Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Πώς πέρασες τη μέρα σου; - (8 μ.μ.)

 
Μιλάμε ακόμα για Τζόυς; Σίγουρα; Το κεφάλαιο αυτό διχάζει τους αναγνώστες. Μια μεγάλη μερίδα αναγνωστών θα αναφωνήσει: «Επιτέλους, κάτι βατό! Γιατί να μην ήταν έτσι όλος ο Οδυσσέας;» Και μια δεύτερη (που συμπεριλαμβάνει και εμένα) θα σκεφτεί ότι ο συγγραφέας «παραδίνεται» πολύ εύκολα. Μας δίνει ένα κεφάλαιο που δεν παιδεύει καθόλου τον αναγνώστη του και παράλληλα μας δίνει και την εντύπωση ότι ωριμάσαμε (πια), καταλαβαίνουμε με άνεση (μωρέ λες;) περισσότερα απ' ό,τι στην αρχή, έπαψε να είναι και τόσο απαιτητικό χάρη στην αναγνωστική μας εξέλιξη (φευ). Προσοχή όμως με την επαρσή μας, γιατί η πτώση στο επόμενο κεφάλαιο θα είναι οδυνηρή, θα ανοίξει το κεφάλι μας και θα χυθούν τα μυαλά μας πάνω στις σελίδες!
 
Το πρώτο μισό του κεφαλαίου μονοπωλείται από τις σκέψεις της «Ναυσικάς», της Γκέρτυ Μακ Ντάουελ – μιας νεαρής ονειροπόλας γυναίκας που ονειρεύεται τον πρίγκηπα του παραμυθιού. Έχει παρέα τις φίλες της Σίσσυ Κάφφρεϋ (μαζί με τα δυο ζωηρά δίδυμα αδερφάκια της) και την Ήντυ Μπόαρτνμαν (με τον 11μηνών γιο της). Έχουν αράξει στις ακτές του Σαντυμάουντ με την Γκέρτυ να κάθεται κοντά τους αλλά και εμφανώς πολύ μακριά τους, χαμένη καθώς είναι στις ροζ σκέψεις της. Σκέψεις που συνεχώς διαταράσσονται από τα ζωηρά δίδυμα, το κλάμα του μωρού αλλά και την Λειτουργία που ακούγεται από μια κοντινή εκκλησία. Ο Τζόυς σε ένα απόσπασμα ειρωνεύεται εξαιρετικά αυτήν την τρέλα που πιάνει τους γονείς για τα παιδιά τους με τις «ιδιαίτερες»” ικανόητές τους και την αξιοπρόσεκτη «ωριμότητά» τους: 
 

 
- Πες μπαμπά, μπέμπη. Πες μπα μπα μπα μπα μπα μπα μπα.
Και το μωρό έβαζε τα δυνατά του να το πει γιατί ήταν πολύ έξυπνο για έντεκα μηνών όλοι έλεγαν και μεγάλο για την ηλικία του και η προσωποποίηση της υγείας, ένα τέλειο μπουκέτο αγάπης, και σίγουρα θα γινόταν κάποιος μεγάλος, έλεγαν.
- Χαζά ζα ζα ζα χαζά.
 
Η Γκέρτυ Μακ Ντάουελ ξορκίζει γρήγορα την θλίψη για έναν νεαρό ποδηλάτη που συνήθιζε να περνά κάτω από το παράθυρό της αλλά όχι σήμερα, και με νεανική ορμή επικεντρώνει τις αγνές σκέψεις της προς έναν κύριο που κάθεται λίγα μέτρα πιο πέρα και την κοιτάει. Αυτή σχεδόν μπορούσε να δει την αστραπιαία λάμψη θαυμασμού στα μάτια του που της έφερε μούδιασμα σε κάθε της νεύρο. Προοδευτικά, η Γκέρτυ ανυψώνει την μορφή του μυστήριου κυρίου στο ιδανικό του Έρωτα και αφήνεται ολοένα πιο παραδομένη ολοένα πιο πρόθυμη σε εκείνον. Τα σκοτεινά του μάτια καρφώθηκαν πάνω της ξανά ρουφώντας κάθε της καμπύλη, κυριολεκτικά προσκυνώντας στον ναό της. Αν ποτέ υπήρξε ανυπόκριτος θαυμασμός στο παθιασμένο βλέμμα ενός άντρα αυτός βρισκόταν εκεί απέριττος να ιδωθεί στο πρόσωπο εκείνου του ανθρώπου. Είναι για σένα Γερτρούδη Μακ Ντάουελ, και το ξέρεις.
 
Ο μυστήριος κύριος αυνανίζεται καθώς παρακολουθεί την νεαρή Γκέρτυ και η κορύφωση του κεφαλαίου έρχεται ταυτόχρονα με τη δική του. Την ίδια ώρα η Λειτουργία έχει φθάσει στο τέλος της και πυροτεχνήματα σκάνε στον νυχτερινό ουρανό, επακόλουθο της θρησκευτικής γιορτής. Εδώ ο Τζόυς γράφει μία εντυπωσιακά όμορφη σελίδα που δύσκολα αντιστέκομαι να μην αντιγράψω ολόκληρη – αν δεν το κάνω, είναι για να παρατείνω λιγό την ηδονή σας μέχρι να αποφασίσετε να την διαβάσετε:
 
[...] κοιτάξτε, να το, και αυτή έγειρε πίσω ακόμη πιο πολύ να δει τα πυροτεχνήματα και κάτι αλλόκοτο φτερούγιζε στον αέρα, ένα μαλακό πράγμα, μπρος-πίσω, σκοτεινό (...) και το πρόσωπό της είχε πλημμυρίσει με ένα θείο, μαγευτικό κοκκίνισμα από την ένταση του τανύσματος και αυτός μπορούσε να δει τα άλλα της πράγματα (...) και μετά εκείνο πήγε πολύ ψηλά πήγε για μια στιγμή χάθηκε και αυτή έτρεμε σύγκορμη από το να τεντώνεται τόσο πολύ προς τα πίσω που αυτός ειχε πλήρη θέα μέχρι ψηλά πάνω από το γόνατό της (...) αυτή ευχαρίστως θα του είχε φωνάξει με κραυγή πνιγμένη... την κραυγή του έρωτα ενός κοριτσιού (...) Και τότε μια ρουκέτα ξεπετάχτηκε σφυρίζοντας και ω! ύστερα η ρωμαϊκή λαμπάδα έσκασε και ήταν σαν ένας αναστεναγμός από ω! και όλοι φώναζαν ω! ω! σε έκσταση και ξεχύθηκε ένας χείμαρρος βροχής από δέσμη χρυσών μαλλιών και φυλλορρόησαν και αχ! ήταν όλα πράσινα δροσερά αστέρια που έπεφταν χρυσαφένια, ω, τόσο όμορφα, ω, βελούδινα, γλυκά, βελούδινα!
 
Τι μυστήριο και τούτο! Ποιος είναι επιτέλους αυτός ο μυστηριώδης κύριος; Ο Λεοπόλδος Μπλουμ (γιατί αυτός είναι) στεκόταν σιωπηλά μπροστά σε εκείνα τα νεανικά αθώα μάτια. Οποία έκπληξις! Στο δεύτερο μέρος του κεφαλαίου κυριαρχούν οι ενήλικες σκέψεις του Μπλουμ (Μου στράγγισε όλο μου τον ανδρισμό, η μικρή τσουλίτσα) που έρχονται σε αντίθεση με τις εξιδανικευμένες σκέψεις της Γκέρτυ, που πλέον έχει αποχωρήσει καθώς έχει σκοτεινιάσει για τα καλά. Ανακουφισμένος πια, πολιορκείται από σκέψεις για την γυναίκα του Μόλλυ, για την απογευματινή της απιστία, για την κόρη του Μίλλυ, για την ερωμένη του Μάρθα, για τις γυναίκες γενικά, πώς σκέφτονται, πώς ερωτεύονται, για την χαμένη τους νεότητα, για τον «ρόλο» αυτών μέσα στη ζωή.
 
Λίγη ώρα πριν, όταν οι τρεις φίλες ήθελαν να μάθουν την ώρα, μία εξ αυτών η Σίσσυ Κάφφρεϋ κινήθηκε προς τον Μπλουμ για να τον ρωτήσει. Εκείνος τράβηξε βιαστικά το χέρι του από την τσέπη του και αμήχανα άρχισε να παίζει με την αλυσίδα του ρολογιού του. Το ρολόι του όμως είχε σταματήσει στις 16:30, στην ώρα της απιστίας της Μόλλυ. Αργότερα θα σκεφτεί, Περίεργο, το ρολόι μου σταμάτησε τέσσερις και μισή... Ω, αυτός το έκανε. Μέσα της. Αυτή το έκανε. Έγινε. Πιο μετά όμως ξεχνιέται, παρασύρεται από τις σκέψεις και καταλήγει να θυμάται την αρχή του ερωτά του με την Μόλλυ: Ιούνιος ήταν και τότε που την πολιορκούσα. Ο χρόνος επιστρέφει. Η ιστορία επαναλαμβάνεται. Ο Τζόυς αναθυμάται το πρώτο ραντεβού που είχε με την Νόρα την Πέμπτη 16 Ιουνίου 1904 και το ξαναζεί μέσα από τον ήρωά του τον Μπλουμ που θα ζει για πάντα πια μέσα σε αυτή την ημέρα, την Πέμπτη 16 Ιουνίου 1904! 
 

 
Μια ανάλογη αναφορά γίνεται και όταν ο Μπλουμ σκέφτεται: Καλύτερα να μην κολλήσω εδώ όλη την νύχτα σαν πεταλίδα. Στην ακτή του Σαντυμάουντ υπήρχαν διάσπαρτα βράχια όπου πάνω σε κάποιο από αυτά καθόταν και η Γκέρτυ (Θα ήθελα να ήμουν ο βράχος που κάθισε). Η γυναίκα του Τζόυς ονομαζόταν Nora Barnacle (=πεταλίδα) και όταν την γνώρισε στον πατέρα του εκείνος απάντησε, Ωχ δεν θα ξεκολλήσει ποτέ από πάνω σου! Μπορεί η παρομοίωση του Τζόυς για πεταλίδες σε ένα μέρος διάσπαρτο με παράκτιους βράχους να μοιάζει ως ένα φυσικό συγγραφικό επακόλουθο της πλοκής, όμως, όπως και να' χει, δεν περνάει και τόσο απαρατήρητη από έναν προσεκτικό αναγνώστη.
 
Ο Μπλουμ αφού αναλογίζεται την δύσκολη μέρα που είχε μέχρι στιγμής (δίνοντάς σας και την ευκαιρία να ξαναθυμηθείτε μερικά επεισόδια) αποχωρεί ανακουφισμένος και αναζωογονημένος. Αλλά ήταν όμορφα. Αντίο, αγαπημένη. Ευχαριστώ. Μ' έκανες να νιώσω τόσο νέος. Αρνούμενος όμως να επιστρέψει σπίτι μήπως και χρειαστεί να αντιμετωπίσει την ξύπνια Μόλλυ. Μπορεί να μην έχει κοιμηθεί ακόμα. Το κεφάλαιο Ναυσικά, παρά την αρχική του «ελαφρότητα» με τις ροζ σκέψεις της Γκέρτυ, είναι μια ολική αποτίμηση του έρωτα, του φανταστικού και του πραγματικού, του πνευματικού και του σωματικού. Ένα από τα καλύτερα κεφάλαια του Οδυσσέα, που χάρη στην συγγραφική του «απλότητα» και την μερική αποστασιοποίηση από τα τεκταινόμενα του υπόλοιπου βιβλίου, μπορεί να διαβαστεί και μεμονωμένα χωρίς να χάσει από την λαμπρότητά του. Παρ' όλα αυτά μαθαίνεις κάτι. Βλέπουμε τους εαυτούς μας όπως μας βλέπουν οι άλλοι. Όσο οι γυναίκες δεν μας περιγελούν τι πειράζει;

Σχόλια

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

Ποίηση χωρίς τέλος

  Αυτή η χρονιά θα ξεκινήσει ακριβώς όπως τελείωσε: με ποίηση. Συλλεκτική ανάρτηση, σπάνια θα ξαναδιαβάσετε τέτοια. Σπάω την παράδοση (και το ρόδι)! Ακόμα σπανιότερα εντυπωσιάζομαι από ποιητές και ποιήματα. Δεν με συγκινεί η συμπύκνωση του λόγου όταν του λείπει ένα είδος «φλυαρίας» – ψάχνω ποιήματα που είναι αμετροεπή με έναν δικό τους τρόπο και ταυτόχρονα στοχευμένα και ουσιώδη. Ποιήματα που δεν πολυπαίρνουν στα σοβαρά τον εαυτό τους καθώς τσαλαβουτούν χαρούμενα στον χυλό της ειρωνείας. Ποιήματα που, απ' ό,τι σωστά αντιλαμβάνεστε, δεν γράφει η πλειοψηφία των ποιητών. Με δυο λόγια, κυνηγώ το ανέφικτο. Αλλά, αυτό δεν κυνηγάμε όλοι στην έναρξη κάθε χρονιάς; Το φλουρί μου για φέτος – λίρα εκατό – ήταν η Βισουάβα ή Βισλάβα ή όπως αλλιώς, Σιμπόρσκα. Η παλιά ποίηση, η ορθόδοξη, είναι Εδώ!

Με ανώμαλους δεν μιλάω

  Ανωμαλία είναι να μην μπορεί μια γυναίκα να κυκλοφορεί άφοβα στους δρόμους, ανωμαλία είναι να πιστεύεις ότι τα εμβόλια σκοπό έχουν να προκαλέσουν περισσότερο κακό από ό,τι καλό, ανωμαλία είναι να νομίζεις ότι η λογοτεχνία σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, ανωμαλία είναι ακόμα το προφιτερόλ να έχει μόνο ένα σουδάκι μέσα, ανωμαλία είναι και ότι ο «Πατάκης» εξακολουθεί να μην εκδίδει Χέρμαν Μέλβιλ. Και πόσες ακόμα ανωμαλίες! Με τελευταία εκείνη του Ερβέ Λε Τελιέ, ενός συγγραφέα που αγάπησα οριστικά από ένα και μόνο βιβλίο του που είχα διαβάσει κάποτε, το «Όλα τα μανιτάρια τρώγονται», η ουλιπιανή έμπνευση που είχε οραματιστεί το facebook χρόνια πριν από τον δημιουργό του. Κάθε φορά που μπαίνετε στο facebook και αντικρίζετε την ερώτηση «Τι σκέφτεσαι;», ικανή να σας παρασύρει ασυγκράτητα να μας εμπιστευτείτε τις επικές σας μπούρδες, σχεδόν πάντα χωρίς καθόλου φιλτράρισμα και ουσία, να θυμάστε ότι ο Τελιέ κάποτε το έκανε… χίλιες φορές καλύτερα από εσάς, πιο δημιουργικά και κυρίως με περισσότερο χι

Dogs never bite me. Just humans.

    Ψόφια πράγματα το φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης – τουλάχιστον οι επιλογές μου – αλλά μόλις είδα ότι θα προβληθεί «Η εξουσία του σκύλου», που βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Τόμας Σάβατζ, ήξερα ότι θα ρεφάρω γιατί κακό σκυλί ψόφο δεν έχει. Και έτσι έγινε, η ταινία δεν με απογοήτευσε και μου θύμισε πόσο είχα αγαπήσει εκείνο το βιβλίο. Μια παραγωγή του Νέτφλιξ που θα είναι διαθέσιμη στην πλατφόρμα από την 1 Δεκεμβρίου ώστε να προλάβει να κάνει τον κύκλο της στις αίθουσες, με τον Κάμπερμπατς στον ρόλο του Φιλ, τον σωσία του Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν στον ρόλο του Τζορτζ και την ωραία Κίρστεν Ντανστ ως Ρόουζ. Η ταινία, όπως και το βιβλίο, σε πολλούς θα φανούν αργά, αδιάφορα και αλλόκοτα, λόγω του περιεχομένου αλλά η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για αριστοτεχνικές δημιουργίες με βάθος. Αντιγράφω εδώ το κείμενο που είχα γράψει στο «Διαβάζοντας» για να θυμάμαι ότι εκείνη η ανάγνωση μετράει ακόμα μέσα μου· σπάνιο, ομολογουμένως.

Dance with the Devil

  A long time ago in a galaxy (στην επαρχία) far, far away… όταν περνούσα την emo φάση μου και έκλαιγα χωρίς λόγο καθώς να καθάριζα κρεμμύδια είχα ανακαλύψει τυχαία ένα βιβλιαράκι που το αγόρασα με τα πρώτα λεφτά που είχα αποταμιεύσει σε ένα βιβλιάριο τραπέζης που είχε δεν είχε μέσα 30 δραχμαί. Εκείνο το βιβλίο ήτο κάποιου ψιλοάγνωστου Χόφμαν μεταφρασμένο υπό του σπουδαίου Καρυωτάκη – αργότερα, όταν οι ισορροπίες άλλαξαν εντός μου, κατάλαβα ότι ο Χόφμαν λειτούργησε κάπως σαν το… καρυωθραυστικό του ποιητή∙ ξέρω, ξέρω, πάγωσε η θάλασσα μέσα σας, μακάρι να βρείτε ένα βιβλίο να πέσει πάνω της σαν τσεκούρι – «το λογοπαίγνιο είναι ένα καυτό σίδερο για μπούκλες στο χέρι της τρέλας και με δαύτο λυγίζει τις σκέψεις» . Ο λόγος είναι ότι ο Χόφμαν αποδείχθηκε μια εξαίσια διαβολική μορφή της παγκόσμιας λογοτεχνίας και τα παιδιά του κυκλοφορούν ελεύθερα γύρω μας – ευτυχώς για αυτά, και για εμάς, είχε πάντοτε δουλειά, και μάλιστα σημαντική, να γράφει αριστουργήματα.

Του πολέμου / Στο άλογό μου

Τι γιορτάζουμε σήμερα; Το όχι, το ναι, το ίσως; Γιατί, ενώ όλοι ξέρουμε ότι το εθνικό φρόνημα σε ψηλώνει ως άνθρωπο, εξεγειρόμαστε τόσο πολύ όταν κάτι τέτοιο γίνεται και με τεχνητά μέσα, ας πούμε, με δεκάποντες γόβες; Γιατί μετά την παρέλαση όλοι πάμε και πίνουμε φρέντο εσπρέσσο, έναν τόσο χαρακτηριστικά ιταλικό καφέ; Τι θα συμβεί αν σε μία αντιπολιτευτική συνωμοσία όλοι συντονίσουν το... ένα στο δεξί; Το ένα στ' αριστερό αποκτά όντως βαρύνουσα σημασία όταν κυβερνά η Αριστερά, ή απλώς έχουμε συνηθίσει να το θεωρούμε ηθικό πλεονέκτημα της παρέλασης;

Η Αλίκη στις πόλεις

  Καλύτερα Αλίκη στις πόλεις των θαυμάτων παρά Ωραία Κοιμωμένη στο χωριό. Αυτή είναι η τελεσίδικη γνώμη μου. Αλλά τώρα που καλοκαίριασε δύσκολα να σας πείσω, το ξέρω. Τα ξαναλέμε when September ends. «Οι πόλεις δεν προσφέρουν μόνο υλικά οφέλη αλλά και ενθουσιασμό και την ευκαιρία να επαναπροσδιορίσει κάποιος τον εαυτό του. Για πολλούς πολίτες του Μάντσεστερ και του Σικάγου, η πόλη σήμαινε μια μορφή ελευθερίας. Αυτό ήταν κάτι που οι επικριτές της βικτοριανής πόλης δεν μπόρεσαν ποτέ να συλλάβουν: με τόσο σκότος και βρομιά δεν μπόρεσαν ποτέ να διακρίνουν τους τρόπους με τους οποίους η κοινότητα επαναπροσδιοριζόταν μέσα στη σύγχρονη βιομηχανική μητρόπολη». Όσοι πάλι επι-μένετε στις πόλεις πρέπει να προμηθευτείτε αμέσως το καταπληκτικό βιβλίο του Ben Wilson – γιατί αν εξαντληθεί θα το ψάχνετε στα επαρχιακά βιβλιοπωλεία!

Τελειωμένοι

    Είμαστε γεννημένοι ο ένας για τον άλλον. Τέλος. Αυτά στην αρχή, βέβαια. Γιατί μετά, ανάθεμα την ώρα που βρέθηκες μπροστά μου. Αυτή η σχέση των σχέσεων όμως, μπορεί κάλλιστα να επεκταθεί και στα βιβλία. Μόνο που σε μένα λειτούργησε αντίστροφα· ανάθεμα την ώρα που βρέθηκε μπροστά μου, είπα για αυτό το βιβλίο, μου το δάνεισαν επειδή δεν άρεσε (ωραίο προμόσιον), ήθελα από την άλλη να δω και την ταινία του Κάουφμαν , ας πάει στα κομμάτια, θα το ξεκινήσω, με την σκέψη ήδη από την αρχή να βάλω ένα τέλος όταν δω ότι δεν τραβάει το πράγμα. Αλλά, γαμώτο, τραβούσε. Για ελάχιστους αναγνώστες αυτό θα είναι το βιβλίο της ζωής τους, σύμφωνοι. Κι όμως. «Είναι εντυπωσιακό. Όταν βλέπεις κάποιον με τους γονείς του, αποδεικνύεται απτά ότι όλοι είμαστε αποτέλεσμα σύνθεσης» . Όπως ακριβώς και τα αξιανάγνωστα βιβλία, τα συγγραφικά παιδιά των δημιουργών τους – ξεράστε με την ησυχία σας και ελάτε πίσω. Μείνετέ μου πιστοί! Σας αγαπώ !

Θα φάτε τα μούτρα σας

  Πού βαδίζει η λογοτεχνία; Όπου και όπως βάδιζε πάντα, ελεύθερη και ασυμβίβαστη, ασυνόδευτη και ασυνόρευτη , πριν έρθει ο (κακός μας) καιρός με την πρόφαση του υποστηρίγματος/«υποστήριξης» κάποιοι να της προσφέρουν τα δεκανίκια της πολιτικής ορθότητας που θα την καθιστούσαν έκτοτε αδιανόητα στάσιμη. «Αυτό που βλέπουμε το σκεφτόμαστε, κι έτσι τελικά δεν το βλέπουμε, λέει ο Όλερ, ενώ άλλοι βλέπουν αυτό που βλέπουν χωρίς πρόβλημα, επειδή δεν το σκέφτονται αυτό που βλέπουν. Αυτό που αποκαλούμε αντίληψη είναι για μας κατά βάση στασιμότητα, ακινησία, τίποτα. Τίποτα. Οτιδήποτε έχει συμβεί το έχουμε σκεφτεί, δεν το έχουμε δει, λέει ο Όλερ» . Είδα και απόειδα λοιπόν με το… φαινόμενο Φερνάντα Μελτσόρ και είπα ό,τι βρέξει ας κατεβάσει! Βαδίζοντας στην εποχή των τυφώνων.

Η μέθοδος του Κούντερα

  Σε κάποιες περισσότερο κιτς εποχές ένα παρόμοιο χαστούκι σαν εκείνο του Γουίλ Σμιθ είχε ταράξει τα νερά της κοινωνικής μας ζωής. Η Νατάσα Αθήνη είχε χαστουκίσει την Δήμητρα Λιάνη στην παρουσίαση του βιβλίου της «10 χρόνια και 54 μέρες» – βέβαια, τώρα που τα συζητάμε, μπορεί να έχουν περάσει κοντά 30 χρόνια. Μια επισήμανση που μου ήρθε μόλις: όλες οι βιβλιοπαρουσιάσεις είναι για σφαλιάρες∙ συγγραφείς μην πέφτετε σε αυτή την παγίδα, μακριά. Τέλος πάντων, όταν η Δήμητρα δεν έγραφε βιβλία, διάβαζε, λένε, Κούντερα. Τότε ήταν πολύ της μόδας. Κούντερα από εδώ, Κούντερα από εκεί, είχαν τρελαθεί όλοι. Ποιος είναι ρε αυτός ο Κούντερας; Ήταν τελικά ένα πιο λογοτεχνικό Nitro όπως νόμιζαν αρκετοί; Γιατί τόσα χρόνια τον αντιμετωπίζουμε με αβάσταχτη ελαφρότητα; «Γιατί άραγε θέλει να κάνει έρωτα μαζί μου; αναρωτιόταν πολύ συχνά, αλλά δεν έβρισκε απάντηση. Ένα μόνο ήξερε, πως οι σιωπηρές συνευρέσεις τους ήταν αναπόφευκτες, έτσι όπως είναι αναπόφευκτο να σταθεί προσοχή ένας πολίτης ακούγοντας τον εθν

Τώρα μας σώνει μόνο ένα θαύμα

    Μπορεί ένα βιβλιοπωλείο να αποτελέσει καταφύγιο; Όχι καταφύγιο πολέμου, μην παρασύρεστε από τις εξελίξεις στην Ουκρανία, δεν παίζει τέτοιο πράγμα∙ ούτε βέβαια να σταματήσει τον ίδιο τον πόλεμο, αυτό και αν θα ήταν θαύμα! Μπορεί ωστόσο να αποτελέσει πού και πού ένα ζεστό καταφύγιο μιας μεμονωμένης ζωής, που παρέα με δισεκατομμύρια άλλες συγκροτούν τον κόσμο γύρω μας, τα ακρότατα όρια του οποίου συχνότατα και εντελώς απροσδόκητα μπορεί να είναι οι πιο αναίτιες και ακραίες σφαγές. Oh yes! Το να διεξάγεις ακήρυχτο πόλεμο αλληλεγγύης μέσω social media, να φας μια μπριζόλα επειδή τυχαίνει να είναι Τσικνοπέμπτη στα μέρη σου ή να διαβάσεις ένα ανάλαφρο βιβλίο δεν μοιάζουν αρκετά. Αλλά και τι θα μπορούσε να μοιάζει αρκετό στη ζωή ενός ανθρώπου; «Φοβάμαι ότι αυτό είναι σαν εκείνα τα feelgood μυθιστορήματα που διαβάζει η Τζάσμιν, όπου το τέλος είναι πάντα χαρούμενο γιατί πώς αλλιώς θα μπορούσαν οι αναγνώστες να αντισταθμίσουν τις κακές ειδήσεις και όλα αυτά τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν