Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Πώς πέρασες τη μέρα σου; - (11 π.μ.)

 
Ο πρώτος αναγνωστικός σκόπελος που θα συναντήσετε και ίσως τσακίσει ολοκληρωτικά το καράβι της αυτοπεποίθησής σας, είναι το τρίτο κεφάλαιο. Δεν θα είναι ο μόνος αλλά αναμφίβολα είναι από τους πιο δύσκολους, έτσι αν καταφέρετε και τον περάσετε, από κει και πέρα θα πλεύσετε με ασφάλεια και άνεση, συνεπικουρούμενοι και από το θάρρος που θα σας χαρίσει η επιτυχής αντιμετώπιση της πρώτης λεκτικής τρικυμίας. Το πρώτο που μαθαίνει ένας αναγνώστης όταν πρωτακούει για τον Οδυσσέα είναι πως πρόκειται για ένα βιβλίο που είναι γραμμένο με την (πρωτοεμφανιζόμενη;) τεχνική του εσωτερικού μονολόγου. Τώρα πια, λίγο πολύ, όλοι οι αναγνώστες έχουμε διαβάσει ένα βιβλίο που χρησιμοποιεί αυτή την τεχνική. Παρόλα αυτά, η χρήση της από την πένα του Τζόυς παραμένει εντυπωσιακή και αποπνέει τόσα χρόνια μετά, σχεδόν μια πρωτόγνωρη αίσθηση.
 
Πώς όμως ο Τζόυς εμπνεύστηκε αυτή την νέα τεχνική; Ο ίδιος αναγνωρίζει με θάρρος την πηγή και δεν σταματά να την επικαλείται σε όλη του την ζωή.
  
Καθ' οδόν, στο περίπτερο του σιδηροδρομικού σταθμού, αγόρασε ένα βιβλίο του Εντουάρ Ντιζαρντέν (Edouard Dujarden), που ήξερε ότι ήταν φίλος του Τζωρτζ Μουρ. Επρόκειτο για το Les Lauries sont coupes. Παρότι οι κριτικοί, πολύ αργότερα, θα εργαστούν φιλότιμα για να καταδείξουν ότι ο εσωτερικός μονόλογος στον Τζόυς είναι δάνειο από τον Φρόυντ, ο Τζόυς το θεωρούσε τιμή του να τονίζει ότι τον είχε πάρει από τον Ντιζαρντέν. 
 
Ο Ρίτσαρντ Έλμαν αναφέρει σχετικά με αυτό το βιβλίο:  
  
[...] Το μυθιστόρημα του Ντιζαρντέν ήταν ένας μονόλογος χωρίς καμιά παρέμβαση εκ μέρους του συγγραφέα. Η τεχνική χαρακτηρίζεται από μια σχετική αδεξιότητα, όταν ο ήρωας καλείται να περιγράψει εξωτερικές συνθήκες, οπότε ο Τζόυς αναγκάστηκε να την τροποποιήσει. Εκείνο πάντως που ήταν αδύνατο να μην προσελκύσει την προσοχή του ήταν η φιλοσοφική πράξη αυτοδημιουργίας στην οποία προβαίνει ο ήρωας του Ντιζαρντέν, όταν στην πρώτη σελίδα καλεί τον εαυτό του να υπάρξει και να αναδυθεί «κάτω από το χάος των φαινομένων». Ως ενακτήρια θέση ο Ντιζαρντέν είχε μια φράση του Φίχτε: «Το εγώ θέτει εαυτόν και αντιτίθεται στο όχι εγώ». Υποστήριζε επίσης ότι «η ζωή του πνεύματος ειναι μια συνεχής μίξη ποιητικού και πεζού λόγου», άρα το μυθιστόρημα είναι μια αδιάκοπη εξισορρόπηση «ποιητικής ανάτασης και καθημερινότητας μιας οποιασδήποτε μέρας».  
 
Αυτή η ιδιότυπη σχέση και σύνδεση των δύο συγγραφέων συνεχίστηκε για χρόνια. Ο γηραιός Ντιζαρντέν ενθουσιάστηκε με την προσοχή και την αναγνώριση που δινόταν έστω και καθυστερημένα στον ίδιο και στο έργο του μετά από την παρέμβαση του Τζόυς, χαρίζοντάς του ως ένδειξη ευγνωμοσύνης ένα αντίτυπο του βιβλίου του – «Στον Τζέημς Τζους, δοξασμένο δάσκαλο, επιφανή δημιουργό, σ' αυτόν που είπε στον ήδη νεκρό και ενταφιασμένο: Λάζαρε, δεύρο έξω». Ο Τζόυς με την σειρά του, χάρισε ένα αντίτυπο του Οδυσσέα – «Στον Εντουάρ Ντιζαρντέν, τον αγγελιαφόρο του εσωτερικού μονολόγου, τον αμετανόητο κήρυκα. Τζ.Τζ.». Όταν επανεκδόθηκε το βιβλίο του Ντιζαρντέν, η αρχική αφιέρωση προς τον Ρακίνα άλλαξε και αφιερωνόταν πλεόν προς τον Τζέημς Τζόυς! Ο Τζόυς ανταπέδωσε προσφωνώντας στα γράμματά του τον Ντιζαρντέν ως «Maitre» και χαρακτηρίζοντας το Lauries ως «αειθαλές». Βεβαίως είχε επίγνωση ότι η «ανταπόδοση είναι πολύ πιο γενναιόδωρη από την προσφορά». Η μέθοδος του monologue interieur απέκτησε τόσο μεγάλη σημασία μόνον επειδή ο Τζόυς διείδε πώς μπουρούσε να την αξιοποιήσει.  

Πριν περάσουμε σε μερικά από τα γεγονότα του κεφαλαίου, καλό είναι να θυμηθούμε ότι ο Οδυσσέας εκτός από τα πολύσημα γεγονότα που εξιστορεί και τις ερμηνείες που απαιτεί από τον αναγνώστη, είναι επίσης και μια οδύσσεια της γραφής (κατά την γνώμη μου, είναι κυρίως αυτό), άρα θα πρέπει να αφεθούμε να παρασυρθούμε από τις λογοτεχνικές αρετές του δημιουργού του και να μην στεκόμαστε μόνο σε όσα μπορούμε να καταλάβουμε. Η λογοτεχνία μπορεί να γίνει εξίσου ελκυστική ακόμα και όταν δεν καταλαβαίνεις πολλά. Και η αλήθεια είναι ότι στο τρίτο κεφάλαιο δεν καταλαβαίνεις πολλά! Ο Στέφανος κάνει ένα περίπατο στην παραλία. Η εξωτερική δράση είναι ελαχιστότατη, οι μπότες του Στέφανου που βυθίζονται στα χαλίκια, ένα ζευγάρι που πλατσουρίζει στην ακτή, ο σκύλος τους που τριγυρίζει χαρούμενος και ένα κουφάρι σκύλου που σαπίζει στην παραλία. Όλα τα άλλα ξεδιπλώνονται μέσα στο κεφάλι του Στέφανου – ο οποίος, μην ξεχνάτε, είναι η ενσάρκωση του νεαρού καλλιτέχνη, ένα μυαλό ευφυές, πολυπρισματικό και δαιδαλώδες, ένας άνθρωπος με όργη μέσα του, σάπιες ελπίδες και κρυφές πληγές. 
  
 Σε ένα μεγάλο μέρος του κεφαλαίου ο Στέφανος σκέφτεται με γαλλικές φράσεις. Ο Τζόυς αναπολεί το πρώτο του σύντομο ταξίδι στο Παρίσι το 1902 με σκοπό να σπουδάσει Ιατρική, μια προσπάθεια που στιγματίστηκε από πείνα, εξαθλίωση και ματαίωση ελπίδων,  

Με το ταχυδρομικό έμβασμα της μητέρας, οχτώ σελίνια, η πόρτα του ταχυδρομείου κλεισμένη με πάταγο στα μούτρα σου απ' τον θυρωρό. Λιμασμένος πονόδοντος.  

...για να λήξει άδοξα (αλλά προς δόξαν της λογοτεχνίας) η ενασχολησή του με την επιστήμη της Ιατρικής, με την εσπευσμένη επιστροφή του στην Ιρλανδία.

- Μητέρα πεθαίνει γύρνα σπίτι πατέρας

Λίγες φευγαλέες αναφορές στην σύντομη διαμονή του Τζόυς γίνονται και στα δυο πρώτα κεφάλαια. Εδώ στο τρίτο, ο Στέφανος ανακαλεί τα λόγια του Μπακ Μάλλιγκαν που τον κορόιδευε για το καλλιτεχνικό του καπέλο αλλά τον προέτρεπε κιόλας να σφυρυλατήσει την ψυχή του. Το Καρτιέ Λατέν καπέλο μου. Θεέ, απλά πρέπει να ντύσουμε τον χαρακτήρα. Επίσης, φέρνει στο μυαλό του την χθεσινή δύσκολη νύχτα και επισημοποιεί την απόφασή του να μην ξαναγυρίσει στον πύργο, επιβεβαιώνοντας στον εαυτό του την έναρξη της καλλιτεχνικής του εξορίας. Δεν θα κοιμηθώ εκεί όταν έρθει αυτή η νύχτα. Μια κλειστή πόρτα ενός σιωπηλού πύργου που ενταφιάζει τα τυφλά τους σώματα. Ο πανθηραφέντης και το κυνηγόσκυλό του

Δύο από τις βασικές φοβίες του Τζόυς που τον κατέτρυχαν σε όλη του την ζωή ήταν οι καταιγίδες και οι σκύλοι. Και οι δύο φοβίες υπαινίσσονται ή παρουσιάζονται ευκρινώς σε αυτό το κεφάλαιο. Έλα. Διψάω. Συννεφιάζει τριγύρω. Πουθενά μαύρα σύννεφα, έχει; Καταιγίδα. Η φοβία για τους σκύλους και το απειλητικό ενδεχόμενο ενός δαγκώματος, παρουσιάζεται με έναν τρόπο που αφήνει χώρο για διάφορες ερμηνείες.  

Ένα σημάδι, ζωντανός σκύλος, εμφανίστηκε τρέχοντας κατά μήκος της πλατιάς αμμουδιάς. Θεέ, θα μου επιτεθεί; Σεβάσου την ελευθερία του. Δεν θα γίνεις κύριος των άλλων ούτε σκλάβος τους. Έχω το μπαστούνι μου. Κάτσε ακίνητος.


Η φράση «Δεν θα γίνεις κύριος των άλλων ούτε σκλάβος τους» φανερώνει την διάθεση να απομονωθεί καλλιτεχνικά και να ακολουθήσει την δική του πορεία και σε συνάρτηση με την φράση «Έχω το μπαστούνι μου» δείχνει τα όπλα με τα οποία θα διεκδικήσει την ελευθερία του! Αμέσως, το μπαστούνι παίρνει στα μάτια του αναγνώστη την μορφή της πένας και κατ' επέκταση της γραφής, η οποία θα τον προστατεύσει και θα τον ολοκληρώσει. Αυτό συνάγεται και από μια επόμενη σκηνή όπου ο Στέφανος κόβει ένα λευκό κομμάτι από το άρθρο που του είχε δώσει ο κ. Ντήζυ και ακουμπώντας πάνω σε έναν βράχο, γράφει τις σκέψεις του.

Στο κεφάλαιο παρουσιάζονται πάμπολλα παραποιημένα γεγονότα από την πραγματική ζωή του Τζόυς (όπως είναι ο πνιγμένος στο ποταμό Λίφφυ και η προσπάθεια ανάσυρσής του), σκέψεις για την Ιρλανδία και την ανεξαρτησία της, αναφορές σε συγγραφείς και αισθητικές θεωρίες, ενοχικές σκέψεις για την συμπεριφορά του προς την μητέρα του και τους λοιπούς συγγενείς – δυστυχώς δεν υπάρχει ούτε ο χώρος ούτε ο τρόπος για να αναλυθούν περαιτέρω σε αυτή την ανάρτηση. 

Ίσως θα έπρεπε να σταθούμε λίγο περισσότερο στην φράση: Η αγάπη του Γουάιλντ που δεν τολμά να πει το όνομά της. Τώρα θα με εγκαταλείψει. Και το φταίξιμο; Τέτοιος που είμαι. Τέτοιος που είμαι. Όλα ή τίποτα. Σύμφωνα με τον μεταφραστή, εδώ γίνεται αναφορά στο θεατρικό έργο του Ίψεν «Μπραντ», όπου ο ήρωας έχει ως σλόγκαν το «όλα ή τίποτα». Ο Μπραντ αρνείται να επισκεφτεί και να δώσει συγχώρεση στην θνήσκουσα μητέρα του και αυτό οδηγεί στο θάνατο πρώτα του γιου του και μετά της γυναίκας του. Στο τέλος του έργου, καθώς μια χιονοστιβάδα παρασέρνει τον Μπραντ και αυτός λέει: «Απάντησέ μου, Θεέ, την ώρα του θανάτου. Φτάνει ένας κόκκος θέλησης, με όλη της τη δύναμη, να εξαγοράσει έναν κόκκο λύτρωσης;» μια φωνή απαντά «Ο Θεός είναι αγάπη». Μια από τις πολλές φράσεις του Τζόυς που συναρπάζει με τις ανερμήνευτες δυνατότητές της και τις δυνατότητες ερμηνείας της! 


Το τρίτο κεφάλαιο ενδεχομένως να ήταν ανυπόφορο αν γραφόταν από τα χέρια οποιουδήποτε άλλου συγγραφέα, ο Τζόυς όμως καταφέρνει να το κάνει συναρπαστικό γιατί κατέχει απόλυτα τους κανόνες της γραφής και γιατί μπορεί να εξουσιάζει θαυμάσια τις εξαιρέσεις της. Θα κουραστείτε να το διαβάσετε αλλά θα θυμάστε για καιρό ότι διαβάσατε κάτι το εξαιρετικό. Όλα ή τίποτα. Η καλή λογοτεχνία μπορεί να λειτουργεί και έτσι. Ορίστε λοιπόν, τα καταφέρατε μια χαρά. Το καράβι σας πέρασε αλώβητο από τον τυφώνα και ξαναβρήκε την νηνεμία. Σας αξίζει μια επιβράβευση. Απεκδυθείτε τις προκαταλήψεις και τους φόβους σας και ρίξτε μια χαλαρωτική βουτιά. Μπλουμ!

Σχόλια

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

Ποίηση χωρίς τέλος

  Αυτή η χρονιά θα ξεκινήσει ακριβώς όπως τελείωσε: με ποίηση. Συλλεκτική ανάρτηση, σπάνια θα ξαναδιαβάσετε τέτοια. Σπάω την παράδοση (και το ρόδι)! Ακόμα σπανιότερα εντυπωσιάζομαι από ποιητές και ποιήματα. Δεν με συγκινεί η συμπύκνωση του λόγου όταν του λείπει ένα είδος «φλυαρίας» – ψάχνω ποιήματα που είναι αμετροεπή με έναν δικό τους τρόπο και ταυτόχρονα στοχευμένα και ουσιώδη. Ποιήματα που δεν πολυπαίρνουν στα σοβαρά τον εαυτό τους καθώς τσαλαβουτούν χαρούμενα στον χυλό της ειρωνείας. Ποιήματα που, απ' ό,τι σωστά αντιλαμβάνεστε, δεν γράφει η πλειοψηφία των ποιητών. Με δυο λόγια, κυνηγώ το ανέφικτο. Αλλά, αυτό δεν κυνηγάμε όλοι στην έναρξη κάθε χρονιάς; Το φλουρί μου για φέτος – λίρα εκατό – ήταν η Βισουάβα ή Βισλάβα ή όπως αλλιώς, Σιμπόρσκα. Η παλιά ποίηση, η ορθόδοξη, είναι Εδώ!

Με ανώμαλους δεν μιλάω

  Ανωμαλία είναι να μην μπορεί μια γυναίκα να κυκλοφορεί άφοβα στους δρόμους, ανωμαλία είναι να πιστεύεις ότι τα εμβόλια σκοπό έχουν να προκαλέσουν περισσότερο κακό από ό,τι καλό, ανωμαλία είναι να νομίζεις ότι η λογοτεχνία σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, ανωμαλία είναι ακόμα το προφιτερόλ να έχει μόνο ένα σουδάκι μέσα, ανωμαλία είναι και ότι ο «Πατάκης» εξακολουθεί να μην εκδίδει Χέρμαν Μέλβιλ. Και πόσες ακόμα ανωμαλίες! Με τελευταία εκείνη του Ερβέ Λε Τελιέ, ενός συγγραφέα που αγάπησα οριστικά από ένα και μόνο βιβλίο του που είχα διαβάσει κάποτε, το «Όλα τα μανιτάρια τρώγονται», η ουλιπιανή έμπνευση που είχε οραματιστεί το facebook χρόνια πριν από τον δημιουργό του. Κάθε φορά που μπαίνετε στο facebook και αντικρίζετε την ερώτηση «Τι σκέφτεσαι;», ικανή να σας παρασύρει ασυγκράτητα να μας εμπιστευτείτε τις επικές σας μπούρδες, σχεδόν πάντα χωρίς καθόλου φιλτράρισμα και ουσία, να θυμάστε ότι ο Τελιέ κάποτε το έκανε… χίλιες φορές καλύτερα από εσάς, πιο δημιουργικά και κυρίως με περισσότερο χι

Dogs never bite me. Just humans.

    Ψόφια πράγματα το φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης – τουλάχιστον οι επιλογές μου – αλλά μόλις είδα ότι θα προβληθεί «Η εξουσία του σκύλου», που βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Τόμας Σάβατζ, ήξερα ότι θα ρεφάρω γιατί κακό σκυλί ψόφο δεν έχει. Και έτσι έγινε, η ταινία δεν με απογοήτευσε και μου θύμισε πόσο είχα αγαπήσει εκείνο το βιβλίο. Μια παραγωγή του Νέτφλιξ που θα είναι διαθέσιμη στην πλατφόρμα από την 1 Δεκεμβρίου ώστε να προλάβει να κάνει τον κύκλο της στις αίθουσες, με τον Κάμπερμπατς στον ρόλο του Φιλ, τον σωσία του Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν στον ρόλο του Τζορτζ και την ωραία Κίρστεν Ντανστ ως Ρόουζ. Η ταινία, όπως και το βιβλίο, σε πολλούς θα φανούν αργά, αδιάφορα και αλλόκοτα, λόγω του περιεχομένου αλλά η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για αριστοτεχνικές δημιουργίες με βάθος. Αντιγράφω εδώ το κείμενο που είχα γράψει στο «Διαβάζοντας» για να θυμάμαι ότι εκείνη η ανάγνωση μετράει ακόμα μέσα μου· σπάνιο, ομολογουμένως.

Dance with the Devil

  A long time ago in a galaxy (στην επαρχία) far, far away… όταν περνούσα την emo φάση μου και έκλαιγα χωρίς λόγο καθώς να καθάριζα κρεμμύδια είχα ανακαλύψει τυχαία ένα βιβλιαράκι που το αγόρασα με τα πρώτα λεφτά που είχα αποταμιεύσει σε ένα βιβλιάριο τραπέζης που είχε δεν είχε μέσα 30 δραχμαί. Εκείνο το βιβλίο ήτο κάποιου ψιλοάγνωστου Χόφμαν μεταφρασμένο υπό του σπουδαίου Καρυωτάκη – αργότερα, όταν οι ισορροπίες άλλαξαν εντός μου, κατάλαβα ότι ο Χόφμαν λειτούργησε κάπως σαν το… καρυωθραυστικό του ποιητή∙ ξέρω, ξέρω, πάγωσε η θάλασσα μέσα σας, μακάρι να βρείτε ένα βιβλίο να πέσει πάνω της σαν τσεκούρι – «το λογοπαίγνιο είναι ένα καυτό σίδερο για μπούκλες στο χέρι της τρέλας και με δαύτο λυγίζει τις σκέψεις» . Ο λόγος είναι ότι ο Χόφμαν αποδείχθηκε μια εξαίσια διαβολική μορφή της παγκόσμιας λογοτεχνίας και τα παιδιά του κυκλοφορούν ελεύθερα γύρω μας – ευτυχώς για αυτά, και για εμάς, είχε πάντοτε δουλειά, και μάλιστα σημαντική, να γράφει αριστουργήματα.

Του πολέμου / Στο άλογό μου

Τι γιορτάζουμε σήμερα; Το όχι, το ναι, το ίσως; Γιατί, ενώ όλοι ξέρουμε ότι το εθνικό φρόνημα σε ψηλώνει ως άνθρωπο, εξεγειρόμαστε τόσο πολύ όταν κάτι τέτοιο γίνεται και με τεχνητά μέσα, ας πούμε, με δεκάποντες γόβες; Γιατί μετά την παρέλαση όλοι πάμε και πίνουμε φρέντο εσπρέσσο, έναν τόσο χαρακτηριστικά ιταλικό καφέ; Τι θα συμβεί αν σε μία αντιπολιτευτική συνωμοσία όλοι συντονίσουν το... ένα στο δεξί; Το ένα στ' αριστερό αποκτά όντως βαρύνουσα σημασία όταν κυβερνά η Αριστερά, ή απλώς έχουμε συνηθίσει να το θεωρούμε ηθικό πλεονέκτημα της παρέλασης;

Η Αλίκη στις πόλεις

  Καλύτερα Αλίκη στις πόλεις των θαυμάτων παρά Ωραία Κοιμωμένη στο χωριό. Αυτή είναι η τελεσίδικη γνώμη μου. Αλλά τώρα που καλοκαίριασε δύσκολα να σας πείσω, το ξέρω. Τα ξαναλέμε when September ends. «Οι πόλεις δεν προσφέρουν μόνο υλικά οφέλη αλλά και ενθουσιασμό και την ευκαιρία να επαναπροσδιορίσει κάποιος τον εαυτό του. Για πολλούς πολίτες του Μάντσεστερ και του Σικάγου, η πόλη σήμαινε μια μορφή ελευθερίας. Αυτό ήταν κάτι που οι επικριτές της βικτοριανής πόλης δεν μπόρεσαν ποτέ να συλλάβουν: με τόσο σκότος και βρομιά δεν μπόρεσαν ποτέ να διακρίνουν τους τρόπους με τους οποίους η κοινότητα επαναπροσδιοριζόταν μέσα στη σύγχρονη βιομηχανική μητρόπολη». Όσοι πάλι επι-μένετε στις πόλεις πρέπει να προμηθευτείτε αμέσως το καταπληκτικό βιβλίο του Ben Wilson – γιατί αν εξαντληθεί θα το ψάχνετε στα επαρχιακά βιβλιοπωλεία!

Τελειωμένοι

    Είμαστε γεννημένοι ο ένας για τον άλλον. Τέλος. Αυτά στην αρχή, βέβαια. Γιατί μετά, ανάθεμα την ώρα που βρέθηκες μπροστά μου. Αυτή η σχέση των σχέσεων όμως, μπορεί κάλλιστα να επεκταθεί και στα βιβλία. Μόνο που σε μένα λειτούργησε αντίστροφα· ανάθεμα την ώρα που βρέθηκε μπροστά μου, είπα για αυτό το βιβλίο, μου το δάνεισαν επειδή δεν άρεσε (ωραίο προμόσιον), ήθελα από την άλλη να δω και την ταινία του Κάουφμαν , ας πάει στα κομμάτια, θα το ξεκινήσω, με την σκέψη ήδη από την αρχή να βάλω ένα τέλος όταν δω ότι δεν τραβάει το πράγμα. Αλλά, γαμώτο, τραβούσε. Για ελάχιστους αναγνώστες αυτό θα είναι το βιβλίο της ζωής τους, σύμφωνοι. Κι όμως. «Είναι εντυπωσιακό. Όταν βλέπεις κάποιον με τους γονείς του, αποδεικνύεται απτά ότι όλοι είμαστε αποτέλεσμα σύνθεσης» . Όπως ακριβώς και τα αξιανάγνωστα βιβλία, τα συγγραφικά παιδιά των δημιουργών τους – ξεράστε με την ησυχία σας και ελάτε πίσω. Μείνετέ μου πιστοί! Σας αγαπώ !

Θα φάτε τα μούτρα σας

  Πού βαδίζει η λογοτεχνία; Όπου και όπως βάδιζε πάντα, ελεύθερη και ασυμβίβαστη, ασυνόδευτη και ασυνόρευτη , πριν έρθει ο (κακός μας) καιρός με την πρόφαση του υποστηρίγματος/«υποστήριξης» κάποιοι να της προσφέρουν τα δεκανίκια της πολιτικής ορθότητας που θα την καθιστούσαν έκτοτε αδιανόητα στάσιμη. «Αυτό που βλέπουμε το σκεφτόμαστε, κι έτσι τελικά δεν το βλέπουμε, λέει ο Όλερ, ενώ άλλοι βλέπουν αυτό που βλέπουν χωρίς πρόβλημα, επειδή δεν το σκέφτονται αυτό που βλέπουν. Αυτό που αποκαλούμε αντίληψη είναι για μας κατά βάση στασιμότητα, ακινησία, τίποτα. Τίποτα. Οτιδήποτε έχει συμβεί το έχουμε σκεφτεί, δεν το έχουμε δει, λέει ο Όλερ» . Είδα και απόειδα λοιπόν με το… φαινόμενο Φερνάντα Μελτσόρ και είπα ό,τι βρέξει ας κατεβάσει! Βαδίζοντας στην εποχή των τυφώνων.

Η μέθοδος του Κούντερα

  Σε κάποιες περισσότερο κιτς εποχές ένα παρόμοιο χαστούκι σαν εκείνο του Γουίλ Σμιθ είχε ταράξει τα νερά της κοινωνικής μας ζωής. Η Νατάσα Αθήνη είχε χαστουκίσει την Δήμητρα Λιάνη στην παρουσίαση του βιβλίου της «10 χρόνια και 54 μέρες» – βέβαια, τώρα που τα συζητάμε, μπορεί να έχουν περάσει κοντά 30 χρόνια. Μια επισήμανση που μου ήρθε μόλις: όλες οι βιβλιοπαρουσιάσεις είναι για σφαλιάρες∙ συγγραφείς μην πέφτετε σε αυτή την παγίδα, μακριά. Τέλος πάντων, όταν η Δήμητρα δεν έγραφε βιβλία, διάβαζε, λένε, Κούντερα. Τότε ήταν πολύ της μόδας. Κούντερα από εδώ, Κούντερα από εκεί, είχαν τρελαθεί όλοι. Ποιος είναι ρε αυτός ο Κούντερας; Ήταν τελικά ένα πιο λογοτεχνικό Nitro όπως νόμιζαν αρκετοί; Γιατί τόσα χρόνια τον αντιμετωπίζουμε με αβάσταχτη ελαφρότητα; «Γιατί άραγε θέλει να κάνει έρωτα μαζί μου; αναρωτιόταν πολύ συχνά, αλλά δεν έβρισκε απάντηση. Ένα μόνο ήξερε, πως οι σιωπηρές συνευρέσεις τους ήταν αναπόφευκτες, έτσι όπως είναι αναπόφευκτο να σταθεί προσοχή ένας πολίτης ακούγοντας τον εθν

Τώρα μας σώνει μόνο ένα θαύμα

    Μπορεί ένα βιβλιοπωλείο να αποτελέσει καταφύγιο; Όχι καταφύγιο πολέμου, μην παρασύρεστε από τις εξελίξεις στην Ουκρανία, δεν παίζει τέτοιο πράγμα∙ ούτε βέβαια να σταματήσει τον ίδιο τον πόλεμο, αυτό και αν θα ήταν θαύμα! Μπορεί ωστόσο να αποτελέσει πού και πού ένα ζεστό καταφύγιο μιας μεμονωμένης ζωής, που παρέα με δισεκατομμύρια άλλες συγκροτούν τον κόσμο γύρω μας, τα ακρότατα όρια του οποίου συχνότατα και εντελώς απροσδόκητα μπορεί να είναι οι πιο αναίτιες και ακραίες σφαγές. Oh yes! Το να διεξάγεις ακήρυχτο πόλεμο αλληλεγγύης μέσω social media, να φας μια μπριζόλα επειδή τυχαίνει να είναι Τσικνοπέμπτη στα μέρη σου ή να διαβάσεις ένα ανάλαφρο βιβλίο δεν μοιάζουν αρκετά. Αλλά και τι θα μπορούσε να μοιάζει αρκετό στη ζωή ενός ανθρώπου; «Φοβάμαι ότι αυτό είναι σαν εκείνα τα feelgood μυθιστορήματα που διαβάζει η Τζάσμιν, όπου το τέλος είναι πάντα χαρούμενο γιατί πώς αλλιώς θα μπορούσαν οι αναγνώστες να αντισταθμίσουν τις κακές ειδήσεις και όλα αυτά τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν