Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Πώς πέρασες τη μέρα σου; - (η ώρα της)

 
Ίσως το διασημότερο και πιο διαδεδομένο κεφάλαιο του βιβλίου, κυρίως στους κύκλους εκείνους των αναγνωστών που διατείνονται περήφανα ότι έχουν διαβάσει, χωρίς ωστόσο ισχυρές αποδείξεις, τον Οδυσσέα. Επίσης, το οργασμικό τέλος του που συμπτίπτει και με το τέλος του ίδιου του βιβλίου, αποτελεί το σήμα κατατεθέν του Οδυσσέα – ακόμα και εκείνοι που δε θέλουν να ξέρουν εκ των προτέρων την τελευταία φράση ενός βιβλίου, την ξέρουν ήδη.
 
Διαβάζοντας τις πρώτες φράσεις του χωρίς στίξη κεφαλαίου αμέσως σου έρχονται στο μυαλό όσα βιβλία θυμάσαι να έχεις διαβάσει ή δει γραμμένα με αυτόν τον τρόπο. Σίγουρα πρώτος στο μυαλό έρχεται ο Μπέκετ και το βιβλίο του Πώς είναι. Μετά ο Σαραμάγκου και ο Μπέρνχαρντ, που αμφότεροι ξεχνούν να βάλουν τελεία αλλά χρησιμοποιούν λίγα περισσότερα κόμματα. Σίγουρα και άλλοι. Ο Τζόυς δεν έστυψε ιδιαίτερα την φαντασία του για να σκεφτεί αυτόν τον τρόπο γραφής της Πηνελόπης. Η δικιά του Πηνελόπη, η Νόρα, του τον χάρισε απλόχερα και εκείνος φρόντισε μόνο να του εμφυσήσει λογοτεχνία! Στην εισαγωγή του βιβλίου «Γράμματα στη Νόρα» υπάρχει ένα γράμμα της Νόρα που είναι γραμμένο με αυτόν τον χειμαρρώδη και χαρακτηριστικό τρόπο που συναντάμε και στην Πηνελόπη. 
 
«Αγαπημένε Τζιμ νιώθω τόσο κουρασμένη απόψε που δεν μπορώ να πω πολλά ευχαριστώ πολύ για το γλυκό σου γράμμα που έλαβα απροσδόκητα σήμερα το βράδυ ήμουν πολύ απασχολημένη όταν ήρθε ο Ταχυδρόμος έτρεξα και κλειδώθηκα σ' ένα δωμάτιο να διαβάσω το γράμμα σου με κάλεσαν πέντε φορές αλλά καμώθηκα πως δεν άκουσα τώρα είναι εντεκάμισι και δεν χρειάζεται να σου πω ότι με το ζόρι κρατάω τα μάτια μου ανοιχτά και είμαι κατευχαριστημένη που θα ξεραθώ στον ύπνο τώρα δεν μπορώ να σε σκεφτώ όσο θέλω όταν ξυπνήσω το πρωί δεν θα σκέφτομαι τίποτ' άλλο έξω από σένα αύριο το απόγευμα στις 7 μ.μ.».
 
Σ' αυτό το δείγμα γραφής, μπορούμε με σχετική ασφάλεια να μαντέψουμε σε ποιο σημείο γίνονται οι παύσεις ή πού μπαίνουν τα κόμματα. Ωστόσο υπάρχουν μερικά σημεία που σου προκαλούν σύγχυση καθώς τα διαβάζεις με μια ανάσα. Όπως η λέξη «ευχαριστώ» που για μια στιγμή πιστεύεις ότι κολλάει θαυμάσια στην προηγούμενή της, πριν διαπιστώσεις ότι το σωστό είναι να την ταιριάξεις με την επόμενη. Ή, ανάμεσα στις λέξεις «πέντε φορές» και «καμώθηκα», αν λείψει το «αλλά» τότε το νόημα θα γίνει κάπως πιο δυσνόητο και πιο ελκυστικό ταυτόχρονα. Τέτοιες επεμβάσεις κάνει πάρα πολλές ο Τζόυς, στον μονόλογο της Μόλλυ, μετατρέποντάς τον σε ένα αρκετά δύσκολο κεφάλαιο. Γι' αυτό και δεν θα προσπαθήσω να βάλω κανένα απόσπασμα από τον μονόλογο, θα ήταν απλώς ξεκρέμαστες λέξεις. Αυτός ο χωρίς στίξη και ειρμό λόγος μοιάζει επιπροσθέτως να συμβαδίζει με το στερεότυπο που θέλει τον εσωτερικό κόσμο μιας γυναίκας χειμαρρώδη και αλλοπρόσαλλο.  
 
Η σπανιότητα κεφαλαίων γραμμάτων και οι σχοινοτενείς προτάσεις του μονολόγου της Μόλλυ είναι, βεβαίως, άμεσα συνδεδεμένες με τη θεωρία του Τζόυς για τον τρόπο σκέψης της (και για τον γυναικείο τρόπο σκέψης εν γένει) ως πλημμυρίδας, σε αντίθεση προς τη σειρά των μικρών αλμάτων του Μπλουμ και των κάπως μεγαλύτερων του Στήβεν.
 

 
Ακούμε για πρώτη φορά τη φωνή της Μόλλυ μόλις στο τελευταίο κεφάλαιο. Επειδή τα πρώτα λόγια της Μόλλυ είναι και τα τελευταία της, νομίζω ότι η επιλογή της δομής του κεφαλαίου από τον Τζόυς είναι η καλύτερη δυνατή. Αν ο Τζόυς ήθελε να γνωρίσουμε τις σκέψεις της Μόλλυ καλύτερα, θα τις έφερνε στο προσκήνιο πιο νωρίς και μέσω πιο στρωτών αφηγήσεων. Ό,τι μαθαίνουμε σποραδικά για κείνη, είναι μέσω του Μπλουμ. Ένω σε όλη τη διάρκεια του βιβλίου σαρωνόμαστε από τις σκέψεις του Μπλουμ και του Στέφανου, ξαφνικά καλούμαστε να γνωρίσουμε τις σκέψεις της Μόλλυ σε μια σπιντάτη αφήγηση που δεν μας επιπρέπει αναστοχασμούς και παρατηρήσεις.  
 
Πέραν των προτύπων της, η Μόλλυ είναι μια γυναίκα που έχει παρεξηγηθεί πολύ. Ο διάσημος μονόλογος στον οποίο «η σάρκα γίνεται λόγος» αδικείται από τη φήμη που έχει ως το αποκορύφωμα της σεξουαλικής ελευθεριότητας, ούτε ανταποκρίνεται στην περιγραφή από μερικούς συγγραφείς ως το αποκορύφωμα της απάνθρωπης, άδικης και αντιφεμινιστικής ανάλυσης. Αν η Μόλλυ ήταν πράγματι ελευθεριάζουσα στη συμπεριφορά της, ο Τζόυς δεν θα την είχε κάνει ηρωίδα του, διότι του χρειαζόταν μια συνηθισμένη γυναίκα για να αντισταθμίσει τις ιδιορρυθμίες του Μπλουμ
 
Μόλις λίγα λεπτά πριν, στην προσπάθειά του να κοιμηθεί, ο «ιδιόρρυθμος» Μπλουμ είχε μετρήσει 25 (συν 1) εραστές της Μόλλυ, ανάμεσά τους δύο ιερωμένους, έναν δήμαρχο, έναν δημοτικό σύμβουλο, έναν γυναικολόγο, έναν λούστρο και έναν καθηγητή. Στο βιβλίο είναι σαφές ότι η Μόλλυ εξομολογήθηκε στους δύο ιερωμένους, συμβουλέυτηκε τον γυναικολόγο και χαριεντίστηκε με όλους τους άλλους. Η Μόλλυ αναθυμάται όλες τις ερωτικές της περιπέτειες, με έναν τρόπο όμως αρκετά μπερδεμένο που προκαλεί σύγχυση στον αναγνώστη, ο οποίος καταφέρνει να εντοπίσει κυρίως τα αποσπάσματα που αφορούν τον Μπλουμ, παρόλο που ποτέ δεν κατονομάζεται. Σε όλο τον μονόλογό της ο Τζόυς της επιτρέπει να αναφέρεται στους διάφορους άντρες που έχει γνωρίσει, κυρίως με το «αυτός» και με κάποια τυχαία ένδειξη ότι αλλάζει κάπου-κάπου το πρόσωπο. Οι σκέψεις της Μόλλυ είναι σαφώς αρκετά αντρικές, σε σημείο να εγείρουν μέχρι και φεμινιστικές αντιδράσεις. Ο ίδιος ο Τζόυς όμως, με τον ενθουσιασμό που τον διακατείχε όταν μιλούσε για το βιβλίο του, περιγράφει την δομή της Πηνελόπης, σε κάποιον φίλο του, ως εξής:
 
[...] η Πηνελόπη είναι η αποθέωση του βιβλίου. Η πρώτη πρόταση περιέχει 2500 λέξεις. Υπάρχουν οκτώ προτάσεις στο επεισόδιο. Αρχίζει και τελειώνει με τη θηλυκή λέξη ναι. Περιστρέφεται σαν την τεράστια γήινη σφαίρα αργά, σίγουρα και ήρεμα, στροβιλίζεται γύρω-γύρω, τα τέσσερα σημεία του ορίζοντός της που είναι τα γυναικεία στήθη, ο πισινός, η μήτρα και το μουνί εκφράζονται με τις λέξεις επειδή, πάτος (σε όλες τις έννοιες, κάτω κουμπί, πάτος της τάξης, πυθμένας της θάλασσας, βάθη της καρδιάς του), γυναίκα, ναι. Αν και ίσως το πιο άσεμνο από όλα τα προηγούμενα επεισόδια εμένα μου φαίνεται απόλυτα εχέφρων χορτασμένη αμοραλιστική, γονιμοποιήσιμη αναξιόπιστη θελκτική δαιμόνια περιορισμένη γνωστική αδιάφορη Weib. Ich bin der [sic] Fleish der stets bejaht
 

 
Ο ίδιος ο Έλμαν επεξηγεί το νόημα της φράσης. «Γυναίκα. Εγώ είμαι το κρέας που λέει πάντα ναι». Ο Τζόυς παίζει με τον χαρακτηρισμό του Μεφιστοφελή για τον εαυτό του, στον Φάουστ του Γκαίτε, πράξη 1η: «Είμαι το πνεύμα που πάντα αρνείται». Πέρα από τα όποια αντιφατικά αισθήματα προκαλεί η ανάγνωση της Πηνελόπης, πρόκειται για ένα κεφάλαιο που ολοκληρώνει υπέροχα τον Οδυσσέα. Ο Τζόυς μυθοποιεί την γυναίκα του Νόρα και την εδραιώνει μέσα στα στενά όρια της αιωνιότητας! Η γυναίκα που αρνιόταν πεισματικά ναι σε όλη της την ζωή να διαβάσει τον Οδυσσέα παρά τις πιέσεις του Τζόυς εκείνη που διάβασε μόνο την Μουσική Δωματίου ναι και μερικά διηγήματα των Δουβλινέζων εκείνη που αδιαφορούσε για την διανόηση και το πνεύμα ναι αλλά με τον τρόπο της ναι το αναγνώριζε και το εκτιμούσε δεν ξέρω αν ο άντρας μου είναι μεγαλοφυία για ένα πράγμα όμως είμαι σίγουρη πως σαν κι αυτόν δεν υπάρχει άλλος εκείνη ναι που παρά τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε στην συμβιωσή με μια μεγαλοφυία ναι τον ακολουθούσε πιστά σε όλες τις διαδρομές έξω από και μέσα στο μυαλό του εκείνη ναι έλεγε ναι θέλει Ναι.

Σχόλια

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

Ποίηση χωρίς τέλος

  Αυτή η χρονιά θα ξεκινήσει ακριβώς όπως τελείωσε: με ποίηση. Συλλεκτική ανάρτηση, σπάνια θα ξαναδιαβάσετε τέτοια. Σπάω την παράδοση (και το ρόδι)! Ακόμα σπανιότερα εντυπωσιάζομαι από ποιητές και ποιήματα. Δεν με συγκινεί η συμπύκνωση του λόγου όταν του λείπει ένα είδος «φλυαρίας» – ψάχνω ποιήματα που είναι αμετροεπή με έναν δικό τους τρόπο και ταυτόχρονα στοχευμένα και ουσιώδη. Ποιήματα που δεν πολυπαίρνουν στα σοβαρά τον εαυτό τους καθώς τσαλαβουτούν χαρούμενα στον χυλό της ειρωνείας. Ποιήματα που, απ' ό,τι σωστά αντιλαμβάνεστε, δεν γράφει η πλειοψηφία των ποιητών. Με δυο λόγια, κυνηγώ το ανέφικτο. Αλλά, αυτό δεν κυνηγάμε όλοι στην έναρξη κάθε χρονιάς; Το φλουρί μου για φέτος – λίρα εκατό – ήταν η Βισουάβα ή Βισλάβα ή όπως αλλιώς, Σιμπόρσκα. Η παλιά ποίηση, η ορθόδοξη, είναι Εδώ!

Με ανώμαλους δεν μιλάω

  Ανωμαλία είναι να μην μπορεί μια γυναίκα να κυκλοφορεί άφοβα στους δρόμους, ανωμαλία είναι να πιστεύεις ότι τα εμβόλια σκοπό έχουν να προκαλέσουν περισσότερο κακό από ό,τι καλό, ανωμαλία είναι να νομίζεις ότι η λογοτεχνία σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, ανωμαλία είναι ακόμα το προφιτερόλ να έχει μόνο ένα σουδάκι μέσα, ανωμαλία είναι και ότι ο «Πατάκης» εξακολουθεί να μην εκδίδει Χέρμαν Μέλβιλ. Και πόσες ακόμα ανωμαλίες! Με τελευταία εκείνη του Ερβέ Λε Τελιέ, ενός συγγραφέα που αγάπησα οριστικά από ένα και μόνο βιβλίο του που είχα διαβάσει κάποτε, το «Όλα τα μανιτάρια τρώγονται», η ουλιπιανή έμπνευση που είχε οραματιστεί το facebook χρόνια πριν από τον δημιουργό του. Κάθε φορά που μπαίνετε στο facebook και αντικρίζετε την ερώτηση «Τι σκέφτεσαι;», ικανή να σας παρασύρει ασυγκράτητα να μας εμπιστευτείτε τις επικές σας μπούρδες, σχεδόν πάντα χωρίς καθόλου φιλτράρισμα και ουσία, να θυμάστε ότι ο Τελιέ κάποτε το έκανε… χίλιες φορές καλύτερα από εσάς, πιο δημιουργικά και κυρίως με περισσότερο χι

Dogs never bite me. Just humans.

    Ψόφια πράγματα το φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης – τουλάχιστον οι επιλογές μου – αλλά μόλις είδα ότι θα προβληθεί «Η εξουσία του σκύλου», που βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Τόμας Σάβατζ, ήξερα ότι θα ρεφάρω γιατί κακό σκυλί ψόφο δεν έχει. Και έτσι έγινε, η ταινία δεν με απογοήτευσε και μου θύμισε πόσο είχα αγαπήσει εκείνο το βιβλίο. Μια παραγωγή του Νέτφλιξ που θα είναι διαθέσιμη στην πλατφόρμα από την 1 Δεκεμβρίου ώστε να προλάβει να κάνει τον κύκλο της στις αίθουσες, με τον Κάμπερμπατς στον ρόλο του Φιλ, τον σωσία του Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν στον ρόλο του Τζορτζ και την ωραία Κίρστεν Ντανστ ως Ρόουζ. Η ταινία, όπως και το βιβλίο, σε πολλούς θα φανούν αργά, αδιάφορα και αλλόκοτα, λόγω του περιεχομένου αλλά η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για αριστοτεχνικές δημιουργίες με βάθος. Αντιγράφω εδώ το κείμενο που είχα γράψει στο «Διαβάζοντας» για να θυμάμαι ότι εκείνη η ανάγνωση μετράει ακόμα μέσα μου· σπάνιο, ομολογουμένως.

Dance with the Devil

  A long time ago in a galaxy (στην επαρχία) far, far away… όταν περνούσα την emo φάση μου και έκλαιγα χωρίς λόγο καθώς να καθάριζα κρεμμύδια είχα ανακαλύψει τυχαία ένα βιβλιαράκι που το αγόρασα με τα πρώτα λεφτά που είχα αποταμιεύσει σε ένα βιβλιάριο τραπέζης που είχε δεν είχε μέσα 30 δραχμαί. Εκείνο το βιβλίο ήτο κάποιου ψιλοάγνωστου Χόφμαν μεταφρασμένο υπό του σπουδαίου Καρυωτάκη – αργότερα, όταν οι ισορροπίες άλλαξαν εντός μου, κατάλαβα ότι ο Χόφμαν λειτούργησε κάπως σαν το… καρυωθραυστικό του ποιητή∙ ξέρω, ξέρω, πάγωσε η θάλασσα μέσα σας, μακάρι να βρείτε ένα βιβλίο να πέσει πάνω της σαν τσεκούρι – «το λογοπαίγνιο είναι ένα καυτό σίδερο για μπούκλες στο χέρι της τρέλας και με δαύτο λυγίζει τις σκέψεις» . Ο λόγος είναι ότι ο Χόφμαν αποδείχθηκε μια εξαίσια διαβολική μορφή της παγκόσμιας λογοτεχνίας και τα παιδιά του κυκλοφορούν ελεύθερα γύρω μας – ευτυχώς για αυτά, και για εμάς, είχε πάντοτε δουλειά, και μάλιστα σημαντική, να γράφει αριστουργήματα.

Του πολέμου / Στο άλογό μου

Τι γιορτάζουμε σήμερα; Το όχι, το ναι, το ίσως; Γιατί, ενώ όλοι ξέρουμε ότι το εθνικό φρόνημα σε ψηλώνει ως άνθρωπο, εξεγειρόμαστε τόσο πολύ όταν κάτι τέτοιο γίνεται και με τεχνητά μέσα, ας πούμε, με δεκάποντες γόβες; Γιατί μετά την παρέλαση όλοι πάμε και πίνουμε φρέντο εσπρέσσο, έναν τόσο χαρακτηριστικά ιταλικό καφέ; Τι θα συμβεί αν σε μία αντιπολιτευτική συνωμοσία όλοι συντονίσουν το... ένα στο δεξί; Το ένα στ' αριστερό αποκτά όντως βαρύνουσα σημασία όταν κυβερνά η Αριστερά, ή απλώς έχουμε συνηθίσει να το θεωρούμε ηθικό πλεονέκτημα της παρέλασης;

Η Αλίκη στις πόλεις

  Καλύτερα Αλίκη στις πόλεις των θαυμάτων παρά Ωραία Κοιμωμένη στο χωριό. Αυτή είναι η τελεσίδικη γνώμη μου. Αλλά τώρα που καλοκαίριασε δύσκολα να σας πείσω, το ξέρω. Τα ξαναλέμε when September ends. «Οι πόλεις δεν προσφέρουν μόνο υλικά οφέλη αλλά και ενθουσιασμό και την ευκαιρία να επαναπροσδιορίσει κάποιος τον εαυτό του. Για πολλούς πολίτες του Μάντσεστερ και του Σικάγου, η πόλη σήμαινε μια μορφή ελευθερίας. Αυτό ήταν κάτι που οι επικριτές της βικτοριανής πόλης δεν μπόρεσαν ποτέ να συλλάβουν: με τόσο σκότος και βρομιά δεν μπόρεσαν ποτέ να διακρίνουν τους τρόπους με τους οποίους η κοινότητα επαναπροσδιοριζόταν μέσα στη σύγχρονη βιομηχανική μητρόπολη». Όσοι πάλι επι-μένετε στις πόλεις πρέπει να προμηθευτείτε αμέσως το καταπληκτικό βιβλίο του Ben Wilson – γιατί αν εξαντληθεί θα το ψάχνετε στα επαρχιακά βιβλιοπωλεία!

Τελειωμένοι

    Είμαστε γεννημένοι ο ένας για τον άλλον. Τέλος. Αυτά στην αρχή, βέβαια. Γιατί μετά, ανάθεμα την ώρα που βρέθηκες μπροστά μου. Αυτή η σχέση των σχέσεων όμως, μπορεί κάλλιστα να επεκταθεί και στα βιβλία. Μόνο που σε μένα λειτούργησε αντίστροφα· ανάθεμα την ώρα που βρέθηκε μπροστά μου, είπα για αυτό το βιβλίο, μου το δάνεισαν επειδή δεν άρεσε (ωραίο προμόσιον), ήθελα από την άλλη να δω και την ταινία του Κάουφμαν , ας πάει στα κομμάτια, θα το ξεκινήσω, με την σκέψη ήδη από την αρχή να βάλω ένα τέλος όταν δω ότι δεν τραβάει το πράγμα. Αλλά, γαμώτο, τραβούσε. Για ελάχιστους αναγνώστες αυτό θα είναι το βιβλίο της ζωής τους, σύμφωνοι. Κι όμως. «Είναι εντυπωσιακό. Όταν βλέπεις κάποιον με τους γονείς του, αποδεικνύεται απτά ότι όλοι είμαστε αποτέλεσμα σύνθεσης» . Όπως ακριβώς και τα αξιανάγνωστα βιβλία, τα συγγραφικά παιδιά των δημιουργών τους – ξεράστε με την ησυχία σας και ελάτε πίσω. Μείνετέ μου πιστοί! Σας αγαπώ !

Θα φάτε τα μούτρα σας

  Πού βαδίζει η λογοτεχνία; Όπου και όπως βάδιζε πάντα, ελεύθερη και ασυμβίβαστη, ασυνόδευτη και ασυνόρευτη , πριν έρθει ο (κακός μας) καιρός με την πρόφαση του υποστηρίγματος/«υποστήριξης» κάποιοι να της προσφέρουν τα δεκανίκια της πολιτικής ορθότητας που θα την καθιστούσαν έκτοτε αδιανόητα στάσιμη. «Αυτό που βλέπουμε το σκεφτόμαστε, κι έτσι τελικά δεν το βλέπουμε, λέει ο Όλερ, ενώ άλλοι βλέπουν αυτό που βλέπουν χωρίς πρόβλημα, επειδή δεν το σκέφτονται αυτό που βλέπουν. Αυτό που αποκαλούμε αντίληψη είναι για μας κατά βάση στασιμότητα, ακινησία, τίποτα. Τίποτα. Οτιδήποτε έχει συμβεί το έχουμε σκεφτεί, δεν το έχουμε δει, λέει ο Όλερ» . Είδα και απόειδα λοιπόν με το… φαινόμενο Φερνάντα Μελτσόρ και είπα ό,τι βρέξει ας κατεβάσει! Βαδίζοντας στην εποχή των τυφώνων.

Η μέθοδος του Κούντερα

  Σε κάποιες περισσότερο κιτς εποχές ένα παρόμοιο χαστούκι σαν εκείνο του Γουίλ Σμιθ είχε ταράξει τα νερά της κοινωνικής μας ζωής. Η Νατάσα Αθήνη είχε χαστουκίσει την Δήμητρα Λιάνη στην παρουσίαση του βιβλίου της «10 χρόνια και 54 μέρες» – βέβαια, τώρα που τα συζητάμε, μπορεί να έχουν περάσει κοντά 30 χρόνια. Μια επισήμανση που μου ήρθε μόλις: όλες οι βιβλιοπαρουσιάσεις είναι για σφαλιάρες∙ συγγραφείς μην πέφτετε σε αυτή την παγίδα, μακριά. Τέλος πάντων, όταν η Δήμητρα δεν έγραφε βιβλία, διάβαζε, λένε, Κούντερα. Τότε ήταν πολύ της μόδας. Κούντερα από εδώ, Κούντερα από εκεί, είχαν τρελαθεί όλοι. Ποιος είναι ρε αυτός ο Κούντερας; Ήταν τελικά ένα πιο λογοτεχνικό Nitro όπως νόμιζαν αρκετοί; Γιατί τόσα χρόνια τον αντιμετωπίζουμε με αβάσταχτη ελαφρότητα; «Γιατί άραγε θέλει να κάνει έρωτα μαζί μου; αναρωτιόταν πολύ συχνά, αλλά δεν έβρισκε απάντηση. Ένα μόνο ήξερε, πως οι σιωπηρές συνευρέσεις τους ήταν αναπόφευκτες, έτσι όπως είναι αναπόφευκτο να σταθεί προσοχή ένας πολίτης ακούγοντας τον εθν

Τώρα μας σώνει μόνο ένα θαύμα

    Μπορεί ένα βιβλιοπωλείο να αποτελέσει καταφύγιο; Όχι καταφύγιο πολέμου, μην παρασύρεστε από τις εξελίξεις στην Ουκρανία, δεν παίζει τέτοιο πράγμα∙ ούτε βέβαια να σταματήσει τον ίδιο τον πόλεμο, αυτό και αν θα ήταν θαύμα! Μπορεί ωστόσο να αποτελέσει πού και πού ένα ζεστό καταφύγιο μιας μεμονωμένης ζωής, που παρέα με δισεκατομμύρια άλλες συγκροτούν τον κόσμο γύρω μας, τα ακρότατα όρια του οποίου συχνότατα και εντελώς απροσδόκητα μπορεί να είναι οι πιο αναίτιες και ακραίες σφαγές. Oh yes! Το να διεξάγεις ακήρυχτο πόλεμο αλληλεγγύης μέσω social media, να φας μια μπριζόλα επειδή τυχαίνει να είναι Τσικνοπέμπτη στα μέρη σου ή να διαβάσεις ένα ανάλαφρο βιβλίο δεν μοιάζουν αρκετά. Αλλά και τι θα μπορούσε να μοιάζει αρκετό στη ζωή ενός ανθρώπου; «Φοβάμαι ότι αυτό είναι σαν εκείνα τα feelgood μυθιστορήματα που διαβάζει η Τζάσμιν, όπου το τέλος είναι πάντα χαρούμενο γιατί πώς αλλιώς θα μπορούσαν οι αναγνώστες να αντισταθμίσουν τις κακές ειδήσεις και όλα αυτά τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν