Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Πώς πέρασες τη μέρα σου; - (η ώρα της)

 
Ίσως το διασημότερο και πιο διαδεδομένο κεφάλαιο του βιβλίου, κυρίως στους κύκλους εκείνους των αναγνωστών που διατείνονται περήφανα ότι έχουν διαβάσει, χωρίς ωστόσο ισχυρές αποδείξεις, τον Οδυσσέα. Επίσης, το οργασμικό τέλος του που συμπτίπτει και με το τέλος του ίδιου του βιβλίου, αποτελεί το σήμα κατατεθέν του Οδυσσέα – ακόμα και εκείνοι που δε θέλουν να ξέρουν εκ των προτέρων την τελευταία φράση ενός βιβλίου, την ξέρουν ήδη.
 
Διαβάζοντας τις πρώτες φράσεις του χωρίς στίξη κεφαλαίου αμέσως σου έρχονται στο μυαλό όσα βιβλία θυμάσαι να έχεις διαβάσει ή δει γραμμένα με αυτόν τον τρόπο. Σίγουρα πρώτος στο μυαλό έρχεται ο Μπέκετ και το βιβλίο του Πώς είναι. Μετά ο Σαραμάγκου και ο Μπέρνχαρντ, που αμφότεροι ξεχνούν να βάλουν τελεία αλλά χρησιμοποιούν λίγα περισσότερα κόμματα. Σίγουρα και άλλοι. Ο Τζόυς δεν έστυψε ιδιαίτερα την φαντασία του για να σκεφτεί αυτόν τον τρόπο γραφής της Πηνελόπης. Η δικιά του Πηνελόπη, η Νόρα, του τον χάρισε απλόχερα και εκείνος φρόντισε μόνο να του εμφυσήσει λογοτεχνία! Στην εισαγωγή του βιβλίου «Γράμματα στη Νόρα» υπάρχει ένα γράμμα της Νόρα που είναι γραμμένο με αυτόν τον χειμαρρώδη και χαρακτηριστικό τρόπο που συναντάμε και στην Πηνελόπη. 
 
«Αγαπημένε Τζιμ νιώθω τόσο κουρασμένη απόψε που δεν μπορώ να πω πολλά ευχαριστώ πολύ για το γλυκό σου γράμμα που έλαβα απροσδόκητα σήμερα το βράδυ ήμουν πολύ απασχολημένη όταν ήρθε ο Ταχυδρόμος έτρεξα και κλειδώθηκα σ' ένα δωμάτιο να διαβάσω το γράμμα σου με κάλεσαν πέντε φορές αλλά καμώθηκα πως δεν άκουσα τώρα είναι εντεκάμισι και δεν χρειάζεται να σου πω ότι με το ζόρι κρατάω τα μάτια μου ανοιχτά και είμαι κατευχαριστημένη που θα ξεραθώ στον ύπνο τώρα δεν μπορώ να σε σκεφτώ όσο θέλω όταν ξυπνήσω το πρωί δεν θα σκέφτομαι τίποτ' άλλο έξω από σένα αύριο το απόγευμα στις 7 μ.μ.».
 
Σ' αυτό το δείγμα γραφής, μπορούμε με σχετική ασφάλεια να μαντέψουμε σε ποιο σημείο γίνονται οι παύσεις ή πού μπαίνουν τα κόμματα. Ωστόσο υπάρχουν μερικά σημεία που σου προκαλούν σύγχυση καθώς τα διαβάζεις με μια ανάσα. Όπως η λέξη «ευχαριστώ» που για μια στιγμή πιστεύεις ότι κολλάει θαυμάσια στην προηγούμενή της, πριν διαπιστώσεις ότι το σωστό είναι να την ταιριάξεις με την επόμενη. Ή, ανάμεσα στις λέξεις «πέντε φορές» και «καμώθηκα», αν λείψει το «αλλά» τότε το νόημα θα γίνει κάπως πιο δυσνόητο και πιο ελκυστικό ταυτόχρονα. Τέτοιες επεμβάσεις κάνει πάρα πολλές ο Τζόυς, στον μονόλογο της Μόλλυ, μετατρέποντάς τον σε ένα αρκετά δύσκολο κεφάλαιο. Γι' αυτό και δεν θα προσπαθήσω να βάλω κανένα απόσπασμα από τον μονόλογο, θα ήταν απλώς ξεκρέμαστες λέξεις. Αυτός ο χωρίς στίξη και ειρμό λόγος μοιάζει επιπροσθέτως να συμβαδίζει με το στερεότυπο που θέλει τον εσωτερικό κόσμο μιας γυναίκας χειμαρρώδη και αλλοπρόσαλλο.  
 
Η σπανιότητα κεφαλαίων γραμμάτων και οι σχοινοτενείς προτάσεις του μονολόγου της Μόλλυ είναι, βεβαίως, άμεσα συνδεδεμένες με τη θεωρία του Τζόυς για τον τρόπο σκέψης της (και για τον γυναικείο τρόπο σκέψης εν γένει) ως πλημμυρίδας, σε αντίθεση προς τη σειρά των μικρών αλμάτων του Μπλουμ και των κάπως μεγαλύτερων του Στήβεν.
 

 
Ακούμε για πρώτη φορά τη φωνή της Μόλλυ μόλις στο τελευταίο κεφάλαιο. Επειδή τα πρώτα λόγια της Μόλλυ είναι και τα τελευταία της, νομίζω ότι η επιλογή της δομής του κεφαλαίου από τον Τζόυς είναι η καλύτερη δυνατή. Αν ο Τζόυς ήθελε να γνωρίσουμε τις σκέψεις της Μόλλυ καλύτερα, θα τις έφερνε στο προσκήνιο πιο νωρίς και μέσω πιο στρωτών αφηγήσεων. Ό,τι μαθαίνουμε σποραδικά για κείνη, είναι μέσω του Μπλουμ. Ένω σε όλη τη διάρκεια του βιβλίου σαρωνόμαστε από τις σκέψεις του Μπλουμ και του Στέφανου, ξαφνικά καλούμαστε να γνωρίσουμε τις σκέψεις της Μόλλυ σε μια σπιντάτη αφήγηση που δεν μας επιπρέπει αναστοχασμούς και παρατηρήσεις.  
 
Πέραν των προτύπων της, η Μόλλυ είναι μια γυναίκα που έχει παρεξηγηθεί πολύ. Ο διάσημος μονόλογος στον οποίο «η σάρκα γίνεται λόγος» αδικείται από τη φήμη που έχει ως το αποκορύφωμα της σεξουαλικής ελευθεριότητας, ούτε ανταποκρίνεται στην περιγραφή από μερικούς συγγραφείς ως το αποκορύφωμα της απάνθρωπης, άδικης και αντιφεμινιστικής ανάλυσης. Αν η Μόλλυ ήταν πράγματι ελευθεριάζουσα στη συμπεριφορά της, ο Τζόυς δεν θα την είχε κάνει ηρωίδα του, διότι του χρειαζόταν μια συνηθισμένη γυναίκα για να αντισταθμίσει τις ιδιορρυθμίες του Μπλουμ
 
Μόλις λίγα λεπτά πριν, στην προσπάθειά του να κοιμηθεί, ο «ιδιόρρυθμος» Μπλουμ είχε μετρήσει 25 (συν 1) εραστές της Μόλλυ, ανάμεσά τους δύο ιερωμένους, έναν δήμαρχο, έναν δημοτικό σύμβουλο, έναν γυναικολόγο, έναν λούστρο και έναν καθηγητή. Στο βιβλίο είναι σαφές ότι η Μόλλυ εξομολογήθηκε στους δύο ιερωμένους, συμβουλέυτηκε τον γυναικολόγο και χαριεντίστηκε με όλους τους άλλους. Η Μόλλυ αναθυμάται όλες τις ερωτικές της περιπέτειες, με έναν τρόπο όμως αρκετά μπερδεμένο που προκαλεί σύγχυση στον αναγνώστη, ο οποίος καταφέρνει να εντοπίσει κυρίως τα αποσπάσματα που αφορούν τον Μπλουμ, παρόλο που ποτέ δεν κατονομάζεται. Σε όλο τον μονόλογό της ο Τζόυς της επιτρέπει να αναφέρεται στους διάφορους άντρες που έχει γνωρίσει, κυρίως με το «αυτός» και με κάποια τυχαία ένδειξη ότι αλλάζει κάπου-κάπου το πρόσωπο. Οι σκέψεις της Μόλλυ είναι σαφώς αρκετά αντρικές, σε σημείο να εγείρουν μέχρι και φεμινιστικές αντιδράσεις. Ο ίδιος ο Τζόυς όμως, με τον ενθουσιασμό που τον διακατείχε όταν μιλούσε για το βιβλίο του, περιγράφει την δομή της Πηνελόπης, σε κάποιον φίλο του, ως εξής:
 
[...] η Πηνελόπη είναι η αποθέωση του βιβλίου. Η πρώτη πρόταση περιέχει 2500 λέξεις. Υπάρχουν οκτώ προτάσεις στο επεισόδιο. Αρχίζει και τελειώνει με τη θηλυκή λέξη ναι. Περιστρέφεται σαν την τεράστια γήινη σφαίρα αργά, σίγουρα και ήρεμα, στροβιλίζεται γύρω-γύρω, τα τέσσερα σημεία του ορίζοντός της που είναι τα γυναικεία στήθη, ο πισινός, η μήτρα και το μουνί εκφράζονται με τις λέξεις επειδή, πάτος (σε όλες τις έννοιες, κάτω κουμπί, πάτος της τάξης, πυθμένας της θάλασσας, βάθη της καρδιάς του), γυναίκα, ναι. Αν και ίσως το πιο άσεμνο από όλα τα προηγούμενα επεισόδια εμένα μου φαίνεται απόλυτα εχέφρων χορτασμένη αμοραλιστική, γονιμοποιήσιμη αναξιόπιστη θελκτική δαιμόνια περιορισμένη γνωστική αδιάφορη Weib. Ich bin der [sic] Fleish der stets bejaht
 

 
Ο ίδιος ο Έλμαν επεξηγεί το νόημα της φράσης. «Γυναίκα. Εγώ είμαι το κρέας που λέει πάντα ναι». Ο Τζόυς παίζει με τον χαρακτηρισμό του Μεφιστοφελή για τον εαυτό του, στον Φάουστ του Γκαίτε, πράξη 1η: «Είμαι το πνεύμα που πάντα αρνείται». Πέρα από τα όποια αντιφατικά αισθήματα προκαλεί η ανάγνωση της Πηνελόπης, πρόκειται για ένα κεφάλαιο που ολοκληρώνει υπέροχα τον Οδυσσέα. Ο Τζόυς μυθοποιεί την γυναίκα του Νόρα και την εδραιώνει μέσα στα στενά όρια της αιωνιότητας! Η γυναίκα που αρνιόταν πεισματικά ναι σε όλη της την ζωή να διαβάσει τον Οδυσσέα παρά τις πιέσεις του Τζόυς εκείνη που διάβασε μόνο την Μουσική Δωματίου ναι και μερικά διηγήματα των Δουβλινέζων εκείνη που αδιαφορούσε για την διανόηση και το πνεύμα ναι αλλά με τον τρόπο της ναι το αναγνώριζε και το εκτιμούσε δεν ξέρω αν ο άντρας μου είναι μεγαλοφυία για ένα πράγμα όμως είμαι σίγουρη πως σαν κι αυτόν δεν υπάρχει άλλος εκείνη ναι που παρά τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε στην συμβιωσή με μια μεγαλοφυία ναι τον ακολουθούσε πιστά σε όλες τις διαδρομές έξω από και μέσα στο μυαλό του εκείνη ναι έλεγε ναι θέλει Ναι.

Σχόλια

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

En passant

  Το «Αν πασάν» είναι ένας σκακιστικός κανόνας, περιθωριακός και άγνωστος αλλά ιδιαιτέρως αποτελεσματικός και σημαντικός. Στις αρχικές τους κινήσεις, τα πιόνια έχουν το δικαίωμα να κινηθούν ένα ή δύο τετράγωνα μπροστά. Αν επιλέξουν να κινηθούν δύο τετράγωνα μπροστά και ένα αντίπαλο πιόνι βρίσκεται σε τέτοια θέση ώστε να μπορούσε να το αιχμαλωτίσει αν το πιόνι που κινήθηκε δυο τετράγωνα αποφάσιζε να κινηθεί μόνο ένα, τότε, έχει το δικαίωμα να το αιχμαλωτίσει και σε αυτή την περίπτωση που κάνει δύο βήματα. Έχουμε δηλαδή, αν πασάν... αιχμαλωσία εν τη διελεύσει. Είναι δυσνόητο στην περιγραφή αλλά αρκετά ξεκάθαρο στην πράξη. Βέβαια, όταν είσαι αρχάριος σκακιστής και το συναντήσεις πρώτη φορά σε ηλεκτρονική παρτίδα, τότε πείθεσαι ότι κάποιο «bug» έχει η ιστοσελίδα, ότι σε χακάρανε ή ότι άρπαξες όλες τις ιώσεις του κυβερνοχώρου. Τα βιβλία του Ναμπόκοφ, μου προσφέρουν την ισχυρή εντύπωση ότι αποτελούν ένα συνεχές λογοτεχνικό en passant, σε αιχμαλωτίζουν εν τη διελεύσει.

Αποδοχή cookies

«Ευτυχώς, αν θέλει κάποιος να βρει μεστές απόψεις για καλά βιβλία, υπάρχουν ήδη πολύ αξιόλογα βιβλιοφιλικά μπλογκ, όπως το κορυφαίο, του Librofilo ή το αγαπημένο του, του Μαραμπού» . Να ξέρετε ότι όταν μου δίνουν γλυκό, έστω και σε μορφή βιβλίου, το αποδέχομαι αμέσως. Επίσης, να ξέρετε ότι ενίοτε μπορεί να γράφω για βιβλία που δεν έχω διαβάσει, όλοι το κάνουμε αυτό, απλώς οι περισσότεροι εντελώς αποτυχημένα, αλλά ποτέ δεν γράφω για βιβλίο που δεν μου άρεσε προφασιζόμενος το αντίστροφο∙ όλοι το κάνετε και αυτό, απλώς οι περισσότεροι εντελώς αποτυχημένα. Το βιβλίο είναι δώρο της συγγραφέα, καλής διαδικτυακής φίλης, και η άποψή μου για αυτό ολότελα υποκειμενική – ξέρω, απανωτά σοκ! – και ουδεμία σχέση έχει με την αντικειμενική κριτική που από καιρό θα έπρεπε να γίνει αντικείμενο κριτικής, τουλάχιστον στην Ελλάδα. Από το να μασήσω τα λόγια μου, θα προτιμήσω τα μπισκότα. «Όχι πως δεν ήταν επηρεασμένος και από το ιστολόγιο «Πιπέρι και σπασμένες γραμμές» με τις λαχταριστές αναρτήσεις σχετικά ...

Το Δώρο

Θα μπορούσε ο Στέφανος Ξενάκης να είναι ο Στέφανος Δαίδαλος του σήμερα; Ή να το αλλάξω κάπως για να ’χουμε καλό ρώτημα: θα μπορούσε ο Τζέημς Τζόυς (μαζί και οι όποιες καλλιτεχνικές μεταμορφώσεις του) να γίνει ένας motivational speaker της σημερινής εποχής; Κανείς πλέον (αν υποθέσουμε ότι μπορούσε κάποτε) δεν διαβάζει τον «Οδυσσέα». Δεν μπορεί να αντέξει ότι αυτό το βιβλίο τον περιγράφει, ακόμα και σήμερα ή και περισσότερο σήμερα, τόσο καλά παρά την μοναδικότητα του κάθε ανθρώπου. Του αφιερώνει μία μέρα τον χρόνο, την σημερινή (παρόλο που άλλαξε η μέρα, το blogger έμεινε σταθερά πίσω!), και μετά τον στέλνει αδιάβαστο. Αν κάποιος όμως του σερβίρει για πρωινό όμορφες φράσεις με γαρνιτ ούρα υπέροχα σκίτσα, τότε μπορεί να νιώσει στιγμιαία χαρά και να βελάζει σαν ανέφελο πρόβατο στα λιβάδια του χρόνου. 

Kinds of kindness

Τα περισσότερα μαγαζιά έχουν ήδη στολίσει με ελλειμματικό γούστο, οι κουραμπιέδες άρχισαν να ανταγωνίζονται τα μελομακάρονα – και τα δυο μαζί την Dubai chocolate –, η Black Friday με τις ασυναγώνιστες τιμές της θα κοντράρει στα ίσα την αληθινή ύπαρξη του ΑΙ Βασίλη, ο καιρός προσπαθεί να τα βρει με τον απορυθμισμένο θερμοστάτη του και γενικά είμαστε μια ωραία ατμόσφαιρα είμαστε. Και μέσα σε όλα αυτά, οι δημοσιογράφοι, οι αθλητές, η εκκλησία, τα ιδρύματα, οι πολιτικοί (που είναι για τα ιδρύματα) θα δείξουν το καλοσυνάτο πρόσωπό τους στους ταλαίπωρους ετούτου του κόσμου. Και μην ξεχνάμε, ότι κυρίως τα Χριστούγεννα είναι για τα παιδιά – και για όλα εκείνα που γιόρταζε η πρόσφατη «Παγκόσμια Ημέρα κατά της Κακοποίησης των παιδιών». «Πάντοτε, τα Χριστούγεννα έβγαζαν στους ανθρώπους τον καλύτερο αλλά και τον χειρότερο εαυτό τους».    

Ασκήσεις μνήμης

  Τις ασκήσεις ύφους τις κατέκτησε σε βαθμό που λίγοι συγγραφείς φτάνουν , με τις ασκήσεις μνήμης όμως κανείς άνθρωπος δεν τα βγάζει εύκολα πέρα. Όλοι μας γράφουμε autofiction από 8 χρονών – Περιγράψτε μας τα πιο ωραία σας Χριστούγεννα – τα νεύρα μου! Το autofiction πλέον μοιάζει να είναι ένας ευφημισμός για να αποδεχόμαστε κάποιες συγγραφικές μετριότητες ως κάτι παραπάνω από αυτό που είναι. Είναι προσβολή να θεωρείς ότι ο Τζόυς ή ο Σελίν (που επιτέλους σε λίγες μέρες θα εκδοθεί το «Θάνατος επί πιστώσει»∙ Γκάλοπ: ποιο άργησε περισσότερο; Το Μετρό Θεσσαλονίκης ή το βιβλίο του Σελίν;) έγραψαν autofiction. Το ίδιο ισχύει και για τον Καλβίνο στη συγκεκριμένη συλλογή. Δεν θα ξεχάσουμε και αυτά που ξέρουμε! «Μόνο πετώντας πράγματα μπορώ να βεβαιωθώ πως ακόμα δεν έχει πεταχτεί κάτι από μένα, κάτι που ίσως να μην είναι ούτε και θα είναι για πέταμα» .  

Βαρύ περιστατικό

Συγγραφείς με χιούμορ δεν χαίρουν ιδιαίτερης εκτίμησης, θεωρώ, από το αναγνωστικό κοινό. Ποιος ξέρει πόσα ελαττώματα πασχίζει να κρύψει πίσω από αυτό, θα σκέφτονται, και δεν μπορεί, κάποιο ελάττωμα θα έχει να κάνει σίγουρα και με την συγγραφή. Επίσης το χιούμορ αξιώνει ευφυΐα και το κοινό δεν θέλει να περνιέται για ηλίθιο. Ο Άμπροουζ Μπιρς με τις διάσημες σατιρικές ιστορίες του και τα σκωπτικά λήμματα θα μπορούσε να θεωρηθεί ένας τέτοιος∙ καλός για να χαμογελάμε πού και πού, μας κάνει ενίοτε και τον έξυπνο, αλλά δεν πειράζει, καλή καρδιά. Ίσως να ήταν έτσι – αν και δεν συμμερίζομαι καθόλου αυτή την άποψη – αν δεν έγραφε τα διηγήματα από τις εμπειρίες του στον Αμερικανικό Εμφύλιο. Σκλάβος του για πάντα!    

The Elephant Man

Υπάρχει ένας ελέφαντας στο δωμάτιο – όχι ρε, δεν εννοώ εσάς, φάτε ελεύθερα όσο θέλετε! – και αυτός δεν είναι άλλος από τον ίδιο τον άνθρωπο. Οξύμωρο, καταλαβαίνω, αλλά στο περίκλειστο δωμάτιο που είναι ο κόσμος ολάκερος, αν θες να παραμένεις ανθρώπινος πρέπει να έχεις καρφωμένα τα μάτια σου στον ελέφαντα. «–Είναι επειδή, με τον τρόπο που ο κερατάς σου παρουσιάζει τα πράγματα, παραέδινε την εντύπωση ότι έφτυνε κατάμουτρα το είδος για το οποίο πέθανε ο Κύριός μας. Δεν είχες την αίσθηση ότι υπέγραφες υπέρ των ελεφάντων αλλά εναντίον των ανθρώπων» . Διαβάζω το βιβλίο του Ρομαίν Γκαρύ περίπου από τον Ιούλιο, κυρίως επειδή τα μεγάλα βιβλία τα διαβάζω τραπεζίως , δηλαδή ανάμεσα σε άλλα μικρότερα αναγνωστικά γεύματα (και τις τελευταίες μέρες και κυριολεκτικά)∙ αλλά αυτό δεν με ενοχλεί καθόλου γιατί υπήρξε ένα από τα καλύτερα βιβλία που διάβασα τα πολλά τελευταία χρόνια, και αν δεν ανανέωσε την πίστη μου στον άνθρωπο, τουλάχιστον ανανέωσε εκείνη στο μυθιστόρημα: «ο καθείς και οι ελέφαντές του, ...

100% cotton

Μπορεί τον τελευταίο χρόνο να δουλεύω στον τριτογενή τομέα παραγωγής και συγκεκριμένα σε στεγνοκαθαριστήριο – φροντίζοντας να μην τα κάνω μούσκεμα με τα ρούχα… ενώ τα κάνω μούσκεμα! – και να χαζεύω στα ταμπελάκια τι ποσοστό επί τοις εκατό βαμβάκι περιέχουν – πολυεστέρα, κερδάμε! – αλλά υπήρξαν σκληρές εποχές που δεν βελτιώθηκαν και ιδιαίτερα για πολλούς ανθρώπους, που για 100% βαμβάκι πληρωνόσουν ένα υποπολλαπλάσιό του και θα έπρεπε να λες και ευχαριστώ από πάνω. «Η αχαριστία αποτελεί συστατικό στοιχείο του χαρακτήρα των ανθρώπων σε τέτοιο βαθμό, που είναι προτιμότερο να τη θεωρεί κανείς προκαταβολικά δεδομένη και να μη στενοχωριέται» . Εδώ το ίδιο σου το πλυντήριο δεν είναι αξιόπιστο (στους χρόνους) και δεν λέει την αλήθεια, γιατί περιμένεις να το κάνουν οι άνθρωποι;

Σαν ναυαγοί, σαν ροβινσώνες

Ο βιασμός ενός βιβλίου και ενός συγγραφέα γίνεται με τις διασκευές . Συγγραφείς μεγάλου βεληνεκούς και εξαιρετικού κύρους όπως ο Ντάνιελ Ντιφόου, ο Ρόμπερτ Στήβενσον, ο Ιούλιος Βερν και ο Τζόναθαν Σουίφτ (με την ευκαιρία, να ξαναπώ ότι «Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ» είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία. Δεν είναι απλώς ένα από τα καλύτερα βιβλία του είδους· ή του 18ου αιώνα· ή της αγγλοσαξονικής λογοτεχνίας. Πέρα από κάθε είδους περιορισμό, τροπικό, χρονικό ή χωρικό, το βιβλίο του Σουίφτ είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία που έχουν γραφτεί επί γης) αντιμετωπίζονται από το αναγνωστικό συγγραφικό φαντασιακό σαν μικρομέγαλοι συγγγραφίσκοι που είχαν κόλλημα με την παιδική ηλικία και ανακλύκλωναν απλοϊκές ιστορίες που δεν πρέπει να διαβάζονται μετά τα δώδεκα – λες και το να είσαι παιδί είναι ιδιότητα μόνο ενός παιδιού. Κούνια που σας κούναγε! 

Το κτίσμα

  Τώρα που έφτασε αισίως 46 Αυγούστου και χειμώνιασε για τα καλά, ποιος δε θα ήθελε να διαβάσει μία καλή ιστορία δίπλα στο τζάκι! Τι γίνεται όμως αν το τζάκι, και συγκεκριμένα η καμινάδα, είναι το θέμα της ίδιας της ιστορίας; Μην σας παγώνει αυτό, γιατί την ιστορία την έγραψε ο Χέρμαν Μέλβιλ και τίποτα δεν μπορεί να πάει στραβά όταν συμβαίνει αυτό. Η λογοτεχνία του είναι πάντα πρόσφορη σε αναλύσεις που θεωρητικά θα βελτίωναν την κατανόηση που κρύβεται βαθιά στα θεμέλια κάθε έργου του, αλλά ταυτόχρονα ίσως θα κατέστρεφε τα οφέλη που υπάρχουν στα υψηλότερα διανοητικά πατώματα, απόρροια της μαγευτικής του αρχιτεκτονικής γραφής – «Ή, μάλλον, αυτή η ίδια δίνει απαντήσεις ασταμάτητα, ασταμάτητα ταλανίζοντάς με μ’ αυτή την τρομερή της ζέση για βελτίωση, η οποία δεν είναι παρά μια ελαφρότερη απόδοση της λέξης καταστροφή».