Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Πώς πέρασες τη μέρα σου; - (1 μ.μ.)

 
Αν στο προηγούμενο κεφάλαιο μετά βίας μπαίναμε στο κεφάλι του Μπλουμ, σε ετούτο εδώ μετά βίας βγαίνουμε. Είναι η ώρα του φαγητού. Αυτή είναι η χειρότερη ώρα της ημέρας. Ζωτικότητα. Μουντή, σκυθρωπή: τη μισώ αυτή την ώρα. Αισθάνομαι σαν να με κατάπιαν και με έφτυσαν. Στις «Λαιστρυγόνες» ο μαγνητισμός μεταξύ ύφους και λεξιλογίου για τον οποίον μιλούσαμε τις προάλλες, παίρνει ασύλληπτες διαστάσεις. Ο Τζόυς μας μαγειρεύει, μας σερβίρει, μας μπουκώνει, μας χορταίνει και μας προκαλεί εμετό, με πεντανόστιμες και λιγωτικές μεταφορές του λόγου! Όλα έχουν να κάνουν με το φαγητό. Το κεφάλαιο έιναι γραμμένο με εξαιρετικά θερμιδοφόρες λέξεις.
 
Δε σας κρύβω ότι στις πρώτες σελίδες του κεφαλαίου κάπως βαρέθηκα, το θεώρησα λίγο υποτονικό, μέτριο, ειδικά έπειτα από την τεχνική πρωτοτυπία και αρτιότητα του «Αίολου». Το διάβαζα άκεφος. Στην πορεία το πράγμα έφτιαξε, σαν κυρίως πιάτο που έσβησε την άνοστη γεύση ενός αδιάφορου ορεκτικού. Όταν μάλιστα διάβασα ότι το κρασί Βουργουνδίας που απολαμβάνει ο Μπλουμ έδιωξε την πρότερη ακεφιά του (Η απαλή φωτιά του κρασιού άναβε τις φλέβες του. Το ήθελα πολύ. Αισθανόμουν τόσο άκεφος), επηρέασμενος και από την δύναμη με την οποία φορτίζει ο Τζόυς τις λέξεις του, πίστεψα ότι οι πρώτες 15 σελίδες ήταν όντως γραμμένες άκεφα για να μπορούν να αντικατοπτρίζουν και την ακεφιά του ήρωά τους! Φυσικά κάτι τέτοιο δεν ισχύει. Αν ίσχυε όμως, δε θα ήταν ωραίο;
 
Διαβάζοντας τον Οδυσσέα είναι εκπληκτικό πόσο εύκολα αιχμαλωτίζεσαι από δύο αντιτιθέμενες σκέψεις: στο βιβλίο αυτό δεν συμβαίνει τίποτα/στο βιβλίο αυτό συμβαίνουν τα πάντα! Ο Μπλουμ θέλει να φάει κάτι στα όρθια πριν πάει στην βιβλιοθήκη να ψάξει σχετικά με την διαφήμιση του Κλειδιά. Αυτό είναι το «τίποτα» του κεφαλαίου. Όσοι θέλετε να μάθετε πώς χωράει το «πάντα» μέσα στο «τίποτα» πρέπει να διαβάσετε το βιβλίο του Τζόυς. Το «πάντα» του Τζόυς είναι υπεράνω κάθε περιγραφής. Ας το προσπαθήσουμε όμως. Όταν ο Μπλουμ εισέρχεται στο εστιατόριο του Μπάρτον, αφήνεται σε νοερές περιγραφές αηδίας για όσα αντικρίζει εκεί – οι εικόνες που βλέπει, εικόνες συνηθισμένων ανθρώπων να γευματίζουν συνηθισμένα, του προκαλούν αναγούλα (κάτι που αισθάνεσαι μέσω της γραφής) και φθάνουν από τα ψημένα και άνοστα φαγητά πίσω στην διαδικασία παρασκευής ή σφαγής των κάποτε ζωντάνων υλικών τους. 
 
 
 
[...] Οδυνηρό για τα ζώα επίσης. Ξεπουπούλιασμα και αφαίρεση εντοσθίων από τα πουλερικά. Φουκαριάρικα ζωντανά εκεί στην κρεαταγορά να περιμένουν τον πέλεκυ να σχίσει στα δύο το κρανίο τους. Μούου. Κακόμοιρα μοσχάρια που τρέμουν. Μέε. Τρεκλίζοντα μοσχαράκια. Μοσχαρήσιο κρέας και λάχανο τηγανητό. Κουβάδες χασάπηδων με τρεμουλιαστά πνευμόνια. Πιάσε αυτό το στήθος από το τσιγκέλι. Φλαπ. Ωμό κεφάλι και ματωμένα κόκκαλα. Γδαρμένα με γυάλινα μάτια αρνιά κρεμασμένα από τα λαγόνια τους, προβατομουσούδες τυλιγμένες με αίματα στο χαρτί κλαψουρίζοντας πηχτό αίμα από τη μύτη πάνω στο πριονίδι. Τ' απομεινάρια για πέταμα. Μην πιάνεις αυτά τα κομμάτια, νεαρέ.
 
Θυμάστε πώς μας συστήθηκε ο Μπλουμ στο τέταρτο κεφάλαιο; Πάνω από το τηγάνι να αδημονεί για το χοιρινό νεφρό (θα προτιμούσε αρνίσιο αλλά δεν μπόρεσε να βρει στην αγορά) που τσιτσίριζε – σχεδόν νιώθαμε το ρίγος της ηδονής που καταλαμβάνει έναν καλοφαγά όταν οσφραίνεται το έδεσμα του πόθου του! Προς τι λοιπόν η παραπάνω μετραστροφή; Ο Τζόυς ίσως θέλει να μας παρουσιάσει με αυτόν τον τρόπο, ένα ηθικό δίλημμα που αντιμετωπίζουν πολλοί άνθρωποι, όταν θέλουν αφ' ενός να γευτούν νόστιμες μαγειρεμένες σάρκες χωρίς αφ' ετέρου να γαρνίρονται με τις ματωμένες τύψεις να ουρλιάζουν στο πιάτο τους, από τον άδικο πόνο που προκάλεσαν σε ζωντανά πλάσματα.
 
Αυτές οι σκέψεις του Μπλουμ έρχονται σε ελαφρά σύγκλιση με κάποιες άλλες σκέψεις που έκανε πριν μπει στο εστιατόριο, όταν είδε στον δρόμο τον ποιητή Τζωρτζ Γουίλλιαμ Ράσσελ (τον οποίο καθόλου δεν εκτιμούσε ο Τζόυς) να βγαίνει από ένα χορτοφαγικό εστιατόριο και οδηγήθηκε μέσα απο την απροθυμία αυτών των ανθρώπων να γευτούν κρέας, να κάνει μια σύνδεση μεταξύ φαγητού και τέχνης. 
 
Τέτοιοι είναι όλοι αυτοί οι αιθέριοι άνθρωποι της λογοτεχνίας. Ονειροπαρμένοι, νεφελώδεις, συμβολιστές. Είναι εστέτ. Δεν θα με εξέπληττε αν μάθαινα πως είναι αυτό το είδος της τροφής που παράγει τα παρόμοια κύματα του εγκεφάλου τα ποιητικά. Για παράδειγμα από κάποιον από αυτούς τους αστυφύλακες που ιδρώνουν ιρλανδικό στιφάδο στα πουκάμισά τους δεν θα μπορούσες να στείψεις ούτε μια γραμμή ποίησης. Ούτε και που ξέρουν τι είναι ποίηση.
 
Τελικά ο Μπλουμ φεύγει αηδιασμένος από το εστιατόριο του Μπάρτον και καταλήγει να απολαμβάνει ένα ποτήρι κρασί Βουργουνδίας και ένα απλό σάντουιτς με μουστάρδα και τυρί, στο μαγαζί του Ντέιβιντ Μπάυρν, εμπόρου οινοπνευματωδών και κρασιών. Ο Μπλουμ για ακόμα μια φορά αναμιγνύει τα υλικά της ιρλανδικής ιστορίας σε μια συνταγή για χύτρα που είναι έτοιμη να εκραγεί! Όταν ο Μπλουμ βλέπει από μακριά στον δρόμο τον αδελφό του σπουδαίου Παρνέλ, σκέφτεται, Αδελφός μεγάλου άνδρα: αδελφός του αδελφού του. Ο μεταφραστής μάς επεξηγεί το νόημα της φράσης. Θεωρείται ότι, αν ο ένας αδελφός είναι πολύ έξυπνος, ο άλλος σε αντιστάθμιση δεν θα είναι. Αμέσως το μυαλό μας πηγαίνει στον αδελφό του Τζόυς, Στανίσλαο, για τον οποίο ο ίδιος ο Τζέημς Τζόυς κρατούσε αμφίθυμη και ελαφρώς υποτιμητική στάση. Μπορεί η λογοτεχνική ιστορία (και όλες οι άλλες, αυτοί οι καταραμένοι εφιάλτες!) να απέδειξε ότι ο Στανίσλαος ήταν απλώς... αδελφός του αδελφού του, όμως ο Ρίτσαρντ Έλμαν, μέσα από αναρίθμητα περιστατικά και γεγονότα, μας πληροφορεί ότι ο Στανίσλαος για αρκετό καιρό και με εξαιρετική διεισδυτικότητα, έκρινε σωστά την σκέψη του... μεγάλου άνδρα και τον βοήθησε ουσιωδώς όταν η εξαιρετική ευφυία του δεύτερου τον έκανε να φέρεται χαζά.
 
Και φυσικά ο Τζόυς, δε θα μπορούσε να ολοκληρώσει κεφάλαιο δίχως να αφήσει μια μικρή αλλά αρκούντως χολερική παρατήρηση για το αγαπημένο του θέμα. Στην αναφορά που γίνεται στον παγανιστή ιρλανδό βασιλιά Κόρμακ ο οποίος πνίγηκε τρώγοντας κάτι, μια ευλογοφανής απάντηση για τον θάνατό του είναι και η ακόλουθη: Ο Άγιος Πατρίκιος τον προσηλύτισε στον χριστιανισμό. Όμως δεν μπόρεσε να το καταπιεί αυτό ολόκληρο. Όλο αυτό το όργιο των λογοτεχνικών γεύσεων βρίσκει την ολοκλήρωση στο σημείο που οι θύλακες της στοματικής κοιλότητας μπλέκονται αρμονικά με τις ερεθισμένες εγκεφαλικές συνάψεις. Ποτέ δεν ξέρεις ποιανού τις σκέψεις μασάς. Αυτή η φράση είναι η συμπύκνωση όλου του Οδυσσέα. Να την θυμάστε σαν μότο σε κάθε σελίδα που διαβάζετε και ειδικότερα στο αμέσως επόμενο κεφάλαιο, εκεί που ο Σαίξπηρ θα διεκδικήσει μερικές μασημένες σκέψεις.
 
Επιτρέψτε μου για το τέλος να σας σερβίρω και ένα γλυκόπικρο επιδόρπιο αλλά θα σας ζητήσω ο καθένας να το χωνέψει με τις δικές του δυνάμεις. Μπορείτε ακόμα και να μην το φάτε, αν νιώθετε ήδη σκασμένοι.
 
Δαγκώνει περισσότερο απ' όσο μπορεί να μασήσει. Είμαι και εγώ σαν αυτόν; Ας βλέπουμε τους εαυτούς μας όπως μας βλέπουν οι άλλοι.

Σχόλια

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

Ποίηση χωρίς τέλος

  Αυτή η χρονιά θα ξεκινήσει ακριβώς όπως τελείωσε: με ποίηση. Συλλεκτική ανάρτηση, σπάνια θα ξαναδιαβάσετε τέτοια. Σπάω την παράδοση (και το ρόδι)! Ακόμα σπανιότερα εντυπωσιάζομαι από ποιητές και ποιήματα. Δεν με συγκινεί η συμπύκνωση του λόγου όταν του λείπει ένα είδος «φλυαρίας» – ψάχνω ποιήματα που είναι αμετροεπή με έναν δικό τους τρόπο και ταυτόχρονα στοχευμένα και ουσιώδη. Ποιήματα που δεν πολυπαίρνουν στα σοβαρά τον εαυτό τους καθώς τσαλαβουτούν χαρούμενα στον χυλό της ειρωνείας. Ποιήματα που, απ' ό,τι σωστά αντιλαμβάνεστε, δεν γράφει η πλειοψηφία των ποιητών. Με δυο λόγια, κυνηγώ το ανέφικτο. Αλλά, αυτό δεν κυνηγάμε όλοι στην έναρξη κάθε χρονιάς; Το φλουρί μου για φέτος – λίρα εκατό – ήταν η Βισουάβα ή Βισλάβα ή όπως αλλιώς, Σιμπόρσκα. Η παλιά ποίηση, η ορθόδοξη, είναι Εδώ!

Με ανώμαλους δεν μιλάω

  Ανωμαλία είναι να μην μπορεί μια γυναίκα να κυκλοφορεί άφοβα στους δρόμους, ανωμαλία είναι να πιστεύεις ότι τα εμβόλια σκοπό έχουν να προκαλέσουν περισσότερο κακό από ό,τι καλό, ανωμαλία είναι να νομίζεις ότι η λογοτεχνία σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, ανωμαλία είναι ακόμα το προφιτερόλ να έχει μόνο ένα σουδάκι μέσα, ανωμαλία είναι και ότι ο «Πατάκης» εξακολουθεί να μην εκδίδει Χέρμαν Μέλβιλ. Και πόσες ακόμα ανωμαλίες! Με τελευταία εκείνη του Ερβέ Λε Τελιέ, ενός συγγραφέα που αγάπησα οριστικά από ένα και μόνο βιβλίο του που είχα διαβάσει κάποτε, το «Όλα τα μανιτάρια τρώγονται», η ουλιπιανή έμπνευση που είχε οραματιστεί το facebook χρόνια πριν από τον δημιουργό του. Κάθε φορά που μπαίνετε στο facebook και αντικρίζετε την ερώτηση «Τι σκέφτεσαι;», ικανή να σας παρασύρει ασυγκράτητα να μας εμπιστευτείτε τις επικές σας μπούρδες, σχεδόν πάντα χωρίς καθόλου φιλτράρισμα και ουσία, να θυμάστε ότι ο Τελιέ κάποτε το έκανε… χίλιες φορές καλύτερα από εσάς, πιο δημιουργικά και κυρίως με περισσότερο χι

Dogs never bite me. Just humans.

    Ψόφια πράγματα το φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης – τουλάχιστον οι επιλογές μου – αλλά μόλις είδα ότι θα προβληθεί «Η εξουσία του σκύλου», που βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Τόμας Σάβατζ, ήξερα ότι θα ρεφάρω γιατί κακό σκυλί ψόφο δεν έχει. Και έτσι έγινε, η ταινία δεν με απογοήτευσε και μου θύμισε πόσο είχα αγαπήσει εκείνο το βιβλίο. Μια παραγωγή του Νέτφλιξ που θα είναι διαθέσιμη στην πλατφόρμα από την 1 Δεκεμβρίου ώστε να προλάβει να κάνει τον κύκλο της στις αίθουσες, με τον Κάμπερμπατς στον ρόλο του Φιλ, τον σωσία του Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν στον ρόλο του Τζορτζ και την ωραία Κίρστεν Ντανστ ως Ρόουζ. Η ταινία, όπως και το βιβλίο, σε πολλούς θα φανούν αργά, αδιάφορα και αλλόκοτα, λόγω του περιεχομένου αλλά η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για αριστοτεχνικές δημιουργίες με βάθος. Αντιγράφω εδώ το κείμενο που είχα γράψει στο «Διαβάζοντας» για να θυμάμαι ότι εκείνη η ανάγνωση μετράει ακόμα μέσα μου· σπάνιο, ομολογουμένως.

Εγώ σε λέω αγάπη

  Οι πιο συνηθισμένοι απατεώνες στην Ελλάδα συνήθως ενδύονται τους υδραυλικούς που ζητάνε 55 ευρώ για μια τρόμπα στο καζανάκι και δεν μπορείς και να τους πεις «Χέσε με ρε μάστορα» γιατί μετά πώς θα τραβήξεις καζανάκι; Στη λογοτεχνία από την άλλη, το να χαρακτηρίσεις για οποιονδήποτε λόγο τον Χέρμαν Μέλβιλ απάτη , το κάνεις μόνο αν εξυπηρετεί την πλοκή! «Γιατί οι πιο τερατώδεις απ’ όλους τους υποκριτές είναι αυτοί ακριβώς οι κερδοσκόποι: υποκριτές δι’ αντιστροφής της πραγματικότητας· υποκριτές στην παρουσίαση των πραγμάτων ως σκοτεινών αντί φωτεινών· ψυχές που ευημερούν χρησιμοποιώντας όχι τη δυστυχία, αλλά το μύθευμα της δυστυχίας· δάσκαλοι της αισχρής τέχνης τού να κατασκευάζεις δυστυχία· κίβδηλοι Ιερεμίες· νόθοι Ηράκλειτοι που, μόλις η πένθιμη μέρα περάσει, επιστρέφουν, σαν απατηλοί Λάζαροι ανάμεσα στους επαίτες, για να ευφρανθούν με τα κέρδη που απέκτησαν από τα προσποιητά έλκη της κεφαλής τους – φαύλοι κερδοσκόποι!» . Θα με αναγκάσετε να κατέβω πορεία στον Λευκό Πύργο όλοι εσείς πο

Γάτα είσαι

  Οι γάτες είναι υπέροχα πλάσματα και αν δεν είσαι επηρεασμένος από τον «Κυνόδοντα» του Λάνθιμου δύσκολα να μην σε γοητεύουν ή έστω να μην τραβούν την προσοχή σου. Μία από τις αγαπημένες μου συνήθειες είναι να παρατηρώ πώς συμπεριφέρονται οι γάτες. Τι γίνεται όμως αν και εκείνες παρακολουθούν με το ίδιο ενδιαφέρον την ανθρώπινη συμπεριφορά; Κάπως έτσι θα σκέφτηκε και ο Ιάπωνας Σόσεκι Νατσούμε και έγραψε ένα αξιαγάπητο βιβλίο· επιπροσθέτως έγραψε ένα από τα λίγα βιβλία που θα ήθελα να είχα γράψει εγώ. Χεστήκαμε τι θα ήθελες να γράψεις εσύ ρε Μαραμπού, και δίκιο έχετε, δεν αντιλέγω, απλώς σκέφτηκα να το αφήσω εδώ να υπάρχει. Γιατί πάντοτε με ενθουσίαζαν εκείνα τα λιγοστά βιβλία ανεπιτήδευτης σοφίας και γατίσιας συμπεριφοράς που συμπύκνωναν όλη την φιλοσοφία τους και την συγγραφική τεχνική τους σε φράσεις όπως η ακόλουθη: «Ορισμένες φορές επινοώ κάποιες ανοησίες και οι άνθρωποι τις παίρνουν στα σοβαρά, αυτό προκαλεί έναν αισθητικό ενθουσιασμό ακραίας κωμικότητας την οποία θεωρώ ενδιαφέρ

Dance with the Devil

  A long time ago in a galaxy (στην επαρχία) far, far away… όταν περνούσα την emo φάση μου και έκλαιγα χωρίς λόγο καθώς να καθάριζα κρεμμύδια είχα ανακαλύψει τυχαία ένα βιβλιαράκι που το αγόρασα με τα πρώτα λεφτά που είχα αποταμιεύσει σε ένα βιβλιάριο τραπέζης που είχε δεν είχε μέσα 30 δραχμαί. Εκείνο το βιβλίο ήτο κάποιου ψιλοάγνωστου Χόφμαν μεταφρασμένο υπό του σπουδαίου Καρυωτάκη – αργότερα, όταν οι ισορροπίες άλλαξαν εντός μου, κατάλαβα ότι ο Χόφμαν λειτούργησε κάπως σαν το… καρυωθραυστικό του ποιητή∙ ξέρω, ξέρω, πάγωσε η θάλασσα μέσα σας, μακάρι να βρείτε ένα βιβλίο να πέσει πάνω της σαν τσεκούρι – «το λογοπαίγνιο είναι ένα καυτό σίδερο για μπούκλες στο χέρι της τρέλας και με δαύτο λυγίζει τις σκέψεις» . Ο λόγος είναι ότι ο Χόφμαν αποδείχθηκε μια εξαίσια διαβολική μορφή της παγκόσμιας λογοτεχνίας και τα παιδιά του κυκλοφορούν ελεύθερα γύρω μας – ευτυχώς για αυτά, και για εμάς, είχε πάντοτε δουλειά, και μάλιστα σημαντική, να γράφει αριστουργήματα.

Του πολέμου / Στο άλογό μου

Τι γιορτάζουμε σήμερα; Το όχι, το ναι, το ίσως; Γιατί, ενώ όλοι ξέρουμε ότι το εθνικό φρόνημα σε ψηλώνει ως άνθρωπο, εξεγειρόμαστε τόσο πολύ όταν κάτι τέτοιο γίνεται και με τεχνητά μέσα, ας πούμε, με δεκάποντες γόβες; Γιατί μετά την παρέλαση όλοι πάμε και πίνουμε φρέντο εσπρέσσο, έναν τόσο χαρακτηριστικά ιταλικό καφέ; Τι θα συμβεί αν σε μία αντιπολιτευτική συνωμοσία όλοι συντονίσουν το... ένα στο δεξί; Το ένα στ' αριστερό αποκτά όντως βαρύνουσα σημασία όταν κυβερνά η Αριστερά, ή απλώς έχουμε συνηθίσει να το θεωρούμε ηθικό πλεονέκτημα της παρέλασης;

Τελειωμένοι

    Είμαστε γεννημένοι ο ένας για τον άλλον. Τέλος. Αυτά στην αρχή, βέβαια. Γιατί μετά, ανάθεμα την ώρα που βρέθηκες μπροστά μου. Αυτή η σχέση των σχέσεων όμως, μπορεί κάλλιστα να επεκταθεί και στα βιβλία. Μόνο που σε μένα λειτούργησε αντίστροφα· ανάθεμα την ώρα που βρέθηκε μπροστά μου, είπα για αυτό το βιβλίο, μου το δάνεισαν επειδή δεν άρεσε (ωραίο προμόσιον), ήθελα από την άλλη να δω και την ταινία του Κάουφμαν , ας πάει στα κομμάτια, θα το ξεκινήσω, με την σκέψη ήδη από την αρχή να βάλω ένα τέλος όταν δω ότι δεν τραβάει το πράγμα. Αλλά, γαμώτο, τραβούσε. Για ελάχιστους αναγνώστες αυτό θα είναι το βιβλίο της ζωής τους, σύμφωνοι. Κι όμως. «Είναι εντυπωσιακό. Όταν βλέπεις κάποιον με τους γονείς του, αποδεικνύεται απτά ότι όλοι είμαστε αποτέλεσμα σύνθεσης» . Όπως ακριβώς και τα αξιανάγνωστα βιβλία, τα συγγραφικά παιδιά των δημιουργών τους – ξεράστε με την ησυχία σας και ελάτε πίσω. Μείνετέ μου πιστοί! Σας αγαπώ !

Η μέθοδος του Κούντερα

  Σε κάποιες περισσότερο κιτς εποχές ένα παρόμοιο χαστούκι σαν εκείνο του Γουίλ Σμιθ είχε ταράξει τα νερά της κοινωνικής μας ζωής. Η Νατάσα Αθήνη είχε χαστουκίσει την Δήμητρα Λιάνη στην παρουσίαση του βιβλίου της «10 χρόνια και 54 μέρες» – βέβαια, τώρα που τα συζητάμε, μπορεί να έχουν περάσει κοντά 30 χρόνια. Μια επισήμανση που μου ήρθε μόλις: όλες οι βιβλιοπαρουσιάσεις είναι για σφαλιάρες∙ συγγραφείς μην πέφτετε σε αυτή την παγίδα, μακριά. Τέλος πάντων, όταν η Δήμητρα δεν έγραφε βιβλία, διάβαζε, λένε, Κούντερα. Τότε ήταν πολύ της μόδας. Κούντερα από εδώ, Κούντερα από εκεί, είχαν τρελαθεί όλοι. Ποιος είναι ρε αυτός ο Κούντερας; Ήταν τελικά ένα πιο λογοτεχνικό Nitro όπως νόμιζαν αρκετοί; Γιατί τόσα χρόνια τον αντιμετωπίζουμε με αβάσταχτη ελαφρότητα; «Γιατί άραγε θέλει να κάνει έρωτα μαζί μου; αναρωτιόταν πολύ συχνά, αλλά δεν έβρισκε απάντηση. Ένα μόνο ήξερε, πως οι σιωπηρές συνευρέσεις τους ήταν αναπόφευκτες, έτσι όπως είναι αναπόφευκτο να σταθεί προσοχή ένας πολίτης ακούγοντας τον εθν

Θα φάτε τα μούτρα σας

  Πού βαδίζει η λογοτεχνία; Όπου και όπως βάδιζε πάντα, ελεύθερη και ασυμβίβαστη, ασυνόδευτη και ασυνόρευτη , πριν έρθει ο (κακός μας) καιρός με την πρόφαση του υποστηρίγματος/«υποστήριξης» κάποιοι να της προσφέρουν τα δεκανίκια της πολιτικής ορθότητας που θα την καθιστούσαν έκτοτε αδιανόητα στάσιμη. «Αυτό που βλέπουμε το σκεφτόμαστε, κι έτσι τελικά δεν το βλέπουμε, λέει ο Όλερ, ενώ άλλοι βλέπουν αυτό που βλέπουν χωρίς πρόβλημα, επειδή δεν το σκέφτονται αυτό που βλέπουν. Αυτό που αποκαλούμε αντίληψη είναι για μας κατά βάση στασιμότητα, ακινησία, τίποτα. Τίποτα. Οτιδήποτε έχει συμβεί το έχουμε σκεφτεί, δεν το έχουμε δει, λέει ο Όλερ» . Είδα και απόειδα λοιπόν με το… φαινόμενο Φερνάντα Μελτσόρ και είπα ό,τι βρέξει ας κατεβάσει! Βαδίζοντας στην εποχή των τυφώνων.