Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

The others



Είστε με μένα ή με τους άλλους; Πάρτε θέση ή πάρτε πούλο! Ωχ ωχ ωχ, για τον πούτσο κριτική θα κάνω πάλι – επιτέλους, μπαίνω στους χώρους της διανόησης! Δεν μου αρέσει να βρίζω, πρόκειται για φτηνή εντυπωσιοθηρία και εγώ σχεδόν πάντα χρησιμοποιώ ακριβή εντυπωσιοθηρία αλλά αυτή την φορά θέλω να δοκιμάσω τις αντοχές του συστήματος μιας και πρόσφατα το facebook κατέβασε μία ανάρτηση μου από το γκρουπ «Διαβάζοντας» επειδή παραβίαζε τους όρους χρήσης του μέσου και εκείνους της ευθιξίας των αναγνωστών του. Ή οι εκφράσεις μου περιέχουν μίση ή κάποιος (απ)άνθρωπος μισεί τις εκφράσεις μου. «Άμα συμφωνούμε δε γίνεται καβγάς, αλλά άμα δε συμφωνούμε αρχίζει καβγάς». Κυνηγώντας τα φαντάσματα της γλώσσας έχει καταντήσει η φάση· και να καλείς συνεχώς την αστυνομία της σκέψης, αντιμετωπίζεις το κίνδυνο κάποτε να κάνει παράβαση καθηκόντων και να στραγγαλίσει τη φωνή σου. Και τότε, who you gonna call?

[…] «Φαίνεται πως το μεγάλο νέο δεν τον γέμισε χαρά και σε λίγο θα άρχιζε το ψάλσιμο. Όχι όπως στην εκκλησία. Ο μπαμπάς έψελνε με το δικό του τρόπο. Και δεν έπεσα έξω. Άρχισε να λέει για το θείο Αριστείδη. Έλεγε, έλεγε, έλεγε. Τόσο που δεν μπορούσα να τα κρατήσω. Πήγαινε κι ερχόταν. Έλεγε πως ήταν ένας ανεπρόκοβος, ένας τεμπέλης, ένας κηφήνας, ένας τυχοδιώκτης, ένας άνθρωπος που μας έβαζε σε μπελάδες. Δεν μπορώ να καταλάβω πάντα τους μεγάλους που μιλάνε λατινικά. Κι όλες αυτές τις λατινικές λέξεις του μπαμπά μου ήταν δύσκολο να τις καταλάβω. Μόνο όταν είπε πως δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένας βλάκας και μισός, ευχαριστήθηκα. Όχι μόνο γιατί η λέξη βλάκας είναι ελληνική, αλλά και γιατί ήταν και μισός. Περισσότερο δηλαδή από τη θεία Γαζία που ο μπαμπάς έλεγε πως ήταν ένας βλάκας και τίποτε άλλο. Μισός βλάκας παραπάνω είναι μεγάλη δουλειά».

Εντάξει μιλάμε για σωρεία στερεοτύπων το βιβλίο του Ντελόπουλου. Θα κινηθώ νομικά προς πάσα κατεύθυνση! Μου σηκώθηκαν οι τρίχες των μαλλιών (όχι, αυτό δεν είναι ευγενικό προς τους επαγγελματίες της κομμωτικής)… Έμεινα μαλάκας! (ούτε αυτό, δεν είναι ευγενικό προς τους μαλάκες)… τέλος πάντων, βρείτε μια ταιριαστή ηλιθιότητα για να χαρακτηρίσετε τα αχαρακτήριστα, ξέρετε εσείς από αυτά. Ενθουσιάστηκα με το φρέσκο βιβλίο του Κυριάκου Ντελόπουλου που προβαίνει σε μία διασκεδαστική υπονόμευση των στερεοτύπων (που επιβιώνουν παραλλαγμένα αλλά σθεναρά έως και σήμερα) της αγίας ελληνικής οικογένειας, θρησκείας, πατρίδας. Μέσω του μικρού Άκη, μαθητή της τέταρτης τάξης, ο ενήλικας Κυριάκος, ξαναβλέπει τα πράγματα και τους άλλους, αλλιώς. Ένα λεπτό συγγραφικό εγχείρημα που μπορεί πολύ εύκολα να παρωδήσει τον ίδιο του τον εαυτό αλλά που ο Κυριάκος Ντελόπουλος το χειρίζεται θαυμάσια, προσφέροντάς μας ένα εξαιρετικό και κατά τόπους σπαρταριστό βιβλίο. «Θα νικήσουμε, της είπε, μόνο αν κάνουνε οι δικοί μας οι στρατιώτες τους στρατιώτες του εχθρού να πέσουνε εκείνοι μέχρι ενός για τη δική τους την πατρίδα».

Ο μικρός Άκης αγαπά τους φίλους του. Και τη Μαρία. Και χαίρεται να περνάει χρόνο μαζί τους. Παράλληλα, παρατηρεί όλες τις παραξενιές των μεγάλων και καταλαβαίνει περισσότερα από όσα ηλιθιωδώς πιστεύουν εκείνοι – εντούτοις τα 18χρονα του 2020 δεν μπορούν να αναγνωρίσουν την αξία της ανάγνωσης, μεγάλο θέμα αυτό! Όλα τα ήθη και έθιμα εκείνης της εποχής έχουν μεταφερθεί ελαφρώς αλλοιωμένα καίτοι παγιωμένα και στις δικές μας γενιές, και τα κοροϊδεύουμε κάθε Πάσχα ας πούμε, ή τα επιβάλλουμε στα παιδιά μας τα οποία είναι μικρά για να καταλάβουν αλλά έτσι πρέπει, τέλος. Πέρα από το διασκεδαστικό των όλων καταστάσεων που παρουσιάζονται στο βιβλίο, ο Ντελόπουλος μέσα από το εύρημα του μικρού αφηγητή πετυχαίνει κάτι λογοτεχνικά ελκυστικό. Η χρήση της γλώσσας από ένα 8χρονο αγόρι, με τις συντακτικές του παλινδρομήσεις (μια γλώσσα που την πετυχαίνει εύστοχα ο συγγραφέας), προσφέρει κάτι πολύ μοντέρνο που θα μπορούσε να συναρπάσει έναν αναγνώστη λογοτεχνίας… άνω των 18, εννοείται! Ακόμα πιο πέρα, ο Ντελόπουλος βάζοντας τον μικρό Άκη για ύπνο, ο οποίος όμως ακούει τις συζητήσεις των μεγάλων στην κουζίνα και ξεχωρίζει ποιος μιλάει, ενώ λίγο αργότερα δεν ξεχωρίζει πια τους ομιλητές και οι φράσεις χάνουν λέξεις αλλά βγάζουν ακόμα νόημα, και όσο τον παίρνει ο ύπνος εκείνες χάνουν πια και συλλαβές, συνθέτοντας μια γλώσσα ύπνου-ξύπνου… αγγίζει λογοτεχνία υψηλότατου επιπέδου!



Υπάρχουν μερικές ακόμα τέτοιες υψηλού επιπέδου εμπνεύσεις, αποτέλεσμα βαθιάς ενασχόλησης με την ουσία της γλώσσας, καθότι ο Κυριάκος Ντελόπουλος διετέλεσε για χρόνια βιβλιοθηκονόμος και έχει αξία αυτή η αναφορά, ειδικά σήμερα που ξεκίνησαν οι Πανελλήνιες με το μάθημα της Έκθεσης και θέμα την αξία της ανάγνωσης και τον ελεύθερο χρόνο, ένα εξαιρετικό θέμα υποκρισίας από ένα κράτος (ανεξαρτήτως κυβερνήσεων) που απαξιώνει για χρόνια τις βιβλιοθήκες του και τους χιλιάδες άνεργους βιβλιοθηκονόμους που βγαίνουν από τις άχρηστες σχολές τους. Αυτό που μας αρέσει κυρίως σαν χώρα να διαβάζουμε είναι… το βιβλίο του γέλιου και της λήθης! «Κι από σήμερα, τελειώσανε τ’ αβγά και τα πασχάλια. Ούτε βανίλιες διπλές, ούτε μεζεδάκια, ούτε κεράσι, ούτε λουκούμι, ούτε γκαζόζες, ούτε περγαμότο κερατό σας!»

Ο Κυριάκος Ντελόπουλος πέθανε πρόσφατα και έμαθα για το συγκεκριμένο βιβλίο από ποσταρίσματα φίλων έτσι ώστε όταν το είδα σε ένα παλαιοβιβλιοπωλείο το αγόρασα αμέσως. Δεν ήξερα πολλά για τον Ντελόπουλο αν και πάντα έψαχνα εκείνο το βιβλίο του για τις αφιερώσεις – και ίσως ένα δυο βιβλιοθηκονομικού ενδιαφέροντος. Τώρα ίσως πάρω τον Άκη… σε νέες περιπέτειες αν και ξέρω ότι τα επόμενα μέρη σπάνια πιάνουν την αξία του πρωτοτύπου. Σίγουρα όμως το βιβλίο του «Ο Άκης και οι άλλοι» είναι ένα υπέροχο βιβλίο και γέλασα πολύ. Είναι ωραίο να γελάς και μόνος σου και παρέα με άλλους, αλλά θέλει προσοχή για να δεις αν και οι άλλοι γελάνε μαζί με σένα ή με σένα.

«Μετά, περίμενα να δω πότε θα ξαναγελάσουν τα άλλα παιδιά και με τι θα γελάσουν, για να καταλάβω αν θα είναι καλοί φίλοι, αλλά μου φαίνεται πως δε θα είναι».

Σχόλια

  1. Ακόμα θυμάμαι το κεφάλαιο που περιγράφει σπαρταριστα τις επισκέψεις στη γιορτή του μπαμπά, καθώς και το Τρώω.
    Πολύ έξυπνο βιβλίο, με ύφος Μικρού Νικόλα.
    Για ανοιχτόμυαλους μεγάλους αν και κυκλοφόρησε σαν παιδικό.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ναι πράγματι, εξαιρετικά τα συγκεκριμένα κεφάλαια. Εγώ όμως ταυτίστηκα απόλυτα και με τους Μουσαφιραίους ;)

      Δεν είχα σκεφτεί την σύνδεση με τον Μικρό Νικόλα αλλά μάλλον έχετε δίκιο. Παρόλο που δεν έχω διαβάσει τις ιστορίες του, έχω δει πριν από λίγα χρόνια το παιδικό (αρκετά καλοφτιαγμένο και διασκεδαστικό κατά την γνώμη μου) στην τηλεόραση, και το ύφος και τα πεπραγμένα μού θύμιζαν εκείνα του ήρωα του Ντελόπουλου. Η ειρωνεία του Ντελόπουλου όμως προς τους μεγάλους μέσα από τα μάτια του Άκη δίνει άλλον τόνο, πιο βαθύ, στο όλο εγχείρημα. Απολαυστικό βιβλίο. Ίσως διαβάσω και τα άλλα... του Άκη!

      Διαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Κουβεντολόι με μια μούμια!

Σημ: Εδώ λέγονται ιστορίες μόνο για αραχνιασμένα κρανία, οι "ψεκασμένοι" θα απομακρύνονται διακριτικά.

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

En passant

  Το «Αν πασάν» είναι ένας σκακιστικός κανόνας, περιθωριακός και άγνωστος αλλά ιδιαιτέρως αποτελεσματικός και σημαντικός. Στις αρχικές τους κινήσεις, τα πιόνια έχουν το δικαίωμα να κινηθούν ένα ή δύο τετράγωνα μπροστά. Αν επιλέξουν να κινηθούν δύο τετράγωνα μπροστά και ένα αντίπαλο πιόνι βρίσκεται σε τέτοια θέση ώστε να μπορούσε να το αιχμαλωτίσει αν το πιόνι που κινήθηκε δυο τετράγωνα αποφάσιζε να κινηθεί μόνο ένα, τότε, έχει το δικαίωμα να το αιχμαλωτίσει και σε αυτή την περίπτωση που κάνει δύο βήματα. Έχουμε δηλαδή, αν πασάν... αιχμαλωσία εν τη διελεύσει. Είναι δυσνόητο στην περιγραφή αλλά αρκετά ξεκάθαρο στην πράξη. Βέβαια, όταν είσαι αρχάριος σκακιστής και το συναντήσεις πρώτη φορά σε ηλεκτρονική παρτίδα, τότε πείθεσαι ότι κάποιο «bug» έχει η ιστοσελίδα, ότι σε χακάρανε ή ότι άρπαξες όλες τις ιώσεις του κυβερνοχώρου. Τα βιβλία του Ναμπόκοφ, μου προσφέρουν την ισχυρή εντύπωση ότι αποτελούν ένα συνεχές λογοτεχνικό en passant, σε αιχμαλωτίζουν εν τη διελεύσει.

Το Δώρο

Θα μπορούσε ο Στέφανος Ξενάκης να είναι ο Στέφανος Δαίδαλος του σήμερα; Ή να το αλλάξω κάπως για να ’χουμε καλό ρώτημα: θα μπορούσε ο Τζέημς Τζόυς (μαζί και οι όποιες καλλιτεχνικές μεταμορφώσεις του) να γίνει ένας motivational speaker της σημερινής εποχής; Κανείς πλέον (αν υποθέσουμε ότι μπορούσε κάποτε) δεν διαβάζει τον «Οδυσσέα». Δεν μπορεί να αντέξει ότι αυτό το βιβλίο τον περιγράφει, ακόμα και σήμερα ή και περισσότερο σήμερα, τόσο καλά παρά την μοναδικότητα του κάθε ανθρώπου. Του αφιερώνει μία μέρα τον χρόνο, την σημερινή (παρόλο που άλλαξε η μέρα, το blogger έμεινε σταθερά πίσω!), και μετά τον στέλνει αδιάβαστο. Αν κάποιος όμως του σερβίρει για πρωινό όμορφες φράσεις με γαρνιτ ούρα υπέροχα σκίτσα, τότε μπορεί να νιώσει στιγμιαία χαρά και να βελάζει σαν ανέφελο πρόβατο στα λιβάδια του χρόνου. 

Αποδοχή cookies

«Ευτυχώς, αν θέλει κάποιος να βρει μεστές απόψεις για καλά βιβλία, υπάρχουν ήδη πολύ αξιόλογα βιβλιοφιλικά μπλογκ, όπως το κορυφαίο, του Librofilo ή το αγαπημένο του, του Μαραμπού» . Να ξέρετε ότι όταν μου δίνουν γλυκό, έστω και σε μορφή βιβλίου, το αποδέχομαι αμέσως. Επίσης, να ξέρετε ότι ενίοτε μπορεί να γράφω για βιβλία που δεν έχω διαβάσει, όλοι το κάνουμε αυτό, απλώς οι περισσότεροι εντελώς αποτυχημένα, αλλά ποτέ δεν γράφω για βιβλίο που δεν μου άρεσε προφασιζόμενος το αντίστροφο∙ όλοι το κάνετε και αυτό, απλώς οι περισσότεροι εντελώς αποτυχημένα. Το βιβλίο είναι δώρο της συγγραφέα, καλής διαδικτυακής φίλης, και η άποψή μου για αυτό ολότελα υποκειμενική – ξέρω, απανωτά σοκ! – και ουδεμία σχέση έχει με την αντικειμενική κριτική που από καιρό θα έπρεπε να γίνει αντικείμενο κριτικής, τουλάχιστον στην Ελλάδα. Από το να μασήσω τα λόγια μου, θα προτιμήσω τα μπισκότα. «Όχι πως δεν ήταν επηρεασμένος και από το ιστολόγιο «Πιπέρι και σπασμένες γραμμές» με τις λαχταριστές αναρτήσεις σχετικά ...

Kinds of kindness

Τα περισσότερα μαγαζιά έχουν ήδη στολίσει με ελλειμματικό γούστο, οι κουραμπιέδες άρχισαν να ανταγωνίζονται τα μελομακάρονα – και τα δυο μαζί την Dubai chocolate –, η Black Friday με τις ασυναγώνιστες τιμές της θα κοντράρει στα ίσα την αληθινή ύπαρξη του ΑΙ Βασίλη, ο καιρός προσπαθεί να τα βρει με τον απορυθμισμένο θερμοστάτη του και γενικά είμαστε μια ωραία ατμόσφαιρα είμαστε. Και μέσα σε όλα αυτά, οι δημοσιογράφοι, οι αθλητές, η εκκλησία, τα ιδρύματα, οι πολιτικοί (που είναι για τα ιδρύματα) θα δείξουν το καλοσυνάτο πρόσωπό τους στους ταλαίπωρους ετούτου του κόσμου. Και μην ξεχνάμε, ότι κυρίως τα Χριστούγεννα είναι για τα παιδιά – και για όλα εκείνα που γιόρταζε η πρόσφατη «Παγκόσμια Ημέρα κατά της Κακοποίησης των παιδιών». «Πάντοτε, τα Χριστούγεννα έβγαζαν στους ανθρώπους τον καλύτερο αλλά και τον χειρότερο εαυτό τους».    

Ασκήσεις μνήμης

  Τις ασκήσεις ύφους τις κατέκτησε σε βαθμό που λίγοι συγγραφείς φτάνουν , με τις ασκήσεις μνήμης όμως κανείς άνθρωπος δεν τα βγάζει εύκολα πέρα. Όλοι μας γράφουμε autofiction από 8 χρονών – Περιγράψτε μας τα πιο ωραία σας Χριστούγεννα – τα νεύρα μου! Το autofiction πλέον μοιάζει να είναι ένας ευφημισμός για να αποδεχόμαστε κάποιες συγγραφικές μετριότητες ως κάτι παραπάνω από αυτό που είναι. Είναι προσβολή να θεωρείς ότι ο Τζόυς ή ο Σελίν (που επιτέλους σε λίγες μέρες θα εκδοθεί το «Θάνατος επί πιστώσει»∙ Γκάλοπ: ποιο άργησε περισσότερο; Το Μετρό Θεσσαλονίκης ή το βιβλίο του Σελίν;) έγραψαν autofiction. Το ίδιο ισχύει και για τον Καλβίνο στη συγκεκριμένη συλλογή. Δεν θα ξεχάσουμε και αυτά που ξέρουμε! «Μόνο πετώντας πράγματα μπορώ να βεβαιωθώ πως ακόμα δεν έχει πεταχτεί κάτι από μένα, κάτι που ίσως να μην είναι ούτε και θα είναι για πέταμα» .  

Βαρύ περιστατικό

Συγγραφείς με χιούμορ δεν χαίρουν ιδιαίτερης εκτίμησης, θεωρώ, από το αναγνωστικό κοινό. Ποιος ξέρει πόσα ελαττώματα πασχίζει να κρύψει πίσω από αυτό, θα σκέφτονται, και δεν μπορεί, κάποιο ελάττωμα θα έχει να κάνει σίγουρα και με την συγγραφή. Επίσης το χιούμορ αξιώνει ευφυΐα και το κοινό δεν θέλει να περνιέται για ηλίθιο. Ο Άμπροουζ Μπιρς με τις διάσημες σατιρικές ιστορίες του και τα σκωπτικά λήμματα θα μπορούσε να θεωρηθεί ένας τέτοιος∙ καλός για να χαμογελάμε πού και πού, μας κάνει ενίοτε και τον έξυπνο, αλλά δεν πειράζει, καλή καρδιά. Ίσως να ήταν έτσι – αν και δεν συμμερίζομαι καθόλου αυτή την άποψη – αν δεν έγραφε τα διηγήματα από τις εμπειρίες του στον Αμερικανικό Εμφύλιο. Σκλάβος του για πάντα!    

The Elephant Man

Υπάρχει ένας ελέφαντας στο δωμάτιο – όχι ρε, δεν εννοώ εσάς, φάτε ελεύθερα όσο θέλετε! – και αυτός δεν είναι άλλος από τον ίδιο τον άνθρωπο. Οξύμωρο, καταλαβαίνω, αλλά στο περίκλειστο δωμάτιο που είναι ο κόσμος ολάκερος, αν θες να παραμένεις ανθρώπινος πρέπει να έχεις καρφωμένα τα μάτια σου στον ελέφαντα. «–Είναι επειδή, με τον τρόπο που ο κερατάς σου παρουσιάζει τα πράγματα, παραέδινε την εντύπωση ότι έφτυνε κατάμουτρα το είδος για το οποίο πέθανε ο Κύριός μας. Δεν είχες την αίσθηση ότι υπέγραφες υπέρ των ελεφάντων αλλά εναντίον των ανθρώπων» . Διαβάζω το βιβλίο του Ρομαίν Γκαρύ περίπου από τον Ιούλιο, κυρίως επειδή τα μεγάλα βιβλία τα διαβάζω τραπεζίως , δηλαδή ανάμεσα σε άλλα μικρότερα αναγνωστικά γεύματα (και τις τελευταίες μέρες και κυριολεκτικά)∙ αλλά αυτό δεν με ενοχλεί καθόλου γιατί υπήρξε ένα από τα καλύτερα βιβλία που διάβασα τα πολλά τελευταία χρόνια, και αν δεν ανανέωσε την πίστη μου στον άνθρωπο, τουλάχιστον ανανέωσε εκείνη στο μυθιστόρημα: «ο καθείς και οι ελέφαντές του, ...

100% cotton

Μπορεί τον τελευταίο χρόνο να δουλεύω στον τριτογενή τομέα παραγωγής και συγκεκριμένα σε στεγνοκαθαριστήριο – φροντίζοντας να μην τα κάνω μούσκεμα με τα ρούχα… ενώ τα κάνω μούσκεμα! – και να χαζεύω στα ταμπελάκια τι ποσοστό επί τοις εκατό βαμβάκι περιέχουν – πολυεστέρα, κερδάμε! – αλλά υπήρξαν σκληρές εποχές που δεν βελτιώθηκαν και ιδιαίτερα για πολλούς ανθρώπους, που για 100% βαμβάκι πληρωνόσουν ένα υποπολλαπλάσιό του και θα έπρεπε να λες και ευχαριστώ από πάνω. «Η αχαριστία αποτελεί συστατικό στοιχείο του χαρακτήρα των ανθρώπων σε τέτοιο βαθμό, που είναι προτιμότερο να τη θεωρεί κανείς προκαταβολικά δεδομένη και να μη στενοχωριέται» . Εδώ το ίδιο σου το πλυντήριο δεν είναι αξιόπιστο (στους χρόνους) και δεν λέει την αλήθεια, γιατί περιμένεις να το κάνουν οι άνθρωποι;

Το κτίσμα

  Τώρα που έφτασε αισίως 46 Αυγούστου και χειμώνιασε για τα καλά, ποιος δε θα ήθελε να διαβάσει μία καλή ιστορία δίπλα στο τζάκι! Τι γίνεται όμως αν το τζάκι, και συγκεκριμένα η καμινάδα, είναι το θέμα της ίδιας της ιστορίας; Μην σας παγώνει αυτό, γιατί την ιστορία την έγραψε ο Χέρμαν Μέλβιλ και τίποτα δεν μπορεί να πάει στραβά όταν συμβαίνει αυτό. Η λογοτεχνία του είναι πάντα πρόσφορη σε αναλύσεις που θεωρητικά θα βελτίωναν την κατανόηση που κρύβεται βαθιά στα θεμέλια κάθε έργου του, αλλά ταυτόχρονα ίσως θα κατέστρεφε τα οφέλη που υπάρχουν στα υψηλότερα διανοητικά πατώματα, απόρροια της μαγευτικής του αρχιτεκτονικής γραφής – «Ή, μάλλον, αυτή η ίδια δίνει απαντήσεις ασταμάτητα, ασταμάτητα ταλανίζοντάς με μ’ αυτή την τρομερή της ζέση για βελτίωση, η οποία δεν είναι παρά μια ελαφρότερη απόδοση της λέξης καταστροφή».

Σαν ναυαγοί, σαν ροβινσώνες

Ο βιασμός ενός βιβλίου και ενός συγγραφέα γίνεται με τις διασκευές . Συγγραφείς μεγάλου βεληνεκούς και εξαιρετικού κύρους όπως ο Ντάνιελ Ντιφόου, ο Ρόμπερτ Στήβενσον, ο Ιούλιος Βερν και ο Τζόναθαν Σουίφτ (με την ευκαιρία, να ξαναπώ ότι «Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ» είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία. Δεν είναι απλώς ένα από τα καλύτερα βιβλία του είδους· ή του 18ου αιώνα· ή της αγγλοσαξονικής λογοτεχνίας. Πέρα από κάθε είδους περιορισμό, τροπικό, χρονικό ή χωρικό, το βιβλίο του Σουίφτ είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία που έχουν γραφτεί επί γης) αντιμετωπίζονται από το αναγνωστικό συγγραφικό φαντασιακό σαν μικρομέγαλοι συγγγραφίσκοι που είχαν κόλλημα με την παιδική ηλικία και ανακλύκλωναν απλοϊκές ιστορίες που δεν πρέπει να διαβάζονται μετά τα δώδεκα – λες και το να είσαι παιδί είναι ιδιότητα μόνο ενός παιδιού. Κούνια που σας κούναγε!