Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Τι να μας πεις και εσύ απ' τη ζωή σου

Μια μέρα από την δική του, ολόκληρη η δική σου! Μέσα και έξω από την λογοτεχνία. Καλός ο Τερλέγκας, δε λέω (μακάρι και Νόμπελ Λογοτεχνίας), αλλά σαν τον Τζόυς δεν έχει. Γι' αυτό και μια φωνή μέσα μου, φώναζε, Ανάλυσέ το ξανά! Φυσικά δεν πρόκειται για δεύτερη ανάλυση, αλλά για επανάληψη της πρώτης ανάλυσης – βέβαια, όποιος προσπαθήσει να κάνει αναλύση της έννοιας της λέξης «ανάλυση» για τα συγκεκριμένα κείμενα, όπως προσπάθησε να κάνει ένας γελοίος τις προάλλες, ενδέχεται να καταλήξουμε, εκείνος να αναλύεται σε λυγμούς και εμείς σε γέλια, ή και το αντίστροφο. Δε θα το αναλύσω περισσότερο. Θα ευχαριστήσω μόνο, δημοσίως, το μπλογκ «Διαβάζοντας» για την ζεστή φιλοξενία που έδειξε στα κείμενα αυτά. Ελπίζω εντός του μηνός να έχω ανεβάσει όλες τις αναρτήσεις. Κάτω στις ετικέτες θα αναφέρω και το εκάστοτε κεφάλαιο, γιατί με τις περίπλοκες χρονικές αναφορές που είχα χρησιμοποιήσει στους τίτλους, ίσως μπέρδεψα αρκετούς από σας. Ξεκινάμε λοιπόν. Ode to Joyce in J Major!

Μου αρέσουν οι βιογραφίες σπουδαίων συγγραφέων. Για μένα, ούτε μυθοποιούν ούτε απομυθοποιούν τον βιογραφούμενο. Απλώς μου χαρίζουν ευχάριστες αναγνωστικές ώρες όταν έχω εξαντλήσει το συγγραφικό τους έργο ή μου χαρίζουν μια πολύτιμη ανάσα πριν καταπιαστώ με το υπόλοιπο έργο τους. Σίγουρα φωτίζουν ή επισκιάζουν κάποιες πτυχές του συγγραφέα (και κατ' επέκταση του έργου) αλλά στην ουσία δεν αλλάζουν τίποτα στην σχέση μου με τον εκάστοτε βιογραφούμενο συγγραφέα. Κάποιες είναι καλύτερες από κάποιες άλλες γιατί και ο βιογράφος είναι συγγραφέας και όσο ταλέντο και αν δανειστεί από τον συγγραφέα, το πορτραίτο του οποίου προσπαθεί να φιλοτεχνήσει, αν δεν έχει και ο ίδιος ταλέντο τότε άστα να πάνε (το καλό είναι ότι ποτέ κανείς δεν θα θελήσει να του κάνει τη βιογραφία!). Για τον Τζόυς βρέθηκε ο Έλμαν, ο οποίος και ταλέντο διαθέτει και τη διορατικότητα να διακρίνει ότι για τον συγγραφέα του Οδυσσέα οποιαδήποτε βιογραφία κάτω των 900 σελίδων θα ήταν φτωχή και ανεπαρκής. Ακόμα και αν κάτι τέτοιο δεν ισχύει, φρόντισε τουλάχιστον τις 900 σελίδες να τις κάνει ένα συναρπαστικό βιβλίο.

Η βιογραφία του Τζόυς μπορεί να συνοψιστεί στην ακόλουθη οξύμωρη φράση: είναι ένα βιβλίο για όλους εκείνους τους αναγνώστες που θέλουν να «διαβάσουν» Τζους χωρίς να διαβάσουν Τζόυς! Πολλοί είναι οι αναγνώστες που λένε ότι έχουν διαβάσει τα μεγάλα έργα του Τζόυς ενώ στην πραγματικότητα δεν το έχουν κάνει – διαβάζοντας την βιογραφία του Έλμαν, θα μπορούν να το λένε και να το πιστεύουν πλέον και οι ίδιοι, ότι όντως τα έχουν διαβάσει! Γιατί μέσα εκεί βρίσκονται όλα τα στοιχεία και οι σκέψεις που ενέπνευσαν τα μεγάλα έργα στον σπουδαίο Ιρλανδό, λείπει μόνο ένα στοιχείο, η λογοτεχνία. Εντάξει υπερβάλλω, λογοτεχνία υπάρχει, αλλά είναι του Έλμαν, λείπει η μεγάλη λογοτεχνία του Τζόυς (όμως για την λογοτεχνία του Τζόυς θα μιλήσουμε σε μια μελλοντική, φανταστική ή φαντασμένη, ανάρτηση).
 

Αυτό που με γοήτευε πάντα στον Τζόυς (εκτός από την γλώσσα του, η οποία σε πολλούς αναγνώστες, το καταλαβαίνω, φαίνεται στρυφνή και αποτρεπτική) είναι η επιμονή του και η προσήλωση του στην καλλιτεχνική δημιουργία. Σε αυτόν τον συγγραφέα, περισσότερο από κάθε άλλον, αισθάνομαι την πραγμάτωση του απόλυτου καλλιτέχνη. Ο Τζόυς, για μένα, δεν είναι συγγραφέας (όσο άριστα και αν χειρίζεται την γλώσσα) αλλά καλλιτέχνης, που έμεινε πιστός σε αυτό από την αρχή της ζωής του ως το τέλος.

Στην τέχνη του ο Τζόυς προχώρησε πέρα από την κακοτυχία και την απογοήτευση, που είχε πλέον συνηθίσει να θεωρεί σαν κυρίαρχες νότες στην ζωή του, και εξέφρασε το μόνο πράγμα που σεβόταν, την απόρριψη – στο όνομα της ανθρωπότητας και με τη μέθοδο της κωμωδίας – του φόβου και της σκληρότητας.

Και κακοτυχίες και απογοητεύσεις είχε αρκετές η ζωή του Τζόυς. Από την εξαντλητική αναζήτηση των πόρων που θα του εξασφάλιζαν το φαγητό της οικογένειάς του, μέχρι την εξαντλητική προσπάθεια να εκδώσει τους Δουβλινέζους και να καθιερωθεί ως συγγραφέας. Το στόμα μου είναι γεμάτο σάπια δόντια και η ψυχή μου σάπιες ελπίδες. Και από κοντά, η ανελέητη ασθένεια που τον καθιστούσε σταδιακά τυφλό χωρίς ποτέ ωστόσο να καταφέρει να θολώσει την καλλιτεχνική του όραση. Κλείσε τα μάτια σου και βλέπε. Το βιβλίο διαθέτει μια περιπετειώδη δομή (είτε περιγράφει τις σωματικές είτε τις πνευματικές περιπέτειες του Τζόυς) και διαβάζεται σχεδόν με κομμένη την ανάσα. Ο Τζέημς Τζόυς μετατρέπεται σε έναν συναρπαστικό χαρακτήρα (όπως και ο ίδιος φρόντισε να γίνει στα δικά του βιβλία!) που τον ακολουθείς με ανυπομονησία σε κάθε νέα περιπέτειά του.
 
Στανίσλαος Τζόυς
Η πιο συγκινητική στιγμή του βιβλίου και εκείνη που δεσπόζει σε μια πλουραλιστική 900σέλιδη βιογραφία είναι αναμφίβολα η γνωριμία του Τζόυς με τον Ετόρε Σμιτζ. Δύο εκ των σπουδαιότερων συγγραφέων του περασμένου αιώνα παραλίγο να μείνουν άγνωστοι σε μας, αν σε μια καθοριστική στιγμή, ο καθένας με απίστευτο θάρρος δεν επούλωνε την τσακισμένη αυτοπεποίθηση του άλλου. Και αν δεν αναγνωρίζετε τον έναν σπουδαίο συγγραφέα, να σας πω ότι πρόκειται για τον Ίταλο Σβέβο, που αποτέλεσε και ένα από τα πρότυπα για τον Λεοπόλδο Μπλουμ. Ο Ίταλο Σβέβο αποθαρρημένος από την αφάνεια των δυο πρώτων μυθιστορημάτων του («Δεν υπάρχει ομοφωνία πιο τέλεια από την ομοφωνία της σιωπής») αλλά πάντα μεγαλόψυχος εκτίμησε την ομορφιά των 3 πρώτων κεφαλαίων του Πορτραίτου, ακριβώς την στιγμή που ο Τζόυς πίστευε ότι είχε φτάσει σε τέλμα, και εκείνος με τη σειρά του αναζωπύρωσε μεμιάς την συγγραφική φωτιά και των δυο τους («Το ξέρεις ότι είσαι ένας παραγνωρισμένος συγγραφέας;»). Υπερισχύει η φήμη ότι ο Τζόυς ανακάλυψε τον Σβέβο αλλά ενδεχομένως να συνέβη και το αντίστροφο – ο Σβέβο πάντως, ως ένας άνθρωπος χαμηλών τόνων, ποτέ δε θα το παραδεχόταν!

Μέσα στη βιογραφία υπάρχουν πάμπολλα γράμματα από και προς τον αδερφό του Τζόυς, Στανίσλαο αλλά και τη γυναίκα του Νόρα – αν και ο Έλμαν κατηγορήθηκε ότι αποσιωπήσε αρκετά που είχαν ελευθεριάζοντα λόγο, μικρό δείγμα των οποίων εκδόθηκε σχετικά πρόσφατα από τον Πατάκη, «Γράμματα στη Νόρα», μια έκδοση η οποία χωρίς εκτενή δοκιμιακή εισαγωγή, μοιάζει αδιάφορη και ηδονοβλεπττική, κάτι που ο Έλμαν απέφυγε, δίνοντάς μας όμως την σχέση που είχαν αυτά με τον ψυχισμό του Τζόυς και την σύνδεση που απέκτησαν μέσα στο καλλιτεχνικό του έργο. Επίσης, σημαντικό τεκμήριο που φωτίζει τις αθέατες πλευρές του Τζόυς είναι το ημερολόγιο του Στανίσλαου, ο οποίος αποδείχθηκε βράχος στην ζωή και στο πνεύμα του Τζόυς, παρά την αμφίσημη στάση που του επιφύλαξε ο δεύτερος. Θεωρώ ανεπίτρεπτο για έναν τόσο σημαντικό συγγραφέα να μην έχουν εκδοθεί στα ελληνικά, η αλληλογραφία του, τα κριτικά του δοκίμια και το σημαντικό ημερολόγιο του αδερφού και προσδοκώ σε μια μελλοντική επανόρθωση. 
 
Dear Miss Weaver
Ο πολυμήχανος Τζόυς θα τα κατάφερνε όπως και να'χε, όμως στις πιο δύσκολες στιγμές του, η προσωπική του Αθηνά εμφανίστηκε με την όψη μιας σεμνότυφης Αγγλίδας. Η γεναιοδωρία της συνεχίστηκε για όλη την υπόλοιπη ζωή του Τζόυς κι ακόμη πιο ύστερα, διότι ανέλαβε και τα έξοδα της κηδείας του. Δεν του ζήτησε ποτέ τίποτα και έφτασε στο σημείο να εγκαταλείψει δικά της σχέδια για να μπορέσει ο Τζόυς να συνεχίσει τα δικά του, αποφασισμένη να προσφέρει στη μεγαλοφυία του την ανταμοιβή που ο κόσμος μέχρι τότε του την αρνιόταν. Η συμπεριφορά της ήταν η επιτομή της γυναικείας ευφυίας και κατανόησης όπως θα την απέδιδε ο Χένρι Τζέημς.

Μέτα την εγκατάστασή του στο Παρίσι και την έκδοση του Οδυσσέα το 1922, η φιγούρα του Τζόυς (νομίζουμε ότι) γίνεται αυτό που οι περισσότεροι αναγνώστες έχουν στο μυαλό τους – μια υπεροπτική και αλαζονική περσόνα που εκφυλίστηκε από το βάρος της ιδιοφυίας της. Αυτή η διαχωριστική γραμμή εμφανίζεται στην Βιογραφία του Έλμαν με την ελαχιστοποίηση των αναφορών στον Στανίσλαο και στους παλιούς φίλους και την υπερπροβολή γνωστών συγγραφέων που συνδέθηκαν με τον «παρισινό» Τζόυς (πράγμα λογικό καθότι ο Τζόυς ζούσε πια στο Παρίσι). Ωστόσο, μην ξεχνάτε ότι ο Οδυσσέας είναι όσα προηγήθηκαν, και εκεί εμφανίζεται ως ένας ευαίσθητος άνθρωπος και συνεπής καλλιτέχνης, κάτι που μάλλον πλησιάζει περισσότερο στην αλήθεια και το οποίο ουσιαστικά ποτέ δεν αποτίναξε. Ο Τζόυς είναι ιδιάζουσα περίπτωση καλλιτέχνη όπου μύθος και πραγματικότητα συμπλέκονται σε ένα σύνολο εντυπωσιακής αισθητικής απόλαυσης – ο Έλμαν στην Βιογραφία του πετυχαίνει το ίδιο, συνθέτει την εικόνα του Τζόυς με αναμίξεις μύθου/πραγματικότητας και φτιάχνει το πορτραίτο του καλλιτέχνη σε κάθε ηλικία, μέσα από μια συναρπαστική ανάγνωση. Οι πολυσέλιδες πηγές του εξαλείφουν βέβαια κάθε υποψία μύθου στα γεγονότα, ωστόσο ο αναγνώστης θα μαγευτεί τόσο από την πλοκή που για μερικές στιγμές θα παρασυρθεί και θα αμφιταλαντευτεί. Η έκδοση της Scripta είναι πολυτελής (ετεροχρονισμένα, στεναχωριέμαι πραγματικά που περίμενα να πεθάνει ο εκδοτικός για να γευματίσω από τους πρώτους με το πτώμα του!), καλαίσθητη, με πλούσιο φωτογραφικό υλικό και εμπλουτισμένη με ένα εξαιρετικό πρόλογο του συγγραφέα. Η μετάφραση της Αθηνάς Δημητριάδου είναι υποδειγματική. Ίσως ένα σκληρό εξώφυλλο που θα συγκρατούσε καλύτερα τον όγκο του βιβλίου, θα ήταν προτιμότερο.
 
Ο Τζόυς με τον εγγονό του, Στέφανο


Ο Τζόυς είναι σπουδαίος καλλιτέχνης γιατί υπήρξε ένας σπουδαίος άνθρωπος. Αδάμαστος, όπως και η γραφή του.

Ό,τι κι αν έκανε, τα δυο βασικά του ενδιαφέροντα – η οικογένειά του και το γράψιμό του – ήταν ακλόνητα. Τα πάθη αυτά έμειναν αμείωτα. Η ένταση του πρώτου έδωσε στο έργο του την κατανόηση και την ανθρωπιά του· η ένταση του δεύτερου έδωσε στη ζωή του αξιοπρέπεια και βαθιά αφοσίωση.

Σχόλια

  1. Καλησπέρα Μαραμπού! Πολύ ενδιαφέρον, αλλά το βιβλίο είναι εκτός κυκλοφορίας. (Ωστόσο, το βρήκα στην αγγλική σε pdf στο διαδίκτυο.) Σίγουρα, πάντως προηγείται η ανάγνωση του Οδυσσέα, έτσι δεν είναι; Την έχεις τολμήσει στα αγγλικά;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Γεια σου Κατερίνα, συγγνώμη για την καθυστέρηση, μόλις είδα το σχόλιό σου, και μάλιστα τυχαία :(

      Ναι, η Βιογραφία είναι εξαντλημένη αλλά έχω την βάσιμη υποψία ότι μπορεί να βρεθεί σχετικά εύκολα είτε σε κάποιο παλαιοβιβλιοπωλείο είτε σε κανένα περιφερειακό (ακόμα και εντός της Αθήνας) βιβλιοπωλείο είτε ακόμα και σε κάποια βιβλιοθήκη. Ωστόσο, και το αγγλικό σε pdf είναι πολύ βοηθητικό. Το είχα κατεβάσει και εγώ για να κάνω αναζήτηση με λέξεις κλειδιά και να εντοπίζω αποσπάσματα που δεν μπορούσα να εντοπίσω στο αχανές έντυπο. Αν έχεις επάρκεια στα αγγλικά, μπορείς να διαβάσεις την Βιογραφία και έτσι, πάλι όφελος θα έχεις.

      Καλό είναι να ξεκινήσεις με την Βιογραφία και μόλις προχωρήσεις κάπως μαθαίνοντας αρκετά για την ζωή και την δημιουργία του Τζόυς, σιγά σιγά να ξεκινήσεις και την παράλληλη ανάγνωση του Οδυσσέα -- θα καταλάβεις σε ποιο σημείο πρέπει να την ξεκινήσεις. Όμως όλα αυτά είναι σχετικά. Δεν είναι δεσμευτικά.

      Αν με ρωτάς αν έχω τα βιβλία του Τζόυς στ' αγγλικά... εννοείται πως τα έχω!! Σε e-books όμως, αν και δεν σου κρύβω ότι ευχαρίστως θα αγόραζα και τις έντυπες εκδόσεις, παρόλο που δεν μπορώ να διαβάσω στ' αγγλικά. Κυρίως χαζεύω τον τρόπο που ο Τζόυς χρησιμοποιούσε τις λέξεις στο πρωτότυπο, κρύβει μια ομορφιά να το βλέπεις, ακόμα και αν δεν καταλαβαίνεις... είναι σαν πίνακας ζωγραφικής :) Ελπίζω να απολαύσεις το αναγνωστικό ταξίδι. Μακριά όμως από το "σαπιοκάραβο" του Καψάσκη, θα βουλιάξετε και οι δυο :p Καλύτερα να πληρώσεις λίγο πιο ακριβό εισιτήριο έτσι ώστε να έχεις την πολυτέλεια μιας καμπίνας και πληθώρα σωσιβίων όταν θα κριθεί (και θα κριθεί!) αναγκαίο.

      Διαγραφή
  2. Λοιπόν έκαστος στο είδος του κι ο Λουμίδης στους καφέδες. Θα ακολουθήσω τη συμβουλή σου και θα ξεκινήσω από τον Έλμαν.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Κουβεντολόι με μια μούμια!

Σημ: Εδώ λέγονται ιστορίες μόνο για αραχνιασμένα κρανία, οι "ψεκασμένοι" θα απομακρύνονται διακριτικά.

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

Ποίηση χωρίς τέλος

  Αυτή η χρονιά θα ξεκινήσει ακριβώς όπως τελείωσε: με ποίηση. Συλλεκτική ανάρτηση, σπάνια θα ξαναδιαβάσετε τέτοια. Σπάω την παράδοση (και το ρόδι)! Ακόμα σπανιότερα εντυπωσιάζομαι από ποιητές και ποιήματα. Δεν με συγκινεί η συμπύκνωση του λόγου όταν του λείπει ένα είδος «φλυαρίας» – ψάχνω ποιήματα που είναι αμετροεπή με έναν δικό τους τρόπο και ταυτόχρονα στοχευμένα και ουσιώδη. Ποιήματα που δεν πολυπαίρνουν στα σοβαρά τον εαυτό τους καθώς τσαλαβουτούν χαρούμενα στον χυλό της ειρωνείας. Ποιήματα που, απ' ό,τι σωστά αντιλαμβάνεστε, δεν γράφει η πλειοψηφία των ποιητών. Με δυο λόγια, κυνηγώ το ανέφικτο. Αλλά, αυτό δεν κυνηγάμε όλοι στην έναρξη κάθε χρονιάς; Το φλουρί μου για φέτος – λίρα εκατό – ήταν η Βισουάβα ή Βισλάβα ή όπως αλλιώς, Σιμπόρσκα. Η παλιά ποίηση, η ορθόδοξη, είναι Εδώ!

Με ανώμαλους δεν μιλάω

  Ανωμαλία είναι να μην μπορεί μια γυναίκα να κυκλοφορεί άφοβα στους δρόμους, ανωμαλία είναι να πιστεύεις ότι τα εμβόλια σκοπό έχουν να προκαλέσουν περισσότερο κακό από ό,τι καλό, ανωμαλία είναι να νομίζεις ότι η λογοτεχνία σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, ανωμαλία είναι ακόμα το προφιτερόλ να έχει μόνο ένα σουδάκι μέσα, ανωμαλία είναι και ότι ο «Πατάκης» εξακολουθεί να μην εκδίδει Χέρμαν Μέλβιλ. Και πόσες ακόμα ανωμαλίες! Με τελευταία εκείνη του Ερβέ Λε Τελιέ, ενός συγγραφέα που αγάπησα οριστικά από ένα και μόνο βιβλίο του που είχα διαβάσει κάποτε, το «Όλα τα μανιτάρια τρώγονται», η ουλιπιανή έμπνευση που είχε οραματιστεί το facebook χρόνια πριν από τον δημιουργό του. Κάθε φορά που μπαίνετε στο facebook και αντικρίζετε την ερώτηση «Τι σκέφτεσαι;», ικανή να σας παρασύρει ασυγκράτητα να μας εμπιστευτείτε τις επικές σας μπούρδες, σχεδόν πάντα χωρίς καθόλου φιλτράρισμα και ουσία, να θυμάστε ότι ο Τελιέ κάποτε το έκανε… χίλιες φορές καλύτερα από εσάς, πιο δημιουργικά και κυρίως με περισσότερο χι

Dogs never bite me. Just humans.

    Ψόφια πράγματα το φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης – τουλάχιστον οι επιλογές μου – αλλά μόλις είδα ότι θα προβληθεί «Η εξουσία του σκύλου», που βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Τόμας Σάβατζ, ήξερα ότι θα ρεφάρω γιατί κακό σκυλί ψόφο δεν έχει. Και έτσι έγινε, η ταινία δεν με απογοήτευσε και μου θύμισε πόσο είχα αγαπήσει εκείνο το βιβλίο. Μια παραγωγή του Νέτφλιξ που θα είναι διαθέσιμη στην πλατφόρμα από την 1 Δεκεμβρίου ώστε να προλάβει να κάνει τον κύκλο της στις αίθουσες, με τον Κάμπερμπατς στον ρόλο του Φιλ, τον σωσία του Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν στον ρόλο του Τζορτζ και την ωραία Κίρστεν Ντανστ ως Ρόουζ. Η ταινία, όπως και το βιβλίο, σε πολλούς θα φανούν αργά, αδιάφορα και αλλόκοτα, λόγω του περιεχομένου αλλά η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για αριστοτεχνικές δημιουργίες με βάθος. Αντιγράφω εδώ το κείμενο που είχα γράψει στο «Διαβάζοντας» για να θυμάμαι ότι εκείνη η ανάγνωση μετράει ακόμα μέσα μου· σπάνιο, ομολογουμένως.

Εγώ σε λέω αγάπη

  Οι πιο συνηθισμένοι απατεώνες στην Ελλάδα συνήθως ενδύονται τους υδραυλικούς που ζητάνε 55 ευρώ για μια τρόμπα στο καζανάκι και δεν μπορείς και να τους πεις «Χέσε με ρε μάστορα» γιατί μετά πώς θα τραβήξεις καζανάκι; Στη λογοτεχνία από την άλλη, το να χαρακτηρίσεις για οποιονδήποτε λόγο τον Χέρμαν Μέλβιλ απάτη , το κάνεις μόνο αν εξυπηρετεί την πλοκή! «Γιατί οι πιο τερατώδεις απ’ όλους τους υποκριτές είναι αυτοί ακριβώς οι κερδοσκόποι: υποκριτές δι’ αντιστροφής της πραγματικότητας· υποκριτές στην παρουσίαση των πραγμάτων ως σκοτεινών αντί φωτεινών· ψυχές που ευημερούν χρησιμοποιώντας όχι τη δυστυχία, αλλά το μύθευμα της δυστυχίας· δάσκαλοι της αισχρής τέχνης τού να κατασκευάζεις δυστυχία· κίβδηλοι Ιερεμίες· νόθοι Ηράκλειτοι που, μόλις η πένθιμη μέρα περάσει, επιστρέφουν, σαν απατηλοί Λάζαροι ανάμεσα στους επαίτες, για να ευφρανθούν με τα κέρδη που απέκτησαν από τα προσποιητά έλκη της κεφαλής τους – φαύλοι κερδοσκόποι!» . Θα με αναγκάσετε να κατέβω πορεία στον Λευκό Πύργο όλοι εσείς πο

Γάτα είσαι

  Οι γάτες είναι υπέροχα πλάσματα και αν δεν είσαι επηρεασμένος από τον «Κυνόδοντα» του Λάνθιμου δύσκολα να μην σε γοητεύουν ή έστω να μην τραβούν την προσοχή σου. Μία από τις αγαπημένες μου συνήθειες είναι να παρατηρώ πώς συμπεριφέρονται οι γάτες. Τι γίνεται όμως αν και εκείνες παρακολουθούν με το ίδιο ενδιαφέρον την ανθρώπινη συμπεριφορά; Κάπως έτσι θα σκέφτηκε και ο Ιάπωνας Σόσεκι Νατσούμε και έγραψε ένα αξιαγάπητο βιβλίο· επιπροσθέτως έγραψε ένα από τα λίγα βιβλία που θα ήθελα να είχα γράψει εγώ. Χεστήκαμε τι θα ήθελες να γράψεις εσύ ρε Μαραμπού, και δίκιο έχετε, δεν αντιλέγω, απλώς σκέφτηκα να το αφήσω εδώ να υπάρχει. Γιατί πάντοτε με ενθουσίαζαν εκείνα τα λιγοστά βιβλία ανεπιτήδευτης σοφίας και γατίσιας συμπεριφοράς που συμπύκνωναν όλη την φιλοσοφία τους και την συγγραφική τεχνική τους σε φράσεις όπως η ακόλουθη: «Ορισμένες φορές επινοώ κάποιες ανοησίες και οι άνθρωποι τις παίρνουν στα σοβαρά, αυτό προκαλεί έναν αισθητικό ενθουσιασμό ακραίας κωμικότητας την οποία θεωρώ ενδιαφέρ

Dance with the Devil

  A long time ago in a galaxy (στην επαρχία) far, far away… όταν περνούσα την emo φάση μου και έκλαιγα χωρίς λόγο καθώς να καθάριζα κρεμμύδια είχα ανακαλύψει τυχαία ένα βιβλιαράκι που το αγόρασα με τα πρώτα λεφτά που είχα αποταμιεύσει σε ένα βιβλιάριο τραπέζης που είχε δεν είχε μέσα 30 δραχμαί. Εκείνο το βιβλίο ήτο κάποιου ψιλοάγνωστου Χόφμαν μεταφρασμένο υπό του σπουδαίου Καρυωτάκη – αργότερα, όταν οι ισορροπίες άλλαξαν εντός μου, κατάλαβα ότι ο Χόφμαν λειτούργησε κάπως σαν το… καρυωθραυστικό του ποιητή∙ ξέρω, ξέρω, πάγωσε η θάλασσα μέσα σας, μακάρι να βρείτε ένα βιβλίο να πέσει πάνω της σαν τσεκούρι – «το λογοπαίγνιο είναι ένα καυτό σίδερο για μπούκλες στο χέρι της τρέλας και με δαύτο λυγίζει τις σκέψεις» . Ο λόγος είναι ότι ο Χόφμαν αποδείχθηκε μια εξαίσια διαβολική μορφή της παγκόσμιας λογοτεχνίας και τα παιδιά του κυκλοφορούν ελεύθερα γύρω μας – ευτυχώς για αυτά, και για εμάς, είχε πάντοτε δουλειά, και μάλιστα σημαντική, να γράφει αριστουργήματα.

Του πολέμου / Στο άλογό μου

Τι γιορτάζουμε σήμερα; Το όχι, το ναι, το ίσως; Γιατί, ενώ όλοι ξέρουμε ότι το εθνικό φρόνημα σε ψηλώνει ως άνθρωπο, εξεγειρόμαστε τόσο πολύ όταν κάτι τέτοιο γίνεται και με τεχνητά μέσα, ας πούμε, με δεκάποντες γόβες; Γιατί μετά την παρέλαση όλοι πάμε και πίνουμε φρέντο εσπρέσσο, έναν τόσο χαρακτηριστικά ιταλικό καφέ; Τι θα συμβεί αν σε μία αντιπολιτευτική συνωμοσία όλοι συντονίσουν το... ένα στο δεξί; Το ένα στ' αριστερό αποκτά όντως βαρύνουσα σημασία όταν κυβερνά η Αριστερά, ή απλώς έχουμε συνηθίσει να το θεωρούμε ηθικό πλεονέκτημα της παρέλασης;

Τελειωμένοι

    Είμαστε γεννημένοι ο ένας για τον άλλον. Τέλος. Αυτά στην αρχή, βέβαια. Γιατί μετά, ανάθεμα την ώρα που βρέθηκες μπροστά μου. Αυτή η σχέση των σχέσεων όμως, μπορεί κάλλιστα να επεκταθεί και στα βιβλία. Μόνο που σε μένα λειτούργησε αντίστροφα· ανάθεμα την ώρα που βρέθηκε μπροστά μου, είπα για αυτό το βιβλίο, μου το δάνεισαν επειδή δεν άρεσε (ωραίο προμόσιον), ήθελα από την άλλη να δω και την ταινία του Κάουφμαν , ας πάει στα κομμάτια, θα το ξεκινήσω, με την σκέψη ήδη από την αρχή να βάλω ένα τέλος όταν δω ότι δεν τραβάει το πράγμα. Αλλά, γαμώτο, τραβούσε. Για ελάχιστους αναγνώστες αυτό θα είναι το βιβλίο της ζωής τους, σύμφωνοι. Κι όμως. «Είναι εντυπωσιακό. Όταν βλέπεις κάποιον με τους γονείς του, αποδεικνύεται απτά ότι όλοι είμαστε αποτέλεσμα σύνθεσης» . Όπως ακριβώς και τα αξιανάγνωστα βιβλία, τα συγγραφικά παιδιά των δημιουργών τους – ξεράστε με την ησυχία σας και ελάτε πίσω. Μείνετέ μου πιστοί! Σας αγαπώ !

Η μέθοδος του Κούντερα

  Σε κάποιες περισσότερο κιτς εποχές ένα παρόμοιο χαστούκι σαν εκείνο του Γουίλ Σμιθ είχε ταράξει τα νερά της κοινωνικής μας ζωής. Η Νατάσα Αθήνη είχε χαστουκίσει την Δήμητρα Λιάνη στην παρουσίαση του βιβλίου της «10 χρόνια και 54 μέρες» – βέβαια, τώρα που τα συζητάμε, μπορεί να έχουν περάσει κοντά 30 χρόνια. Μια επισήμανση που μου ήρθε μόλις: όλες οι βιβλιοπαρουσιάσεις είναι για σφαλιάρες∙ συγγραφείς μην πέφτετε σε αυτή την παγίδα, μακριά. Τέλος πάντων, όταν η Δήμητρα δεν έγραφε βιβλία, διάβαζε, λένε, Κούντερα. Τότε ήταν πολύ της μόδας. Κούντερα από εδώ, Κούντερα από εκεί, είχαν τρελαθεί όλοι. Ποιος είναι ρε αυτός ο Κούντερας; Ήταν τελικά ένα πιο λογοτεχνικό Nitro όπως νόμιζαν αρκετοί; Γιατί τόσα χρόνια τον αντιμετωπίζουμε με αβάσταχτη ελαφρότητα; «Γιατί άραγε θέλει να κάνει έρωτα μαζί μου; αναρωτιόταν πολύ συχνά, αλλά δεν έβρισκε απάντηση. Ένα μόνο ήξερε, πως οι σιωπηρές συνευρέσεις τους ήταν αναπόφευκτες, έτσι όπως είναι αναπόφευκτο να σταθεί προσοχή ένας πολίτης ακούγοντας τον εθν

Θα φάτε τα μούτρα σας

  Πού βαδίζει η λογοτεχνία; Όπου και όπως βάδιζε πάντα, ελεύθερη και ασυμβίβαστη, ασυνόδευτη και ασυνόρευτη , πριν έρθει ο (κακός μας) καιρός με την πρόφαση του υποστηρίγματος/«υποστήριξης» κάποιοι να της προσφέρουν τα δεκανίκια της πολιτικής ορθότητας που θα την καθιστούσαν έκτοτε αδιανόητα στάσιμη. «Αυτό που βλέπουμε το σκεφτόμαστε, κι έτσι τελικά δεν το βλέπουμε, λέει ο Όλερ, ενώ άλλοι βλέπουν αυτό που βλέπουν χωρίς πρόβλημα, επειδή δεν το σκέφτονται αυτό που βλέπουν. Αυτό που αποκαλούμε αντίληψη είναι για μας κατά βάση στασιμότητα, ακινησία, τίποτα. Τίποτα. Οτιδήποτε έχει συμβεί το έχουμε σκεφτεί, δεν το έχουμε δει, λέει ο Όλερ» . Είδα και απόειδα λοιπόν με το… φαινόμενο Φερνάντα Μελτσόρ και είπα ό,τι βρέξει ας κατεβάσει! Βαδίζοντας στην εποχή των τυφώνων.