Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Πώς πέρασες τη μέρα σου; - (4 μ.μ.)

 
Σειρήνες χωρίς τραγούδι και μουσική; Μαέστρο, πιάσε μια φούγκα!
 
[...] Τις τελευταίες μέρες τελείωσα το κεφάλαιο των Σειρήνων. Μεγάλη δουλειά. Για να γράψω αυτό το κεφάλαιο χρησιμοποίησα τις τεχνικές της μουσικής. Είναι μια φούγκα με όλη τη μουσική σημειογραφία: πιάνο, φόρτε, λέντο και ούτω καθεξής. Υπάρχει ακόμη κι ένα κουιντέτο, όπως στους Αρχιτραγουδιστές, την αγαπημένη μου όπερα του Βάγκνερ... Από τότε που άρχισα να ερευνώ τις πηγές και τα τεχνάσματα της μουσικής και να τα αξιοποιώ σ' αυτό το κεφάλαιο, έπαψα να ενδιαφέρομαι για τη μουσική. Εγώ, που αγαπούσα τόσο πολύ τη μουσική, δεν μπορώ πια να την ακούσω. Διακρίνω όλα τα κόλπα και δεν μπορώ να την απολαύσω πια.
 
Ο Τζόυς σε αυτό το απόσπασμα αφήνει και ένα μικρό παράπονο για όλους εκείνους τους συγγραφείς που τεχνίτες πρωτίστως και αναγνώστες-μηχανικοί πλέον (αν όχι, μηχανικοί αναγνώστες) στερούνται μοιραία ένα μερίδιο της αισθητικής πρόσληψης ενός γραπτού έργου. Ας επιστρέψουμε στην μουσική, όμως. Οι κανόνες της φούγκας περιγράφονται αρκετά αναλυτικά για έναν αμύητο σαν εμένα σε αυτό το άρθρο. Ο Τζόυς ενσωμάτωσε μερικές από τις τεχνικές της στην γραφή και κάποιες άλλες στην πλοκή του κεφαλαίου. Το σίγουρο είναι ότι το κεφάλαιο αυτό είναι γεμάτο μουσική.
 

 
Κάτι που αξίζει στην ανάγνωση του Οδυσσέα είναι η στιγμιαία έκφραση έκπληξης και ηλιθιότητας που παίρνει το πρόσωπο του αναγνώστη καθώς προσπαθεί να καταλάβει τι ακριβώς διαβάζει. Θα μπορούσα να μην σας αποκαλύψω τίποτα αλλά αν δεν θέλατε αποκαλύψεις, δε θα με διαβάζατε, οπότε το ίδιο κάνει! Έτσι και αλλιώς, με ή χωρίς την συμβολή μου, οι εκπλήξεις θα είναι πολλές. Το κεφάλαιο «Σειρήνες» ξεκινάει με τρεις ακατανόητες σελίδες οι οποίες συμπυκνώνουν όλο το ακόλουθο κεφάλαιο εν είδει εισαγωγής στο θέμα της φούγκας. Η σύγχυση μεγαλώνει εξαιτίας των υποσημειώσεων που αποκαλύπτουν πράγματα που αποκλείεται να αντιληφθεί ο αναγνώστης από όσα περιγράφει ο Τζόυς στις σελίδες αυτές. Αυτή είναι και η πρώτη μου ένσταση σχετικά με την μετάφραση του Ανευλαβή. Μια σημείωση θα αρκούσε που να εξηγεί με γενικό τρόπο τι ακριβώς διαβάζουμε. Εξάλλου, στην πορεία του κεφαλαίου, η σύγχυση μετριάζεται (ποτέ δεν εξαλείφεται από το βιβλίο του Τζόυς – τουλάχιστον όχι με μία, δύο, τρεις αναγνώσεις!) και είναι σχεδόν βέβαιο ότι ο αναγνώστης μετά το τέλος του κεφαλαίου θα γυρίσει στην αρχή για να βρει εκεί την κατανόηση που του στέρησαν.
 
Το συγκεκριμένο κεφάλαιο είναι το κεφάλαιο-ορόσημο του Οδυσσέα. Ο Μπλουμ μοιάζει να αποκτά μεμιάς όλο το βάθος του χαρακτήρα που υποψιαζόμασταν σε όλα τα προηγούμενα κεφάλαια. Η συγγραφική μεταστροφή είναι στρωτή αλλά η συνειδητοποίηση από τον αναγνώστη είναι σαρωτική. Βρισκόμαστε στο ξενοδοχείο Όρμοντ όπου οι σερβιτόρες του μπαρ, Ντους και Κέννεντυ, μπρούντζος δίπλα σε χρυσό, αποτελούν τις εκμαυλιστικές Σειρήνες του κεφαλαίου. Σταδιακά το μπαρ γεμίζει με διάφορους χαρακτήρες που ήδη γνωρίσαμε σε προηγούμενα κεφάλαια που συνωθούνται γύρω από το πιάνο και επιδίδονται σε χορό και τραγούδι, εθνικιστικές κορώνες και ανούσιες φιλοφρονήσεις. Ο Μπλουμ περιμένει να παέι η ώρα τέσσερις (Να φάω πρώτα. Θέλω. Όχι ακόμη. Στις τέσσερις, είπε αυτή. Ο χρόνος πάντα περνά) και ύστερα μπαίνει στο εστιατόριο να φάει με τον φίλο του Ρίτσι Γκούλντινγκ που συναντά στην είσοδο. Ο χώρος που κάθεται είναι μια αίθουσα δίπλα στο μπαρ που επικοινωνεί με μια πόρτα που κρατά μισάνοιχτη ένας πρόθυμος και κουφός(!) σερβιτόρος, από την οποία ο Μπλουμ παρατηρεί τα τεκταινόμενα δίχως να γίνεται αντιληπτός. Παράλληλα ακούει την μουσική και τα τραγούδια που πλημμυρίζουν σταδιακά τις σκέψεις του. Τι, στο Όρμοντ; Το καλύτερο στο Δουβλίνο. Αλήθεια; Η τραπεζαρία. Κάθεσαι ερμητικός εκεί. Βλέπεις, δεν σε βλέπουν.
 
Η Μόλλυ θα συναντήσει τον εραστή της Μπλέιζες Μπόυλαν στις 4 μ.μ. στο σπίτι της στην οδό Εκκλς 7 και ο Μπλουμ το γνωρίζει αυτό – όπως και εμείς οι αναγνώστες το γνωρίζουμε από διάφορες μικροαναφορές στην πορεία του βιβλίου. Ο Μπλουμ επιλέγει να αποδεχτεί την απιστία και να μην αποτρέψει την προγραμματισμένη συνάντηση. Όλο το κεφάλαιο είναι μια σχοινοτενής ανάκληση αναμνήσεων και σκέψεων του Μπλουμ, που παρεμβάλλονται ανάμεσα από άριες και πατριωτικά τραγούδια που ακούγονται από την παρέα του μπαρ. Οι σκέψεις του Μπλουμ προοδευτικά πυκνώνουν, σοβαρεύουν και συμπλέκονται αρμονικά με τα τραγούδια που ακούγονται από δίπλα, δίνοντας έναν ιδιαίτερο τόνο στην αφήγηση του Τζόυς. Ο αναγνώστης θα χρειαστεί να αναζητήσει κάποιους από τους στίχους (ειδικά του «Croppy Boy») αν θέλει να κατανοήσει καλύτερα όσα συμβαίνουν στο μυαλό του Μπλουμ.
 

 
Ο Μπλέιζες Μπόυλαν θα κάνει ένα πέρασμα από το μπαρ για ένα ποτό πριν το ερωτικό ραντεβού. Εκείνος σίγουρα δεν θα αντικρίσει τον Μπλουμ. Ο Μπλουμ από την άλλη, μάλλον βλέπει τον Μπόυλαν από την αίθουσα που βρίσκεται. Ένα απόσπασμα ενισχύει αυτή την άποψη. Στις τέσσερις. Το ξέχασε; Ίσως ένα κόλπο. Αργοπορώντας: ανοίγει την όρεξη. Η στιγμιαία συνύπαρξη των δύο αντρών στο ίδιο χώρο, η ορμητικότητα και η νεανικότητα του ενός, και η παθητικότητα και η αποδοχή του άλλου, δίνουν ένα τόνο βαθιάς τραγικότητας στο όλο επεισόδιο και χαρίζουν στον Μπλουμ όλο το εσωτερικό του βάθος. Στην συνέχεια του κεφαλαίου, ο Μπλουμ θα σκέφτεται νοερά όλη την πορεία του Μπόυλαν προς το σπίτι του και προς την Μόλλυ. Τι άρωμα φοράει η γυναίκα σας; Θέλω να ξέρω. Κουδούνισμα. Στοπ. Χτύπος. Τελευταία ματιά στον καθρέφτη πάντα πριν ανοίξει η πόρτα. Ο διάδρομος. Εκεί; Πώς είστε; Καλά. Εκεί; Τι; Ή; Μπουκαλάκι με παστίλιες για τον λαιμό, καραμέλες για την αναπνοή, στην τσάντα της. Ναι; Χέρια αναζητούν τις άφθονες καμπύλες.
 
Σε κάποια φάση ο Μπλουμ ζητάει από τον κουφό σερβιτόρο ένα επιστολόχαρτο για να απαντήσει στο πρωινό γράμμα της ερωμένης του Μάρθας. Παράλληλα, από το μπαρ ακούγονται κομμάτια από την όπερα «Μάρθα» ώστε η εντύπωση που προκαλείται στον αναγνώστη να είναι ακόμα πιο ισχυρή. Ωστόσο, ο Μπλουμ δεν παύει στιγμή να σκέφτεται την Μόλλυ και μόνο αυτή, ακόμα και όταν συντάσσει άκεφα το ερωτικό γράμμα προς την Μάρθα ως Χένρυ Φλάουερ. Μάλιστα, η άγνοια του συνδαιτημόνα του Ρίτσι, τον κάνει να αισθάνεται ακόμα πιο μόνος.
 
- Απαντάς σε κάποια αγγελία; ρώτησαν τον Μπλουμ τα ενθουσιώδη μάτια του Ρίτσι.
- Ναι, είπε ο κ. Μπλουμ. Πλασιέ. Δεν κάνει τίποτα, υποθέτω.
 
Τα τραγούδια που επιλέγονται από την παρέα του μπαρ, μέσω της γραφής του Τζόυς, δεν είναι διόλου τυχαία, ίσως ούτε καν η σειρά εμφάνισης, και όλα έχουν ως σκοπό να μεγαλώσουν το αίσθημα μοναξιάς του Μπλουμ. «Αντίο, αγαπημένη, αντίο», «Αγάπη και πόλεμος», «Όλα χάθηκαν τώρα» (από την όπερα «Η υπνοβάτισσα»), «Μάρθα», «Croppy Boy». Μακάρι να τραγουδούσαν περισσότερο. Για να μη σκέφτομαι. Κάτι που φυσικά δεν ισχύει, μιας και ο Μπλουμ με εντεινόμενη απελπισία μετατρέπει τα τραγούδια που ακούει σε πικρές σκέψεις! Το κεφάλαιο είναι τόσο δύσκολο να περιγραφεί, όσο δύσκολο θα ήταν να περιγράψεις τα αισθήματα που σου προκαλεί ένα τραγούδι. Η μουσικότητά του είναι συναρπαστική και συνδυάζεται υπέροχα με την τραγικότητα του Μπλουμ ως ήρωα που υπομενει μόνος μέχρι τέλους το βάσανό του.
 
Όμως και οι θαμώνες του μπαρ, μέσω της μουσικής ξορκίζουν και αυτοί τις θλίψεις τους – θλίψη για τις άχαρες ζωές τους, θλίψη για τις αποτυχίες τους, θλίψη για την ταπεινωμένη Ιρλανδία που αποζητά την ελευθερία της. Παρασύρονται σε ανούσιες φαλλοκρατικές αποψείς και επικίνδυνες εθνικιστικές κορώνες, με αποκορύφωμα τα πατριωτικά τραγούδια του τέλους. Ο Μπλουμ μένει αμέτοχος σε όλα αυτά, επιλέγοντας τον δρόμο της αποδοχής και της αγάπης και όταν η σαγήνη του εύκολου εθνικισμού πολιορκεί τον χώρο, αποφασίζει να φύγει. (...) Έφευγε ο Μπλουμ, ο μαλακός Μπλουμ, ο αισθάνομαι τόσο μόνος Μπλουμ. Καθώς αποχωρεί, αρχίζει να πέρδεται καταθέτοντας το δικό του εύστοχο σχόλιο για τις εθνικιστικές αντιλήψεις των θαμώνων, ενισχύοντας με την δεδομένη μουσικότητα των πορδών, την μουσική όλου αυτού του υπέροχου κεφαλαίου.
 
[...] Ο θαλασσομπλούμ, ο λιγδομπλούμ, κοίταζε τις τελευταίες λέξεις. Μαλακά. Όταν η πατρίδα πάρει τη θέση της ανάμεσα.
Πρρπρρ.
Πρέπει να φταίει το κρασί Βουργ.
Φφφ! Ωω. Πρπρ.
 
Η σύνταξη του κεφαλαίου υποτάσσεται πρόθυμα στην μουσική που το πλημμυρίζει και οι κομμένες λέξεις αλλάζουν το τέμπο της και τα αισθήματα που νιώθει ο αναγνώστης καθώς το διαβάζει. Σίγουρα αξίζει να ρίξετε μια ματιά στο πρωτότυπο κείμενο, όπως επίσης αξίζει να διαβάσετε δυνατά μερικά κομμάτια του. Με δυο λόγια και με μια διάθεση να λογοπαίξω, θα πω μόνο ότι... είναι ένα κεφάλαιο που την ακούς!

Σχόλια

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

Ποίηση χωρίς τέλος

  Αυτή η χρονιά θα ξεκινήσει ακριβώς όπως τελείωσε: με ποίηση. Συλλεκτική ανάρτηση, σπάνια θα ξαναδιαβάσετε τέτοια. Σπάω την παράδοση (και το ρόδι)! Ακόμα σπανιότερα εντυπωσιάζομαι από ποιητές και ποιήματα. Δεν με συγκινεί η συμπύκνωση του λόγου όταν του λείπει ένα είδος «φλυαρίας» – ψάχνω ποιήματα που είναι αμετροεπή με έναν δικό τους τρόπο και ταυτόχρονα στοχευμένα και ουσιώδη. Ποιήματα που δεν πολυπαίρνουν στα σοβαρά τον εαυτό τους καθώς τσαλαβουτούν χαρούμενα στον χυλό της ειρωνείας. Ποιήματα που, απ' ό,τι σωστά αντιλαμβάνεστε, δεν γράφει η πλειοψηφία των ποιητών. Με δυο λόγια, κυνηγώ το ανέφικτο. Αλλά, αυτό δεν κυνηγάμε όλοι στην έναρξη κάθε χρονιάς; Το φλουρί μου για φέτος – λίρα εκατό – ήταν η Βισουάβα ή Βισλάβα ή όπως αλλιώς, Σιμπόρσκα. Η παλιά ποίηση, η ορθόδοξη, είναι Εδώ!

Με ανώμαλους δεν μιλάω

  Ανωμαλία είναι να μην μπορεί μια γυναίκα να κυκλοφορεί άφοβα στους δρόμους, ανωμαλία είναι να πιστεύεις ότι τα εμβόλια σκοπό έχουν να προκαλέσουν περισσότερο κακό από ό,τι καλό, ανωμαλία είναι να νομίζεις ότι η λογοτεχνία σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, ανωμαλία είναι ακόμα το προφιτερόλ να έχει μόνο ένα σουδάκι μέσα, ανωμαλία είναι και ότι ο «Πατάκης» εξακολουθεί να μην εκδίδει Χέρμαν Μέλβιλ. Και πόσες ακόμα ανωμαλίες! Με τελευταία εκείνη του Ερβέ Λε Τελιέ, ενός συγγραφέα που αγάπησα οριστικά από ένα και μόνο βιβλίο του που είχα διαβάσει κάποτε, το «Όλα τα μανιτάρια τρώγονται», η ουλιπιανή έμπνευση που είχε οραματιστεί το facebook χρόνια πριν από τον δημιουργό του. Κάθε φορά που μπαίνετε στο facebook και αντικρίζετε την ερώτηση «Τι σκέφτεσαι;», ικανή να σας παρασύρει ασυγκράτητα να μας εμπιστευτείτε τις επικές σας μπούρδες, σχεδόν πάντα χωρίς καθόλου φιλτράρισμα και ουσία, να θυμάστε ότι ο Τελιέ κάποτε το έκανε… χίλιες φορές καλύτερα από εσάς, πιο δημιουργικά και κυρίως με περισσότερο χι

Dogs never bite me. Just humans.

    Ψόφια πράγματα το φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης – τουλάχιστον οι επιλογές μου – αλλά μόλις είδα ότι θα προβληθεί «Η εξουσία του σκύλου», που βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Τόμας Σάβατζ, ήξερα ότι θα ρεφάρω γιατί κακό σκυλί ψόφο δεν έχει. Και έτσι έγινε, η ταινία δεν με απογοήτευσε και μου θύμισε πόσο είχα αγαπήσει εκείνο το βιβλίο. Μια παραγωγή του Νέτφλιξ που θα είναι διαθέσιμη στην πλατφόρμα από την 1 Δεκεμβρίου ώστε να προλάβει να κάνει τον κύκλο της στις αίθουσες, με τον Κάμπερμπατς στον ρόλο του Φιλ, τον σωσία του Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν στον ρόλο του Τζορτζ και την ωραία Κίρστεν Ντανστ ως Ρόουζ. Η ταινία, όπως και το βιβλίο, σε πολλούς θα φανούν αργά, αδιάφορα και αλλόκοτα, λόγω του περιεχομένου αλλά η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για αριστοτεχνικές δημιουργίες με βάθος. Αντιγράφω εδώ το κείμενο που είχα γράψει στο «Διαβάζοντας» για να θυμάμαι ότι εκείνη η ανάγνωση μετράει ακόμα μέσα μου· σπάνιο, ομολογουμένως.

Εγώ σε λέω αγάπη

  Οι πιο συνηθισμένοι απατεώνες στην Ελλάδα συνήθως ενδύονται τους υδραυλικούς που ζητάνε 55 ευρώ για μια τρόμπα στο καζανάκι και δεν μπορείς και να τους πεις «Χέσε με ρε μάστορα» γιατί μετά πώς θα τραβήξεις καζανάκι; Στη λογοτεχνία από την άλλη, το να χαρακτηρίσεις για οποιονδήποτε λόγο τον Χέρμαν Μέλβιλ απάτη , το κάνεις μόνο αν εξυπηρετεί την πλοκή! «Γιατί οι πιο τερατώδεις απ’ όλους τους υποκριτές είναι αυτοί ακριβώς οι κερδοσκόποι: υποκριτές δι’ αντιστροφής της πραγματικότητας· υποκριτές στην παρουσίαση των πραγμάτων ως σκοτεινών αντί φωτεινών· ψυχές που ευημερούν χρησιμοποιώντας όχι τη δυστυχία, αλλά το μύθευμα της δυστυχίας· δάσκαλοι της αισχρής τέχνης τού να κατασκευάζεις δυστυχία· κίβδηλοι Ιερεμίες· νόθοι Ηράκλειτοι που, μόλις η πένθιμη μέρα περάσει, επιστρέφουν, σαν απατηλοί Λάζαροι ανάμεσα στους επαίτες, για να ευφρανθούν με τα κέρδη που απέκτησαν από τα προσποιητά έλκη της κεφαλής τους – φαύλοι κερδοσκόποι!» . Θα με αναγκάσετε να κατέβω πορεία στον Λευκό Πύργο όλοι εσείς πο

Γάτα είσαι

  Οι γάτες είναι υπέροχα πλάσματα και αν δεν είσαι επηρεασμένος από τον «Κυνόδοντα» του Λάνθιμου δύσκολα να μην σε γοητεύουν ή έστω να μην τραβούν την προσοχή σου. Μία από τις αγαπημένες μου συνήθειες είναι να παρατηρώ πώς συμπεριφέρονται οι γάτες. Τι γίνεται όμως αν και εκείνες παρακολουθούν με το ίδιο ενδιαφέρον την ανθρώπινη συμπεριφορά; Κάπως έτσι θα σκέφτηκε και ο Ιάπωνας Σόσεκι Νατσούμε και έγραψε ένα αξιαγάπητο βιβλίο· επιπροσθέτως έγραψε ένα από τα λίγα βιβλία που θα ήθελα να είχα γράψει εγώ. Χεστήκαμε τι θα ήθελες να γράψεις εσύ ρε Μαραμπού, και δίκιο έχετε, δεν αντιλέγω, απλώς σκέφτηκα να το αφήσω εδώ να υπάρχει. Γιατί πάντοτε με ενθουσίαζαν εκείνα τα λιγοστά βιβλία ανεπιτήδευτης σοφίας και γατίσιας συμπεριφοράς που συμπύκνωναν όλη την φιλοσοφία τους και την συγγραφική τεχνική τους σε φράσεις όπως η ακόλουθη: «Ορισμένες φορές επινοώ κάποιες ανοησίες και οι άνθρωποι τις παίρνουν στα σοβαρά, αυτό προκαλεί έναν αισθητικό ενθουσιασμό ακραίας κωμικότητας την οποία θεωρώ ενδιαφέρ

Dance with the Devil

  A long time ago in a galaxy (στην επαρχία) far, far away… όταν περνούσα την emo φάση μου και έκλαιγα χωρίς λόγο καθώς να καθάριζα κρεμμύδια είχα ανακαλύψει τυχαία ένα βιβλιαράκι που το αγόρασα με τα πρώτα λεφτά που είχα αποταμιεύσει σε ένα βιβλιάριο τραπέζης που είχε δεν είχε μέσα 30 δραχμαί. Εκείνο το βιβλίο ήτο κάποιου ψιλοάγνωστου Χόφμαν μεταφρασμένο υπό του σπουδαίου Καρυωτάκη – αργότερα, όταν οι ισορροπίες άλλαξαν εντός μου, κατάλαβα ότι ο Χόφμαν λειτούργησε κάπως σαν το… καρυωθραυστικό του ποιητή∙ ξέρω, ξέρω, πάγωσε η θάλασσα μέσα σας, μακάρι να βρείτε ένα βιβλίο να πέσει πάνω της σαν τσεκούρι – «το λογοπαίγνιο είναι ένα καυτό σίδερο για μπούκλες στο χέρι της τρέλας και με δαύτο λυγίζει τις σκέψεις» . Ο λόγος είναι ότι ο Χόφμαν αποδείχθηκε μια εξαίσια διαβολική μορφή της παγκόσμιας λογοτεχνίας και τα παιδιά του κυκλοφορούν ελεύθερα γύρω μας – ευτυχώς για αυτά, και για εμάς, είχε πάντοτε δουλειά, και μάλιστα σημαντική, να γράφει αριστουργήματα.

Του πολέμου / Στο άλογό μου

Τι γιορτάζουμε σήμερα; Το όχι, το ναι, το ίσως; Γιατί, ενώ όλοι ξέρουμε ότι το εθνικό φρόνημα σε ψηλώνει ως άνθρωπο, εξεγειρόμαστε τόσο πολύ όταν κάτι τέτοιο γίνεται και με τεχνητά μέσα, ας πούμε, με δεκάποντες γόβες; Γιατί μετά την παρέλαση όλοι πάμε και πίνουμε φρέντο εσπρέσσο, έναν τόσο χαρακτηριστικά ιταλικό καφέ; Τι θα συμβεί αν σε μία αντιπολιτευτική συνωμοσία όλοι συντονίσουν το... ένα στο δεξί; Το ένα στ' αριστερό αποκτά όντως βαρύνουσα σημασία όταν κυβερνά η Αριστερά, ή απλώς έχουμε συνηθίσει να το θεωρούμε ηθικό πλεονέκτημα της παρέλασης;

Τελειωμένοι

    Είμαστε γεννημένοι ο ένας για τον άλλον. Τέλος. Αυτά στην αρχή, βέβαια. Γιατί μετά, ανάθεμα την ώρα που βρέθηκες μπροστά μου. Αυτή η σχέση των σχέσεων όμως, μπορεί κάλλιστα να επεκταθεί και στα βιβλία. Μόνο που σε μένα λειτούργησε αντίστροφα· ανάθεμα την ώρα που βρέθηκε μπροστά μου, είπα για αυτό το βιβλίο, μου το δάνεισαν επειδή δεν άρεσε (ωραίο προμόσιον), ήθελα από την άλλη να δω και την ταινία του Κάουφμαν , ας πάει στα κομμάτια, θα το ξεκινήσω, με την σκέψη ήδη από την αρχή να βάλω ένα τέλος όταν δω ότι δεν τραβάει το πράγμα. Αλλά, γαμώτο, τραβούσε. Για ελάχιστους αναγνώστες αυτό θα είναι το βιβλίο της ζωής τους, σύμφωνοι. Κι όμως. «Είναι εντυπωσιακό. Όταν βλέπεις κάποιον με τους γονείς του, αποδεικνύεται απτά ότι όλοι είμαστε αποτέλεσμα σύνθεσης» . Όπως ακριβώς και τα αξιανάγνωστα βιβλία, τα συγγραφικά παιδιά των δημιουργών τους – ξεράστε με την ησυχία σας και ελάτε πίσω. Μείνετέ μου πιστοί! Σας αγαπώ !

Η μέθοδος του Κούντερα

  Σε κάποιες περισσότερο κιτς εποχές ένα παρόμοιο χαστούκι σαν εκείνο του Γουίλ Σμιθ είχε ταράξει τα νερά της κοινωνικής μας ζωής. Η Νατάσα Αθήνη είχε χαστουκίσει την Δήμητρα Λιάνη στην παρουσίαση του βιβλίου της «10 χρόνια και 54 μέρες» – βέβαια, τώρα που τα συζητάμε, μπορεί να έχουν περάσει κοντά 30 χρόνια. Μια επισήμανση που μου ήρθε μόλις: όλες οι βιβλιοπαρουσιάσεις είναι για σφαλιάρες∙ συγγραφείς μην πέφτετε σε αυτή την παγίδα, μακριά. Τέλος πάντων, όταν η Δήμητρα δεν έγραφε βιβλία, διάβαζε, λένε, Κούντερα. Τότε ήταν πολύ της μόδας. Κούντερα από εδώ, Κούντερα από εκεί, είχαν τρελαθεί όλοι. Ποιος είναι ρε αυτός ο Κούντερας; Ήταν τελικά ένα πιο λογοτεχνικό Nitro όπως νόμιζαν αρκετοί; Γιατί τόσα χρόνια τον αντιμετωπίζουμε με αβάσταχτη ελαφρότητα; «Γιατί άραγε θέλει να κάνει έρωτα μαζί μου; αναρωτιόταν πολύ συχνά, αλλά δεν έβρισκε απάντηση. Ένα μόνο ήξερε, πως οι σιωπηρές συνευρέσεις τους ήταν αναπόφευκτες, έτσι όπως είναι αναπόφευκτο να σταθεί προσοχή ένας πολίτης ακούγοντας τον εθν

Θα φάτε τα μούτρα σας

  Πού βαδίζει η λογοτεχνία; Όπου και όπως βάδιζε πάντα, ελεύθερη και ασυμβίβαστη, ασυνόδευτη και ασυνόρευτη , πριν έρθει ο (κακός μας) καιρός με την πρόφαση του υποστηρίγματος/«υποστήριξης» κάποιοι να της προσφέρουν τα δεκανίκια της πολιτικής ορθότητας που θα την καθιστούσαν έκτοτε αδιανόητα στάσιμη. «Αυτό που βλέπουμε το σκεφτόμαστε, κι έτσι τελικά δεν το βλέπουμε, λέει ο Όλερ, ενώ άλλοι βλέπουν αυτό που βλέπουν χωρίς πρόβλημα, επειδή δεν το σκέφτονται αυτό που βλέπουν. Αυτό που αποκαλούμε αντίληψη είναι για μας κατά βάση στασιμότητα, ακινησία, τίποτα. Τίποτα. Οτιδήποτε έχει συμβεί το έχουμε σκεφτεί, δεν το έχουμε δει, λέει ο Όλερ» . Είδα και απόειδα λοιπόν με το… φαινόμενο Φερνάντα Μελτσόρ και είπα ό,τι βρέξει ας κατεβάσει! Βαδίζοντας στην εποχή των τυφώνων.