Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Πώς πέρασες τη μέρα σου; - (5 μ.μ.)

 
Μετά τις Σειρήνες η γραφή του Τζόυς κάνει μία διακριτή μεταστροφή. Φυσικά διατηρούνται τα ευφάνταστα λογοπαίγνια, οι μεταφορές της γλώσσας, οι δεκάδες μικροπλοκές που δανείζονται γλωσσικά στοιχεία των χώρων και των γεγονότων που περιγράφουν. Εκείνο που αλλάζει είναι η διάθεση του Τζόυς και η επιθυμία του να ασχοληθεί πλεόν πιο εκτεταμένα με τα διάφορα είδη της γλώσσας. Στην Βιογραφία του Έλμαν, αυτή η μεταστροφή του Τζόυς είχε ως επίκεντρο το κεφάλαιο Βόδια του Ήλιου, σημείο αναφοράς στον Οδυσσέα και ένα προοίμιο για όσα σκεφτόταν ήδη για το εκκολαπτόμενο Finnegans Wake. Μια πρόγευση αυτής της μεταστροφής, παίρνουμε στο κεφάλαιο Κύκλωπες.
 
Εδώ, η δράση του κεφαλαίου τοποθετείται σε μία ταβέρνα του Δουβλίνου στις 5 το απόγευμα. Αφηγητής είναι ένας τύπος που δεν κατονομάζεται, ο οποίος συναντά τον φίλο του Τζο και τραβούν για ένα ποτάκι στην ταβέρνα. Εκεί βρίσκεται ο πολίτης, ένας πελώριος άντρας και πελώριος εθνικιστής που αράζει παρέα με τον εξίσου πελώριο και άγριο σκύλο του. Είναι σαφές ήδη από την αρχή ότι ο πολίτης αποτελεί τον σύγχρονο Κύκλωπα. Μετά τρίβει με το χέρι του το μάτι του.
 
Το ενδιαφέρον του κεφαλαίου βρίσκεται στον τρόπο που είναι γραμμένο (όπως και κάθε άλλο κεφάλαιο, εδώ που τα λέμε). Ο Τζόυς χρησιμοποιεί από την μια τον απλό, βατό, σύγχρονο λόγο και από την άλλη, έναν λόγο επικό, μυθολογικό, θρησκευτικό, αρχαΐζοντα. Οι δύο λόγοι εναλλάσσονται αρμονικά, με την πλοκή να μεταπηδά από τον έναν στον άλλο δίχως να διαταράσσεται η συνέχεια και η συνάφειά της. Ο αναγνώστης σαστίζει προσωρινά, ειδικά μόλις αντιλαμβάνεται ότι αυτός ο, εκ πρώτης όψεως στρυφνός, επικός λόγος διεκδικεί την μισή έκταση ενός 70σέλιδου κεφαλαίου. Ωστόσο, μόλις συνηθίζει λίγο αυτόν τον «ξεχασμένο» λόγο, αφήνεται πρόθυμα σε μια παιγνιώδη «προσωδία» που τον τέρπει και τον μαγεύει (σε αυτό συμβάλλει πολύ και η ευφυία του μεταφραστή).
 

 
Μέσα στην ταβέρνα συναντούμε πρόσωπα άγνωστα (σε λίγο θα έρθουν και μερικοί παλιοί γνωστοί) αλλά όσα γεγονότα εξιστορούνται μας είναι στην πλειονότητά τους ήδη γνωστά. Ας πούμε, ο θάνατος του Πάντυ Ντίγκναμ.
 
- Σίγουρα τον είδα πριν από πέντε λεπτά, λέει ο Αλφ, όπως σε βλέπω και με βλέπεις.
...
- Τότε είδες το φάντασμά του, λέει ο Τζο, ο Θεός να μας φυλάει.
...
- Πέθανε! λέει ο Αλφ. Αυτός δεν είναι περισσότερο πεθαμένος από σένα.
- Μπορεί να είναι έτσι, λέει ο Τζο. Πάντως είχαν το θράσος να τον θάψουν σήμερα το πρωί.
 
Και αμέσως μέτα ο Τζόυς μάς προσφέρει τις πρώτες εντυπώσεις από το υπερπέραν του καημένου Πάντυ. Ερωτώμενος δια του γηίνου ονόματός του σχετικώς με την διαμονήν του εις τον ουράνιον κόσμον ούτος εδήλωσεν ότι ήτο τώρα εις την ατραπόν της πραλάγια ή επιστροφής αλλά ακόμη υπέκειτο εις δοκιμασίαν εις τας χείρας ορισμένων αιμοδιψών οντοτήτων επί των κατωτέρων αστρικών επιπέδων. (...) Εν συνεχεία ηρωτήθη εάν υπήρχον ιδιαίτεραι επιθυμίαι εκ μέρους των τεθνεώτων και η απάντησις ήτο: Σας χαιρετούμε, φίλοι εκ της γης, οίτινες είσθε ακόμη εν σώματι.
 
Στο προηγούμενο κεφάλαιο, ο Μπλουμ αποχωρεί από το ξενοδοχείο Όρμοντ μόλις οι εθνικιστικές κορώνες των θαμώνων φθάνουν στο απόγειο, φανερώνοντας με την αποχώρησή του και την ηθική του στάση. Ερχόμενος στην ταβέρνα, συναντά τον πολίτη ο οποίος ενσαρκώνει συμπυκνωμένο όλον τον εθνικισμό της Ιρλανδίας. Οι συζητήσεις γύρω από τα εθνικά θέματα της χώρας έχουν αρχίσει να φουντώνουν και σταδιακά παρεκτρέπονται – ο Τζόυς παίζει στα δάχτυλα την ιστορία της χώρας του και η ένταση που αυξάνεται καθώς προχωρά το κεφάλαιο δίνει μια εκπληκτική αίσθηση στο όλο επεισόδιο. Ο Μπλουμ παίρνει μέρος στην συζήτηση εντελώς κατευναστικά, αναγκάζοντας σε κάποιο σημείο τον ανώνυμο αφηγητή να σκεφτεί: Δεν σας το είπα; Αλήθεια, σαν την μπίρα που πίνω, αν αυτός ήταν στα τελευταία του, αυτός θα προσπαθούσε να σας πείσει πως το να πεθαίνεις είναι να ζεις. Φυσικά ο Μπλουμ είναι ο μόνος ρεαλιστής εκεί μέσα, αλλά δεν μπορεί παρά να δείχνει ο μόνος παράλογος!
 
Ακολουθεί ένας συνταρακτικός διάλογος μέσα από τον οποίον φαίνεται ξεκάθαρα η ηθική υπεροχή του Μπλουμ έναντι των κατώτερων ενστίκτων των συντρόφων του.  
 
- Διωγμοί, λέει αυτός, όλη η ιστορία του κόσμου είναι γεμάτη απ' αυτούς. Διαιωνίζουν το εθνικό μίσος μεταξύ των εθνών.
- Αλλά ξέρεις το τι σημαίνει ένα έθνος; λέει ο Τζων Γουάυζ.
- Ναι, λέει ο Μπλουμ.
- Τι; λέει ο Τζων Γουάυζ.
- Ένα έθνος; λέει ο Μπλουμ. Ένα έθνος είναι οι ίδιοι άνθρωποι που ζουν στο ίδιο μέρος.
(...)
- Ή επίσης που ζουν σε διαφορετικά μέρη.
(...)
- Ποιο είναι το έθνος σου, αν επιτρέπεται να ρωτήσω; λέει ο πολίτης.
- Η Ιρλανδία, λέει ο Μπλουμ. Γεννήθηκα εδώ. Στην Ιρλανδία.
(...)
- Και εγώ ανήκω σε μια φυλή επίσης, λέει ο Μπλουμ, που μισείται και διώκεται. Ακόμη και τώρα, αυτή τη στιγμή.
(...)
- Μιλάς για την νέα Ιερουσαλήμ; λέει ο πολίτης.
- Μιλώ για την αδικία, λέει ο Μπλουμ.
(...)
- Αλλά είναι ανώφελο, λέει αυτός. Βία, μίσος, ιστορία, όλ' αυτά. Αυτή δεν είναι ζωή για άντρες και γυναίκες, η προσβολή και το μίσος. Και ο καθένας το ξέρει πως αυτά είναι εντελώς το αντίθετο απ' αυτό που είναι η πραγματική ζωή.
- Τι είναι; λέει ο Αλφ.
- Αγάπη, λέει ο Μπλουμ. Εννοώ το αντίθετο του μίσους.
 
Η εβραϊκότητά του, η πεποίθηση των θαμώνων ότι ανήκει στην μασονική στοά και ένα τυχαίο παραπλανητικό γεγονός, ενισχύουν την έχθρική στάση εναντίον του. Ο Θεός να φυλάει την Ιρλανδία από τους όμοιους αυτού του βρομοποντικού. Ο κύριος Μπλουμ και οι μπουρδολογίες του. Στο κεφάλαιο Λωτοφάγοι, αν θυμάστε, ο Μπλουμ κρατούσε συνεχώς μία εφημερίδα. Σε κάποια στιγμή έρχεται ένας φίλος του και ζητάει να του την δανείσει μισό λεπτό για να δει τις ιπποδρομίες. Ο Μπλουμ του δίνει την εφημερίδα και του λέει ότι μπορεί να την κρατήσει γιατί μόλις είχε αποφασίσει να την πετάξει στα σκουπίδια. Ο φίλος του σαστίζει με αυτή την δήλωση και αποχωρεί ξεχνώντας να μελετήσει την εφημερίδα. Στους Κύκλωπες γίνεται αναφορά για την ιπποδρομία και για το γεγονός ότι κέρδισε το αουτσάιντερ με το ψευδώνυμο «Απόρριμμα». Έτσι, δημιουργείται στους θαμώνες η λανθασμένη εντύπωση ότι ο Μπλουμ γνώριζε και πόνταρε στο αουτσάιντερ και με τη δήλωση ότι θα πετάξει την εφημερίδα στα σκουπίδια, προσπαθούσε να πείσει και τον φίλο του να ποντάρει στο ίδιο.
 
[...] Συνάντησα τον Μπάνταμ Λάυονς πηγαίνοντας να στοιχηματίσει σε εκείνο το άλογο, αλλά τον απέτρεψα, και μου είπε πως ο Μπλουμ του το πρότεινε. Στοιχηματίζω ό,τι θέλετε πως παίρνει εκατό στερλίνες προς πέντε. Είναι ο μόνος άνθρωπος στο Δουβλίνο που κέρδισε. Αουτσάιντερ.
 
Η συζήτηση αυτή γίνεται την ώρα που ο Μπλουμ πηγαίνει δίπλα στο δικαστήριο για μια νομική υπόθεση. Οι θαμώνες πιστεύουν ότι πάει να εισπράξει τα κέρδη. Εν την απουσία του κάνει εμφάνιση στην ταβέρνα και ο Μάρτιν Κάννινγκχαμ – ο Μπλουμ πήγε εξαρχής στην ταβέρνα με σκοπό να συναντήσει τον Μάρτιν Καννινγκχαμ. Σιγά σιγά, το μίσος εναντίον του Μπλουμ γιγαντώνεται, του έχουν «μαζέψει» ήδη πολλά, ο πολίτης είναι έτοιμος να εκραγεί όταν αναφωνεί σαρκαστικά:
 
- Αυτός είναι ο νέος Μεσσίας για την Ιρλανδία! Την Ιρλανδία των αγίων και των σοφών!
 
Την στιγμή που επιστρέφει ο Μπλουμ η οργή είναι έτοιμη να ξεσπάσει πάνω του. Ο Μάρτιν Κάννινγκχαμ με διορατικότητα αλλά και βιασύνη, χαιρετά τους θαμώνες και φυγαδεύει τον Μπλουμ στην άμαξα που περιμένει έξω. Και τότε ο Τζόυς, σε μία εξαιρετική έμπνευση, μετατρέπει την άμαξα σε πλοίο, κάνοντας μια σύνδεση με τον ομηρικό Οδυσσέα, ο οποίος ξεφεύγει θριαμβευτής από την οργή του ταπεινωμένου Πολύφημου. Εδώ μας αποκαλύπτεται ένα απρόσμενο στοιχείο – για πρώτη φορά στο βιβλίο, ο μαλακός Μπλουμ, ο αισθάνομαι τόσο μόνος Μπλουμ, θυμώνει! Πάνω στην άμαξα-πλοίο ο Μπλουμ θυμώνει με το ηλίθιο μίσος του πολίτη και φωνάζει:
 
- Ο Μέντελσον ήταν εβραίος και ο Καρλ Μαρξ και ο Μερκαντάντε και ο Σπινόζα. Και ο Σωτήρας ήταν εβραίος και ο πατέρας του ήταν εβραίος. Ο Θεός σας. (...) ο Θεός σας ήταν εβραίος. Ο Χριστός ήταν εβραίος όπως εγώ.
 

 
Ο πολίτης βγαίνει έξω κυνηγώντας τον (Πού είναι αυτός να τον σκοτώσω;), το ακόρεστο μίσος του τον έχει τυφλώσει – ο συμβολισμός είναι κάτι παραπάνω από εμφανής. Ο Μπλουμ με την άτεγκτη ηθική του στάση αλλά και έναν τρόμο στην καρδιά, ξέρει ότι έχει γλυτώσει, και πάντα θα γλυτώνει χάρη στην αγάπη. Γιατί, η αγάπη αγαπά να αγαπά την αγάπη.

Σχόλια

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

Ποίηση χωρίς τέλος

  Αυτή η χρονιά θα ξεκινήσει ακριβώς όπως τελείωσε: με ποίηση. Συλλεκτική ανάρτηση, σπάνια θα ξαναδιαβάσετε τέτοια. Σπάω την παράδοση (και το ρόδι)! Ακόμα σπανιότερα εντυπωσιάζομαι από ποιητές και ποιήματα. Δεν με συγκινεί η συμπύκνωση του λόγου όταν του λείπει ένα είδος «φλυαρίας» – ψάχνω ποιήματα που είναι αμετροεπή με έναν δικό τους τρόπο και ταυτόχρονα στοχευμένα και ουσιώδη. Ποιήματα που δεν πολυπαίρνουν στα σοβαρά τον εαυτό τους καθώς τσαλαβουτούν χαρούμενα στον χυλό της ειρωνείας. Ποιήματα που, απ' ό,τι σωστά αντιλαμβάνεστε, δεν γράφει η πλειοψηφία των ποιητών. Με δυο λόγια, κυνηγώ το ανέφικτο. Αλλά, αυτό δεν κυνηγάμε όλοι στην έναρξη κάθε χρονιάς; Το φλουρί μου για φέτος – λίρα εκατό – ήταν η Βισουάβα ή Βισλάβα ή όπως αλλιώς, Σιμπόρσκα. Η παλιά ποίηση, η ορθόδοξη, είναι Εδώ!

Με ανώμαλους δεν μιλάω

  Ανωμαλία είναι να μην μπορεί μια γυναίκα να κυκλοφορεί άφοβα στους δρόμους, ανωμαλία είναι να πιστεύεις ότι τα εμβόλια σκοπό έχουν να προκαλέσουν περισσότερο κακό από ό,τι καλό, ανωμαλία είναι να νομίζεις ότι η λογοτεχνία σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, ανωμαλία είναι ακόμα το προφιτερόλ να έχει μόνο ένα σουδάκι μέσα, ανωμαλία είναι και ότι ο «Πατάκης» εξακολουθεί να μην εκδίδει Χέρμαν Μέλβιλ. Και πόσες ακόμα ανωμαλίες! Με τελευταία εκείνη του Ερβέ Λε Τελιέ, ενός συγγραφέα που αγάπησα οριστικά από ένα και μόνο βιβλίο του που είχα διαβάσει κάποτε, το «Όλα τα μανιτάρια τρώγονται», η ουλιπιανή έμπνευση που είχε οραματιστεί το facebook χρόνια πριν από τον δημιουργό του. Κάθε φορά που μπαίνετε στο facebook και αντικρίζετε την ερώτηση «Τι σκέφτεσαι;», ικανή να σας παρασύρει ασυγκράτητα να μας εμπιστευτείτε τις επικές σας μπούρδες, σχεδόν πάντα χωρίς καθόλου φιλτράρισμα και ουσία, να θυμάστε ότι ο Τελιέ κάποτε το έκανε… χίλιες φορές καλύτερα από εσάς, πιο δημιουργικά και κυρίως με περισσότερο χι

Dogs never bite me. Just humans.

    Ψόφια πράγματα το φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης – τουλάχιστον οι επιλογές μου – αλλά μόλις είδα ότι θα προβληθεί «Η εξουσία του σκύλου», που βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Τόμας Σάβατζ, ήξερα ότι θα ρεφάρω γιατί κακό σκυλί ψόφο δεν έχει. Και έτσι έγινε, η ταινία δεν με απογοήτευσε και μου θύμισε πόσο είχα αγαπήσει εκείνο το βιβλίο. Μια παραγωγή του Νέτφλιξ που θα είναι διαθέσιμη στην πλατφόρμα από την 1 Δεκεμβρίου ώστε να προλάβει να κάνει τον κύκλο της στις αίθουσες, με τον Κάμπερμπατς στον ρόλο του Φιλ, τον σωσία του Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν στον ρόλο του Τζορτζ και την ωραία Κίρστεν Ντανστ ως Ρόουζ. Η ταινία, όπως και το βιβλίο, σε πολλούς θα φανούν αργά, αδιάφορα και αλλόκοτα, λόγω του περιεχομένου αλλά η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για αριστοτεχνικές δημιουργίες με βάθος. Αντιγράφω εδώ το κείμενο που είχα γράψει στο «Διαβάζοντας» για να θυμάμαι ότι εκείνη η ανάγνωση μετράει ακόμα μέσα μου· σπάνιο, ομολογουμένως.

Εγώ σε λέω αγάπη

  Οι πιο συνηθισμένοι απατεώνες στην Ελλάδα συνήθως ενδύονται τους υδραυλικούς που ζητάνε 55 ευρώ για μια τρόμπα στο καζανάκι και δεν μπορείς και να τους πεις «Χέσε με ρε μάστορα» γιατί μετά πώς θα τραβήξεις καζανάκι; Στη λογοτεχνία από την άλλη, το να χαρακτηρίσεις για οποιονδήποτε λόγο τον Χέρμαν Μέλβιλ απάτη , το κάνεις μόνο αν εξυπηρετεί την πλοκή! «Γιατί οι πιο τερατώδεις απ’ όλους τους υποκριτές είναι αυτοί ακριβώς οι κερδοσκόποι: υποκριτές δι’ αντιστροφής της πραγματικότητας· υποκριτές στην παρουσίαση των πραγμάτων ως σκοτεινών αντί φωτεινών· ψυχές που ευημερούν χρησιμοποιώντας όχι τη δυστυχία, αλλά το μύθευμα της δυστυχίας· δάσκαλοι της αισχρής τέχνης τού να κατασκευάζεις δυστυχία· κίβδηλοι Ιερεμίες· νόθοι Ηράκλειτοι που, μόλις η πένθιμη μέρα περάσει, επιστρέφουν, σαν απατηλοί Λάζαροι ανάμεσα στους επαίτες, για να ευφρανθούν με τα κέρδη που απέκτησαν από τα προσποιητά έλκη της κεφαλής τους – φαύλοι κερδοσκόποι!» . Θα με αναγκάσετε να κατέβω πορεία στον Λευκό Πύργο όλοι εσείς πο

Γάτα είσαι

  Οι γάτες είναι υπέροχα πλάσματα και αν δεν είσαι επηρεασμένος από τον «Κυνόδοντα» του Λάνθιμου δύσκολα να μην σε γοητεύουν ή έστω να μην τραβούν την προσοχή σου. Μία από τις αγαπημένες μου συνήθειες είναι να παρατηρώ πώς συμπεριφέρονται οι γάτες. Τι γίνεται όμως αν και εκείνες παρακολουθούν με το ίδιο ενδιαφέρον την ανθρώπινη συμπεριφορά; Κάπως έτσι θα σκέφτηκε και ο Ιάπωνας Σόσεκι Νατσούμε και έγραψε ένα αξιαγάπητο βιβλίο· επιπροσθέτως έγραψε ένα από τα λίγα βιβλία που θα ήθελα να είχα γράψει εγώ. Χεστήκαμε τι θα ήθελες να γράψεις εσύ ρε Μαραμπού, και δίκιο έχετε, δεν αντιλέγω, απλώς σκέφτηκα να το αφήσω εδώ να υπάρχει. Γιατί πάντοτε με ενθουσίαζαν εκείνα τα λιγοστά βιβλία ανεπιτήδευτης σοφίας και γατίσιας συμπεριφοράς που συμπύκνωναν όλη την φιλοσοφία τους και την συγγραφική τεχνική τους σε φράσεις όπως η ακόλουθη: «Ορισμένες φορές επινοώ κάποιες ανοησίες και οι άνθρωποι τις παίρνουν στα σοβαρά, αυτό προκαλεί έναν αισθητικό ενθουσιασμό ακραίας κωμικότητας την οποία θεωρώ ενδιαφέρ

Dance with the Devil

  A long time ago in a galaxy (στην επαρχία) far, far away… όταν περνούσα την emo φάση μου και έκλαιγα χωρίς λόγο καθώς να καθάριζα κρεμμύδια είχα ανακαλύψει τυχαία ένα βιβλιαράκι που το αγόρασα με τα πρώτα λεφτά που είχα αποταμιεύσει σε ένα βιβλιάριο τραπέζης που είχε δεν είχε μέσα 30 δραχμαί. Εκείνο το βιβλίο ήτο κάποιου ψιλοάγνωστου Χόφμαν μεταφρασμένο υπό του σπουδαίου Καρυωτάκη – αργότερα, όταν οι ισορροπίες άλλαξαν εντός μου, κατάλαβα ότι ο Χόφμαν λειτούργησε κάπως σαν το… καρυωθραυστικό του ποιητή∙ ξέρω, ξέρω, πάγωσε η θάλασσα μέσα σας, μακάρι να βρείτε ένα βιβλίο να πέσει πάνω της σαν τσεκούρι – «το λογοπαίγνιο είναι ένα καυτό σίδερο για μπούκλες στο χέρι της τρέλας και με δαύτο λυγίζει τις σκέψεις» . Ο λόγος είναι ότι ο Χόφμαν αποδείχθηκε μια εξαίσια διαβολική μορφή της παγκόσμιας λογοτεχνίας και τα παιδιά του κυκλοφορούν ελεύθερα γύρω μας – ευτυχώς για αυτά, και για εμάς, είχε πάντοτε δουλειά, και μάλιστα σημαντική, να γράφει αριστουργήματα.

Του πολέμου / Στο άλογό μου

Τι γιορτάζουμε σήμερα; Το όχι, το ναι, το ίσως; Γιατί, ενώ όλοι ξέρουμε ότι το εθνικό φρόνημα σε ψηλώνει ως άνθρωπο, εξεγειρόμαστε τόσο πολύ όταν κάτι τέτοιο γίνεται και με τεχνητά μέσα, ας πούμε, με δεκάποντες γόβες; Γιατί μετά την παρέλαση όλοι πάμε και πίνουμε φρέντο εσπρέσσο, έναν τόσο χαρακτηριστικά ιταλικό καφέ; Τι θα συμβεί αν σε μία αντιπολιτευτική συνωμοσία όλοι συντονίσουν το... ένα στο δεξί; Το ένα στ' αριστερό αποκτά όντως βαρύνουσα σημασία όταν κυβερνά η Αριστερά, ή απλώς έχουμε συνηθίσει να το θεωρούμε ηθικό πλεονέκτημα της παρέλασης;

Τελειωμένοι

    Είμαστε γεννημένοι ο ένας για τον άλλον. Τέλος. Αυτά στην αρχή, βέβαια. Γιατί μετά, ανάθεμα την ώρα που βρέθηκες μπροστά μου. Αυτή η σχέση των σχέσεων όμως, μπορεί κάλλιστα να επεκταθεί και στα βιβλία. Μόνο που σε μένα λειτούργησε αντίστροφα· ανάθεμα την ώρα που βρέθηκε μπροστά μου, είπα για αυτό το βιβλίο, μου το δάνεισαν επειδή δεν άρεσε (ωραίο προμόσιον), ήθελα από την άλλη να δω και την ταινία του Κάουφμαν , ας πάει στα κομμάτια, θα το ξεκινήσω, με την σκέψη ήδη από την αρχή να βάλω ένα τέλος όταν δω ότι δεν τραβάει το πράγμα. Αλλά, γαμώτο, τραβούσε. Για ελάχιστους αναγνώστες αυτό θα είναι το βιβλίο της ζωής τους, σύμφωνοι. Κι όμως. «Είναι εντυπωσιακό. Όταν βλέπεις κάποιον με τους γονείς του, αποδεικνύεται απτά ότι όλοι είμαστε αποτέλεσμα σύνθεσης» . Όπως ακριβώς και τα αξιανάγνωστα βιβλία, τα συγγραφικά παιδιά των δημιουργών τους – ξεράστε με την ησυχία σας και ελάτε πίσω. Μείνετέ μου πιστοί! Σας αγαπώ !

Η μέθοδος του Κούντερα

  Σε κάποιες περισσότερο κιτς εποχές ένα παρόμοιο χαστούκι σαν εκείνο του Γουίλ Σμιθ είχε ταράξει τα νερά της κοινωνικής μας ζωής. Η Νατάσα Αθήνη είχε χαστουκίσει την Δήμητρα Λιάνη στην παρουσίαση του βιβλίου της «10 χρόνια και 54 μέρες» – βέβαια, τώρα που τα συζητάμε, μπορεί να έχουν περάσει κοντά 30 χρόνια. Μια επισήμανση που μου ήρθε μόλις: όλες οι βιβλιοπαρουσιάσεις είναι για σφαλιάρες∙ συγγραφείς μην πέφτετε σε αυτή την παγίδα, μακριά. Τέλος πάντων, όταν η Δήμητρα δεν έγραφε βιβλία, διάβαζε, λένε, Κούντερα. Τότε ήταν πολύ της μόδας. Κούντερα από εδώ, Κούντερα από εκεί, είχαν τρελαθεί όλοι. Ποιος είναι ρε αυτός ο Κούντερας; Ήταν τελικά ένα πιο λογοτεχνικό Nitro όπως νόμιζαν αρκετοί; Γιατί τόσα χρόνια τον αντιμετωπίζουμε με αβάσταχτη ελαφρότητα; «Γιατί άραγε θέλει να κάνει έρωτα μαζί μου; αναρωτιόταν πολύ συχνά, αλλά δεν έβρισκε απάντηση. Ένα μόνο ήξερε, πως οι σιωπηρές συνευρέσεις τους ήταν αναπόφευκτες, έτσι όπως είναι αναπόφευκτο να σταθεί προσοχή ένας πολίτης ακούγοντας τον εθν

Θα φάτε τα μούτρα σας

  Πού βαδίζει η λογοτεχνία; Όπου και όπως βάδιζε πάντα, ελεύθερη και ασυμβίβαστη, ασυνόδευτη και ασυνόρευτη , πριν έρθει ο (κακός μας) καιρός με την πρόφαση του υποστηρίγματος/«υποστήριξης» κάποιοι να της προσφέρουν τα δεκανίκια της πολιτικής ορθότητας που θα την καθιστούσαν έκτοτε αδιανόητα στάσιμη. «Αυτό που βλέπουμε το σκεφτόμαστε, κι έτσι τελικά δεν το βλέπουμε, λέει ο Όλερ, ενώ άλλοι βλέπουν αυτό που βλέπουν χωρίς πρόβλημα, επειδή δεν το σκέφτονται αυτό που βλέπουν. Αυτό που αποκαλούμε αντίληψη είναι για μας κατά βάση στασιμότητα, ακινησία, τίποτα. Τίποτα. Οτιδήποτε έχει συμβεί το έχουμε σκεφτεί, δεν το έχουμε δει, λέει ο Όλερ» . Είδα και απόειδα λοιπόν με το… φαινόμενο Φερνάντα Μελτσόρ και είπα ό,τι βρέξει ας κατεβάσει! Βαδίζοντας στην εποχή των τυφώνων.