Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Πώς πέρασες τη μέρα σου; - (5 μ.μ.)

 
Μετά τις Σειρήνες η γραφή του Τζόυς κάνει μία διακριτή μεταστροφή. Φυσικά διατηρούνται τα ευφάνταστα λογοπαίγνια, οι μεταφορές της γλώσσας, οι δεκάδες μικροπλοκές που δανείζονται γλωσσικά στοιχεία των χώρων και των γεγονότων που περιγράφουν. Εκείνο που αλλάζει είναι η διάθεση του Τζόυς και η επιθυμία του να ασχοληθεί πλεόν πιο εκτεταμένα με τα διάφορα είδη της γλώσσας. Στην Βιογραφία του Έλμαν, αυτή η μεταστροφή του Τζόυς είχε ως επίκεντρο το κεφάλαιο Βόδια του Ήλιου, σημείο αναφοράς στον Οδυσσέα και ένα προοίμιο για όσα σκεφτόταν ήδη για το εκκολαπτόμενο Finnegans Wake. Μια πρόγευση αυτής της μεταστροφής, παίρνουμε στο κεφάλαιο Κύκλωπες.
 
Εδώ, η δράση του κεφαλαίου τοποθετείται σε μία ταβέρνα του Δουβλίνου στις 5 το απόγευμα. Αφηγητής είναι ένας τύπος που δεν κατονομάζεται, ο οποίος συναντά τον φίλο του Τζο και τραβούν για ένα ποτάκι στην ταβέρνα. Εκεί βρίσκεται ο πολίτης, ένας πελώριος άντρας και πελώριος εθνικιστής που αράζει παρέα με τον εξίσου πελώριο και άγριο σκύλο του. Είναι σαφές ήδη από την αρχή ότι ο πολίτης αποτελεί τον σύγχρονο Κύκλωπα. Μετά τρίβει με το χέρι του το μάτι του.
 
Το ενδιαφέρον του κεφαλαίου βρίσκεται στον τρόπο που είναι γραμμένο (όπως και κάθε άλλο κεφάλαιο, εδώ που τα λέμε). Ο Τζόυς χρησιμοποιεί από την μια τον απλό, βατό, σύγχρονο λόγο και από την άλλη, έναν λόγο επικό, μυθολογικό, θρησκευτικό, αρχαΐζοντα. Οι δύο λόγοι εναλλάσσονται αρμονικά, με την πλοκή να μεταπηδά από τον έναν στον άλλο δίχως να διαταράσσεται η συνέχεια και η συνάφειά της. Ο αναγνώστης σαστίζει προσωρινά, ειδικά μόλις αντιλαμβάνεται ότι αυτός ο, εκ πρώτης όψεως στρυφνός, επικός λόγος διεκδικεί την μισή έκταση ενός 70σέλιδου κεφαλαίου. Ωστόσο, μόλις συνηθίζει λίγο αυτόν τον «ξεχασμένο» λόγο, αφήνεται πρόθυμα σε μια παιγνιώδη «προσωδία» που τον τέρπει και τον μαγεύει (σε αυτό συμβάλλει πολύ και η ευφυία του μεταφραστή).
 

 
Μέσα στην ταβέρνα συναντούμε πρόσωπα άγνωστα (σε λίγο θα έρθουν και μερικοί παλιοί γνωστοί) αλλά όσα γεγονότα εξιστορούνται μας είναι στην πλειονότητά τους ήδη γνωστά. Ας πούμε, ο θάνατος του Πάντυ Ντίγκναμ.
 
- Σίγουρα τον είδα πριν από πέντε λεπτά, λέει ο Αλφ, όπως σε βλέπω και με βλέπεις.
...
- Τότε είδες το φάντασμά του, λέει ο Τζο, ο Θεός να μας φυλάει.
...
- Πέθανε! λέει ο Αλφ. Αυτός δεν είναι περισσότερο πεθαμένος από σένα.
- Μπορεί να είναι έτσι, λέει ο Τζο. Πάντως είχαν το θράσος να τον θάψουν σήμερα το πρωί.
 
Και αμέσως μέτα ο Τζόυς μάς προσφέρει τις πρώτες εντυπώσεις από το υπερπέραν του καημένου Πάντυ. Ερωτώμενος δια του γηίνου ονόματός του σχετικώς με την διαμονήν του εις τον ουράνιον κόσμον ούτος εδήλωσεν ότι ήτο τώρα εις την ατραπόν της πραλάγια ή επιστροφής αλλά ακόμη υπέκειτο εις δοκιμασίαν εις τας χείρας ορισμένων αιμοδιψών οντοτήτων επί των κατωτέρων αστρικών επιπέδων. (...) Εν συνεχεία ηρωτήθη εάν υπήρχον ιδιαίτεραι επιθυμίαι εκ μέρους των τεθνεώτων και η απάντησις ήτο: Σας χαιρετούμε, φίλοι εκ της γης, οίτινες είσθε ακόμη εν σώματι.
 
Στο προηγούμενο κεφάλαιο, ο Μπλουμ αποχωρεί από το ξενοδοχείο Όρμοντ μόλις οι εθνικιστικές κορώνες των θαμώνων φθάνουν στο απόγειο, φανερώνοντας με την αποχώρησή του και την ηθική του στάση. Ερχόμενος στην ταβέρνα, συναντά τον πολίτη ο οποίος ενσαρκώνει συμπυκνωμένο όλον τον εθνικισμό της Ιρλανδίας. Οι συζητήσεις γύρω από τα εθνικά θέματα της χώρας έχουν αρχίσει να φουντώνουν και σταδιακά παρεκτρέπονται – ο Τζόυς παίζει στα δάχτυλα την ιστορία της χώρας του και η ένταση που αυξάνεται καθώς προχωρά το κεφάλαιο δίνει μια εκπληκτική αίσθηση στο όλο επεισόδιο. Ο Μπλουμ παίρνει μέρος στην συζήτηση εντελώς κατευναστικά, αναγκάζοντας σε κάποιο σημείο τον ανώνυμο αφηγητή να σκεφτεί: Δεν σας το είπα; Αλήθεια, σαν την μπίρα που πίνω, αν αυτός ήταν στα τελευταία του, αυτός θα προσπαθούσε να σας πείσει πως το να πεθαίνεις είναι να ζεις. Φυσικά ο Μπλουμ είναι ο μόνος ρεαλιστής εκεί μέσα, αλλά δεν μπορεί παρά να δείχνει ο μόνος παράλογος!
 
Ακολουθεί ένας συνταρακτικός διάλογος μέσα από τον οποίον φαίνεται ξεκάθαρα η ηθική υπεροχή του Μπλουμ έναντι των κατώτερων ενστίκτων των συντρόφων του.  
 
- Διωγμοί, λέει αυτός, όλη η ιστορία του κόσμου είναι γεμάτη απ' αυτούς. Διαιωνίζουν το εθνικό μίσος μεταξύ των εθνών.
- Αλλά ξέρεις το τι σημαίνει ένα έθνος; λέει ο Τζων Γουάυζ.
- Ναι, λέει ο Μπλουμ.
- Τι; λέει ο Τζων Γουάυζ.
- Ένα έθνος; λέει ο Μπλουμ. Ένα έθνος είναι οι ίδιοι άνθρωποι που ζουν στο ίδιο μέρος.
(...)
- Ή επίσης που ζουν σε διαφορετικά μέρη.
(...)
- Ποιο είναι το έθνος σου, αν επιτρέπεται να ρωτήσω; λέει ο πολίτης.
- Η Ιρλανδία, λέει ο Μπλουμ. Γεννήθηκα εδώ. Στην Ιρλανδία.
(...)
- Και εγώ ανήκω σε μια φυλή επίσης, λέει ο Μπλουμ, που μισείται και διώκεται. Ακόμη και τώρα, αυτή τη στιγμή.
(...)
- Μιλάς για την νέα Ιερουσαλήμ; λέει ο πολίτης.
- Μιλώ για την αδικία, λέει ο Μπλουμ.
(...)
- Αλλά είναι ανώφελο, λέει αυτός. Βία, μίσος, ιστορία, όλ' αυτά. Αυτή δεν είναι ζωή για άντρες και γυναίκες, η προσβολή και το μίσος. Και ο καθένας το ξέρει πως αυτά είναι εντελώς το αντίθετο απ' αυτό που είναι η πραγματική ζωή.
- Τι είναι; λέει ο Αλφ.
- Αγάπη, λέει ο Μπλουμ. Εννοώ το αντίθετο του μίσους.
 
Η εβραϊκότητά του, η πεποίθηση των θαμώνων ότι ανήκει στην μασονική στοά και ένα τυχαίο παραπλανητικό γεγονός, ενισχύουν την έχθρική στάση εναντίον του. Ο Θεός να φυλάει την Ιρλανδία από τους όμοιους αυτού του βρομοποντικού. Ο κύριος Μπλουμ και οι μπουρδολογίες του. Στο κεφάλαιο Λωτοφάγοι, αν θυμάστε, ο Μπλουμ κρατούσε συνεχώς μία εφημερίδα. Σε κάποια στιγμή έρχεται ένας φίλος του και ζητάει να του την δανείσει μισό λεπτό για να δει τις ιπποδρομίες. Ο Μπλουμ του δίνει την εφημερίδα και του λέει ότι μπορεί να την κρατήσει γιατί μόλις είχε αποφασίσει να την πετάξει στα σκουπίδια. Ο φίλος του σαστίζει με αυτή την δήλωση και αποχωρεί ξεχνώντας να μελετήσει την εφημερίδα. Στους Κύκλωπες γίνεται αναφορά για την ιπποδρομία και για το γεγονός ότι κέρδισε το αουτσάιντερ με το ψευδώνυμο «Απόρριμμα». Έτσι, δημιουργείται στους θαμώνες η λανθασμένη εντύπωση ότι ο Μπλουμ γνώριζε και πόνταρε στο αουτσάιντερ και με τη δήλωση ότι θα πετάξει την εφημερίδα στα σκουπίδια, προσπαθούσε να πείσει και τον φίλο του να ποντάρει στο ίδιο.
 
[...] Συνάντησα τον Μπάνταμ Λάυονς πηγαίνοντας να στοιχηματίσει σε εκείνο το άλογο, αλλά τον απέτρεψα, και μου είπε πως ο Μπλουμ του το πρότεινε. Στοιχηματίζω ό,τι θέλετε πως παίρνει εκατό στερλίνες προς πέντε. Είναι ο μόνος άνθρωπος στο Δουβλίνο που κέρδισε. Αουτσάιντερ.
 
Η συζήτηση αυτή γίνεται την ώρα που ο Μπλουμ πηγαίνει δίπλα στο δικαστήριο για μια νομική υπόθεση. Οι θαμώνες πιστεύουν ότι πάει να εισπράξει τα κέρδη. Εν την απουσία του κάνει εμφάνιση στην ταβέρνα και ο Μάρτιν Κάννινγκχαμ – ο Μπλουμ πήγε εξαρχής στην ταβέρνα με σκοπό να συναντήσει τον Μάρτιν Καννινγκχαμ. Σιγά σιγά, το μίσος εναντίον του Μπλουμ γιγαντώνεται, του έχουν «μαζέψει» ήδη πολλά, ο πολίτης είναι έτοιμος να εκραγεί όταν αναφωνεί σαρκαστικά:
 
- Αυτός είναι ο νέος Μεσσίας για την Ιρλανδία! Την Ιρλανδία των αγίων και των σοφών!
 
Την στιγμή που επιστρέφει ο Μπλουμ η οργή είναι έτοιμη να ξεσπάσει πάνω του. Ο Μάρτιν Κάννινγκχαμ με διορατικότητα αλλά και βιασύνη, χαιρετά τους θαμώνες και φυγαδεύει τον Μπλουμ στην άμαξα που περιμένει έξω. Και τότε ο Τζόυς, σε μία εξαιρετική έμπνευση, μετατρέπει την άμαξα σε πλοίο, κάνοντας μια σύνδεση με τον ομηρικό Οδυσσέα, ο οποίος ξεφεύγει θριαμβευτής από την οργή του ταπεινωμένου Πολύφημου. Εδώ μας αποκαλύπτεται ένα απρόσμενο στοιχείο – για πρώτη φορά στο βιβλίο, ο μαλακός Μπλουμ, ο αισθάνομαι τόσο μόνος Μπλουμ, θυμώνει! Πάνω στην άμαξα-πλοίο ο Μπλουμ θυμώνει με το ηλίθιο μίσος του πολίτη και φωνάζει:
 
- Ο Μέντελσον ήταν εβραίος και ο Καρλ Μαρξ και ο Μερκαντάντε και ο Σπινόζα. Και ο Σωτήρας ήταν εβραίος και ο πατέρας του ήταν εβραίος. Ο Θεός σας. (...) ο Θεός σας ήταν εβραίος. Ο Χριστός ήταν εβραίος όπως εγώ.
 

 
Ο πολίτης βγαίνει έξω κυνηγώντας τον (Πού είναι αυτός να τον σκοτώσω;), το ακόρεστο μίσος του τον έχει τυφλώσει – ο συμβολισμός είναι κάτι παραπάνω από εμφανής. Ο Μπλουμ με την άτεγκτη ηθική του στάση αλλά και έναν τρόμο στην καρδιά, ξέρει ότι έχει γλυτώσει, και πάντα θα γλυτώνει χάρη στην αγάπη. Γιατί, η αγάπη αγαπά να αγαπά την αγάπη.

Σχόλια

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

En passant

  Το «Αν πασάν» είναι ένας σκακιστικός κανόνας, περιθωριακός και άγνωστος αλλά ιδιαιτέρως αποτελεσματικός και σημαντικός. Στις αρχικές τους κινήσεις, τα πιόνια έχουν το δικαίωμα να κινηθούν ένα ή δύο τετράγωνα μπροστά. Αν επιλέξουν να κινηθούν δύο τετράγωνα μπροστά και ένα αντίπαλο πιόνι βρίσκεται σε τέτοια θέση ώστε να μπορούσε να το αιχμαλωτίσει αν το πιόνι που κινήθηκε δυο τετράγωνα αποφάσιζε να κινηθεί μόνο ένα, τότε, έχει το δικαίωμα να το αιχμαλωτίσει και σε αυτή την περίπτωση που κάνει δύο βήματα. Έχουμε δηλαδή, αν πασάν... αιχμαλωσία εν τη διελεύσει. Είναι δυσνόητο στην περιγραφή αλλά αρκετά ξεκάθαρο στην πράξη. Βέβαια, όταν είσαι αρχάριος σκακιστής και το συναντήσεις πρώτη φορά σε ηλεκτρονική παρτίδα, τότε πείθεσαι ότι κάποιο «bug» έχει η ιστοσελίδα, ότι σε χακάρανε ή ότι άρπαξες όλες τις ιώσεις του κυβερνοχώρου. Τα βιβλία του Ναμπόκοφ, μου προσφέρουν την ισχυρή εντύπωση ότι αποτελούν ένα συνεχές λογοτεχνικό en passant, σε αιχμαλωτίζουν εν τη διελεύσει.

Το Δώρο

Θα μπορούσε ο Στέφανος Ξενάκης να είναι ο Στέφανος Δαίδαλος του σήμερα; Ή να το αλλάξω κάπως για να ’χουμε καλό ρώτημα: θα μπορούσε ο Τζέημς Τζόυς (μαζί και οι όποιες καλλιτεχνικές μεταμορφώσεις του) να γίνει ένας motivational speaker της σημερινής εποχής; Κανείς πλέον (αν υποθέσουμε ότι μπορούσε κάποτε) δεν διαβάζει τον «Οδυσσέα». Δεν μπορεί να αντέξει ότι αυτό το βιβλίο τον περιγράφει, ακόμα και σήμερα ή και περισσότερο σήμερα, τόσο καλά παρά την μοναδικότητα του κάθε ανθρώπου. Του αφιερώνει μία μέρα τον χρόνο, την σημερινή (παρόλο που άλλαξε η μέρα, το blogger έμεινε σταθερά πίσω!), και μετά τον στέλνει αδιάβαστο. Αν κάποιος όμως του σερβίρει για πρωινό όμορφες φράσεις με γαρνιτ ούρα υπέροχα σκίτσα, τότε μπορεί να νιώσει στιγμιαία χαρά και να βελάζει σαν ανέφελο πρόβατο στα λιβάδια του χρόνου. 

Αποδοχή cookies

«Ευτυχώς, αν θέλει κάποιος να βρει μεστές απόψεις για καλά βιβλία, υπάρχουν ήδη πολύ αξιόλογα βιβλιοφιλικά μπλογκ, όπως το κορυφαίο, του Librofilo ή το αγαπημένο του, του Μαραμπού» . Να ξέρετε ότι όταν μου δίνουν γλυκό, έστω και σε μορφή βιβλίου, το αποδέχομαι αμέσως. Επίσης, να ξέρετε ότι ενίοτε μπορεί να γράφω για βιβλία που δεν έχω διαβάσει, όλοι το κάνουμε αυτό, απλώς οι περισσότεροι εντελώς αποτυχημένα, αλλά ποτέ δεν γράφω για βιβλίο που δεν μου άρεσε προφασιζόμενος το αντίστροφο∙ όλοι το κάνετε και αυτό, απλώς οι περισσότεροι εντελώς αποτυχημένα. Το βιβλίο είναι δώρο της συγγραφέα, καλής διαδικτυακής φίλης, και η άποψή μου για αυτό ολότελα υποκειμενική – ξέρω, απανωτά σοκ! – και ουδεμία σχέση έχει με την αντικειμενική κριτική που από καιρό θα έπρεπε να γίνει αντικείμενο κριτικής, τουλάχιστον στην Ελλάδα. Από το να μασήσω τα λόγια μου, θα προτιμήσω τα μπισκότα. «Όχι πως δεν ήταν επηρεασμένος και από το ιστολόγιο «Πιπέρι και σπασμένες γραμμές» με τις λαχταριστές αναρτήσεις σχετικά ...

Kinds of kindness

Τα περισσότερα μαγαζιά έχουν ήδη στολίσει με ελλειμματικό γούστο, οι κουραμπιέδες άρχισαν να ανταγωνίζονται τα μελομακάρονα – και τα δυο μαζί την Dubai chocolate –, η Black Friday με τις ασυναγώνιστες τιμές της θα κοντράρει στα ίσα την αληθινή ύπαρξη του ΑΙ Βασίλη, ο καιρός προσπαθεί να τα βρει με τον απορυθμισμένο θερμοστάτη του και γενικά είμαστε μια ωραία ατμόσφαιρα είμαστε. Και μέσα σε όλα αυτά, οι δημοσιογράφοι, οι αθλητές, η εκκλησία, τα ιδρύματα, οι πολιτικοί (που είναι για τα ιδρύματα) θα δείξουν το καλοσυνάτο πρόσωπό τους στους ταλαίπωρους ετούτου του κόσμου. Και μην ξεχνάμε, ότι κυρίως τα Χριστούγεννα είναι για τα παιδιά – και για όλα εκείνα που γιόρταζε η πρόσφατη «Παγκόσμια Ημέρα κατά της Κακοποίησης των παιδιών». «Πάντοτε, τα Χριστούγεννα έβγαζαν στους ανθρώπους τον καλύτερο αλλά και τον χειρότερο εαυτό τους».    

Ασκήσεις μνήμης

  Τις ασκήσεις ύφους τις κατέκτησε σε βαθμό που λίγοι συγγραφείς φτάνουν , με τις ασκήσεις μνήμης όμως κανείς άνθρωπος δεν τα βγάζει εύκολα πέρα. Όλοι μας γράφουμε autofiction από 8 χρονών – Περιγράψτε μας τα πιο ωραία σας Χριστούγεννα – τα νεύρα μου! Το autofiction πλέον μοιάζει να είναι ένας ευφημισμός για να αποδεχόμαστε κάποιες συγγραφικές μετριότητες ως κάτι παραπάνω από αυτό που είναι. Είναι προσβολή να θεωρείς ότι ο Τζόυς ή ο Σελίν (που επιτέλους σε λίγες μέρες θα εκδοθεί το «Θάνατος επί πιστώσει»∙ Γκάλοπ: ποιο άργησε περισσότερο; Το Μετρό Θεσσαλονίκης ή το βιβλίο του Σελίν;) έγραψαν autofiction. Το ίδιο ισχύει και για τον Καλβίνο στη συγκεκριμένη συλλογή. Δεν θα ξεχάσουμε και αυτά που ξέρουμε! «Μόνο πετώντας πράγματα μπορώ να βεβαιωθώ πως ακόμα δεν έχει πεταχτεί κάτι από μένα, κάτι που ίσως να μην είναι ούτε και θα είναι για πέταμα» .  

Βαρύ περιστατικό

Συγγραφείς με χιούμορ δεν χαίρουν ιδιαίτερης εκτίμησης, θεωρώ, από το αναγνωστικό κοινό. Ποιος ξέρει πόσα ελαττώματα πασχίζει να κρύψει πίσω από αυτό, θα σκέφτονται, και δεν μπορεί, κάποιο ελάττωμα θα έχει να κάνει σίγουρα και με την συγγραφή. Επίσης το χιούμορ αξιώνει ευφυΐα και το κοινό δεν θέλει να περνιέται για ηλίθιο. Ο Άμπροουζ Μπιρς με τις διάσημες σατιρικές ιστορίες του και τα σκωπτικά λήμματα θα μπορούσε να θεωρηθεί ένας τέτοιος∙ καλός για να χαμογελάμε πού και πού, μας κάνει ενίοτε και τον έξυπνο, αλλά δεν πειράζει, καλή καρδιά. Ίσως να ήταν έτσι – αν και δεν συμμερίζομαι καθόλου αυτή την άποψη – αν δεν έγραφε τα διηγήματα από τις εμπειρίες του στον Αμερικανικό Εμφύλιο. Σκλάβος του για πάντα!    

The Elephant Man

Υπάρχει ένας ελέφαντας στο δωμάτιο – όχι ρε, δεν εννοώ εσάς, φάτε ελεύθερα όσο θέλετε! – και αυτός δεν είναι άλλος από τον ίδιο τον άνθρωπο. Οξύμωρο, καταλαβαίνω, αλλά στο περίκλειστο δωμάτιο που είναι ο κόσμος ολάκερος, αν θες να παραμένεις ανθρώπινος πρέπει να έχεις καρφωμένα τα μάτια σου στον ελέφαντα. «–Είναι επειδή, με τον τρόπο που ο κερατάς σου παρουσιάζει τα πράγματα, παραέδινε την εντύπωση ότι έφτυνε κατάμουτρα το είδος για το οποίο πέθανε ο Κύριός μας. Δεν είχες την αίσθηση ότι υπέγραφες υπέρ των ελεφάντων αλλά εναντίον των ανθρώπων» . Διαβάζω το βιβλίο του Ρομαίν Γκαρύ περίπου από τον Ιούλιο, κυρίως επειδή τα μεγάλα βιβλία τα διαβάζω τραπεζίως , δηλαδή ανάμεσα σε άλλα μικρότερα αναγνωστικά γεύματα (και τις τελευταίες μέρες και κυριολεκτικά)∙ αλλά αυτό δεν με ενοχλεί καθόλου γιατί υπήρξε ένα από τα καλύτερα βιβλία που διάβασα τα πολλά τελευταία χρόνια, και αν δεν ανανέωσε την πίστη μου στον άνθρωπο, τουλάχιστον ανανέωσε εκείνη στο μυθιστόρημα: «ο καθείς και οι ελέφαντές του, ...

100% cotton

Μπορεί τον τελευταίο χρόνο να δουλεύω στον τριτογενή τομέα παραγωγής και συγκεκριμένα σε στεγνοκαθαριστήριο – φροντίζοντας να μην τα κάνω μούσκεμα με τα ρούχα… ενώ τα κάνω μούσκεμα! – και να χαζεύω στα ταμπελάκια τι ποσοστό επί τοις εκατό βαμβάκι περιέχουν – πολυεστέρα, κερδάμε! – αλλά υπήρξαν σκληρές εποχές που δεν βελτιώθηκαν και ιδιαίτερα για πολλούς ανθρώπους, που για 100% βαμβάκι πληρωνόσουν ένα υποπολλαπλάσιό του και θα έπρεπε να λες και ευχαριστώ από πάνω. «Η αχαριστία αποτελεί συστατικό στοιχείο του χαρακτήρα των ανθρώπων σε τέτοιο βαθμό, που είναι προτιμότερο να τη θεωρεί κανείς προκαταβολικά δεδομένη και να μη στενοχωριέται» . Εδώ το ίδιο σου το πλυντήριο δεν είναι αξιόπιστο (στους χρόνους) και δεν λέει την αλήθεια, γιατί περιμένεις να το κάνουν οι άνθρωποι;

Το κτίσμα

  Τώρα που έφτασε αισίως 46 Αυγούστου και χειμώνιασε για τα καλά, ποιος δε θα ήθελε να διαβάσει μία καλή ιστορία δίπλα στο τζάκι! Τι γίνεται όμως αν το τζάκι, και συγκεκριμένα η καμινάδα, είναι το θέμα της ίδιας της ιστορίας; Μην σας παγώνει αυτό, γιατί την ιστορία την έγραψε ο Χέρμαν Μέλβιλ και τίποτα δεν μπορεί να πάει στραβά όταν συμβαίνει αυτό. Η λογοτεχνία του είναι πάντα πρόσφορη σε αναλύσεις που θεωρητικά θα βελτίωναν την κατανόηση που κρύβεται βαθιά στα θεμέλια κάθε έργου του, αλλά ταυτόχρονα ίσως θα κατέστρεφε τα οφέλη που υπάρχουν στα υψηλότερα διανοητικά πατώματα, απόρροια της μαγευτικής του αρχιτεκτονικής γραφής – «Ή, μάλλον, αυτή η ίδια δίνει απαντήσεις ασταμάτητα, ασταμάτητα ταλανίζοντάς με μ’ αυτή την τρομερή της ζέση για βελτίωση, η οποία δεν είναι παρά μια ελαφρότερη απόδοση της λέξης καταστροφή».

Σαν ναυαγοί, σαν ροβινσώνες

Ο βιασμός ενός βιβλίου και ενός συγγραφέα γίνεται με τις διασκευές . Συγγραφείς μεγάλου βεληνεκούς και εξαιρετικού κύρους όπως ο Ντάνιελ Ντιφόου, ο Ρόμπερτ Στήβενσον, ο Ιούλιος Βερν και ο Τζόναθαν Σουίφτ (με την ευκαιρία, να ξαναπώ ότι «Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ» είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία. Δεν είναι απλώς ένα από τα καλύτερα βιβλία του είδους· ή του 18ου αιώνα· ή της αγγλοσαξονικής λογοτεχνίας. Πέρα από κάθε είδους περιορισμό, τροπικό, χρονικό ή χωρικό, το βιβλίο του Σουίφτ είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία που έχουν γραφτεί επί γης) αντιμετωπίζονται από το αναγνωστικό συγγραφικό φαντασιακό σαν μικρομέγαλοι συγγγραφίσκοι που είχαν κόλλημα με την παιδική ηλικία και ανακλύκλωναν απλοϊκές ιστορίες που δεν πρέπει να διαβάζονται μετά τα δώδεκα – λες και το να είσαι παιδί είναι ιδιότητα μόνο ενός παιδιού. Κούνια που σας κούναγε!