Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Is she dead?

Αποτελεί την προμετωπίδα της «Βάρδιας» του Νίκου Καββαδία. Χρόνια την κοιτούσα και έλεγα πότε επιτέλους θα πάρω το βιβλίο από το οποίο προέρχεται. Τις πιο ενδιαφέρουσες βιβλιοπροτάσεις τις κάνουν πάντα οι ίδιοι οι συγγραφείς – μια προμετωπίδα εδώ, μια αναφορά εκεί, ένα βιβλίο πάνω στο οποίο βασίστηκε όλη η κεντρική ιδέα του εκάστοτε βιβλίου κάπου αλλού, ένας σπουδαίος συγγραφέας που «γαλούχησε» έναν άλλον σπουδαίο συγγραφέα που τυχαίνει να διαβάζεις εκείνη την στιγμή – και κάπως έτσι προχωρά η ιστορία της ανάγνωσης. Η λογοτεχνία μπορεί επιπροσθέτως να μας υποβάλει και να καθιερώσει τις πιο αλλόκοτες και απίθανες συμπεριφορές. Το διάβασες στο βιβλίο και το κάνεις και συ, ίσως θα σε κατηγορήσει κάποιος. Κι όμως, δεν είναι απλώς στείρα μίμηση, είναι κάτι αξεδιάλυτα βαθύτερο. Όπως συνέβη με μένα, μέγα αρνητή του λευκού κρασιού, όταν διάβασα ότι ο Τζόυς το προτιμούσε έναντι του κόκκινου, επείδη η σπιρτάδα του τού θύμιζε «ηλεκτρισμό». Εξαιρετική παρομοίωση και ισχύει απόλυτα. Στην υγειά μας!


Εντελώς τυχαία, μόλις χθες παρακολούθησα την θεατρική παράσταση «Ολόκληρος ο Σαίξπηρ σε μία ώρα» και σήμερα θα σας μιλήσω για έναν συγκαιρινό του, τον Τζον Γουέμπστερ. Πολύ λίγα ξέρουμε για την ζωή του και πολλά περισσότερα μπορούμε να υποθέσουμε (όπως και για τον Σαίξπηρ), το σίγουρο είναι πως έγραψε την τραγωδία «Η Δούκισσα του Μάλφι» και για την ώρα αυτό μας αρκεί. Το πρόβλημα με αυτά τα έργα είναι ότι έρχονται από πολύ μακρινούς καιρούς και έτσι είναι δύσκολο να συλλάβουμε το κοινωνικοπολιτικό περιβάλλον τους, αν η έκδοση δεν φροντίσει να μας το επισημάνει. Φυσικά, η ίδια η ιστορία μάς συγκινεί με την δύναμή της (αλλιώς δεν θα έφτανε και ως την εποχή μας), ωστόσο ένα μέρος της απόλαυσης χάνεται από την έλλειψη κοινωνιολογικής τεκμηρίωσης. Η έκδοση του «Εξάντα» που διάβασα εγώ, έχει μόνο το κείμενο και λίγα ιστορικά στοιχεία, εντούτοις αρκούντως βοηθητικά.

Η Δούκισσα του Μάλφι ήταν ιστορικό πρόσωπο. Πρόκειται για την Ιωάννα της Αραγόνας, που χήρεψε από τον Δούκα του Αμάλφι σε ηλικία 20 ετών με δύο παιδιά, ένα εξ αυτών, κληρονόμο του δουκάτου. Ο Αντόνιο Μπολόνια καταγόμενος από καλή οικογένεια θα καταλήξει αρχιθαλαμηπόλος στη αυλή της Δούκισσας. Εκείνη τον ερωτεύεται και τον παντρεύεται κρυφά για να γλυτώσει από την οργή των αδερφών της, αποκτώντας τρία παιδιά μαζί του. Το μυστικό αποκαλύπτεται και ξεκινά η εξορία του ζεύγους. Η Δούκισσα δέχεται ακόμα και να απαρνηθεί τα πλούτη της αρκεί να ζήσει με τον άντρα της αλλά το αίτημά της δεν γίνεται δεκτό. Ο Αντόνιο (έχοντας μαζί του και τον πρωτότοκο γιο) κυνηγιέται ως το Μιλάνο όπου και πεθαίνει, ενώ η Δούκισσα επιστρέφει με το ζόρι στο Αμάλφι, μαζί με τα δύο παιδιά της από τον Αντόνιο, όπου κανείς πια δεν ξανακούει γι' αυτήν. 

ΦΕΡΝΤΙΝΑΝΤΟ: Εσύ είσαι η αδελφή μου,
Αυτό ήταν το στιλέτο του πατέρα μου, βλέπεις λοιπόν,
Θα με δυσαρεστούσε σκουριασμένο να το δω, γιατί
ήταν δικό του.
Θα ήθελα να αφήσεις τις άσωτες διασκεδάσεις,
Οι προσωπίδες και οι μάσκες είναι δωμάτια με ηχώ
Που δεν χτίστηκαν ποτέ τους για καλό. Σε χαιρετώ,
Και: στις γυναίκες αρέσει το όργανο εκείνο που,
σαν το χέλι
Δεν έχει κόκαλα καθόλου.
ΔΟΥΚΙΣΣΑ: Κύριε, ντροπή!
ΦΕΡΝΤΙΝΑΝΤΟ: Όχι,
Τη γλώσσα εννοούσα, την ποικιλία της ερωτικής
συζήτησης,
Και τι δε θα μπορούσε ένας κομψός απατεώνας
που μιλάει ωραία
Να κάνει μια γυναίκα να πιστέψει; Λάγνα χήρα, σε χαιρετώ.


Μην γκρινιάζετε για τα σπόιλερ, τέτοιου είδους τραγωδίες είναι αιματηρότατες (σχεδόν κοκκινίζουν οι σελίδες) και είναι γνωστό αυτό. Τίγκα στο σπλάτερ! Ο Γουέμπστερ χρησιμοποιεί τα γεγονότα κατά το δοκούν με σκοπό να προχωρήσει τον μύθο του σύμφωνα με τις καλλιτεχνικές του επιδιώξεις. Έτσι ίσως να ξενίζουν κάπως οι εναλλαγές στην δράση, με κάποια γεγονότα να κινούνται γρήγορα στον χρόνο και κάποια να βραδυπορούν. Παρόλα αυτά καταφέρνει να σκιαγραφήσει απίθανους χαρακτήρες με όλη την ένταση των παθών τους να τους συνταράσσει ολοκληρωτικά. Επίσης, σε αυτές τις τραγωδίες εκτιμάς τις συμπυκνώσεις σοφίας που αναδύονται με την μορφή αποφθεγμάτων (Η υπεροψία είναι προάστιο της Κόλασης), όταν τριγύρω γίνεται της μουρλής! 

Σύμφωνα με το οπισθόφυλλο της έκδοσης της «Δωδώνης» (ορίστε, ακόμα και το οπισθόφυλλο φωτίζει καλύτερα το περιβάλλον της δράσης. Αχ, πόσο της λείπει η κοινωνικοπολιτική τεκμηρίωση, αυτής της τραγωδίας!)... η ιδιομορφία της Δούκισσας του Μάλφι, ως τραγωδίας αιματηρής εκδίκησης, είναι ότι παράγει τον τρόμο του υπερφυσικού χωρίς τη βοήθεια υπερφυσικών μέσων. Είναι εκπληκτικό, πώς αναδεικνύει ο συγγραφέας αυτόν τον υπερφυσικό τρόμο, μέσω έξυπνων συγγραφικών τεχνασμάτων. 

ΦΕΡΝΤΙΝΑΝΤΟ: Είναι νεκρή;
ΜΠΟΖΟΛΑ: Είναι αυτό
που ήθελες. (...) Κάρφωσε τα μάτια σου εδώ.
[...]
ΦΕΡΝΤΙΝΑΝΤΟ: Για πάντα.
ΜΠΟΖΟΛΑ: Δεν κλαις;
Κάποιες αμαρτίες μιλάνε μόνο, ο φόνος ξεφωνίζει.
Το στοιχείο του νερού τη γη υγραίνει,
Το αίμα όμως πετάει προς τα πάνω, και τον ουρανό ραντίζει.
 
ΦΕΡΝΤΙΝΑΝΤΟ: Σκέπασε το πρόσωπό της. Τα μάτια μου θαμπώνουν. Πέθανε νέα

Η μετάφραση ανήκει στην Χριστίνα Μπάμπου-Παγκουρέλη και βασίστηκε στις αγγλικές εκδόσεις: New Mermaids 1996, Oxford World's Classics 1996 και Penguin 1985. Παρότι δεν είχα ξανακούσει το όνομά της διαπίστωσα ότι έχει σημαντική πορεία στον χώρο της μετάφρασης η συγκεκριμένη μετάφραση είναι εξαιρετική. Πολύ καλή και η έκδοση του βιβλίου, αν και όπως είπα πιο πάνω, θα πρόσθετε γόητρο και μία ενδελεχέστερη ιστορική τεκμηρίωση. Μοναδική ένσταση, στο τέλος υπάρχουν λίγες σημειώσεις που παραπέμπουν στις σελίδες του βιβλίου (π.χ. σελ. 26 στιχ. 12) – ίσως από κάποιο λάθος στην τελική σελιδοποίηση, αυτές οι σημειώσεις προηγούνται κατά δύο σελίδες, απ' ό,τι γράφει αφαιρέστε το 2! Αυτές οι τραγωδίες είναι γοητευτικά αναγνώσματα. Από την μια, μοιάζουν λίγο σαν συγγραφικές καρικατούρες, για τον σημερινό αναγνώστη, με όλη αυτή τη αναληθοφανή σωρεία μαρτυρίων που χτυπάνε τους ήρωες, από την άλλη, τα πάθη και τα συναισθήματα βγαίνουν στην επιφάνεια πιο δυνατά, μέσα σε όλη αυτή την καλολογική ερήμωση και την απαλλοτρίωση της πλοκής. Έτσι λειτουργούν τα θεατρικά κείμενα, θα μου πείτε. Μπορεί. Εγώ δεν τα συμπαθώ διόλου, εξάλλου. Τέτοια κείμενα όμως σαν του Γουέμπστερ (και του Σαίξπηρ) είναι γροθιά στο στομάχι, αντάξια της συντριβής μου.

Σχόλια

  1. Διαφωνώ τρις:
    1. Κόκκινο κρασί εναντίον λευκού. Ένα το κρατούμενο.
    2. Δεν ήτο κυρία η κυρία Δούκισσα. Η μαντάμ ήτο αναντάμ παπαντάμ για τα χρηστά ήθη της εποχής της. (Χα χα χα.)
    3. Πόσο πλήττω με θεατρικά κείμενα like this. Δώστε μου Ιονέσκο ή Μπέκετ ή Πίντερ και την ψυχή μου πάρτε.
    [Τρίτωσε η κακία μου σήμερα. Τώρα θα ξαναγίνω καλή.]

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Και εγώ κόκκινο! Απλώς αναγνώρισα ότι και το λευκό έχει τελικά μια ενδιαφέρουσα γευστική δυναμική.

      Εγώ βαριέμαι τα θεατρικά εν γένει, και το θέατρο ακόμα περισσότερο. Οι εξαιρέσεις μου περιορίζονται και μένα, σε κείμενα όπως του Μπέκετ και του Ιονέσκο, ίσως μερικά του Ίψεν, μέχρι εκεί. Όμως και αυτές οι τραγωδίες «τύπου Σαίξπηρ» όπου γίνεται της τρελής αλλά ενσταλάζεται και λίγη ύψιστη σοφία, μου αρέσουν αρκετά. Στο μάτι του σημερινού αναγνώστη, η κάπως «άναρχη» συγγραφική τους δομή, (ίσως) αναδίνει μια «εσάνς μεταμοντέρνου».

      Διαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Κουβεντολόι με μια μούμια!

Σημ: Εδώ λέγονται ιστορίες μόνο για αραχνιασμένα κρανία, οι "ψεκασμένοι" θα απομακρύνονται διακριτικά.

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

Ποίηση χωρίς τέλος

  Αυτή η χρονιά θα ξεκινήσει ακριβώς όπως τελείωσε: με ποίηση. Συλλεκτική ανάρτηση, σπάνια θα ξαναδιαβάσετε τέτοια. Σπάω την παράδοση (και το ρόδι)! Ακόμα σπανιότερα εντυπωσιάζομαι από ποιητές και ποιήματα. Δεν με συγκινεί η συμπύκνωση του λόγου όταν του λείπει ένα είδος «φλυαρίας» – ψάχνω ποιήματα που είναι αμετροεπή με έναν δικό τους τρόπο και ταυτόχρονα στοχευμένα και ουσιώδη. Ποιήματα που δεν πολυπαίρνουν στα σοβαρά τον εαυτό τους καθώς τσαλαβουτούν χαρούμενα στον χυλό της ειρωνείας. Ποιήματα που, απ' ό,τι σωστά αντιλαμβάνεστε, δεν γράφει η πλειοψηφία των ποιητών. Με δυο λόγια, κυνηγώ το ανέφικτο. Αλλά, αυτό δεν κυνηγάμε όλοι στην έναρξη κάθε χρονιάς; Το φλουρί μου για φέτος – λίρα εκατό – ήταν η Βισουάβα ή Βισλάβα ή όπως αλλιώς, Σιμπόρσκα. Η παλιά ποίηση, η ορθόδοξη, είναι Εδώ!

Με ανώμαλους δεν μιλάω

  Ανωμαλία είναι να μην μπορεί μια γυναίκα να κυκλοφορεί άφοβα στους δρόμους, ανωμαλία είναι να πιστεύεις ότι τα εμβόλια σκοπό έχουν να προκαλέσουν περισσότερο κακό από ό,τι καλό, ανωμαλία είναι να νομίζεις ότι η λογοτεχνία σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, ανωμαλία είναι ακόμα το προφιτερόλ να έχει μόνο ένα σουδάκι μέσα, ανωμαλία είναι και ότι ο «Πατάκης» εξακολουθεί να μην εκδίδει Χέρμαν Μέλβιλ. Και πόσες ακόμα ανωμαλίες! Με τελευταία εκείνη του Ερβέ Λε Τελιέ, ενός συγγραφέα που αγάπησα οριστικά από ένα και μόνο βιβλίο του που είχα διαβάσει κάποτε, το «Όλα τα μανιτάρια τρώγονται», η ουλιπιανή έμπνευση που είχε οραματιστεί το facebook χρόνια πριν από τον δημιουργό του. Κάθε φορά που μπαίνετε στο facebook και αντικρίζετε την ερώτηση «Τι σκέφτεσαι;», ικανή να σας παρασύρει ασυγκράτητα να μας εμπιστευτείτε τις επικές σας μπούρδες, σχεδόν πάντα χωρίς καθόλου φιλτράρισμα και ουσία, να θυμάστε ότι ο Τελιέ κάποτε το έκανε… χίλιες φορές καλύτερα από εσάς, πιο δημιουργικά και κυρίως με περισσότερο χι

Dogs never bite me. Just humans.

    Ψόφια πράγματα το φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης – τουλάχιστον οι επιλογές μου – αλλά μόλις είδα ότι θα προβληθεί «Η εξουσία του σκύλου», που βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Τόμας Σάβατζ, ήξερα ότι θα ρεφάρω γιατί κακό σκυλί ψόφο δεν έχει. Και έτσι έγινε, η ταινία δεν με απογοήτευσε και μου θύμισε πόσο είχα αγαπήσει εκείνο το βιβλίο. Μια παραγωγή του Νέτφλιξ που θα είναι διαθέσιμη στην πλατφόρμα από την 1 Δεκεμβρίου ώστε να προλάβει να κάνει τον κύκλο της στις αίθουσες, με τον Κάμπερμπατς στον ρόλο του Φιλ, τον σωσία του Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν στον ρόλο του Τζορτζ και την ωραία Κίρστεν Ντανστ ως Ρόουζ. Η ταινία, όπως και το βιβλίο, σε πολλούς θα φανούν αργά, αδιάφορα και αλλόκοτα, λόγω του περιεχομένου αλλά η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για αριστοτεχνικές δημιουργίες με βάθος. Αντιγράφω εδώ το κείμενο που είχα γράψει στο «Διαβάζοντας» για να θυμάμαι ότι εκείνη η ανάγνωση μετράει ακόμα μέσα μου· σπάνιο, ομολογουμένως.

Εγώ σε λέω αγάπη

  Οι πιο συνηθισμένοι απατεώνες στην Ελλάδα συνήθως ενδύονται τους υδραυλικούς που ζητάνε 55 ευρώ για μια τρόμπα στο καζανάκι και δεν μπορείς και να τους πεις «Χέσε με ρε μάστορα» γιατί μετά πώς θα τραβήξεις καζανάκι; Στη λογοτεχνία από την άλλη, το να χαρακτηρίσεις για οποιονδήποτε λόγο τον Χέρμαν Μέλβιλ απάτη , το κάνεις μόνο αν εξυπηρετεί την πλοκή! «Γιατί οι πιο τερατώδεις απ’ όλους τους υποκριτές είναι αυτοί ακριβώς οι κερδοσκόποι: υποκριτές δι’ αντιστροφής της πραγματικότητας· υποκριτές στην παρουσίαση των πραγμάτων ως σκοτεινών αντί φωτεινών· ψυχές που ευημερούν χρησιμοποιώντας όχι τη δυστυχία, αλλά το μύθευμα της δυστυχίας· δάσκαλοι της αισχρής τέχνης τού να κατασκευάζεις δυστυχία· κίβδηλοι Ιερεμίες· νόθοι Ηράκλειτοι που, μόλις η πένθιμη μέρα περάσει, επιστρέφουν, σαν απατηλοί Λάζαροι ανάμεσα στους επαίτες, για να ευφρανθούν με τα κέρδη που απέκτησαν από τα προσποιητά έλκη της κεφαλής τους – φαύλοι κερδοσκόποι!» . Θα με αναγκάσετε να κατέβω πορεία στον Λευκό Πύργο όλοι εσείς πο

Γάτα είσαι

  Οι γάτες είναι υπέροχα πλάσματα και αν δεν είσαι επηρεασμένος από τον «Κυνόδοντα» του Λάνθιμου δύσκολα να μην σε γοητεύουν ή έστω να μην τραβούν την προσοχή σου. Μία από τις αγαπημένες μου συνήθειες είναι να παρατηρώ πώς συμπεριφέρονται οι γάτες. Τι γίνεται όμως αν και εκείνες παρακολουθούν με το ίδιο ενδιαφέρον την ανθρώπινη συμπεριφορά; Κάπως έτσι θα σκέφτηκε και ο Ιάπωνας Σόσεκι Νατσούμε και έγραψε ένα αξιαγάπητο βιβλίο· επιπροσθέτως έγραψε ένα από τα λίγα βιβλία που θα ήθελα να είχα γράψει εγώ. Χεστήκαμε τι θα ήθελες να γράψεις εσύ ρε Μαραμπού, και δίκιο έχετε, δεν αντιλέγω, απλώς σκέφτηκα να το αφήσω εδώ να υπάρχει. Γιατί πάντοτε με ενθουσίαζαν εκείνα τα λιγοστά βιβλία ανεπιτήδευτης σοφίας και γατίσιας συμπεριφοράς που συμπύκνωναν όλη την φιλοσοφία τους και την συγγραφική τεχνική τους σε φράσεις όπως η ακόλουθη: «Ορισμένες φορές επινοώ κάποιες ανοησίες και οι άνθρωποι τις παίρνουν στα σοβαρά, αυτό προκαλεί έναν αισθητικό ενθουσιασμό ακραίας κωμικότητας την οποία θεωρώ ενδιαφέρ

Dance with the Devil

  A long time ago in a galaxy (στην επαρχία) far, far away… όταν περνούσα την emo φάση μου και έκλαιγα χωρίς λόγο καθώς να καθάριζα κρεμμύδια είχα ανακαλύψει τυχαία ένα βιβλιαράκι που το αγόρασα με τα πρώτα λεφτά που είχα αποταμιεύσει σε ένα βιβλιάριο τραπέζης που είχε δεν είχε μέσα 30 δραχμαί. Εκείνο το βιβλίο ήτο κάποιου ψιλοάγνωστου Χόφμαν μεταφρασμένο υπό του σπουδαίου Καρυωτάκη – αργότερα, όταν οι ισορροπίες άλλαξαν εντός μου, κατάλαβα ότι ο Χόφμαν λειτούργησε κάπως σαν το… καρυωθραυστικό του ποιητή∙ ξέρω, ξέρω, πάγωσε η θάλασσα μέσα σας, μακάρι να βρείτε ένα βιβλίο να πέσει πάνω της σαν τσεκούρι – «το λογοπαίγνιο είναι ένα καυτό σίδερο για μπούκλες στο χέρι της τρέλας και με δαύτο λυγίζει τις σκέψεις» . Ο λόγος είναι ότι ο Χόφμαν αποδείχθηκε μια εξαίσια διαβολική μορφή της παγκόσμιας λογοτεχνίας και τα παιδιά του κυκλοφορούν ελεύθερα γύρω μας – ευτυχώς για αυτά, και για εμάς, είχε πάντοτε δουλειά, και μάλιστα σημαντική, να γράφει αριστουργήματα.

Του πολέμου / Στο άλογό μου

Τι γιορτάζουμε σήμερα; Το όχι, το ναι, το ίσως; Γιατί, ενώ όλοι ξέρουμε ότι το εθνικό φρόνημα σε ψηλώνει ως άνθρωπο, εξεγειρόμαστε τόσο πολύ όταν κάτι τέτοιο γίνεται και με τεχνητά μέσα, ας πούμε, με δεκάποντες γόβες; Γιατί μετά την παρέλαση όλοι πάμε και πίνουμε φρέντο εσπρέσσο, έναν τόσο χαρακτηριστικά ιταλικό καφέ; Τι θα συμβεί αν σε μία αντιπολιτευτική συνωμοσία όλοι συντονίσουν το... ένα στο δεξί; Το ένα στ' αριστερό αποκτά όντως βαρύνουσα σημασία όταν κυβερνά η Αριστερά, ή απλώς έχουμε συνηθίσει να το θεωρούμε ηθικό πλεονέκτημα της παρέλασης;

Τελειωμένοι

    Είμαστε γεννημένοι ο ένας για τον άλλον. Τέλος. Αυτά στην αρχή, βέβαια. Γιατί μετά, ανάθεμα την ώρα που βρέθηκες μπροστά μου. Αυτή η σχέση των σχέσεων όμως, μπορεί κάλλιστα να επεκταθεί και στα βιβλία. Μόνο που σε μένα λειτούργησε αντίστροφα· ανάθεμα την ώρα που βρέθηκε μπροστά μου, είπα για αυτό το βιβλίο, μου το δάνεισαν επειδή δεν άρεσε (ωραίο προμόσιον), ήθελα από την άλλη να δω και την ταινία του Κάουφμαν , ας πάει στα κομμάτια, θα το ξεκινήσω, με την σκέψη ήδη από την αρχή να βάλω ένα τέλος όταν δω ότι δεν τραβάει το πράγμα. Αλλά, γαμώτο, τραβούσε. Για ελάχιστους αναγνώστες αυτό θα είναι το βιβλίο της ζωής τους, σύμφωνοι. Κι όμως. «Είναι εντυπωσιακό. Όταν βλέπεις κάποιον με τους γονείς του, αποδεικνύεται απτά ότι όλοι είμαστε αποτέλεσμα σύνθεσης» . Όπως ακριβώς και τα αξιανάγνωστα βιβλία, τα συγγραφικά παιδιά των δημιουργών τους – ξεράστε με την ησυχία σας και ελάτε πίσω. Μείνετέ μου πιστοί! Σας αγαπώ !

Η μέθοδος του Κούντερα

  Σε κάποιες περισσότερο κιτς εποχές ένα παρόμοιο χαστούκι σαν εκείνο του Γουίλ Σμιθ είχε ταράξει τα νερά της κοινωνικής μας ζωής. Η Νατάσα Αθήνη είχε χαστουκίσει την Δήμητρα Λιάνη στην παρουσίαση του βιβλίου της «10 χρόνια και 54 μέρες» – βέβαια, τώρα που τα συζητάμε, μπορεί να έχουν περάσει κοντά 30 χρόνια. Μια επισήμανση που μου ήρθε μόλις: όλες οι βιβλιοπαρουσιάσεις είναι για σφαλιάρες∙ συγγραφείς μην πέφτετε σε αυτή την παγίδα, μακριά. Τέλος πάντων, όταν η Δήμητρα δεν έγραφε βιβλία, διάβαζε, λένε, Κούντερα. Τότε ήταν πολύ της μόδας. Κούντερα από εδώ, Κούντερα από εκεί, είχαν τρελαθεί όλοι. Ποιος είναι ρε αυτός ο Κούντερας; Ήταν τελικά ένα πιο λογοτεχνικό Nitro όπως νόμιζαν αρκετοί; Γιατί τόσα χρόνια τον αντιμετωπίζουμε με αβάσταχτη ελαφρότητα; «Γιατί άραγε θέλει να κάνει έρωτα μαζί μου; αναρωτιόταν πολύ συχνά, αλλά δεν έβρισκε απάντηση. Ένα μόνο ήξερε, πως οι σιωπηρές συνευρέσεις τους ήταν αναπόφευκτες, έτσι όπως είναι αναπόφευκτο να σταθεί προσοχή ένας πολίτης ακούγοντας τον εθν

Θα φάτε τα μούτρα σας

  Πού βαδίζει η λογοτεχνία; Όπου και όπως βάδιζε πάντα, ελεύθερη και ασυμβίβαστη, ασυνόδευτη και ασυνόρευτη , πριν έρθει ο (κακός μας) καιρός με την πρόφαση του υποστηρίγματος/«υποστήριξης» κάποιοι να της προσφέρουν τα δεκανίκια της πολιτικής ορθότητας που θα την καθιστούσαν έκτοτε αδιανόητα στάσιμη. «Αυτό που βλέπουμε το σκεφτόμαστε, κι έτσι τελικά δεν το βλέπουμε, λέει ο Όλερ, ενώ άλλοι βλέπουν αυτό που βλέπουν χωρίς πρόβλημα, επειδή δεν το σκέφτονται αυτό που βλέπουν. Αυτό που αποκαλούμε αντίληψη είναι για μας κατά βάση στασιμότητα, ακινησία, τίποτα. Τίποτα. Οτιδήποτε έχει συμβεί το έχουμε σκεφτεί, δεν το έχουμε δει, λέει ο Όλερ» . Είδα και απόειδα λοιπόν με το… φαινόμενο Φερνάντα Μελτσόρ και είπα ό,τι βρέξει ας κατεβάσει! Βαδίζοντας στην εποχή των τυφώνων.