Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Ώστε θέλω να γίνω συγγραφέας;


Η συζήτηση άνοιξε πάλι σαν χαίνουσα πληγή –πωωω τα σπάω με τις ευφάνταστες παρομοιώσεις, είμαι έτοιμος για συγγραφέας! – για την Δημουλίδου και την κάθε Δημουλίδου ετούτου του κόσμου, και κατά πόσο κρατάνε σαν Άτλαντες στους ώμους τους την παγκόσμια εκδοτική παραγωγή. Όταν επενδύεις, κατά κόρον, στο μελό και στο επιφανειακό φτηνό πηχτό συναίσθημα των αναγνωστών/ανθρώπων, μην τους ζητάς μετά όταν θα ζορίσουν να πράγματα, να οπλιστούν με κριτική σκέψη γιατί θα βάλουν τα κλάματα – και δικαίως! Γιατί αν αναλογιστούν έστω για λίγο τι φούμαρα τους πούλαγες τόσα χρόνια, δύσκολα θα πειστούν να σε βοηθήσουν όταν θα το έχεις ανάγκη. Και μεις παλιά βλέπαμε «Τόλμη και Γοητεία» αλλά είχαμε την τόλμη (ενδεχομένως και τη γοητεία) να αναζητήσουμε και κάτι καλύτερο. «Μου αρέσει η ιδέα ότι το Άγιο Πνεύμα βρίσκεται μέσα στο μελανοδοχείο». Δεν είμαι δημοσιοσχεσίτης αλλά… και ο «Πατάκης» έχει βγάλει ροζ λογοτεχνία! Ναι συμφωνώ, μας φλόμωσε χρόνια τώρα στην φτηνή λογοτεχνία και θυμήθηκε ξαφνικά μέσα στην κρίση που περνάμε να το παίξει ευαίσθητος εκδίδοντας Τζόυς. Σε τα μας ρε Πατάκη!

«Ο συναισθηματισμός δεν είναι ποτέ σταθερός, ούτε μπορεί να είναι· αλλά τείνει προς μια χλιαρή και βολική θολούρα […] Το πάθος δημιουργεί και καταστρέφει, όμως ο συναισθηματισμός είναι ένα αντιμάμαλο όπου έχουν μαζευτεί κάθε λογής σκουπίδια, και δεν καταφέρνω να σκεφτώ ούτε ένα συναισθηματικό έργο που να έχει αντέξει για περισσότερες από δύο γενιές. Η ωμή βία είναι προτιμότερη· τουλάχιστον έχουμε να κάνουμε με κάτι πρωτογενές».

Η αρχική μου πρόθεση – οι αναγνώσεις μου τον τελευταίο καιρό είναι ένα σύνολο ματαιωμένων προθέσεων – ήταν να μιλήσω για το βιβλίο του Σπύρου Κιοσσέ «Εισαγωγή στη δημιουργική ανάγνωση και γραφή του πεζού λόγου», εφοδιασμένος με κεκτημένη ταχύτητα από την ανάγνωση του βιβλίου του Ρόμπερτ ΜακΚί «Το σενάριο». Φρέναρα απότομα όμως, γιατί εμφανίστηκε εμπρός μου το τέρας της συνειδητοποίησης που μου έδειξε ότι αλλιώς είναι ο δάσκαλος που εμπνέει και αλλιώς ο δάσκαλος που διδάσκει. Δεν ήταν κακό το βιβλίο, κάθε άλλο, μόνο λίγο θεωρητικό για τα γούστα μου της τωρινής περιόδου. Από την άλλη, έχω παρατηρήσει ότι όσοι μιλούν παραπλεύρως για την τέχνη έχουν και τις λιγότερες απώλειες – παραδείγματος χάριν, ο Ναμπόκοφ μέσα από την πρόσφατη μελέτη του. Εξάλλου, δεν υπάρχει η λογοτεχνία στην πραγματικότητα, όλα είναι ένα κόλπο για να μας ελέγχουν! Παίρνοντας την εκδοτική σκυτάλη από τον Ναμπόκοφ περίμενα ότι και η έκδοση για τον Τζόυς θα διέθετε ανάλογες επιδόσεις, αλλά μας έπεσε η σκυτάλη από τα χέρια και χάσαμε την κούρσα.



«Μου φαίνεται ότι μπερδεύεις τη ρομαντική διαίσθηση με την έμπνευση. Η έμπνευση που εγώ θαυμάζω δεν είναι η έμπνευση του ευερέθιστου ταμπεραμέντου, αλλά η σταθερή ακολουθία της οργανωμένης σκέψης, όπως είναι στα Ταξίδια του Γκάλλιβερ, στον Ντεφόε, ακόμα και στον Ραμπελαί. Όμως η γραφή του Λαμαρτίνου ήταν απλώς ένας χείμαρρος συναισθηματισμού».

Όλοι είμαστε αρχάριοι μπροστά στον Τζόυς αλλά κάποιοι είμαστε πιο αρχάριοι από κάποιους άλλους! Κάπως έτσι θα σκέφτηκε ο «Πατάκης» και σου λέει κάτσε να δημιουργήσω μερικούς ακόμα αναγνώστες, λες και δεν είναι ήδη αρκετοί, που θα νομίζουν ότι διάβασαν Τζόυς! «Δυσκολεύομαι να κρατάω τα μάτια μου ανοιχτά, όπως συμβαίνει και στους αναγνώστες των αριστουργημάτων μου». Το βιβλίο αποτελεί ένα συμπίλημα (δε θα βρω άλλη ευκαιρία να χρησιμοποιήσω αυτή τη λέξη) σκέψεων του Τζόυς από διάφορες πηγές με μία υποτυπώδη κατηγοριοποίηση που δεν πείθει και πολύ – η «ανάλυση» στην αδιάφορη εισαγωγή είναι δυο φορές αδιάφορη. Θέλει να ευχαριστήσει τους πάντες και όπως θα έπρεπε να γνωρίζει ήδη ο επιμελητής του βιβλίου από την μεγάλη τέχνη, αυτό δεν πετυχαίνει σχεδόν ποτέ! Όσοι έχουν διαβάσει έστω και δέκα αράδες από Τζόυς ξέρουν ότι η παρμένη φράση από τον «Οδυσσέα», «Κάθε λέξη έχει πολύ μεγάλο βάθος», δεν θα έπρεπε να βρίσκεται σε αυτό το βιβλίο. Όπως και τα δεκάδες αποσπάσματα από τα βιβλία του, μιας και πολλοί αναγνώστες του τα έχουν σημειώσει από χρόνια μόνοι τους, και το μόνο που εξυπηρετούν πλέον είναι να δώσουν μια ευκαιρία στους αρχάριους… αρχάριους να τα ποστάρουν στο facebook πλάι σε ένα irish coffee!

«Ένας ποιητής […] που περικλείει μέσα του το πνεύμα μιας εποχής και μιας χώρας δε φιλοδοξεί να δημιουργεί για να ψυχαγωγήσει τον ερασιτέχνη, αλλά για να μεταβιβάσει, με πολύ έντονο τρόπο, την εμψυχωτική ιδέα της ζωής του στους οπαδούς του».

Το ίδιο ισχύει και για τις αρκετές επιστολές που ανθολογούνται σε αυτόν τον τόμο και είναι εν πολλοίς γνωστές από την «Βιογραφία» που έγραψε ο Ρίτσαρντ Έλμαν. Όσοι δεν έχουν διαβάσει την «Βιογραφία», μπορούν να πάρουν μια ιδέα εδώ αλλά έξω από το συγκείμενό τους όλες αυτές οι σκέψεις μπορεί να παραπλανούν παρά να διαφωτίζουν. Τα μόνα αποσπάσματα που διάβασα με ενδιαφέρον είναι τα προερχόμενα από τα «Δοκίμια» του Τζόυς και από το βιβλίο του Άρθουρ Πάουερ «Conversations with James Joyce» – ειλικρινά απορώ γιατί ο «Πατάκης» δεν έβγαλε σε πλήρη μορφή κάποιο από αυτά τα δύο, αν και πιστεύω ότι σύντομα θα το κάνει, είναι ο μοναδικός εκδότης που μου προσφέρει πλέον αυτή την επιθανάτια ελπίδα – τα οποία αποσπάσματα όμως, και πάλι ακρωτηριασμένα από το συγκείμενό τους, δεν κατάφερναν να ανθίσουν (Bloom!) ολοκληρωτικά.

«Οι επιθέσεις των κριτικών (κατά την γνώμη μου) αρέσκονται περισσότερο στο να επιτίθενται σε συγγραφείς παρά σε εκδότες· και σε διαβεβαιώνω, οι επιθέσεις τους εναντίον μου δε θα μπορούσαν κατά κανένα τρόπο να επιταχύνουν τον θάνατό μου. Επιπλέον, από την άποψη της εμπορικής επιτυχίας, μου φαίνεται κάτι παραπάνω από πιθανό ότι μια επίθεση του Τύπου στο βιβλίο, ακόμα και μια άγρια και οργανωμένη επίθεση, θα είχε ως αποτέλεσμα να στρέψει το ενδιαφέρον του κοινού προς αυτό πολύ περισσότερο απ’ ό, τι η χλιαρή χορωδία των σχολίων με τα οποία το σώμα των κριτικών εγκρίνει και χαιρετίζει την εμφάνιση κάθε βιβλίου που δεν αποτελεί κίνδυνο για την πίστη ή την ηθική».

Η μετάφραση της Άννας Παπασταύρου είναι πολύ καλή και η γενική αίσθηση της έκδοσης αρκετά ικανοποιητική παρά τις όποιες ενστάσεις μου που περισσότερο έχουν να κάνουν με τον τρόπο δόμησης του περιεχομένου και με την προσωπική μου απογοήτευση επειδή περίμενα κάτι εντελώς διαφορετικό. Ωστόσο, αρκετές από τις θέσεις του Τζόυς εντυπωσιάζουν και φανερώνουν το πόσο σημαντικό είναι ακόμα και σήμερα να εκδοθούν αυτούσια τα δοκίμιά του ή και να βγουν έγκριτες μελέτες που έχουν γραφτεί για αυτόν. Καλλιτέχνης σαν τον Τζόυς σπανίζει και αν κάποιοι εκνευρίζονται με το κέντρο των μυθιστορημάτων του, πιστεύω ότι θα αντλήσουν απόλαυση από τις παρυφές των θεωρητικών του στοχασμών.



«Συχνά σου εξομολογήθηκα την έκπληξή μου για το ενδεχόμενο να υπάρχει οτιδήποτε εκπληκτικό στο γράψιμό μου, και μόνο κάποιες στιγμές, δηλαδή όταν αφήνω κάτω το βιβλίο κάποιου άλλου, αυτό δε μου φαίνεται τελικά και τόσο απίθανο».

Υ.Γ. 2666 Ο τίτλος αποτελεί παραλλαγή σε ένα ποίημα του Μπουκόφσκι.

«Αισθάνομαι ότι θα έπρεπε να είμαι άνθρωπος των γραμμάτων, αλλά, να πάρει η ευχή, δεν έχω βρει ακόμα την ευκαιρία».

Σχόλια

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

En passant

  Το «Αν πασάν» είναι ένας σκακιστικός κανόνας, περιθωριακός και άγνωστος αλλά ιδιαιτέρως αποτελεσματικός και σημαντικός. Στις αρχικές τους κινήσεις, τα πιόνια έχουν το δικαίωμα να κινηθούν ένα ή δύο τετράγωνα μπροστά. Αν επιλέξουν να κινηθούν δύο τετράγωνα μπροστά και ένα αντίπαλο πιόνι βρίσκεται σε τέτοια θέση ώστε να μπορούσε να το αιχμαλωτίσει αν το πιόνι που κινήθηκε δυο τετράγωνα αποφάσιζε να κινηθεί μόνο ένα, τότε, έχει το δικαίωμα να το αιχμαλωτίσει και σε αυτή την περίπτωση που κάνει δύο βήματα. Έχουμε δηλαδή, αν πασάν... αιχμαλωσία εν τη διελεύσει. Είναι δυσνόητο στην περιγραφή αλλά αρκετά ξεκάθαρο στην πράξη. Βέβαια, όταν είσαι αρχάριος σκακιστής και το συναντήσεις πρώτη φορά σε ηλεκτρονική παρτίδα, τότε πείθεσαι ότι κάποιο «bug» έχει η ιστοσελίδα, ότι σε χακάρανε ή ότι άρπαξες όλες τις ιώσεις του κυβερνοχώρου. Τα βιβλία του Ναμπόκοφ, μου προσφέρουν την ισχυρή εντύπωση ότι αποτελούν ένα συνεχές λογοτεχνικό en passant, σε αιχμαλωτίζουν εν τη διελεύσει.

Αποδοχή cookies

«Ευτυχώς, αν θέλει κάποιος να βρει μεστές απόψεις για καλά βιβλία, υπάρχουν ήδη πολύ αξιόλογα βιβλιοφιλικά μπλογκ, όπως το κορυφαίο, του Librofilo ή το αγαπημένο του, του Μαραμπού» . Να ξέρετε ότι όταν μου δίνουν γλυκό, έστω και σε μορφή βιβλίου, το αποδέχομαι αμέσως. Επίσης, να ξέρετε ότι ενίοτε μπορεί να γράφω για βιβλία που δεν έχω διαβάσει, όλοι το κάνουμε αυτό, απλώς οι περισσότεροι εντελώς αποτυχημένα, αλλά ποτέ δεν γράφω για βιβλίο που δεν μου άρεσε προφασιζόμενος το αντίστροφο∙ όλοι το κάνετε και αυτό, απλώς οι περισσότεροι εντελώς αποτυχημένα. Το βιβλίο είναι δώρο της συγγραφέα, καλής διαδικτυακής φίλης, και η άποψή μου για αυτό ολότελα υποκειμενική – ξέρω, απανωτά σοκ! – και ουδεμία σχέση έχει με την αντικειμενική κριτική που από καιρό θα έπρεπε να γίνει αντικείμενο κριτικής, τουλάχιστον στην Ελλάδα. Από το να μασήσω τα λόγια μου, θα προτιμήσω τα μπισκότα. «Όχι πως δεν ήταν επηρεασμένος και από το ιστολόγιο «Πιπέρι και σπασμένες γραμμές» με τις λαχταριστές αναρτήσεις σχετικά ...

Το Δώρο

Θα μπορούσε ο Στέφανος Ξενάκης να είναι ο Στέφανος Δαίδαλος του σήμερα; Ή να το αλλάξω κάπως για να ’χουμε καλό ρώτημα: θα μπορούσε ο Τζέημς Τζόυς (μαζί και οι όποιες καλλιτεχνικές μεταμορφώσεις του) να γίνει ένας motivational speaker της σημερινής εποχής; Κανείς πλέον (αν υποθέσουμε ότι μπορούσε κάποτε) δεν διαβάζει τον «Οδυσσέα». Δεν μπορεί να αντέξει ότι αυτό το βιβλίο τον περιγράφει, ακόμα και σήμερα ή και περισσότερο σήμερα, τόσο καλά παρά την μοναδικότητα του κάθε ανθρώπου. Του αφιερώνει μία μέρα τον χρόνο, την σημερινή (παρόλο που άλλαξε η μέρα, το blogger έμεινε σταθερά πίσω!), και μετά τον στέλνει αδιάβαστο. Αν κάποιος όμως του σερβίρει για πρωινό όμορφες φράσεις με γαρνιτ ούρα υπέροχα σκίτσα, τότε μπορεί να νιώσει στιγμιαία χαρά και να βελάζει σαν ανέφελο πρόβατο στα λιβάδια του χρόνου. 

Kinds of kindness

Τα περισσότερα μαγαζιά έχουν ήδη στολίσει με ελλειμματικό γούστο, οι κουραμπιέδες άρχισαν να ανταγωνίζονται τα μελομακάρονα – και τα δυο μαζί την Dubai chocolate –, η Black Friday με τις ασυναγώνιστες τιμές της θα κοντράρει στα ίσα την αληθινή ύπαρξη του ΑΙ Βασίλη, ο καιρός προσπαθεί να τα βρει με τον απορυθμισμένο θερμοστάτη του και γενικά είμαστε μια ωραία ατμόσφαιρα είμαστε. Και μέσα σε όλα αυτά, οι δημοσιογράφοι, οι αθλητές, η εκκλησία, τα ιδρύματα, οι πολιτικοί (που είναι για τα ιδρύματα) θα δείξουν το καλοσυνάτο πρόσωπό τους στους ταλαίπωρους ετούτου του κόσμου. Και μην ξεχνάμε, ότι κυρίως τα Χριστούγεννα είναι για τα παιδιά – και για όλα εκείνα που γιόρταζε η πρόσφατη «Παγκόσμια Ημέρα κατά της Κακοποίησης των παιδιών». «Πάντοτε, τα Χριστούγεννα έβγαζαν στους ανθρώπους τον καλύτερο αλλά και τον χειρότερο εαυτό τους».    

Ασκήσεις μνήμης

  Τις ασκήσεις ύφους τις κατέκτησε σε βαθμό που λίγοι συγγραφείς φτάνουν , με τις ασκήσεις μνήμης όμως κανείς άνθρωπος δεν τα βγάζει εύκολα πέρα. Όλοι μας γράφουμε autofiction από 8 χρονών – Περιγράψτε μας τα πιο ωραία σας Χριστούγεννα – τα νεύρα μου! Το autofiction πλέον μοιάζει να είναι ένας ευφημισμός για να αποδεχόμαστε κάποιες συγγραφικές μετριότητες ως κάτι παραπάνω από αυτό που είναι. Είναι προσβολή να θεωρείς ότι ο Τζόυς ή ο Σελίν (που επιτέλους σε λίγες μέρες θα εκδοθεί το «Θάνατος επί πιστώσει»∙ Γκάλοπ: ποιο άργησε περισσότερο; Το Μετρό Θεσσαλονίκης ή το βιβλίο του Σελίν;) έγραψαν autofiction. Το ίδιο ισχύει και για τον Καλβίνο στη συγκεκριμένη συλλογή. Δεν θα ξεχάσουμε και αυτά που ξέρουμε! «Μόνο πετώντας πράγματα μπορώ να βεβαιωθώ πως ακόμα δεν έχει πεταχτεί κάτι από μένα, κάτι που ίσως να μην είναι ούτε και θα είναι για πέταμα» .  

Βαρύ περιστατικό

Συγγραφείς με χιούμορ δεν χαίρουν ιδιαίτερης εκτίμησης, θεωρώ, από το αναγνωστικό κοινό. Ποιος ξέρει πόσα ελαττώματα πασχίζει να κρύψει πίσω από αυτό, θα σκέφτονται, και δεν μπορεί, κάποιο ελάττωμα θα έχει να κάνει σίγουρα και με την συγγραφή. Επίσης το χιούμορ αξιώνει ευφυΐα και το κοινό δεν θέλει να περνιέται για ηλίθιο. Ο Άμπροουζ Μπιρς με τις διάσημες σατιρικές ιστορίες του και τα σκωπτικά λήμματα θα μπορούσε να θεωρηθεί ένας τέτοιος∙ καλός για να χαμογελάμε πού και πού, μας κάνει ενίοτε και τον έξυπνο, αλλά δεν πειράζει, καλή καρδιά. Ίσως να ήταν έτσι – αν και δεν συμμερίζομαι καθόλου αυτή την άποψη – αν δεν έγραφε τα διηγήματα από τις εμπειρίες του στον Αμερικανικό Εμφύλιο. Σκλάβος του για πάντα!    

The Elephant Man

Υπάρχει ένας ελέφαντας στο δωμάτιο – όχι ρε, δεν εννοώ εσάς, φάτε ελεύθερα όσο θέλετε! – και αυτός δεν είναι άλλος από τον ίδιο τον άνθρωπο. Οξύμωρο, καταλαβαίνω, αλλά στο περίκλειστο δωμάτιο που είναι ο κόσμος ολάκερος, αν θες να παραμένεις ανθρώπινος πρέπει να έχεις καρφωμένα τα μάτια σου στον ελέφαντα. «–Είναι επειδή, με τον τρόπο που ο κερατάς σου παρουσιάζει τα πράγματα, παραέδινε την εντύπωση ότι έφτυνε κατάμουτρα το είδος για το οποίο πέθανε ο Κύριός μας. Δεν είχες την αίσθηση ότι υπέγραφες υπέρ των ελεφάντων αλλά εναντίον των ανθρώπων» . Διαβάζω το βιβλίο του Ρομαίν Γκαρύ περίπου από τον Ιούλιο, κυρίως επειδή τα μεγάλα βιβλία τα διαβάζω τραπεζίως , δηλαδή ανάμεσα σε άλλα μικρότερα αναγνωστικά γεύματα (και τις τελευταίες μέρες και κυριολεκτικά)∙ αλλά αυτό δεν με ενοχλεί καθόλου γιατί υπήρξε ένα από τα καλύτερα βιβλία που διάβασα τα πολλά τελευταία χρόνια, και αν δεν ανανέωσε την πίστη μου στον άνθρωπο, τουλάχιστον ανανέωσε εκείνη στο μυθιστόρημα: «ο καθείς και οι ελέφαντές του, ...

100% cotton

Μπορεί τον τελευταίο χρόνο να δουλεύω στον τριτογενή τομέα παραγωγής και συγκεκριμένα σε στεγνοκαθαριστήριο – φροντίζοντας να μην τα κάνω μούσκεμα με τα ρούχα… ενώ τα κάνω μούσκεμα! – και να χαζεύω στα ταμπελάκια τι ποσοστό επί τοις εκατό βαμβάκι περιέχουν – πολυεστέρα, κερδάμε! – αλλά υπήρξαν σκληρές εποχές που δεν βελτιώθηκαν και ιδιαίτερα για πολλούς ανθρώπους, που για 100% βαμβάκι πληρωνόσουν ένα υποπολλαπλάσιό του και θα έπρεπε να λες και ευχαριστώ από πάνω. «Η αχαριστία αποτελεί συστατικό στοιχείο του χαρακτήρα των ανθρώπων σε τέτοιο βαθμό, που είναι προτιμότερο να τη θεωρεί κανείς προκαταβολικά δεδομένη και να μη στενοχωριέται» . Εδώ το ίδιο σου το πλυντήριο δεν είναι αξιόπιστο (στους χρόνους) και δεν λέει την αλήθεια, γιατί περιμένεις να το κάνουν οι άνθρωποι;

Το κτίσμα

  Τώρα που έφτασε αισίως 46 Αυγούστου και χειμώνιασε για τα καλά, ποιος δε θα ήθελε να διαβάσει μία καλή ιστορία δίπλα στο τζάκι! Τι γίνεται όμως αν το τζάκι, και συγκεκριμένα η καμινάδα, είναι το θέμα της ίδιας της ιστορίας; Μην σας παγώνει αυτό, γιατί την ιστορία την έγραψε ο Χέρμαν Μέλβιλ και τίποτα δεν μπορεί να πάει στραβά όταν συμβαίνει αυτό. Η λογοτεχνία του είναι πάντα πρόσφορη σε αναλύσεις που θεωρητικά θα βελτίωναν την κατανόηση που κρύβεται βαθιά στα θεμέλια κάθε έργου του, αλλά ταυτόχρονα ίσως θα κατέστρεφε τα οφέλη που υπάρχουν στα υψηλότερα διανοητικά πατώματα, απόρροια της μαγευτικής του αρχιτεκτονικής γραφής – «Ή, μάλλον, αυτή η ίδια δίνει απαντήσεις ασταμάτητα, ασταμάτητα ταλανίζοντάς με μ’ αυτή την τρομερή της ζέση για βελτίωση, η οποία δεν είναι παρά μια ελαφρότερη απόδοση της λέξης καταστροφή».

Σαν ναυαγοί, σαν ροβινσώνες

Ο βιασμός ενός βιβλίου και ενός συγγραφέα γίνεται με τις διασκευές . Συγγραφείς μεγάλου βεληνεκούς και εξαιρετικού κύρους όπως ο Ντάνιελ Ντιφόου, ο Ρόμπερτ Στήβενσον, ο Ιούλιος Βερν και ο Τζόναθαν Σουίφτ (με την ευκαιρία, να ξαναπώ ότι «Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ» είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία. Δεν είναι απλώς ένα από τα καλύτερα βιβλία του είδους· ή του 18ου αιώνα· ή της αγγλοσαξονικής λογοτεχνίας. Πέρα από κάθε είδους περιορισμό, τροπικό, χρονικό ή χωρικό, το βιβλίο του Σουίφτ είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία που έχουν γραφτεί επί γης) αντιμετωπίζονται από το αναγνωστικό συγγραφικό φαντασιακό σαν μικρομέγαλοι συγγγραφίσκοι που είχαν κόλλημα με την παιδική ηλικία και ανακλύκλωναν απλοϊκές ιστορίες που δεν πρέπει να διαβάζονται μετά τα δώδεκα – λες και το να είσαι παιδί είναι ιδιότητα μόνο ενός παιδιού. Κούνια που σας κούναγε!