Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Πώς πέρασες τη μέρα σου; - (4 μ.μ.)

 
Σειρήνες χωρίς τραγούδι και μουσική; Μαέστρο, πιάσε μια φούγκα!
 
[...] Τις τελευταίες μέρες τελείωσα το κεφάλαιο των Σειρήνων. Μεγάλη δουλειά. Για να γράψω αυτό το κεφάλαιο χρησιμοποίησα τις τεχνικές της μουσικής. Είναι μια φούγκα με όλη τη μουσική σημειογραφία: πιάνο, φόρτε, λέντο και ούτω καθεξής. Υπάρχει ακόμη κι ένα κουιντέτο, όπως στους Αρχιτραγουδιστές, την αγαπημένη μου όπερα του Βάγκνερ... Από τότε που άρχισα να ερευνώ τις πηγές και τα τεχνάσματα της μουσικής και να τα αξιοποιώ σ' αυτό το κεφάλαιο, έπαψα να ενδιαφέρομαι για τη μουσική. Εγώ, που αγαπούσα τόσο πολύ τη μουσική, δεν μπορώ πια να την ακούσω. Διακρίνω όλα τα κόλπα και δεν μπορώ να την απολαύσω πια.
 
Ο Τζόυς σε αυτό το απόσπασμα αφήνει και ένα μικρό παράπονο για όλους εκείνους τους συγγραφείς που τεχνίτες πρωτίστως και αναγνώστες-μηχανικοί πλέον (αν όχι, μηχανικοί αναγνώστες) στερούνται μοιραία ένα μερίδιο της αισθητικής πρόσληψης ενός γραπτού έργου. Ας επιστρέψουμε στην μουσική, όμως. Οι κανόνες της φούγκας περιγράφονται αρκετά αναλυτικά για έναν αμύητο σαν εμένα σε αυτό το άρθρο. Ο Τζόυς ενσωμάτωσε μερικές από τις τεχνικές της στην γραφή και κάποιες άλλες στην πλοκή του κεφαλαίου. Το σίγουρο είναι ότι το κεφάλαιο αυτό είναι γεμάτο μουσική.
 

 
Κάτι που αξίζει στην ανάγνωση του Οδυσσέα είναι η στιγμιαία έκφραση έκπληξης και ηλιθιότητας που παίρνει το πρόσωπο του αναγνώστη καθώς προσπαθεί να καταλάβει τι ακριβώς διαβάζει. Θα μπορούσα να μην σας αποκαλύψω τίποτα αλλά αν δεν θέλατε αποκαλύψεις, δε θα με διαβάζατε, οπότε το ίδιο κάνει! Έτσι και αλλιώς, με ή χωρίς την συμβολή μου, οι εκπλήξεις θα είναι πολλές. Το κεφάλαιο «Σειρήνες» ξεκινάει με τρεις ακατανόητες σελίδες οι οποίες συμπυκνώνουν όλο το ακόλουθο κεφάλαιο εν είδει εισαγωγής στο θέμα της φούγκας. Η σύγχυση μεγαλώνει εξαιτίας των υποσημειώσεων που αποκαλύπτουν πράγματα που αποκλείεται να αντιληφθεί ο αναγνώστης από όσα περιγράφει ο Τζόυς στις σελίδες αυτές. Αυτή είναι και η πρώτη μου ένσταση σχετικά με την μετάφραση του Ανευλαβή. Μια σημείωση θα αρκούσε που να εξηγεί με γενικό τρόπο τι ακριβώς διαβάζουμε. Εξάλλου, στην πορεία του κεφαλαίου, η σύγχυση μετριάζεται (ποτέ δεν εξαλείφεται από το βιβλίο του Τζόυς – τουλάχιστον όχι με μία, δύο, τρεις αναγνώσεις!) και είναι σχεδόν βέβαιο ότι ο αναγνώστης μετά το τέλος του κεφαλαίου θα γυρίσει στην αρχή για να βρει εκεί την κατανόηση που του στέρησαν.
 
Το συγκεκριμένο κεφάλαιο είναι το κεφάλαιο-ορόσημο του Οδυσσέα. Ο Μπλουμ μοιάζει να αποκτά μεμιάς όλο το βάθος του χαρακτήρα που υποψιαζόμασταν σε όλα τα προηγούμενα κεφάλαια. Η συγγραφική μεταστροφή είναι στρωτή αλλά η συνειδητοποίηση από τον αναγνώστη είναι σαρωτική. Βρισκόμαστε στο ξενοδοχείο Όρμοντ όπου οι σερβιτόρες του μπαρ, Ντους και Κέννεντυ, μπρούντζος δίπλα σε χρυσό, αποτελούν τις εκμαυλιστικές Σειρήνες του κεφαλαίου. Σταδιακά το μπαρ γεμίζει με διάφορους χαρακτήρες που ήδη γνωρίσαμε σε προηγούμενα κεφάλαια που συνωθούνται γύρω από το πιάνο και επιδίδονται σε χορό και τραγούδι, εθνικιστικές κορώνες και ανούσιες φιλοφρονήσεις. Ο Μπλουμ περιμένει να παέι η ώρα τέσσερις (Να φάω πρώτα. Θέλω. Όχι ακόμη. Στις τέσσερις, είπε αυτή. Ο χρόνος πάντα περνά) και ύστερα μπαίνει στο εστιατόριο να φάει με τον φίλο του Ρίτσι Γκούλντινγκ που συναντά στην είσοδο. Ο χώρος που κάθεται είναι μια αίθουσα δίπλα στο μπαρ που επικοινωνεί με μια πόρτα που κρατά μισάνοιχτη ένας πρόθυμος και κουφός(!) σερβιτόρος, από την οποία ο Μπλουμ παρατηρεί τα τεκταινόμενα δίχως να γίνεται αντιληπτός. Παράλληλα ακούει την μουσική και τα τραγούδια που πλημμυρίζουν σταδιακά τις σκέψεις του. Τι, στο Όρμοντ; Το καλύτερο στο Δουβλίνο. Αλήθεια; Η τραπεζαρία. Κάθεσαι ερμητικός εκεί. Βλέπεις, δεν σε βλέπουν.
 
Η Μόλλυ θα συναντήσει τον εραστή της Μπλέιζες Μπόυλαν στις 4 μ.μ. στο σπίτι της στην οδό Εκκλς 7 και ο Μπλουμ το γνωρίζει αυτό – όπως και εμείς οι αναγνώστες το γνωρίζουμε από διάφορες μικροαναφορές στην πορεία του βιβλίου. Ο Μπλουμ επιλέγει να αποδεχτεί την απιστία και να μην αποτρέψει την προγραμματισμένη συνάντηση. Όλο το κεφάλαιο είναι μια σχοινοτενής ανάκληση αναμνήσεων και σκέψεων του Μπλουμ, που παρεμβάλλονται ανάμεσα από άριες και πατριωτικά τραγούδια που ακούγονται από την παρέα του μπαρ. Οι σκέψεις του Μπλουμ προοδευτικά πυκνώνουν, σοβαρεύουν και συμπλέκονται αρμονικά με τα τραγούδια που ακούγονται από δίπλα, δίνοντας έναν ιδιαίτερο τόνο στην αφήγηση του Τζόυς. Ο αναγνώστης θα χρειαστεί να αναζητήσει κάποιους από τους στίχους (ειδικά του «Croppy Boy») αν θέλει να κατανοήσει καλύτερα όσα συμβαίνουν στο μυαλό του Μπλουμ.
 

 
Ο Μπλέιζες Μπόυλαν θα κάνει ένα πέρασμα από το μπαρ για ένα ποτό πριν το ερωτικό ραντεβού. Εκείνος σίγουρα δεν θα αντικρίσει τον Μπλουμ. Ο Μπλουμ από την άλλη, μάλλον βλέπει τον Μπόυλαν από την αίθουσα που βρίσκεται. Ένα απόσπασμα ενισχύει αυτή την άποψη. Στις τέσσερις. Το ξέχασε; Ίσως ένα κόλπο. Αργοπορώντας: ανοίγει την όρεξη. Η στιγμιαία συνύπαρξη των δύο αντρών στο ίδιο χώρο, η ορμητικότητα και η νεανικότητα του ενός, και η παθητικότητα και η αποδοχή του άλλου, δίνουν ένα τόνο βαθιάς τραγικότητας στο όλο επεισόδιο και χαρίζουν στον Μπλουμ όλο το εσωτερικό του βάθος. Στην συνέχεια του κεφαλαίου, ο Μπλουμ θα σκέφτεται νοερά όλη την πορεία του Μπόυλαν προς το σπίτι του και προς την Μόλλυ. Τι άρωμα φοράει η γυναίκα σας; Θέλω να ξέρω. Κουδούνισμα. Στοπ. Χτύπος. Τελευταία ματιά στον καθρέφτη πάντα πριν ανοίξει η πόρτα. Ο διάδρομος. Εκεί; Πώς είστε; Καλά. Εκεί; Τι; Ή; Μπουκαλάκι με παστίλιες για τον λαιμό, καραμέλες για την αναπνοή, στην τσάντα της. Ναι; Χέρια αναζητούν τις άφθονες καμπύλες.
 
Σε κάποια φάση ο Μπλουμ ζητάει από τον κουφό σερβιτόρο ένα επιστολόχαρτο για να απαντήσει στο πρωινό γράμμα της ερωμένης του Μάρθας. Παράλληλα, από το μπαρ ακούγονται κομμάτια από την όπερα «Μάρθα» ώστε η εντύπωση που προκαλείται στον αναγνώστη να είναι ακόμα πιο ισχυρή. Ωστόσο, ο Μπλουμ δεν παύει στιγμή να σκέφτεται την Μόλλυ και μόνο αυτή, ακόμα και όταν συντάσσει άκεφα το ερωτικό γράμμα προς την Μάρθα ως Χένρυ Φλάουερ. Μάλιστα, η άγνοια του συνδαιτημόνα του Ρίτσι, τον κάνει να αισθάνεται ακόμα πιο μόνος.
 
- Απαντάς σε κάποια αγγελία; ρώτησαν τον Μπλουμ τα ενθουσιώδη μάτια του Ρίτσι.
- Ναι, είπε ο κ. Μπλουμ. Πλασιέ. Δεν κάνει τίποτα, υποθέτω.
 
Τα τραγούδια που επιλέγονται από την παρέα του μπαρ, μέσω της γραφής του Τζόυς, δεν είναι διόλου τυχαία, ίσως ούτε καν η σειρά εμφάνισης, και όλα έχουν ως σκοπό να μεγαλώσουν το αίσθημα μοναξιάς του Μπλουμ. «Αντίο, αγαπημένη, αντίο», «Αγάπη και πόλεμος», «Όλα χάθηκαν τώρα» (από την όπερα «Η υπνοβάτισσα»), «Μάρθα», «Croppy Boy». Μακάρι να τραγουδούσαν περισσότερο. Για να μη σκέφτομαι. Κάτι που φυσικά δεν ισχύει, μιας και ο Μπλουμ με εντεινόμενη απελπισία μετατρέπει τα τραγούδια που ακούει σε πικρές σκέψεις! Το κεφάλαιο είναι τόσο δύσκολο να περιγραφεί, όσο δύσκολο θα ήταν να περιγράψεις τα αισθήματα που σου προκαλεί ένα τραγούδι. Η μουσικότητά του είναι συναρπαστική και συνδυάζεται υπέροχα με την τραγικότητα του Μπλουμ ως ήρωα που υπομενει μόνος μέχρι τέλους το βάσανό του.
 
Όμως και οι θαμώνες του μπαρ, μέσω της μουσικής ξορκίζουν και αυτοί τις θλίψεις τους – θλίψη για τις άχαρες ζωές τους, θλίψη για τις αποτυχίες τους, θλίψη για την ταπεινωμένη Ιρλανδία που αποζητά την ελευθερία της. Παρασύρονται σε ανούσιες φαλλοκρατικές αποψείς και επικίνδυνες εθνικιστικές κορώνες, με αποκορύφωμα τα πατριωτικά τραγούδια του τέλους. Ο Μπλουμ μένει αμέτοχος σε όλα αυτά, επιλέγοντας τον δρόμο της αποδοχής και της αγάπης και όταν η σαγήνη του εύκολου εθνικισμού πολιορκεί τον χώρο, αποφασίζει να φύγει. (...) Έφευγε ο Μπλουμ, ο μαλακός Μπλουμ, ο αισθάνομαι τόσο μόνος Μπλουμ. Καθώς αποχωρεί, αρχίζει να πέρδεται καταθέτοντας το δικό του εύστοχο σχόλιο για τις εθνικιστικές αντιλήψεις των θαμώνων, ενισχύοντας με την δεδομένη μουσικότητα των πορδών, την μουσική όλου αυτού του υπέροχου κεφαλαίου.
 
[...] Ο θαλασσομπλούμ, ο λιγδομπλούμ, κοίταζε τις τελευταίες λέξεις. Μαλακά. Όταν η πατρίδα πάρει τη θέση της ανάμεσα.
Πρρπρρ.
Πρέπει να φταίει το κρασί Βουργ.
Φφφ! Ωω. Πρπρ.
 
Η σύνταξη του κεφαλαίου υποτάσσεται πρόθυμα στην μουσική που το πλημμυρίζει και οι κομμένες λέξεις αλλάζουν το τέμπο της και τα αισθήματα που νιώθει ο αναγνώστης καθώς το διαβάζει. Σίγουρα αξίζει να ρίξετε μια ματιά στο πρωτότυπο κείμενο, όπως επίσης αξίζει να διαβάσετε δυνατά μερικά κομμάτια του. Με δυο λόγια και με μια διάθεση να λογοπαίξω, θα πω μόνο ότι... είναι ένα κεφάλαιο που την ακούς!

Σχόλια

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

En passant

  Το «Αν πασάν» είναι ένας σκακιστικός κανόνας, περιθωριακός και άγνωστος αλλά ιδιαιτέρως αποτελεσματικός και σημαντικός. Στις αρχικές τους κινήσεις, τα πιόνια έχουν το δικαίωμα να κινηθούν ένα ή δύο τετράγωνα μπροστά. Αν επιλέξουν να κινηθούν δύο τετράγωνα μπροστά και ένα αντίπαλο πιόνι βρίσκεται σε τέτοια θέση ώστε να μπορούσε να το αιχμαλωτίσει αν το πιόνι που κινήθηκε δυο τετράγωνα αποφάσιζε να κινηθεί μόνο ένα, τότε, έχει το δικαίωμα να το αιχμαλωτίσει και σε αυτή την περίπτωση που κάνει δύο βήματα. Έχουμε δηλαδή, αν πασάν... αιχμαλωσία εν τη διελεύσει. Είναι δυσνόητο στην περιγραφή αλλά αρκετά ξεκάθαρο στην πράξη. Βέβαια, όταν είσαι αρχάριος σκακιστής και το συναντήσεις πρώτη φορά σε ηλεκτρονική παρτίδα, τότε πείθεσαι ότι κάποιο «bug» έχει η ιστοσελίδα, ότι σε χακάρανε ή ότι άρπαξες όλες τις ιώσεις του κυβερνοχώρου. Τα βιβλία του Ναμπόκοφ, μου προσφέρουν την ισχυρή εντύπωση ότι αποτελούν ένα συνεχές λογοτεχνικό en passant, σε αιχμαλωτίζουν εν τη διελεύσει.

Το Δώρο

Θα μπορούσε ο Στέφανος Ξενάκης να είναι ο Στέφανος Δαίδαλος του σήμερα; Ή να το αλλάξω κάπως για να ’χουμε καλό ρώτημα: θα μπορούσε ο Τζέημς Τζόυς (μαζί και οι όποιες καλλιτεχνικές μεταμορφώσεις του) να γίνει ένας motivational speaker της σημερινής εποχής; Κανείς πλέον (αν υποθέσουμε ότι μπορούσε κάποτε) δεν διαβάζει τον «Οδυσσέα». Δεν μπορεί να αντέξει ότι αυτό το βιβλίο τον περιγράφει, ακόμα και σήμερα ή και περισσότερο σήμερα, τόσο καλά παρά την μοναδικότητα του κάθε ανθρώπου. Του αφιερώνει μία μέρα τον χρόνο, την σημερινή (παρόλο που άλλαξε η μέρα, το blogger έμεινε σταθερά πίσω!), και μετά τον στέλνει αδιάβαστο. Αν κάποιος όμως του σερβίρει για πρωινό όμορφες φράσεις με γαρνιτ ούρα υπέροχα σκίτσα, τότε μπορεί να νιώσει στιγμιαία χαρά και να βελάζει σαν ανέφελο πρόβατο στα λιβάδια του χρόνου. 

Αποδοχή cookies

«Ευτυχώς, αν θέλει κάποιος να βρει μεστές απόψεις για καλά βιβλία, υπάρχουν ήδη πολύ αξιόλογα βιβλιοφιλικά μπλογκ, όπως το κορυφαίο, του Librofilo ή το αγαπημένο του, του Μαραμπού» . Να ξέρετε ότι όταν μου δίνουν γλυκό, έστω και σε μορφή βιβλίου, το αποδέχομαι αμέσως. Επίσης, να ξέρετε ότι ενίοτε μπορεί να γράφω για βιβλία που δεν έχω διαβάσει, όλοι το κάνουμε αυτό, απλώς οι περισσότεροι εντελώς αποτυχημένα, αλλά ποτέ δεν γράφω για βιβλίο που δεν μου άρεσε προφασιζόμενος το αντίστροφο∙ όλοι το κάνετε και αυτό, απλώς οι περισσότεροι εντελώς αποτυχημένα. Το βιβλίο είναι δώρο της συγγραφέα, καλής διαδικτυακής φίλης, και η άποψή μου για αυτό ολότελα υποκειμενική – ξέρω, απανωτά σοκ! – και ουδεμία σχέση έχει με την αντικειμενική κριτική που από καιρό θα έπρεπε να γίνει αντικείμενο κριτικής, τουλάχιστον στην Ελλάδα. Από το να μασήσω τα λόγια μου, θα προτιμήσω τα μπισκότα. «Όχι πως δεν ήταν επηρεασμένος και από το ιστολόγιο «Πιπέρι και σπασμένες γραμμές» με τις λαχταριστές αναρτήσεις σχετικά ...

Kinds of kindness

Τα περισσότερα μαγαζιά έχουν ήδη στολίσει με ελλειμματικό γούστο, οι κουραμπιέδες άρχισαν να ανταγωνίζονται τα μελομακάρονα – και τα δυο μαζί την Dubai chocolate –, η Black Friday με τις ασυναγώνιστες τιμές της θα κοντράρει στα ίσα την αληθινή ύπαρξη του ΑΙ Βασίλη, ο καιρός προσπαθεί να τα βρει με τον απορυθμισμένο θερμοστάτη του και γενικά είμαστε μια ωραία ατμόσφαιρα είμαστε. Και μέσα σε όλα αυτά, οι δημοσιογράφοι, οι αθλητές, η εκκλησία, τα ιδρύματα, οι πολιτικοί (που είναι για τα ιδρύματα) θα δείξουν το καλοσυνάτο πρόσωπό τους στους ταλαίπωρους ετούτου του κόσμου. Και μην ξεχνάμε, ότι κυρίως τα Χριστούγεννα είναι για τα παιδιά – και για όλα εκείνα που γιόρταζε η πρόσφατη «Παγκόσμια Ημέρα κατά της Κακοποίησης των παιδιών». «Πάντοτε, τα Χριστούγεννα έβγαζαν στους ανθρώπους τον καλύτερο αλλά και τον χειρότερο εαυτό τους».    

Ασκήσεις μνήμης

  Τις ασκήσεις ύφους τις κατέκτησε σε βαθμό που λίγοι συγγραφείς φτάνουν , με τις ασκήσεις μνήμης όμως κανείς άνθρωπος δεν τα βγάζει εύκολα πέρα. Όλοι μας γράφουμε autofiction από 8 χρονών – Περιγράψτε μας τα πιο ωραία σας Χριστούγεννα – τα νεύρα μου! Το autofiction πλέον μοιάζει να είναι ένας ευφημισμός για να αποδεχόμαστε κάποιες συγγραφικές μετριότητες ως κάτι παραπάνω από αυτό που είναι. Είναι προσβολή να θεωρείς ότι ο Τζόυς ή ο Σελίν (που επιτέλους σε λίγες μέρες θα εκδοθεί το «Θάνατος επί πιστώσει»∙ Γκάλοπ: ποιο άργησε περισσότερο; Το Μετρό Θεσσαλονίκης ή το βιβλίο του Σελίν;) έγραψαν autofiction. Το ίδιο ισχύει και για τον Καλβίνο στη συγκεκριμένη συλλογή. Δεν θα ξεχάσουμε και αυτά που ξέρουμε! «Μόνο πετώντας πράγματα μπορώ να βεβαιωθώ πως ακόμα δεν έχει πεταχτεί κάτι από μένα, κάτι που ίσως να μην είναι ούτε και θα είναι για πέταμα» .  

Βαρύ περιστατικό

Συγγραφείς με χιούμορ δεν χαίρουν ιδιαίτερης εκτίμησης, θεωρώ, από το αναγνωστικό κοινό. Ποιος ξέρει πόσα ελαττώματα πασχίζει να κρύψει πίσω από αυτό, θα σκέφτονται, και δεν μπορεί, κάποιο ελάττωμα θα έχει να κάνει σίγουρα και με την συγγραφή. Επίσης το χιούμορ αξιώνει ευφυΐα και το κοινό δεν θέλει να περνιέται για ηλίθιο. Ο Άμπροουζ Μπιρς με τις διάσημες σατιρικές ιστορίες του και τα σκωπτικά λήμματα θα μπορούσε να θεωρηθεί ένας τέτοιος∙ καλός για να χαμογελάμε πού και πού, μας κάνει ενίοτε και τον έξυπνο, αλλά δεν πειράζει, καλή καρδιά. Ίσως να ήταν έτσι – αν και δεν συμμερίζομαι καθόλου αυτή την άποψη – αν δεν έγραφε τα διηγήματα από τις εμπειρίες του στον Αμερικανικό Εμφύλιο. Σκλάβος του για πάντα!    

The Elephant Man

Υπάρχει ένας ελέφαντας στο δωμάτιο – όχι ρε, δεν εννοώ εσάς, φάτε ελεύθερα όσο θέλετε! – και αυτός δεν είναι άλλος από τον ίδιο τον άνθρωπο. Οξύμωρο, καταλαβαίνω, αλλά στο περίκλειστο δωμάτιο που είναι ο κόσμος ολάκερος, αν θες να παραμένεις ανθρώπινος πρέπει να έχεις καρφωμένα τα μάτια σου στον ελέφαντα. «–Είναι επειδή, με τον τρόπο που ο κερατάς σου παρουσιάζει τα πράγματα, παραέδινε την εντύπωση ότι έφτυνε κατάμουτρα το είδος για το οποίο πέθανε ο Κύριός μας. Δεν είχες την αίσθηση ότι υπέγραφες υπέρ των ελεφάντων αλλά εναντίον των ανθρώπων» . Διαβάζω το βιβλίο του Ρομαίν Γκαρύ περίπου από τον Ιούλιο, κυρίως επειδή τα μεγάλα βιβλία τα διαβάζω τραπεζίως , δηλαδή ανάμεσα σε άλλα μικρότερα αναγνωστικά γεύματα (και τις τελευταίες μέρες και κυριολεκτικά)∙ αλλά αυτό δεν με ενοχλεί καθόλου γιατί υπήρξε ένα από τα καλύτερα βιβλία που διάβασα τα πολλά τελευταία χρόνια, και αν δεν ανανέωσε την πίστη μου στον άνθρωπο, τουλάχιστον ανανέωσε εκείνη στο μυθιστόρημα: «ο καθείς και οι ελέφαντές του, ...

100% cotton

Μπορεί τον τελευταίο χρόνο να δουλεύω στον τριτογενή τομέα παραγωγής και συγκεκριμένα σε στεγνοκαθαριστήριο – φροντίζοντας να μην τα κάνω μούσκεμα με τα ρούχα… ενώ τα κάνω μούσκεμα! – και να χαζεύω στα ταμπελάκια τι ποσοστό επί τοις εκατό βαμβάκι περιέχουν – πολυεστέρα, κερδάμε! – αλλά υπήρξαν σκληρές εποχές που δεν βελτιώθηκαν και ιδιαίτερα για πολλούς ανθρώπους, που για 100% βαμβάκι πληρωνόσουν ένα υποπολλαπλάσιό του και θα έπρεπε να λες και ευχαριστώ από πάνω. «Η αχαριστία αποτελεί συστατικό στοιχείο του χαρακτήρα των ανθρώπων σε τέτοιο βαθμό, που είναι προτιμότερο να τη θεωρεί κανείς προκαταβολικά δεδομένη και να μη στενοχωριέται» . Εδώ το ίδιο σου το πλυντήριο δεν είναι αξιόπιστο (στους χρόνους) και δεν λέει την αλήθεια, γιατί περιμένεις να το κάνουν οι άνθρωποι;

Το κτίσμα

  Τώρα που έφτασε αισίως 46 Αυγούστου και χειμώνιασε για τα καλά, ποιος δε θα ήθελε να διαβάσει μία καλή ιστορία δίπλα στο τζάκι! Τι γίνεται όμως αν το τζάκι, και συγκεκριμένα η καμινάδα, είναι το θέμα της ίδιας της ιστορίας; Μην σας παγώνει αυτό, γιατί την ιστορία την έγραψε ο Χέρμαν Μέλβιλ και τίποτα δεν μπορεί να πάει στραβά όταν συμβαίνει αυτό. Η λογοτεχνία του είναι πάντα πρόσφορη σε αναλύσεις που θεωρητικά θα βελτίωναν την κατανόηση που κρύβεται βαθιά στα θεμέλια κάθε έργου του, αλλά ταυτόχρονα ίσως θα κατέστρεφε τα οφέλη που υπάρχουν στα υψηλότερα διανοητικά πατώματα, απόρροια της μαγευτικής του αρχιτεκτονικής γραφής – «Ή, μάλλον, αυτή η ίδια δίνει απαντήσεις ασταμάτητα, ασταμάτητα ταλανίζοντάς με μ’ αυτή την τρομερή της ζέση για βελτίωση, η οποία δεν είναι παρά μια ελαφρότερη απόδοση της λέξης καταστροφή».

Σαν ναυαγοί, σαν ροβινσώνες

Ο βιασμός ενός βιβλίου και ενός συγγραφέα γίνεται με τις διασκευές . Συγγραφείς μεγάλου βεληνεκούς και εξαιρετικού κύρους όπως ο Ντάνιελ Ντιφόου, ο Ρόμπερτ Στήβενσον, ο Ιούλιος Βερν και ο Τζόναθαν Σουίφτ (με την ευκαιρία, να ξαναπώ ότι «Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ» είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία. Δεν είναι απλώς ένα από τα καλύτερα βιβλία του είδους· ή του 18ου αιώνα· ή της αγγλοσαξονικής λογοτεχνίας. Πέρα από κάθε είδους περιορισμό, τροπικό, χρονικό ή χωρικό, το βιβλίο του Σουίφτ είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία που έχουν γραφτεί επί γης) αντιμετωπίζονται από το αναγνωστικό συγγραφικό φαντασιακό σαν μικρομέγαλοι συγγγραφίσκοι που είχαν κόλλημα με την παιδική ηλικία και ανακλύκλωναν απλοϊκές ιστορίες που δεν πρέπει να διαβάζονται μετά τα δώδεκα – λες και το να είσαι παιδί είναι ιδιότητα μόνο ενός παιδιού. Κούνια που σας κούναγε!