Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Is she dead?

Αποτελεί την προμετωπίδα της «Βάρδιας» του Νίκου Καββαδία. Χρόνια την κοιτούσα και έλεγα πότε επιτέλους θα πάρω το βιβλίο από το οποίο προέρχεται. Τις πιο ενδιαφέρουσες βιβλιοπροτάσεις τις κάνουν πάντα οι ίδιοι οι συγγραφείς – μια προμετωπίδα εδώ, μια αναφορά εκεί, ένα βιβλίο πάνω στο οποίο βασίστηκε όλη η κεντρική ιδέα του εκάστοτε βιβλίου κάπου αλλού, ένας σπουδαίος συγγραφέας που «γαλούχησε» έναν άλλον σπουδαίο συγγραφέα που τυχαίνει να διαβάζεις εκείνη την στιγμή – και κάπως έτσι προχωρά η ιστορία της ανάγνωσης. Η λογοτεχνία μπορεί επιπροσθέτως να μας υποβάλει και να καθιερώσει τις πιο αλλόκοτες και απίθανες συμπεριφορές. Το διάβασες στο βιβλίο και το κάνεις και συ, ίσως θα σε κατηγορήσει κάποιος. Κι όμως, δεν είναι απλώς στείρα μίμηση, είναι κάτι αξεδιάλυτα βαθύτερο. Όπως συνέβη με μένα, μέγα αρνητή του λευκού κρασιού, όταν διάβασα ότι ο Τζόυς το προτιμούσε έναντι του κόκκινου, επείδη η σπιρτάδα του τού θύμιζε «ηλεκτρισμό». Εξαιρετική παρομοίωση και ισχύει απόλυτα. Στην υγειά μας!


Εντελώς τυχαία, μόλις χθες παρακολούθησα την θεατρική παράσταση «Ολόκληρος ο Σαίξπηρ σε μία ώρα» και σήμερα θα σας μιλήσω για έναν συγκαιρινό του, τον Τζον Γουέμπστερ. Πολύ λίγα ξέρουμε για την ζωή του και πολλά περισσότερα μπορούμε να υποθέσουμε (όπως και για τον Σαίξπηρ), το σίγουρο είναι πως έγραψε την τραγωδία «Η Δούκισσα του Μάλφι» και για την ώρα αυτό μας αρκεί. Το πρόβλημα με αυτά τα έργα είναι ότι έρχονται από πολύ μακρινούς καιρούς και έτσι είναι δύσκολο να συλλάβουμε το κοινωνικοπολιτικό περιβάλλον τους, αν η έκδοση δεν φροντίσει να μας το επισημάνει. Φυσικά, η ίδια η ιστορία μάς συγκινεί με την δύναμή της (αλλιώς δεν θα έφτανε και ως την εποχή μας), ωστόσο ένα μέρος της απόλαυσης χάνεται από την έλλειψη κοινωνιολογικής τεκμηρίωσης. Η έκδοση του «Εξάντα» που διάβασα εγώ, έχει μόνο το κείμενο και λίγα ιστορικά στοιχεία, εντούτοις αρκούντως βοηθητικά.

Η Δούκισσα του Μάλφι ήταν ιστορικό πρόσωπο. Πρόκειται για την Ιωάννα της Αραγόνας, που χήρεψε από τον Δούκα του Αμάλφι σε ηλικία 20 ετών με δύο παιδιά, ένα εξ αυτών, κληρονόμο του δουκάτου. Ο Αντόνιο Μπολόνια καταγόμενος από καλή οικογένεια θα καταλήξει αρχιθαλαμηπόλος στη αυλή της Δούκισσας. Εκείνη τον ερωτεύεται και τον παντρεύεται κρυφά για να γλυτώσει από την οργή των αδερφών της, αποκτώντας τρία παιδιά μαζί του. Το μυστικό αποκαλύπτεται και ξεκινά η εξορία του ζεύγους. Η Δούκισσα δέχεται ακόμα και να απαρνηθεί τα πλούτη της αρκεί να ζήσει με τον άντρα της αλλά το αίτημά της δεν γίνεται δεκτό. Ο Αντόνιο (έχοντας μαζί του και τον πρωτότοκο γιο) κυνηγιέται ως το Μιλάνο όπου και πεθαίνει, ενώ η Δούκισσα επιστρέφει με το ζόρι στο Αμάλφι, μαζί με τα δύο παιδιά της από τον Αντόνιο, όπου κανείς πια δεν ξανακούει γι' αυτήν. 

ΦΕΡΝΤΙΝΑΝΤΟ: Εσύ είσαι η αδελφή μου,
Αυτό ήταν το στιλέτο του πατέρα μου, βλέπεις λοιπόν,
Θα με δυσαρεστούσε σκουριασμένο να το δω, γιατί
ήταν δικό του.
Θα ήθελα να αφήσεις τις άσωτες διασκεδάσεις,
Οι προσωπίδες και οι μάσκες είναι δωμάτια με ηχώ
Που δεν χτίστηκαν ποτέ τους για καλό. Σε χαιρετώ,
Και: στις γυναίκες αρέσει το όργανο εκείνο που,
σαν το χέλι
Δεν έχει κόκαλα καθόλου.
ΔΟΥΚΙΣΣΑ: Κύριε, ντροπή!
ΦΕΡΝΤΙΝΑΝΤΟ: Όχι,
Τη γλώσσα εννοούσα, την ποικιλία της ερωτικής
συζήτησης,
Και τι δε θα μπορούσε ένας κομψός απατεώνας
που μιλάει ωραία
Να κάνει μια γυναίκα να πιστέψει; Λάγνα χήρα, σε χαιρετώ.


Μην γκρινιάζετε για τα σπόιλερ, τέτοιου είδους τραγωδίες είναι αιματηρότατες (σχεδόν κοκκινίζουν οι σελίδες) και είναι γνωστό αυτό. Τίγκα στο σπλάτερ! Ο Γουέμπστερ χρησιμοποιεί τα γεγονότα κατά το δοκούν με σκοπό να προχωρήσει τον μύθο του σύμφωνα με τις καλλιτεχνικές του επιδιώξεις. Έτσι ίσως να ξενίζουν κάπως οι εναλλαγές στην δράση, με κάποια γεγονότα να κινούνται γρήγορα στον χρόνο και κάποια να βραδυπορούν. Παρόλα αυτά καταφέρνει να σκιαγραφήσει απίθανους χαρακτήρες με όλη την ένταση των παθών τους να τους συνταράσσει ολοκληρωτικά. Επίσης, σε αυτές τις τραγωδίες εκτιμάς τις συμπυκνώσεις σοφίας που αναδύονται με την μορφή αποφθεγμάτων (Η υπεροψία είναι προάστιο της Κόλασης), όταν τριγύρω γίνεται της μουρλής! 

Σύμφωνα με το οπισθόφυλλο της έκδοσης της «Δωδώνης» (ορίστε, ακόμα και το οπισθόφυλλο φωτίζει καλύτερα το περιβάλλον της δράσης. Αχ, πόσο της λείπει η κοινωνικοπολιτική τεκμηρίωση, αυτής της τραγωδίας!)... η ιδιομορφία της Δούκισσας του Μάλφι, ως τραγωδίας αιματηρής εκδίκησης, είναι ότι παράγει τον τρόμο του υπερφυσικού χωρίς τη βοήθεια υπερφυσικών μέσων. Είναι εκπληκτικό, πώς αναδεικνύει ο συγγραφέας αυτόν τον υπερφυσικό τρόμο, μέσω έξυπνων συγγραφικών τεχνασμάτων. 

ΦΕΡΝΤΙΝΑΝΤΟ: Είναι νεκρή;
ΜΠΟΖΟΛΑ: Είναι αυτό
που ήθελες. (...) Κάρφωσε τα μάτια σου εδώ.
[...]
ΦΕΡΝΤΙΝΑΝΤΟ: Για πάντα.
ΜΠΟΖΟΛΑ: Δεν κλαις;
Κάποιες αμαρτίες μιλάνε μόνο, ο φόνος ξεφωνίζει.
Το στοιχείο του νερού τη γη υγραίνει,
Το αίμα όμως πετάει προς τα πάνω, και τον ουρανό ραντίζει.
 
ΦΕΡΝΤΙΝΑΝΤΟ: Σκέπασε το πρόσωπό της. Τα μάτια μου θαμπώνουν. Πέθανε νέα

Η μετάφραση ανήκει στην Χριστίνα Μπάμπου-Παγκουρέλη και βασίστηκε στις αγγλικές εκδόσεις: New Mermaids 1996, Oxford World's Classics 1996 και Penguin 1985. Παρότι δεν είχα ξανακούσει το όνομά της διαπίστωσα ότι έχει σημαντική πορεία στον χώρο της μετάφρασης η συγκεκριμένη μετάφραση είναι εξαιρετική. Πολύ καλή και η έκδοση του βιβλίου, αν και όπως είπα πιο πάνω, θα πρόσθετε γόητρο και μία ενδελεχέστερη ιστορική τεκμηρίωση. Μοναδική ένσταση, στο τέλος υπάρχουν λίγες σημειώσεις που παραπέμπουν στις σελίδες του βιβλίου (π.χ. σελ. 26 στιχ. 12) – ίσως από κάποιο λάθος στην τελική σελιδοποίηση, αυτές οι σημειώσεις προηγούνται κατά δύο σελίδες, απ' ό,τι γράφει αφαιρέστε το 2! Αυτές οι τραγωδίες είναι γοητευτικά αναγνώσματα. Από την μια, μοιάζουν λίγο σαν συγγραφικές καρικατούρες, για τον σημερινό αναγνώστη, με όλη αυτή τη αναληθοφανή σωρεία μαρτυρίων που χτυπάνε τους ήρωες, από την άλλη, τα πάθη και τα συναισθήματα βγαίνουν στην επιφάνεια πιο δυνατά, μέσα σε όλη αυτή την καλολογική ερήμωση και την απαλλοτρίωση της πλοκής. Έτσι λειτουργούν τα θεατρικά κείμενα, θα μου πείτε. Μπορεί. Εγώ δεν τα συμπαθώ διόλου, εξάλλου. Τέτοια κείμενα όμως σαν του Γουέμπστερ (και του Σαίξπηρ) είναι γροθιά στο στομάχι, αντάξια της συντριβής μου.

Σχόλια

  1. Διαφωνώ τρις:
    1. Κόκκινο κρασί εναντίον λευκού. Ένα το κρατούμενο.
    2. Δεν ήτο κυρία η κυρία Δούκισσα. Η μαντάμ ήτο αναντάμ παπαντάμ για τα χρηστά ήθη της εποχής της. (Χα χα χα.)
    3. Πόσο πλήττω με θεατρικά κείμενα like this. Δώστε μου Ιονέσκο ή Μπέκετ ή Πίντερ και την ψυχή μου πάρτε.
    [Τρίτωσε η κακία μου σήμερα. Τώρα θα ξαναγίνω καλή.]

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Και εγώ κόκκινο! Απλώς αναγνώρισα ότι και το λευκό έχει τελικά μια ενδιαφέρουσα γευστική δυναμική.

      Εγώ βαριέμαι τα θεατρικά εν γένει, και το θέατρο ακόμα περισσότερο. Οι εξαιρέσεις μου περιορίζονται και μένα, σε κείμενα όπως του Μπέκετ και του Ιονέσκο, ίσως μερικά του Ίψεν, μέχρι εκεί. Όμως και αυτές οι τραγωδίες «τύπου Σαίξπηρ» όπου γίνεται της τρελής αλλά ενσταλάζεται και λίγη ύψιστη σοφία, μου αρέσουν αρκετά. Στο μάτι του σημερινού αναγνώστη, η κάπως «άναρχη» συγγραφική τους δομή, (ίσως) αναδίνει μια «εσάνς μεταμοντέρνου».

      Διαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Κουβεντολόι με μια μούμια!

Σημ: Εδώ λέγονται ιστορίες μόνο για αραχνιασμένα κρανία, οι "ψεκασμένοι" θα απομακρύνονται διακριτικά.

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

En passant

  Το «Αν πασάν» είναι ένας σκακιστικός κανόνας, περιθωριακός και άγνωστος αλλά ιδιαιτέρως αποτελεσματικός και σημαντικός. Στις αρχικές τους κινήσεις, τα πιόνια έχουν το δικαίωμα να κινηθούν ένα ή δύο τετράγωνα μπροστά. Αν επιλέξουν να κινηθούν δύο τετράγωνα μπροστά και ένα αντίπαλο πιόνι βρίσκεται σε τέτοια θέση ώστε να μπορούσε να το αιχμαλωτίσει αν το πιόνι που κινήθηκε δυο τετράγωνα αποφάσιζε να κινηθεί μόνο ένα, τότε, έχει το δικαίωμα να το αιχμαλωτίσει και σε αυτή την περίπτωση που κάνει δύο βήματα. Έχουμε δηλαδή, αν πασάν... αιχμαλωσία εν τη διελεύσει. Είναι δυσνόητο στην περιγραφή αλλά αρκετά ξεκάθαρο στην πράξη. Βέβαια, όταν είσαι αρχάριος σκακιστής και το συναντήσεις πρώτη φορά σε ηλεκτρονική παρτίδα, τότε πείθεσαι ότι κάποιο «bug» έχει η ιστοσελίδα, ότι σε χακάρανε ή ότι άρπαξες όλες τις ιώσεις του κυβερνοχώρου. Τα βιβλία του Ναμπόκοφ, μου προσφέρουν την ισχυρή εντύπωση ότι αποτελούν ένα συνεχές λογοτεχνικό en passant, σε αιχμαλωτίζουν εν τη διελεύσει.

Το Δώρο

Θα μπορούσε ο Στέφανος Ξενάκης να είναι ο Στέφανος Δαίδαλος του σήμερα; Ή να το αλλάξω κάπως για να ’χουμε καλό ρώτημα: θα μπορούσε ο Τζέημς Τζόυς (μαζί και οι όποιες καλλιτεχνικές μεταμορφώσεις του) να γίνει ένας motivational speaker της σημερινής εποχής; Κανείς πλέον (αν υποθέσουμε ότι μπορούσε κάποτε) δεν διαβάζει τον «Οδυσσέα». Δεν μπορεί να αντέξει ότι αυτό το βιβλίο τον περιγράφει, ακόμα και σήμερα ή και περισσότερο σήμερα, τόσο καλά παρά την μοναδικότητα του κάθε ανθρώπου. Του αφιερώνει μία μέρα τον χρόνο, την σημερινή (παρόλο που άλλαξε η μέρα, το blogger έμεινε σταθερά πίσω!), και μετά τον στέλνει αδιάβαστο. Αν κάποιος όμως του σερβίρει για πρωινό όμορφες φράσεις με γαρνιτ ούρα υπέροχα σκίτσα, τότε μπορεί να νιώσει στιγμιαία χαρά και να βελάζει σαν ανέφελο πρόβατο στα λιβάδια του χρόνου. 

Αποδοχή cookies

«Ευτυχώς, αν θέλει κάποιος να βρει μεστές απόψεις για καλά βιβλία, υπάρχουν ήδη πολύ αξιόλογα βιβλιοφιλικά μπλογκ, όπως το κορυφαίο, του Librofilo ή το αγαπημένο του, του Μαραμπού» . Να ξέρετε ότι όταν μου δίνουν γλυκό, έστω και σε μορφή βιβλίου, το αποδέχομαι αμέσως. Επίσης, να ξέρετε ότι ενίοτε μπορεί να γράφω για βιβλία που δεν έχω διαβάσει, όλοι το κάνουμε αυτό, απλώς οι περισσότεροι εντελώς αποτυχημένα, αλλά ποτέ δεν γράφω για βιβλίο που δεν μου άρεσε προφασιζόμενος το αντίστροφο∙ όλοι το κάνετε και αυτό, απλώς οι περισσότεροι εντελώς αποτυχημένα. Το βιβλίο είναι δώρο της συγγραφέα, καλής διαδικτυακής φίλης, και η άποψή μου για αυτό ολότελα υποκειμενική – ξέρω, απανωτά σοκ! – και ουδεμία σχέση έχει με την αντικειμενική κριτική που από καιρό θα έπρεπε να γίνει αντικείμενο κριτικής, τουλάχιστον στην Ελλάδα. Από το να μασήσω τα λόγια μου, θα προτιμήσω τα μπισκότα. «Όχι πως δεν ήταν επηρεασμένος και από το ιστολόγιο «Πιπέρι και σπασμένες γραμμές» με τις λαχταριστές αναρτήσεις σχετικά ...

Kinds of kindness

Τα περισσότερα μαγαζιά έχουν ήδη στολίσει με ελλειμματικό γούστο, οι κουραμπιέδες άρχισαν να ανταγωνίζονται τα μελομακάρονα – και τα δυο μαζί την Dubai chocolate –, η Black Friday με τις ασυναγώνιστες τιμές της θα κοντράρει στα ίσα την αληθινή ύπαρξη του ΑΙ Βασίλη, ο καιρός προσπαθεί να τα βρει με τον απορυθμισμένο θερμοστάτη του και γενικά είμαστε μια ωραία ατμόσφαιρα είμαστε. Και μέσα σε όλα αυτά, οι δημοσιογράφοι, οι αθλητές, η εκκλησία, τα ιδρύματα, οι πολιτικοί (που είναι για τα ιδρύματα) θα δείξουν το καλοσυνάτο πρόσωπό τους στους ταλαίπωρους ετούτου του κόσμου. Και μην ξεχνάμε, ότι κυρίως τα Χριστούγεννα είναι για τα παιδιά – και για όλα εκείνα που γιόρταζε η πρόσφατη «Παγκόσμια Ημέρα κατά της Κακοποίησης των παιδιών». «Πάντοτε, τα Χριστούγεννα έβγαζαν στους ανθρώπους τον καλύτερο αλλά και τον χειρότερο εαυτό τους».    

Ασκήσεις μνήμης

  Τις ασκήσεις ύφους τις κατέκτησε σε βαθμό που λίγοι συγγραφείς φτάνουν , με τις ασκήσεις μνήμης όμως κανείς άνθρωπος δεν τα βγάζει εύκολα πέρα. Όλοι μας γράφουμε autofiction από 8 χρονών – Περιγράψτε μας τα πιο ωραία σας Χριστούγεννα – τα νεύρα μου! Το autofiction πλέον μοιάζει να είναι ένας ευφημισμός για να αποδεχόμαστε κάποιες συγγραφικές μετριότητες ως κάτι παραπάνω από αυτό που είναι. Είναι προσβολή να θεωρείς ότι ο Τζόυς ή ο Σελίν (που επιτέλους σε λίγες μέρες θα εκδοθεί το «Θάνατος επί πιστώσει»∙ Γκάλοπ: ποιο άργησε περισσότερο; Το Μετρό Θεσσαλονίκης ή το βιβλίο του Σελίν;) έγραψαν autofiction. Το ίδιο ισχύει και για τον Καλβίνο στη συγκεκριμένη συλλογή. Δεν θα ξεχάσουμε και αυτά που ξέρουμε! «Μόνο πετώντας πράγματα μπορώ να βεβαιωθώ πως ακόμα δεν έχει πεταχτεί κάτι από μένα, κάτι που ίσως να μην είναι ούτε και θα είναι για πέταμα» .  

Βαρύ περιστατικό

Συγγραφείς με χιούμορ δεν χαίρουν ιδιαίτερης εκτίμησης, θεωρώ, από το αναγνωστικό κοινό. Ποιος ξέρει πόσα ελαττώματα πασχίζει να κρύψει πίσω από αυτό, θα σκέφτονται, και δεν μπορεί, κάποιο ελάττωμα θα έχει να κάνει σίγουρα και με την συγγραφή. Επίσης το χιούμορ αξιώνει ευφυΐα και το κοινό δεν θέλει να περνιέται για ηλίθιο. Ο Άμπροουζ Μπιρς με τις διάσημες σατιρικές ιστορίες του και τα σκωπτικά λήμματα θα μπορούσε να θεωρηθεί ένας τέτοιος∙ καλός για να χαμογελάμε πού και πού, μας κάνει ενίοτε και τον έξυπνο, αλλά δεν πειράζει, καλή καρδιά. Ίσως να ήταν έτσι – αν και δεν συμμερίζομαι καθόλου αυτή την άποψη – αν δεν έγραφε τα διηγήματα από τις εμπειρίες του στον Αμερικανικό Εμφύλιο. Σκλάβος του για πάντα!    

The Elephant Man

Υπάρχει ένας ελέφαντας στο δωμάτιο – όχι ρε, δεν εννοώ εσάς, φάτε ελεύθερα όσο θέλετε! – και αυτός δεν είναι άλλος από τον ίδιο τον άνθρωπο. Οξύμωρο, καταλαβαίνω, αλλά στο περίκλειστο δωμάτιο που είναι ο κόσμος ολάκερος, αν θες να παραμένεις ανθρώπινος πρέπει να έχεις καρφωμένα τα μάτια σου στον ελέφαντα. «–Είναι επειδή, με τον τρόπο που ο κερατάς σου παρουσιάζει τα πράγματα, παραέδινε την εντύπωση ότι έφτυνε κατάμουτρα το είδος για το οποίο πέθανε ο Κύριός μας. Δεν είχες την αίσθηση ότι υπέγραφες υπέρ των ελεφάντων αλλά εναντίον των ανθρώπων» . Διαβάζω το βιβλίο του Ρομαίν Γκαρύ περίπου από τον Ιούλιο, κυρίως επειδή τα μεγάλα βιβλία τα διαβάζω τραπεζίως , δηλαδή ανάμεσα σε άλλα μικρότερα αναγνωστικά γεύματα (και τις τελευταίες μέρες και κυριολεκτικά)∙ αλλά αυτό δεν με ενοχλεί καθόλου γιατί υπήρξε ένα από τα καλύτερα βιβλία που διάβασα τα πολλά τελευταία χρόνια, και αν δεν ανανέωσε την πίστη μου στον άνθρωπο, τουλάχιστον ανανέωσε εκείνη στο μυθιστόρημα: «ο καθείς και οι ελέφαντές του, ...

100% cotton

Μπορεί τον τελευταίο χρόνο να δουλεύω στον τριτογενή τομέα παραγωγής και συγκεκριμένα σε στεγνοκαθαριστήριο – φροντίζοντας να μην τα κάνω μούσκεμα με τα ρούχα… ενώ τα κάνω μούσκεμα! – και να χαζεύω στα ταμπελάκια τι ποσοστό επί τοις εκατό βαμβάκι περιέχουν – πολυεστέρα, κερδάμε! – αλλά υπήρξαν σκληρές εποχές που δεν βελτιώθηκαν και ιδιαίτερα για πολλούς ανθρώπους, που για 100% βαμβάκι πληρωνόσουν ένα υποπολλαπλάσιό του και θα έπρεπε να λες και ευχαριστώ από πάνω. «Η αχαριστία αποτελεί συστατικό στοιχείο του χαρακτήρα των ανθρώπων σε τέτοιο βαθμό, που είναι προτιμότερο να τη θεωρεί κανείς προκαταβολικά δεδομένη και να μη στενοχωριέται» . Εδώ το ίδιο σου το πλυντήριο δεν είναι αξιόπιστο (στους χρόνους) και δεν λέει την αλήθεια, γιατί περιμένεις να το κάνουν οι άνθρωποι;

Το κτίσμα

  Τώρα που έφτασε αισίως 46 Αυγούστου και χειμώνιασε για τα καλά, ποιος δε θα ήθελε να διαβάσει μία καλή ιστορία δίπλα στο τζάκι! Τι γίνεται όμως αν το τζάκι, και συγκεκριμένα η καμινάδα, είναι το θέμα της ίδιας της ιστορίας; Μην σας παγώνει αυτό, γιατί την ιστορία την έγραψε ο Χέρμαν Μέλβιλ και τίποτα δεν μπορεί να πάει στραβά όταν συμβαίνει αυτό. Η λογοτεχνία του είναι πάντα πρόσφορη σε αναλύσεις που θεωρητικά θα βελτίωναν την κατανόηση που κρύβεται βαθιά στα θεμέλια κάθε έργου του, αλλά ταυτόχρονα ίσως θα κατέστρεφε τα οφέλη που υπάρχουν στα υψηλότερα διανοητικά πατώματα, απόρροια της μαγευτικής του αρχιτεκτονικής γραφής – «Ή, μάλλον, αυτή η ίδια δίνει απαντήσεις ασταμάτητα, ασταμάτητα ταλανίζοντάς με μ’ αυτή την τρομερή της ζέση για βελτίωση, η οποία δεν είναι παρά μια ελαφρότερη απόδοση της λέξης καταστροφή».

Σαν ναυαγοί, σαν ροβινσώνες

Ο βιασμός ενός βιβλίου και ενός συγγραφέα γίνεται με τις διασκευές . Συγγραφείς μεγάλου βεληνεκούς και εξαιρετικού κύρους όπως ο Ντάνιελ Ντιφόου, ο Ρόμπερτ Στήβενσον, ο Ιούλιος Βερν και ο Τζόναθαν Σουίφτ (με την ευκαιρία, να ξαναπώ ότι «Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ» είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία. Δεν είναι απλώς ένα από τα καλύτερα βιβλία του είδους· ή του 18ου αιώνα· ή της αγγλοσαξονικής λογοτεχνίας. Πέρα από κάθε είδους περιορισμό, τροπικό, χρονικό ή χωρικό, το βιβλίο του Σουίφτ είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία που έχουν γραφτεί επί γης) αντιμετωπίζονται από το αναγνωστικό συγγραφικό φαντασιακό σαν μικρομέγαλοι συγγγραφίσκοι που είχαν κόλλημα με την παιδική ηλικία και ανακλύκλωναν απλοϊκές ιστορίες που δεν πρέπει να διαβάζονται μετά τα δώδεκα – λες και το να είσαι παιδί είναι ιδιότητα μόνο ενός παιδιού. Κούνια που σας κούναγε!