Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Κάτι ψήνεται


Ξέρω, κάποια στιγμή θα δηλητηριαστώ από τα ίδια μου τα λογοπαίγνια και θα πεθάνω αλλά μόλις είδα το όνομα του συγγραφέα δεν μπόρεσα να αποφύγω να κάνω την σύνδεση. Ο ήλιος είναι καυτός, η σκόνη κατακάθεται στο λαιμό σου, η ερημιά κατατρώει την ψυχή σου – καλώς ήρθατε στην Κόλαση... «μέσα σε μια κοινότητα ανθρώπων που ένιωθαν σαν στο σπίτι τους στη ζοφερή και τρομακτική γη που εκτεινόταν τώρα γύρω του, ζεστή, ξερή και αμείλικτη προς τον εαυτό της και τους ανθρώπους που επικαλούνταν ότι την κατείχαν»! Επειδή και εγώ κατάγομαι από μια επίσης νεκρή καρδιά μιας άλλης Ηπείρου ένιωσα από την αρχή οικεία με το βιβλίο ετούτο. Όμως, δεν πρόκειται να αντέξετε την παράνοια της ανάρτησής μου δίχως αλκοόλ. Φώτη, πιάσε μια μπύρα!
 
Ήρθε (και έφυγε) το καλοκαιράκι και όλοι ονειρεύονται λίγες διακοπές κάπου κοντά στη θάλασσα, όπως και ο πρωταγωνιστής της ιστορίας που ετοιμάζεται να διασχίσει την Αυστραλία από δυτικά προς τα ανατολικά στο Σίδνεϊ για λίγες ωκεάνιες στιγμές. Πού πας ρε Καραμήτρο! Δεν γνώριζα το συγκεκριμένο βιβλίο παρά την φήμη που κυκλοφορεί στα διαδικτυακά φόρα (παρτίδα) για μένα ότι είμαι ξερόλας και ξέρω τα πάντα για τα βιβλία, διαβασμένα και αδιάβαστα! Και εδώ υπεισέρχεται ο ρόλος του βιβλιοπώλη, του σοβαρού και υποψιασμένου. Εκείνου που σε κόβει μέσα από συζητήσεις για το τι μπορεί να σου αρέσει, τι σε κάνει να βγάζεις σπυριά και τι πιθανόν θα αποτελούσε μια νέα ανακάλυψη για σένα, και πράττει αναλόγως. Όταν είδα το εξώφυλλο ξετρελάθηκα αμέσως με τον συνδυασμό των χρωμάτων – καθαρά λόγω προσωπικού γούστου – και κόλλησα. Το οπισθόφυλλο υποσχόμενο, η ιστορία σχετικά ανάλαφρη για καλοκαίρι (συζητήσιμο αυτό) και ένας συγγραφέας που δεν γνώριζα και θα ήθελα να μάθω.
 
Ειλικρινά δεν περίμενα ένα βιβλίο κοντά διακοσίων σελίδων με αφήγηση οδοιπορικού και ελάχιστη ουσιαστική πλοκή να καταφέρει να γίνει τόσο λογοτεχνικά τρομακτικό (και όχι συγγραφικά τρομακτικό, μην μπερδεύεστε με τα σύγχρονα βιβλία!) και εξαιρετικό. Δεν τολμάω να το χαρακτηρίσω αριστούργημα, φοβούμενος μήπως υποτιμήσω την αξία του, μέσα στην σωρεία... αριστουργηματικών χαρακτηρισμών που μας κατακλύζουν την σήμερον! Το ύφος του Κουκ είναι φοβερό, σε τυλίγει σαν τα ζελατινώδη κύματα ζέστης μια καυτή μέρα – διάφανο αλλά ισχυρό και αδυσώπητο. 

Ο Τζον Γκραντ, δάσκαλος που εκτίει εκπαιδευτική ποινή στο σχολείο της Τιμπούντα, ένα απομονωμένο μέρος της Αυστραλίας, περιμένει πώς και πώς τις χριστουγεννιάτικες διακοπές 6 εβδομάδων για να επιστρέψει στη γενέτειρά του το Σίδνεϊ και την μήτρα της αγαπημένης του θάλασσας, έχοντας και ως αποσκευή και την ανάμνηση του ανεκπλήρωτου έρωτά του για την Ρόμπιν. Με έναν ενδιάμεσο σταθμό στην κοντινή πόλη, την Μπουντανιάμπα «μια εξορυκτική πόλη εξήντα χιλιάδων κατοίκων, η οποία ήταν το κέντρο της ζωής στην περιοχή κοντά στα σύνορα. Αλλά για τον δάσκαλο ήταν απλώς μια μεγαλύτερη εκδοχή της Τιμπούντα, και η Τιμπούντα μια εκδοχή της κόλασης»
 

 
Στην Μπουντανιάμπα («Πρώτη φορά στη Γιάμπα;») ο πρωταγωνιστής θα χάσει μεμιάς τα λεφτά του και σιγά σιγά το μυαλό του, με μόνη διέξοδο την ακατάπαυστη κατανάλωση μπύρας (το νερό είναι χάλια) που καταλαγιάζει προσωρινά την παραφροσύνη μέχρι να την ενισχύσει την επομένη, και πάει λέγοντας. Το βιβλίο του Κουκ είναι μια όμορφη ιστορία παράνοιας και δεν φαίνεται να επιζητεί θέση αλληγορίας, όμως εγώ δεν μπόρεσα να αποφύγω κάποιες βαθύτερες σκέψεις – είναι και η ζέστη που με χτύπησε κατακούτελα παιδιά, σόρρυ.
 
«Όλα τα διαβολάκια είναι περήφανα για την κόλασή τους» (αυτή την φράση την ξέκλεψα από την ταινία του 1971, θα μιλήσω για αυτήν, και δεν θυμάμαι να αναφέρεται στο βιβλίο· ωστόσο είναι εκπληκτική και αξίζει να σημειωθεί) και όποιος έχει ζήσει κάποτε σε επαρχία, ενδεχομένως μπορεί να την νιώσει. Επίσης, η χρήση του δασκάλου ως σύμβολο πολιτισμού σε μία αχανή και αφιλόξενη γη που τον υπονομεύει (τον πολιτισμό) διαρκώς είναι ένας προβληματισμός που επιδέχεται διερεύνησης. «Ω, Θεέ μου, αυτοί οι αδυσώπητα φιλικοί άνθρωποι των οποίων η απόλυτα καλή θέληση συνόρευε με την αυθάδεια». Τελικώς, το βιβλίο του Κουκ καταφέρνει να μιλήσει για πολύ ουσιαστικά πράγματα μέσα από μια παρανοϊκή ιστορία και αυτό ήταν η μεγαλύτερη έκπληξη για μένα. Έρωτας με την πρώτη ματιά. Είναι το ταίρι μου!
 

 
Τώρα με την κυβέρνηση του Κούλη έσπασε, όπως είχε ανακοινωθεί, και το άβατο των Εξαρχείων! Τα βιβλία τους πλέον θα διακινούνται κάτω από το λογότυπο των εκδόσεων «Έρμα». Όσοι λοιπόν έχετε στην κατοχή σας κάποιο από τα βιβλία τους, ειδικά αν το κουβαλάτε και σε σακίδιο πλάτης, τότε παίζετε πολύ σοβαρά με την τύχη σας. Καλύτερα θα ήταν να το πετάξετε αμέσως ή να βρείτε τουλάχιστον έναν καλό δικηγόρο. Εντούτοις, αν και δεν υπάρχει λόγος πια, να πούμε ότι οι εκδόσεις «Εξάρχεια» είναι αρκετά όμορφες, χωρίς κάτι το εξεζητημένο μιας και είναι περιθωριακές εκδόσεις που είναι ζωτικής σημασίας να συμπιέζουν τα έξοδά τους, αλλά και χωρίς όμως – και ευτυχώς – να υποτιμούν το προϊόν τους. Η μετάφραση του συγκεκριμένου βιβλίου είναι του Δημήτρη Κωνσταντίνου και είναι πολύ καλή. Κάποια ελάχιστα παροράματα της έκδοσης είναι άνευ σημασίας και προσοχής.

Η ταινία «Wake in Fright» του 1971 (όλες οι φωτογραφίες της ανάρτησης είναι από εκεί) αποδείχθηκε πιστή και συνάμα άψογη μεταφορά του βιβλίου του Κουκ. Επειδή την είδα αμέσως μετά την ανάγνωση του βιβλίου, η αίσθηση του τρόμου και της παράνοιας μετριάστηκε κάπως αλλά δεν λείπει καθόλου από την ταινία. Αν την δείτε σε άσχετο χρόνο θα σας το μεταδώσει μια χαρά. Πολύ καλή ταινία με φοβερές ερμηνείες. Η μουσική της ταινίας είναι ασύλληπτα ταιριαστή! Το βιβλίο όμως είναι καλύτερο – όχι λόγω του συνήθους κλισέ, υπάρχουν πολλές ταινίες που είναι καλύτερες από τα βιβλία στα οποία βασίστηκαν – κυρίως γιατί η παράνοια που καλλιεργεί ο συγγραφέας μέσα στο κεφάλι σου αναγνώστη, είναι πολύ έντονη και αδέσμευτη από συγκεκριμένες εικόνες και πρόσωπα. Μετά το τέλος, θα είσαι ένας άλλος, θα ζεις σε παράνοια.
 
[…] Μπορώ να καταλάβω πολύ καθαρά τη σοφία που κρύβεται πίσω από το πώς γίνεται ένας άνθρωπος ποταπός ή σπουδαίος κάτω από ακριβώς τις ίδιες συνθήκες.
Μπορώ να καταλάβω πολύ καθαρά ότι, ακόμη και αν επιλέγει την ποταπότητα, αυτά που κάνει μπορούν, έστω κι έτσι, να συνδυαστούν σε ένα σύστημα λογικής για να ωφεληθεί αν το επιθυμεί.
«Αυτό που δεν μπορώ να καταλάβω καθόλου», έστρεψε το βλέμμα του από τ’ αστέρια προς την σκοτεινιά του χερσότοπου και πίσω ξανά στ’ αστέρια, «αυτό που δεν μπορώ να καταλάβω καθόλου είναι γιατί και πώς παρέμεινα ζωντανός για να τα καταλάβω αυτά τα πράγματα…»
 
Ο δασκαλάκος (και συνεκδοχικά, ο συγγραφέας του) ήταν λεβεντιά!
 
 

Σχόλια

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

Ποίηση χωρίς τέλος

  Αυτή η χρονιά θα ξεκινήσει ακριβώς όπως τελείωσε: με ποίηση. Συλλεκτική ανάρτηση, σπάνια θα ξαναδιαβάσετε τέτοια. Σπάω την παράδοση (και το ρόδι)! Ακόμα σπανιότερα εντυπωσιάζομαι από ποιητές και ποιήματα. Δεν με συγκινεί η συμπύκνωση του λόγου όταν του λείπει ένα είδος «φλυαρίας» – ψάχνω ποιήματα που είναι αμετροεπή με έναν δικό τους τρόπο και ταυτόχρονα στοχευμένα και ουσιώδη. Ποιήματα που δεν πολυπαίρνουν στα σοβαρά τον εαυτό τους καθώς τσαλαβουτούν χαρούμενα στον χυλό της ειρωνείας. Ποιήματα που, απ' ό,τι σωστά αντιλαμβάνεστε, δεν γράφει η πλειοψηφία των ποιητών. Με δυο λόγια, κυνηγώ το ανέφικτο. Αλλά, αυτό δεν κυνηγάμε όλοι στην έναρξη κάθε χρονιάς; Το φλουρί μου για φέτος – λίρα εκατό – ήταν η Βισουάβα ή Βισλάβα ή όπως αλλιώς, Σιμπόρσκα. Η παλιά ποίηση, η ορθόδοξη, είναι Εδώ!

Με ανώμαλους δεν μιλάω

  Ανωμαλία είναι να μην μπορεί μια γυναίκα να κυκλοφορεί άφοβα στους δρόμους, ανωμαλία είναι να πιστεύεις ότι τα εμβόλια σκοπό έχουν να προκαλέσουν περισσότερο κακό από ό,τι καλό, ανωμαλία είναι να νομίζεις ότι η λογοτεχνία σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, ανωμαλία είναι ακόμα το προφιτερόλ να έχει μόνο ένα σουδάκι μέσα, ανωμαλία είναι και ότι ο «Πατάκης» εξακολουθεί να μην εκδίδει Χέρμαν Μέλβιλ. Και πόσες ακόμα ανωμαλίες! Με τελευταία εκείνη του Ερβέ Λε Τελιέ, ενός συγγραφέα που αγάπησα οριστικά από ένα και μόνο βιβλίο του που είχα διαβάσει κάποτε, το «Όλα τα μανιτάρια τρώγονται», η ουλιπιανή έμπνευση που είχε οραματιστεί το facebook χρόνια πριν από τον δημιουργό του. Κάθε φορά που μπαίνετε στο facebook και αντικρίζετε την ερώτηση «Τι σκέφτεσαι;», ικανή να σας παρασύρει ασυγκράτητα να μας εμπιστευτείτε τις επικές σας μπούρδες, σχεδόν πάντα χωρίς καθόλου φιλτράρισμα και ουσία, να θυμάστε ότι ο Τελιέ κάποτε το έκανε… χίλιες φορές καλύτερα από εσάς, πιο δημιουργικά και κυρίως με περισσότερο χι

Dogs never bite me. Just humans.

    Ψόφια πράγματα το φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης – τουλάχιστον οι επιλογές μου – αλλά μόλις είδα ότι θα προβληθεί «Η εξουσία του σκύλου», που βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Τόμας Σάβατζ, ήξερα ότι θα ρεφάρω γιατί κακό σκυλί ψόφο δεν έχει. Και έτσι έγινε, η ταινία δεν με απογοήτευσε και μου θύμισε πόσο είχα αγαπήσει εκείνο το βιβλίο. Μια παραγωγή του Νέτφλιξ που θα είναι διαθέσιμη στην πλατφόρμα από την 1 Δεκεμβρίου ώστε να προλάβει να κάνει τον κύκλο της στις αίθουσες, με τον Κάμπερμπατς στον ρόλο του Φιλ, τον σωσία του Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν στον ρόλο του Τζορτζ και την ωραία Κίρστεν Ντανστ ως Ρόουζ. Η ταινία, όπως και το βιβλίο, σε πολλούς θα φανούν αργά, αδιάφορα και αλλόκοτα, λόγω του περιεχομένου αλλά η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για αριστοτεχνικές δημιουργίες με βάθος. Αντιγράφω εδώ το κείμενο που είχα γράψει στο «Διαβάζοντας» για να θυμάμαι ότι εκείνη η ανάγνωση μετράει ακόμα μέσα μου· σπάνιο, ομολογουμένως.

Εγώ σε λέω αγάπη

  Οι πιο συνηθισμένοι απατεώνες στην Ελλάδα συνήθως ενδύονται τους υδραυλικούς που ζητάνε 55 ευρώ για μια τρόμπα στο καζανάκι και δεν μπορείς και να τους πεις «Χέσε με ρε μάστορα» γιατί μετά πώς θα τραβήξεις καζανάκι; Στη λογοτεχνία από την άλλη, το να χαρακτηρίσεις για οποιονδήποτε λόγο τον Χέρμαν Μέλβιλ απάτη , το κάνεις μόνο αν εξυπηρετεί την πλοκή! «Γιατί οι πιο τερατώδεις απ’ όλους τους υποκριτές είναι αυτοί ακριβώς οι κερδοσκόποι: υποκριτές δι’ αντιστροφής της πραγματικότητας· υποκριτές στην παρουσίαση των πραγμάτων ως σκοτεινών αντί φωτεινών· ψυχές που ευημερούν χρησιμοποιώντας όχι τη δυστυχία, αλλά το μύθευμα της δυστυχίας· δάσκαλοι της αισχρής τέχνης τού να κατασκευάζεις δυστυχία· κίβδηλοι Ιερεμίες· νόθοι Ηράκλειτοι που, μόλις η πένθιμη μέρα περάσει, επιστρέφουν, σαν απατηλοί Λάζαροι ανάμεσα στους επαίτες, για να ευφρανθούν με τα κέρδη που απέκτησαν από τα προσποιητά έλκη της κεφαλής τους – φαύλοι κερδοσκόποι!» . Θα με αναγκάσετε να κατέβω πορεία στον Λευκό Πύργο όλοι εσείς πο

Γάτα είσαι

  Οι γάτες είναι υπέροχα πλάσματα και αν δεν είσαι επηρεασμένος από τον «Κυνόδοντα» του Λάνθιμου δύσκολα να μην σε γοητεύουν ή έστω να μην τραβούν την προσοχή σου. Μία από τις αγαπημένες μου συνήθειες είναι να παρατηρώ πώς συμπεριφέρονται οι γάτες. Τι γίνεται όμως αν και εκείνες παρακολουθούν με το ίδιο ενδιαφέρον την ανθρώπινη συμπεριφορά; Κάπως έτσι θα σκέφτηκε και ο Ιάπωνας Σόσεκι Νατσούμε και έγραψε ένα αξιαγάπητο βιβλίο· επιπροσθέτως έγραψε ένα από τα λίγα βιβλία που θα ήθελα να είχα γράψει εγώ. Χεστήκαμε τι θα ήθελες να γράψεις εσύ ρε Μαραμπού, και δίκιο έχετε, δεν αντιλέγω, απλώς σκέφτηκα να το αφήσω εδώ να υπάρχει. Γιατί πάντοτε με ενθουσίαζαν εκείνα τα λιγοστά βιβλία ανεπιτήδευτης σοφίας και γατίσιας συμπεριφοράς που συμπύκνωναν όλη την φιλοσοφία τους και την συγγραφική τεχνική τους σε φράσεις όπως η ακόλουθη: «Ορισμένες φορές επινοώ κάποιες ανοησίες και οι άνθρωποι τις παίρνουν στα σοβαρά, αυτό προκαλεί έναν αισθητικό ενθουσιασμό ακραίας κωμικότητας την οποία θεωρώ ενδιαφέρ

Dance with the Devil

  A long time ago in a galaxy (στην επαρχία) far, far away… όταν περνούσα την emo φάση μου και έκλαιγα χωρίς λόγο καθώς να καθάριζα κρεμμύδια είχα ανακαλύψει τυχαία ένα βιβλιαράκι που το αγόρασα με τα πρώτα λεφτά που είχα αποταμιεύσει σε ένα βιβλιάριο τραπέζης που είχε δεν είχε μέσα 30 δραχμαί. Εκείνο το βιβλίο ήτο κάποιου ψιλοάγνωστου Χόφμαν μεταφρασμένο υπό του σπουδαίου Καρυωτάκη – αργότερα, όταν οι ισορροπίες άλλαξαν εντός μου, κατάλαβα ότι ο Χόφμαν λειτούργησε κάπως σαν το… καρυωθραυστικό του ποιητή∙ ξέρω, ξέρω, πάγωσε η θάλασσα μέσα σας, μακάρι να βρείτε ένα βιβλίο να πέσει πάνω της σαν τσεκούρι – «το λογοπαίγνιο είναι ένα καυτό σίδερο για μπούκλες στο χέρι της τρέλας και με δαύτο λυγίζει τις σκέψεις» . Ο λόγος είναι ότι ο Χόφμαν αποδείχθηκε μια εξαίσια διαβολική μορφή της παγκόσμιας λογοτεχνίας και τα παιδιά του κυκλοφορούν ελεύθερα γύρω μας – ευτυχώς για αυτά, και για εμάς, είχε πάντοτε δουλειά, και μάλιστα σημαντική, να γράφει αριστουργήματα.

Του πολέμου / Στο άλογό μου

Τι γιορτάζουμε σήμερα; Το όχι, το ναι, το ίσως; Γιατί, ενώ όλοι ξέρουμε ότι το εθνικό φρόνημα σε ψηλώνει ως άνθρωπο, εξεγειρόμαστε τόσο πολύ όταν κάτι τέτοιο γίνεται και με τεχνητά μέσα, ας πούμε, με δεκάποντες γόβες; Γιατί μετά την παρέλαση όλοι πάμε και πίνουμε φρέντο εσπρέσσο, έναν τόσο χαρακτηριστικά ιταλικό καφέ; Τι θα συμβεί αν σε μία αντιπολιτευτική συνωμοσία όλοι συντονίσουν το... ένα στο δεξί; Το ένα στ' αριστερό αποκτά όντως βαρύνουσα σημασία όταν κυβερνά η Αριστερά, ή απλώς έχουμε συνηθίσει να το θεωρούμε ηθικό πλεονέκτημα της παρέλασης;

Τελειωμένοι

    Είμαστε γεννημένοι ο ένας για τον άλλον. Τέλος. Αυτά στην αρχή, βέβαια. Γιατί μετά, ανάθεμα την ώρα που βρέθηκες μπροστά μου. Αυτή η σχέση των σχέσεων όμως, μπορεί κάλλιστα να επεκταθεί και στα βιβλία. Μόνο που σε μένα λειτούργησε αντίστροφα· ανάθεμα την ώρα που βρέθηκε μπροστά μου, είπα για αυτό το βιβλίο, μου το δάνεισαν επειδή δεν άρεσε (ωραίο προμόσιον), ήθελα από την άλλη να δω και την ταινία του Κάουφμαν , ας πάει στα κομμάτια, θα το ξεκινήσω, με την σκέψη ήδη από την αρχή να βάλω ένα τέλος όταν δω ότι δεν τραβάει το πράγμα. Αλλά, γαμώτο, τραβούσε. Για ελάχιστους αναγνώστες αυτό θα είναι το βιβλίο της ζωής τους, σύμφωνοι. Κι όμως. «Είναι εντυπωσιακό. Όταν βλέπεις κάποιον με τους γονείς του, αποδεικνύεται απτά ότι όλοι είμαστε αποτέλεσμα σύνθεσης» . Όπως ακριβώς και τα αξιανάγνωστα βιβλία, τα συγγραφικά παιδιά των δημιουργών τους – ξεράστε με την ησυχία σας και ελάτε πίσω. Μείνετέ μου πιστοί! Σας αγαπώ !

Η μέθοδος του Κούντερα

  Σε κάποιες περισσότερο κιτς εποχές ένα παρόμοιο χαστούκι σαν εκείνο του Γουίλ Σμιθ είχε ταράξει τα νερά της κοινωνικής μας ζωής. Η Νατάσα Αθήνη είχε χαστουκίσει την Δήμητρα Λιάνη στην παρουσίαση του βιβλίου της «10 χρόνια και 54 μέρες» – βέβαια, τώρα που τα συζητάμε, μπορεί να έχουν περάσει κοντά 30 χρόνια. Μια επισήμανση που μου ήρθε μόλις: όλες οι βιβλιοπαρουσιάσεις είναι για σφαλιάρες∙ συγγραφείς μην πέφτετε σε αυτή την παγίδα, μακριά. Τέλος πάντων, όταν η Δήμητρα δεν έγραφε βιβλία, διάβαζε, λένε, Κούντερα. Τότε ήταν πολύ της μόδας. Κούντερα από εδώ, Κούντερα από εκεί, είχαν τρελαθεί όλοι. Ποιος είναι ρε αυτός ο Κούντερας; Ήταν τελικά ένα πιο λογοτεχνικό Nitro όπως νόμιζαν αρκετοί; Γιατί τόσα χρόνια τον αντιμετωπίζουμε με αβάσταχτη ελαφρότητα; «Γιατί άραγε θέλει να κάνει έρωτα μαζί μου; αναρωτιόταν πολύ συχνά, αλλά δεν έβρισκε απάντηση. Ένα μόνο ήξερε, πως οι σιωπηρές συνευρέσεις τους ήταν αναπόφευκτες, έτσι όπως είναι αναπόφευκτο να σταθεί προσοχή ένας πολίτης ακούγοντας τον εθν

Θα φάτε τα μούτρα σας

  Πού βαδίζει η λογοτεχνία; Όπου και όπως βάδιζε πάντα, ελεύθερη και ασυμβίβαστη, ασυνόδευτη και ασυνόρευτη , πριν έρθει ο (κακός μας) καιρός με την πρόφαση του υποστηρίγματος/«υποστήριξης» κάποιοι να της προσφέρουν τα δεκανίκια της πολιτικής ορθότητας που θα την καθιστούσαν έκτοτε αδιανόητα στάσιμη. «Αυτό που βλέπουμε το σκεφτόμαστε, κι έτσι τελικά δεν το βλέπουμε, λέει ο Όλερ, ενώ άλλοι βλέπουν αυτό που βλέπουν χωρίς πρόβλημα, επειδή δεν το σκέφτονται αυτό που βλέπουν. Αυτό που αποκαλούμε αντίληψη είναι για μας κατά βάση στασιμότητα, ακινησία, τίποτα. Τίποτα. Οτιδήποτε έχει συμβεί το έχουμε σκεφτεί, δεν το έχουμε δει, λέει ο Όλερ» . Είδα και απόειδα λοιπόν με το… φαινόμενο Φερνάντα Μελτσόρ και είπα ό,τι βρέξει ας κατεβάσει! Βαδίζοντας στην εποχή των τυφώνων.