφελή Σιμπλίκιο, ρέει αβίαστα (σαν κίτρινη τσίρλα, όπως θα έλεγε σε κάποιο σημείο του βιβλίου και ο καλός μας Σιμπλίκιος!!) και γενικά, όποιος απο σας έχει τα κότσια να παραδεχτεί ότι δεν γεννήθηκε στην Αθήνα αλλά σε κάποιο από τα χιλιάδες χωριά της Ελλάδας, τότε σίγουρα θα την απολαύσει στο έπακρο. Δεν ξέρω πόσο ισχνή ανταμοιβή μπορεί να είναι αυτή για έναν μεταφραστή, αλλά εύχομαι να νιώθει με έναν τρόπο δικαιωμένος για τους κόπους 20 χρόνων, γνωρίζοντας ότι έκανε ευτυχισμένο τουλάχιστον έναν αναγνώστη. Εμένα.
 
Καλή αρχή και στην νέα πορεία της Λευκής Σειράς του «Εξάντα» υπό την καθοδήγηση του «περπατημένου» Librofilo. Γνώριμο μέγεθος, γνώριμη γραμματοσειρά, κανένα παράπονο από μένα – είμαι οπαδός της. Ωστόσο, προς στιγμήν θεώρησα ότι ένα τέτοιο βιβλίο αναφοράς θα άξιζε μια πιο ευρύχωρη έκδοση, από την άλλη όμως, σκέφτομαι, την Βίβλο πρέπει να μπορείς να την κουβαλάς παντού μαζί σου! Προς το τέλος του βιβλίου υπάρχουν λίγες σελίδες (815-831) με σημειώσεις στις οποίες ΔΕΝ παραπέμπει το κυρίως σώμα του βιβλίου. Ρε παιδιά, σας το έχω ξαναπεί, πρέπει οπωσδήποτε να υπάρχουν αριθμημένες παραπομπές προς τις σημειώσεις, αλλιώς οι σημειώσεις είναι άχρηστες, μην το ξανακάνετε, μακριά, nein, πώς αλλιώς να το πω; Βέβαια, στα κεφάλαια του «Σιμπλίκιου» μπορείς να μαντέψεις με σχετική ευκολία, την αναφορά εκείνη που θα μπορούσε να συνοδεύεται και από σημείωση. Όμως, δεν μπορείς συνεχώς να σκέφτεσαι ότι ίσως κάτι σου ξέφυγε, είναι ενοχλητικό. Και μια προτροπή για τις μελλοντικές εκδόσεις του «Εξάντα», ελπίζω να μην επιστρέψουν ξανά στα εξώφυλλα εκείνα που απεικόνιζαν τις φάτσες των συγγραφέων, δεν το βλέπετε και εσείς ότι αρκετοί από δαύτους δεν έχουν φωτογένεια; Το γεγονός ότι επέλεξαν να γίνουν συγγραφείς, αντί για ηθοποιοί, ας πούμε, δεν σας ψυλλιάζει κάπως;
 
Πέρα από την εμπρηστική και ανατρεπτική του διάθεση, ο «Σιμπλίκιος» παραμένει ένα μεγαλειώδες μυθιστόρημα που σε συναρπάζει με τις ευφάνταστες περιπέτειές του και την περιπετειώδη φαντασία του. Οι εναλλαγές της δράσης πραγματοποιούνται με καταιγιστικό ρυθμό, τόσο έντονα μα και καλοδουλεμένα, που μου προκάλεσε θετικότατη έκπληξη αυτή η ευκολία εναλλαγής. Δεν σε κάνει να πλήττεις – το υπ' αριθμόν ένα στοιχείο της καλής λογοτεχνίας – έχει αστείρευτο χιούμορ – το δεύτερο στοιχείο της καλής λογοτεχνίας, και για μένα, ίσως το βασικότερο – και από κει και ύστερα, συγκεντρώνει μια ντουζίνα ακόμα λογοτεχνικές αρετές που θα ικανοποιήσουν με ευκολία και τους πιο ετερόκλητους αναγνώστες. Ο τίτλος του είναι κατάφωρα παραπλανητικός γιατί μόλις τελειώσεις την ανάγνωση, το μόνο που δεν θα έλεγες, είναι ότι διάβασες ένα απλό βιβλίο! 
 

[...] Έι, παλικάρι μου! θα ειπείτε. Επειδή 'σαι παλαβός εσύ, πρέπει να 'ν' κι οι άλλοι; Όχι, δεν το υποστηρίζω εγώ αυτό, γιατί θα έλεγα λόγια του αέρα, μόνο θαρρώ πως μερικοί κρύβουνε μέσα τους τον παλαβό καλύτερα από τους άλλους. Για να είσαι παλαβός, δεν φτάνει να έχεις ιδέες παλαβές, που στα νιάτα όλοι τις έχουμε. Όμως, άμα τις βγάνει κανείς προς τα έξω, τότε τον έχουνε για λωλό, καθότι οι περισσότεροι δεν τις δείχνουνε καθόλου ή δείχνουνε μόνο τις μισές. Εκείνοι που τις καταπιέζουνε εντελώς είναι σωστοί ξινομούτσουνοι, εκείνους, όμως, που αφήνουνε τις δικές τους λιγουλάκι να ξεμυτίσουνε, για να πάρουνε καμιά ανάσα και για να μην πλαντάξουνε μέσα τους, τους λογαριάζω για τους πιο καλούς και γνωστικούς ανθρώπους.

Υ.Γ. 2666  Το βιβλίο μού το δώρισε η Κλαίρη Παπαμιχαήλ, μία ακόμη ευγενέστατη μορφή του μεταφραστικού κόσμου και την ευχαριστώ θερμά. Το αναφέρω όχι για να δείξω ότι με γλύτωσε από ένα σεβαστό χρηματικό ποσό – δεν είναι αμελητέα πράγματα αυτά, παιδιά! Και τα λεπτά είναι λεφτά! – αλλά γιατί, η συγκινητική γενναιοδωρία της συγχωνεύτηκε δια παντός με την ακόρεστη απόλαυση που μου πρόσφερε η ανάγνωση του σπουδαίου αυτού βιβλίου. Και ήθελα να το ξέρει.

Σχόλια

  1. Εξαιρετική και χορταστικότατη η παρουσίασή σας, ντίαρ Μαραμπού. Μου έχετε ανοίξει την όρεξη να διαβάσω το βιβλίο γρηγορότερα από όσο υπολόγιζα.
    Με συγκινεί η πλούσια αναφορά σας στο μεταφραστή, αυτόν τον αφανή ήρωα που αγωνίζεται, μέσα από από άπειρες αντιξοότητες και δυσκολίες, να μεταφέρει το πνεύμα και την ατμόσφαιρα της εποχής, χρησιμοποιώντας τη γλώσσα τόσο φυσικά, σα να του προέκυψε αβίαστα η κάθε λέξη, το κάθε νόημα.
    Καλά κάνετε και αναφέρετε τις Σημειώσεις χωρίς παραπομπή, κάτι που συνηθιζόταν και στις παλιότερς εκδόσεις του "Εξάντα". Το λέω μετά λόγου γνώσεως, γιατί συμβαίνει και στο βιβλίο που διαβάζω τώρα ("Ερωτικό απόδειπνο" του Τουρνιέ) και με κουράζει να προσπαθώ να το γίνω Πυθία.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Μα είναι να μην σας ανοίγει η όρεξη; Και γω μόλις διάβασα τις πρώτες σελίδες το ίδιο έπαθα... το διάβασα γρηγορότερα από όσο υπολόγιζα :p

      Αυτό με τις παραπομπές δεν μπορώ να το χωνέψω όπου και αν το συναντώ. Δέχομαι να μην υπάρχουν καθόλου, αλλά να υπάρχουν και να μην σου τις υποδεικνύουν; Μα είναι και τζάμπα κόπος για αυτόν που φτιάχνει το βιβλίο - αφού παιδεύεται να φτιάξει τις σημειώσεις, ας αναγνωρίσουμε τουλάχιστον τον κόπο του με κάτι μικρά διακριτικά αρθιμητικούλια πάνω δεξιά στις λέξεις! Έρχομαι σπίτι σας και δεν έχει όνομα το κουδούνι; Να τα χτυπήσω όλα δηλαδή;;

      Διαγραφή
  2. Γιάννης31.10.17

    Το πέτυχα τις προάλλες σε κεντρικό (και αγαπημένο) βιβλιοπωλείο στο κέντρο και το ξεφύλλισα αρκετή ώρα διαβάζοντας σκόρπια αποσπάσματα. Μου θυμισε αμέσως Στέρν και Ραμπελαί και σκέφτηκα να το πάρω αλλά τελευταία στιμή το μετάνιωσα. Μετά από αυτή την παρουσίαση σπεύδω...ταχέως.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Σε συναρπάζει αμέσως, όντως. Μπορεί να σου χτυπάει κάπως η τιμή στην αρχή (λογικό είναι) αλλά νομίζω ότι τα αξίζει με το παραπάνω τα λεφτά του. Θα το ξαναδιαβάσεις σίγουρα τουλάχιστον μία φορά από την αρχή ως το τέλος, και πολλές ακόμα θα διαβάσεις διάσπαρτα κεφάλαια, ίσα ίσα για να ψυχαγωγηθείς και να σου φτιάξει το κέφι. Είναι σπάνια τέτοια βιβλία! Ελπίζω να το απολαύσεις όσο κι εγώ. Καλή συνέχεια :)

      Διαγραφή
  3. σ' ευχαριστώ πολύ, μαραμπού. χαίρομαι αφάνταστα που το απόλαυσες όσο κι εγώ. και ο κοιλής είναι πραγματικά ΣΠΟΥΔΑΙΟΣ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΗΣ και διδάσκει με κάθε σελίδα αυτού του βιβλίου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Εγώ ευχαριστώ και τους δυο σας! Με την μοναδική μου ιδιότητα ως αναγνώστη, μπορεί να νιώθω σαν ο «τελευταίος τροχός της αμάξης» - και δεν το λέω υποτιμητικά, ούτε για να ψαρέψω κομπλιμέντα, απλώς αναγνωρίζω τη θέση μου - αλλά όταν μου προσφέρονται τέτοια σπουδαία βιβλία νιώθω πως λαμβάνω μια ιδιαίτερη και τιμητική θέση, κάτι που με χαροποιεί και το παίρνω εντελώς... προσωπικά! ;)

      Να 'σαι καλά Κλαίρη. Και πάλι σ' ευχαριστώ για το όμορφο δώρο σου!

      Διαγραφή
  4. Γιάννης Κοιλής6.11.17

    Καλά τα λέτε (χιχιχι). Μόνο για τα σχόλια, γιατί τόσο παράπονο; Τα κεφάλαια είναι τοσοδούλια κι η παραπομπή οδηγεί τον αναγνώστη εύκολα το σωστό σημείο. Ένα κορδελάκι για σελιδοδείκτη (ή δύο, όπως σε αρκετές όμορφες εκδόσεις που έχω) το ήθελε πάντως. Ευχαριστώ και πάι για τα καλά σας λόγια.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Γιάννης Κοιλής6.11.17

      πάι; Οι αμαρίες εδώ πληρώνονται όλες!

      Διαγραφή
    2. Εγώ σας ευχαριστώ περισσότερο! ;)

      Ε έχουμε και μεις τα κολλήματά μας. Δεν μπορώ να σκεφτώ έναν βάσιμο λόγο να υπάρχουν σημειώσεις σε ένα βιβλίο αλλά να μην υπάρχουν παραπομπές προς αυτές. Γενικά, είμαι ευπροσάρμοστος στις αναγνώσεις μου αλλά ενίοτε επαναστατώ, ενθυμούμενος παλιές «ανταρσίες». Ας πούμε, είχα θυμώσει με την «Θεία Κωμωδία» από Γκούτενμπεργκ όπου δεν υπήρχαν οι αριθμημένες παραπομπές προς τις σημειώσεις. Για μένα οι σημειώσεις σε τέτοια σπουδαία έργα, δεν αποτελούν ένα διακοσμητικό «πάρεργο», ενισχύουν ουσιωδώς την απόλαυση του έργου και δεν θέλω να την λαμβάνω ετεροχρονισμένα, αλλά την στιγμή που το διαβάζω. Όμως, μπροστά στην σκέψη ότι ένα μεγάλο λογοτεχνικό έργο καταφέρνει να φτάσει στην γλώσσα μου, όλες οι άλλες αβλεψίες που τυχόν υπάρχουν, λαμβάνουν πολύ μικρή σημασία για μένα.

      Και μιας και εξομολογούμαστε τις... αμαρίες μας, ας πω και εγώ ότι αντιπαθώ τα κορδελάκια και μόλις τα βλέπω παίρνω ψαλίδι και τα κόβω. Όλα τα παλιά βιβλία του Εξάντα δεν έχουν κορδελάκια και χαίρομαι πολύ που δεν χρειάστηκε να επέμβω και στον Σιμπλίκιο :p

      Διαγραφή
  5. Κι εσείς "του Τριακονταετη Πολέμου"; Δεν υπάρχει σωτηρία. Σκέφτηκα αρχικά ότι είναι εκ παραδρομής, αλλά φευ στην αμέσως επόμενη σειρά διαβάζω "του αφελή", και είμαι ακόμη στην αρχή του άρθρου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Διαβάζετε αυτή την περίοδο τον «Σιμπλίκιο» αν καταλαβαίνω σωστά; Ελπίζω να σας αρέσει. Να ξέρετε ότι ο «αφελής» Σιμπλίκιος δε θα μείνει για πολλή ώρα έτσι, και σίγουρα ο συγγραφέας που τον έπλασε και τον καθοδηγεί, δεν είναι διόλου αφελής!

      Διαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Κουβεντολόι με μια μούμια!

Σημ: Εδώ λέγονται ιστορίες μόνο για αραχνιασμένα κρανία, οι "ψεκασμένοι" θα απομακρύνονται διακριτικά.

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

Ποίηση χωρίς τέλος

  Αυτή η χρονιά θα ξεκινήσει ακριβώς όπως τελείωσε: με ποίηση. Συλλεκτική ανάρτηση, σπάνια θα ξαναδιαβάσετε τέτοια. Σπάω την παράδοση (και το ρόδι)! Ακόμα σπανιότερα εντυπωσιάζομαι από ποιητές και ποιήματα. Δεν με συγκινεί η συμπύκνωση του λόγου όταν του λείπει ένα είδος «φλυαρίας» – ψάχνω ποιήματα που είναι αμετροεπή με έναν δικό τους τρόπο και ταυτόχρονα στοχευμένα και ουσιώδη. Ποιήματα που δεν πολυπαίρνουν στα σοβαρά τον εαυτό τους καθώς τσαλαβουτούν χαρούμενα στον χυλό της ειρωνείας. Ποιήματα που, απ' ό,τι σωστά αντιλαμβάνεστε, δεν γράφει η πλειοψηφία των ποιητών. Με δυο λόγια, κυνηγώ το ανέφικτο. Αλλά, αυτό δεν κυνηγάμε όλοι στην έναρξη κάθε χρονιάς; Το φλουρί μου για φέτος – λίρα εκατό – ήταν η Βισουάβα ή Βισλάβα ή όπως αλλιώς, Σιμπόρσκα. Η παλιά ποίηση, η ορθόδοξη, είναι Εδώ!

Dogs never bite me. Just humans.

    Ψόφια πράγματα το φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης – τουλάχιστον οι επιλογές μου – αλλά μόλις είδα ότι θα προβληθεί «Η εξουσία του σκύλου», που βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Τόμας Σάβατζ, ήξερα ότι θα ρεφάρω γιατί κακό σκυλί ψόφο δεν έχει. Και έτσι έγινε, η ταινία δεν με απογοήτευσε και μου θύμισε πόσο είχα αγαπήσει εκείνο το βιβλίο. Μια παραγωγή του Νέτφλιξ που θα είναι διαθέσιμη στην πλατφόρμα από την 1 Δεκεμβρίου ώστε να προλάβει να κάνει τον κύκλο της στις αίθουσες, με τον Κάμπερμπατς στον ρόλο του Φιλ, τον σωσία του Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν στον ρόλο του Τζορτζ και την ωραία Κίρστεν Ντανστ ως Ρόουζ. Η ταινία, όπως και το βιβλίο, σε πολλούς θα φανούν αργά, αδιάφορα και αλλόκοτα, λόγω του περιεχομένου αλλά η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για αριστοτεχνικές δημιουργίες με βάθος. Αντιγράφω εδώ το κείμενο που είχα γράψει στο «Διαβάζοντας» για να θυμάμαι ότι εκείνη η ανάγνωση μετράει ακόμα μέσα μου· σπάνιο, ομολογουμένως.

Με ανώμαλους δεν μιλάω

  Ανωμαλία είναι να μην μπορεί μια γυναίκα να κυκλοφορεί άφοβα στους δρόμους, ανωμαλία είναι να πιστεύεις ότι τα εμβόλια σκοπό έχουν να προκαλέσουν περισσότερο κακό από ό,τι καλό, ανωμαλία είναι να νομίζεις ότι η λογοτεχνία σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, ανωμαλία είναι ακόμα το προφιτερόλ να έχει μόνο ένα σουδάκι μέσα, ανωμαλία είναι και ότι ο «Πατάκης» εξακολουθεί να μην εκδίδει Χέρμαν Μέλβιλ. Και πόσες ακόμα ανωμαλίες! Με τελευταία εκείνη του Ερβέ Λε Τελιέ, ενός συγγραφέα που αγάπησα οριστικά από ένα και μόνο βιβλίο του που είχα διαβάσει κάποτε, το «Όλα τα μανιτάρια τρώγονται», η ουλιπιανή έμπνευση που είχε οραματιστεί το facebook χρόνια πριν από τον δημιουργό του. Κάθε φορά που μπαίνετε στο facebook και αντικρίζετε την ερώτηση «Τι σκέφτεσαι;», ικανή να σας παρασύρει ασυγκράτητα να μας εμπιστευτείτε τις επικές σας μπούρδες, σχεδόν πάντα χωρίς καθόλου φιλτράρισμα και ουσία, να θυμάστε ότι ο Τελιέ κάποτε το έκανε… χίλιες φορές καλύτερα από εσάς, πιο δημιουργικά και κυρίως με περισσότερο χι

Dance with the Devil

  A long time ago in a galaxy (στην επαρχία) far, far away… όταν περνούσα την emo φάση μου και έκλαιγα χωρίς λόγο καθώς να καθάριζα κρεμμύδια είχα ανακαλύψει τυχαία ένα βιβλιαράκι που το αγόρασα με τα πρώτα λεφτά που είχα αποταμιεύσει σε ένα βιβλιάριο τραπέζης που είχε δεν είχε μέσα 30 δραχμαί. Εκείνο το βιβλίο ήτο κάποιου ψιλοάγνωστου Χόφμαν μεταφρασμένο υπό του σπουδαίου Καρυωτάκη – αργότερα, όταν οι ισορροπίες άλλαξαν εντός μου, κατάλαβα ότι ο Χόφμαν λειτούργησε κάπως σαν το… καρυωθραυστικό του ποιητή∙ ξέρω, ξέρω, πάγωσε η θάλασσα μέσα σας, μακάρι να βρείτε ένα βιβλίο να πέσει πάνω της σαν τσεκούρι – «το λογοπαίγνιο είναι ένα καυτό σίδερο για μπούκλες στο χέρι της τρέλας και με δαύτο λυγίζει τις σκέψεις» . Ο λόγος είναι ότι ο Χόφμαν αποδείχθηκε μια εξαίσια διαβολική μορφή της παγκόσμιας λογοτεχνίας και τα παιδιά του κυκλοφορούν ελεύθερα γύρω μας – ευτυχώς για αυτά, και για εμάς, είχε πάντοτε δουλειά, και μάλιστα σημαντική, να γράφει αριστουργήματα.

Η Αλίκη στις πόλεις

  Καλύτερα Αλίκη στις πόλεις των θαυμάτων παρά Ωραία Κοιμωμένη στο χωριό. Αυτή είναι η τελεσίδικη γνώμη μου. Αλλά τώρα που καλοκαίριασε δύσκολα να σας πείσω, το ξέρω. Τα ξαναλέμε when September ends. «Οι πόλεις δεν προσφέρουν μόνο υλικά οφέλη αλλά και ενθουσιασμό και την ευκαιρία να επαναπροσδιορίσει κάποιος τον εαυτό του. Για πολλούς πολίτες του Μάντσεστερ και του Σικάγου, η πόλη σήμαινε μια μορφή ελευθερίας. Αυτό ήταν κάτι που οι επικριτές της βικτοριανής πόλης δεν μπόρεσαν ποτέ να συλλάβουν: με τόσο σκότος και βρομιά δεν μπόρεσαν ποτέ να διακρίνουν τους τρόπους με τους οποίους η κοινότητα επαναπροσδιοριζόταν μέσα στη σύγχρονη βιομηχανική μητρόπολη». Όσοι πάλι επι-μένετε στις πόλεις πρέπει να προμηθευτείτε αμέσως το καταπληκτικό βιβλίο του Ben Wilson – γιατί αν εξαντληθεί θα το ψάχνετε στα επαρχιακά βιβλιοπωλεία!

Θα φάτε τα μούτρα σας

  Πού βαδίζει η λογοτεχνία; Όπου και όπως βάδιζε πάντα, ελεύθερη και ασυμβίβαστη, ασυνόδευτη και ασυνόρευτη , πριν έρθει ο (κακός μας) καιρός με την πρόφαση του υποστηρίγματος/«υποστήριξης» κάποιοι να της προσφέρουν τα δεκανίκια της πολιτικής ορθότητας που θα την καθιστούσαν έκτοτε αδιανόητα στάσιμη. «Αυτό που βλέπουμε το σκεφτόμαστε, κι έτσι τελικά δεν το βλέπουμε, λέει ο Όλερ, ενώ άλλοι βλέπουν αυτό που βλέπουν χωρίς πρόβλημα, επειδή δεν το σκέφτονται αυτό που βλέπουν. Αυτό που αποκαλούμε αντίληψη είναι για μας κατά βάση στασιμότητα, ακινησία, τίποτα. Τίποτα. Οτιδήποτε έχει συμβεί το έχουμε σκεφτεί, δεν το έχουμε δει, λέει ο Όλερ» . Είδα και απόειδα λοιπόν με το… φαινόμενο Φερνάντα Μελτσόρ και είπα ό,τι βρέξει ας κατεβάσει! Βαδίζοντας στην εποχή των τυφώνων.

Η μέθοδος του Κούντερα

  Σε κάποιες περισσότερο κιτς εποχές ένα παρόμοιο χαστούκι σαν εκείνο του Γουίλ Σμιθ είχε ταράξει τα νερά της κοινωνικής μας ζωής. Η Νατάσα Αθήνη είχε χαστουκίσει την Δήμητρα Λιάνη στην παρουσίαση του βιβλίου της «10 χρόνια και 54 μέρες» – βέβαια, τώρα που τα συζητάμε, μπορεί να έχουν περάσει κοντά 30 χρόνια. Μια επισήμανση που μου ήρθε μόλις: όλες οι βιβλιοπαρουσιάσεις είναι για σφαλιάρες∙ συγγραφείς μην πέφτετε σε αυτή την παγίδα, μακριά. Τέλος πάντων, όταν η Δήμητρα δεν έγραφε βιβλία, διάβαζε, λένε, Κούντερα. Τότε ήταν πολύ της μόδας. Κούντερα από εδώ, Κούντερα από εκεί, είχαν τρελαθεί όλοι. Ποιος είναι ρε αυτός ο Κούντερας; Ήταν τελικά ένα πιο λογοτεχνικό Nitro όπως νόμιζαν αρκετοί; Γιατί τόσα χρόνια τον αντιμετωπίζουμε με αβάσταχτη ελαφρότητα; «Γιατί άραγε θέλει να κάνει έρωτα μαζί μου; αναρωτιόταν πολύ συχνά, αλλά δεν έβρισκε απάντηση. Ένα μόνο ήξερε, πως οι σιωπηρές συνευρέσεις τους ήταν αναπόφευκτες, έτσι όπως είναι αναπόφευκτο να σταθεί προσοχή ένας πολίτης ακούγοντας τον εθν

Τώρα μας σώνει μόνο ένα θαύμα

    Μπορεί ένα βιβλιοπωλείο να αποτελέσει καταφύγιο; Όχι καταφύγιο πολέμου, μην παρασύρεστε από τις εξελίξεις στην Ουκρανία, δεν παίζει τέτοιο πράγμα∙ ούτε βέβαια να σταματήσει τον ίδιο τον πόλεμο, αυτό και αν θα ήταν θαύμα! Μπορεί ωστόσο να αποτελέσει πού και πού ένα ζεστό καταφύγιο μιας μεμονωμένης ζωής, που παρέα με δισεκατομμύρια άλλες συγκροτούν τον κόσμο γύρω μας, τα ακρότατα όρια του οποίου συχνότατα και εντελώς απροσδόκητα μπορεί να είναι οι πιο αναίτιες και ακραίες σφαγές. Oh yes! Το να διεξάγεις ακήρυχτο πόλεμο αλληλεγγύης μέσω social media, να φας μια μπριζόλα επειδή τυχαίνει να είναι Τσικνοπέμπτη στα μέρη σου ή να διαβάσεις ένα ανάλαφρο βιβλίο δεν μοιάζουν αρκετά. Αλλά και τι θα μπορούσε να μοιάζει αρκετό στη ζωή ενός ανθρώπου; «Φοβάμαι ότι αυτό είναι σαν εκείνα τα feelgood μυθιστορήματα που διαβάζει η Τζάσμιν, όπου το τέλος είναι πάντα χαρούμενο γιατί πώς αλλιώς θα μπορούσαν οι αναγνώστες να αντισταθμίσουν τις κακές ειδήσεις και όλα αυτά τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν

Μας κούφανε

  Όταν η Λεονόρα Κάρινγκτον γράφει το βιβλίο της είναι 60 χρονών και η ηρωίδα της που ζει τις απόλυτα εκκεντρικές περιπέτειές της είναι 92∙ η ίδια η συγγραφέας πέθανε στα 94 της και μέσα από αλλόκοτες και ακατανόητα αποκρυφιστικές διαδρομές, κανείς πλέον δεν μπορεί να βγάλει από το μυαλό μου ότι είναι η ίδια η ηρωίδα της. «Όλα αυτά είναι μια παρέκκλιση και δεν θέλω να νομίζει κανείς ότι τρέχει αλλού το μυαλό μου∙ τρέχει, αλλά ποτέ πιο γρήγορα απ’ όσο θέλω εγώ» . Η ταύτιση ενός δημιουργού με το έργο του, σε καλλιτέχνες τόσο απύθμενου καλλιτεχνικού βάθους, δεν είναι σχεδόν ποτέ αβάσιμη. Το βιβλίο της είναι ένα φεμινιστικό μανιφέστο και ένα από τα ομορφότερα που έχουν γραφτεί σχετικά, και τα όποια προγραμματικά στοιχεία φαίνεται να αναδύονται μπροστά σε έντρομες αρσενικές αναγνώσεις, εξαλείφονται αμέσως από την υψηλή λογοτεχνική ποιότητα. Εξάλλου, η σπουδαία λογοτεχνία είναι ερμαφρόδιτη. «Το Ακουστικό Κέρας διαφεύγει κάθε κατηγοριοποίηση. Από την πρώτη του κιόλας πρόταση παρουσιάζει ένα

Εδώ γελάμε

    Χιούμορ; Γίναμε τώρα! Θα μπορούσε έτσι μικρή και περιεκτική να ήταν όλη η ανάρτηση και να τελείωνε εδώ αναίμακτα και αγέλαστα. Αλλά πρέπει να πούμε δυο λόγια παραπάνω γιατί όλοι σας έχετε χιούμορ, σωστά; Το χιούμορ είναι σαν την γνώμη, όλοι έχουν από ένα. Και όλοι έχουν το καλύτερο από όλους τους άλλους, δεν χωράει αμφιβολία. Στη θεωρία πάντα, γιατί στην πράξη, γελάνε και οι πέτρες! Η κάθε χρονιά οφείλει να κλείνει με χιούμορ, η νέα επιβάλλεται να ξεκινάει με τέτοιο, η ζωή να το ακολουθεί πατώντας στα ξέγνοιαστα βήματά του, ακόμα και ο κόσμος να τελειώνει με εκείνο∙ αν κάπου σε όλη αυτή την διαδρομή τα βρίσκει και με την λογοτεχνία, ακόμα καλύτερα. Μας αξίζει γαμώτο να γελάμε σαν μικρά παιδιά, πίνοντας παράλληλα και πολύ νερό – το χιούμορ είναι δώρο . «Τα παιδιά, υποστηρίζει ο Φρόιντ, δεν διαθέτουν καμία αίσθηση του κωμικού, αλλά είναι πιθανό να τα μπερδεύει με τον συγγραφέα ενός διαβόητου και καθόλου αστείου βιβλίου με τίτλο Το ευφυολόγημα και η σχέση του με το ασυνείδητο » .