Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Συγγνώμη αν με πονάει

 
Αυτό που κάνω εγώ θες να μιμηθείς, μην το προσπαθείς... λέει το χαζοτράγουδο και μοιάζει να κουμπώνει τέλεια στην συγγραφική ευφυΐα του Κάρλο Εμίλιο Γκάντα. Ο συγγραφέας που είπε την εξαίσια φράση, «η ευφυΐα μού χρησιμεύει μόνο να στοχάζομαι και να υποφέρω» – μια φράση που ταιριάζει σε πολλούς σπουδαίους συγγραφείς – είχε το θάρρος και την διορατικότητα να το παραδεχτεί και να το αποδεχτεί, να αναγνωρίσει την δύναμη της βασανιστικής του ευφυΐας και την αδυναμία της βασανισμένης του ζωής, και στο τέλος, να συγχωρέσει τον εαυτό του για αυτό που είναι. Κατάφερε να απευθύνει στον εαυτό του ένα ειλικρινές, «Συγγνώμη αν με πονάει».
 
Εμβληματικός Γκάντα! Αυτό είναι το ασφαλέστερο συμπέρασμα που μπορείς να καταλήξεις μετά την ανάγνωση των βιβλίων του. Είχα πει και παλιότερα δυο λόγια για το πώς φτιάχνεται το παστίτσιο (αυτοαναφορικός του κερατά, συγγνώμη αν σας πονάει!), όμως εδώ έχουμε να κάνουμε με το πλέον αυτοβιογραφικό του κείμενο, και η συνταγή σερβίρεται με εντονότερες γεύσεις, υπονομεύοντας ταυτοχρόνως και το στήσιμο του πιάτου. Οι μεταφορές είναι ένας τρόπος να χανόμαστε μέσα στη φαινομενικότητα ή να παραμένουμε ακίνητοι μέσα σε μια θάλασσα φαινομένων. Μ' αυτή την έννοια μια μεταφορά είναι σαν σωσίβιο. Και δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι υπάρχουν σωσίβια που επιπλέουν και σωσίβια που καταποντίζονται σαν μολύβια στο βυθό. Αυτό καλό είναι να μην το ξεχνάμε ποτέ. Αυτό έγραφε ο σπουδαίος Μπολάνιο στο 2666 και από τότε που το διάβασα βρήκα την επιβεβαίωση σε ό,τι ασαφώς μέχρι τότε, πίστευα μέσα μου. Εμένα, οποιοδήποτε κείμενο χωρίς μεταφορές μού μοιάζει φτωχό και αναγνωστικά μη βιώσιμο. Ο Γκάντα φιγουράρει από τους πρώτους στη λίστα του Forbes με τις πλουσιότερες μεταφορές. Αυτό καλό είναι να το ξέρετε από την αρχή. 
 
Κατ' αρχήν, πρέπει να σας πω ότι τα βιβλία του Γκάντα είναι αδιανόητα(,) απαιτητικά και δύσκολα. Και επειδή υποψιάζομαι ότι δε θα με πιστέψετε, θα σας το πει και ο μέγιστος θαυμαστής του, Πιερ Πάολο Παζολίνι: Σε κάθε φράση του Γκάντα μπορούμε να αναγνωρίσουμε μια κεραυνοβόλα επιτομή της ιστορίας της γλώσσας μας – και συνεπώς της ιστορίας tout court της Ιταλίας. Υπάρχει ο 13ος αιώνας, η Αναγέννηση, το μπαρόκ, ο κλασικισμός, ο ρομαντισμός και ο 20ος αιώνας: ίσως σε έξι γραμμές. Έτσι λοιπόν, μην αφήσετε τις σχετικά λίγες 290 σελίδες του βιβλίου, να σας πιάσουν κορόιδο! Προετοιμαστείτε καταλλήλως, γιατί η γνώση του πόνου δεν αφορά μόνο τον συγγραφέα του, αλλά το ίδιο μαρτυρικά και τον ίδιο τον αναγνώστη. 
 
Ο Γκάντα μού θυμίζει μία γοητευτική μείξη του Πεσσόα με τον Μπέρνχαρντ. Η μοναξιά της ψυχής του είναι εκκωφαντικά σιωπηλή ενώ παράλληλα η κοινωνική κριτική του ουρλιάζει σαν λύκος. Σύμφωνα πάντα με το έγκυρο παζολίνειο θεώρημα: Το γεγονός αυτό, ότι δεν χρειαζόταν τους άλλους, αυτή η επάρκειά του στη μοναξιά και η απέραντη ανάγκη για μοναξιά, έχουν σαν συνέπεια ο θάνατός του να μην θλίβει κανέναν: είναι ένας θαυμάσιος τρόπος να πεθάνεις. Να μην ενοχλήσεις με κουραστικούς θρήνους συγγενείς, φίλους και γνωστούς. Να αφαιρέσεις κυριολεκτικά την ενόχληση, η οποία υπήρξε η συνεχής, αγωνιώδης και κωμική πηγή έμπνευσης του Γκάντα. Όταν βρισκόταν κοντά σου, παρών, προσπαθούσε να εξατμιστεί, να συρρικνωθεί, να εξαφανιστεί. Και αυτό κατέληγε κωμικό για έναν άντρα μεγαλόσωμο όπως αυτός. Αυτή η (πολύμορφη) Ενόχληση είναι το βασικό θέμα των βιβλίων του – και ως γνήσιος κωμικός συγγραφέας που είναι, μας σπάει τα νεύρα με την εντόνως «ενοχλητική» γραφή του!
 
Κατόρθωνε να αισθάνεται μίσος χωρίς να παραμορφώνεται η φυσιογνωμία του. Ήταν μάλλον ένας συνεσταλμένος. Αλλά επίμονα τον χαρακτήριζαν ηλίθιο. Αισθάνθηκε ταπεινωμένος, κουρασμένος. Ο παλιός εφιάλτης του πλήθους: [...] στους δρόμους του Παστρουφάτσιο τον είχε καταδιώξει, σαν άγριο θηρίο, η εξαγριωμένη φιλευσπλαχνία των ανθρώπων: ενωμένοι σε ομάδες, κατά χιλιάδες. Αυτός ήταν ένας.
 
https://rebstein.wordpress.com/category/carlo-emilio-gadda/
Η Γνώση του πόνου γράφτηκε το 1937, έναν χρόνο μετά τον θάνατο της μητέρας του. Επακόλουθο του θανάτου της ήταν ο Γκάντα να πουλήσει εσπευσμένα και μισοτιμής την εξοχική έπαυλη της οικογένειας, το «φέουδο» που κατέστρεψε την οικογένειά του. Αυτή η έπαυλη, μαζί με πολλές άλλες γειτονικές, αποτελεί τον πρωταγωνιστή του βιβλίου. Το μυθιστόρημα τοποθετείται σε έναν φανταστικό τόπο, το Μαρανταγκάλ, συνδυασμό των περιχώρων του Μιλάνο και των τόπων της Νοτίου Αμερικής που γνώρισε ο Γκάντα κατά την παραμονή του εκεί ως μηχανικός. Ο Γκάντα σαρκάζει την ιδιοκτησία διότι πρόκειται περί ψευδαίσθησης: το άτομο ξεχνά ότι στην πραγματικότητα δεν κατέχει ούτε τον εαυτό του. (...) Η κριτική του είναι βίαιη, διότι ο ίδιος βρίσκεται στο εσωτερικό της ιδεολογίας και της ψυχολογίας τις οποίες καταγγέλλει, δηλαδή της αστικής τάξης και της αυταπάτης για την διατήρηση και συνέχεια του εαυτού της. Η κριτική του όμως επιθυμεί να εξορύξει κάτι βαθύτερο: η ιδιοκτησία είναι κάτι παράλογο διότι θέλει να είναι ιδιωτική, δηλαδή συνδεδεμένη με το άτομο, δηλαδή με το εγώ· και εδώ φτάνουμε στην πιο θαυμαστή απ' όλες τις λοιδορίες του, αυτή εναντίον του εγώ, «της πιο αποκρουστικής αντωνυμίας». Αυτά αναφέρει μεταξύ άλλων, στο εισαγωγικό της σημείωμα (που καλό είναι να διαβαστεί πριν και μετά την ανάγνωση) η μεταφράστρια Χαρά Σαρλικιώτη.
 
Ο «Γιος» και η «Κυρία» ζουν σε αυτή την έπαυλη και γίνονται αντικείμενο χλευασμού (όπως και οι γείτονες) από τον Γκάντα. Ο συγγραφέας για αρκετές σελίδες στην αρχή αφήνεται να παρασυρθεί από την σαρκαστική του φλέβα και δεν αφήνει τίποτα όρθιο. Η ειρωνεία προς τον αντι-ήρωα (και alter ego) Γκοντζάλο γίνεται μέσω των κουτσομπολιών των περιοίκων και πώς αυτοί αντιλαμβάνονται αυτόν τον ασυνήθιστο τύπο. Η «πιο αποκρουστική αντωνυμία» θα κάνει την εμφάνισή της περίπου στην σελίδα 70 και τότε θα αρχίσει να βιώνεται έντονα και σπαρακτικά η γνώση του πόνου. Ο λόγος του Γκάντα έχει φοβερές διακυμάνσεις – πέρα από όλες τις γλωσσικές ιδιοτροπίες που δεν τις εγκαταλείπει ποτέ – μετατοπίζεται διαρκώς ανάμεσα στο γκροτέσκο και στο βαθιά φιλοσοφικό. Έτσι, κάποιες σελίδες κινούνται γρήγορα και ευχάριστα και κάποιες βασανιστικά αργά και οδυνηρά.
 
Στο τέλος του βιβλίου έχει ενσωματωθεί (κατ' απαίτηση του Γκάντα) ένας φανταστικός διάλογος μεταξύ ΕΚΔΟΤΗ-ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ που προσπαθεί να εξηγήσει γιατί το βιβλίο μοιάζει να είναι ημιτελές, και ταυτόχρονα επιχειρεί μία εμβριθή κριτική αποτίμηση του ίδιου του έργου του. 
 
ΕΚΔΟΤΗΣ: Η έμμονη ιδέα του Γκοντζάλο δεν δείχνει να έχει ως όριο, ως σημείο ανάφλεξης, ένα «παραλήρημα ερμηνευτικό της πραγματικότητας» ή ένα αστήρικτο δονκιχωτικό όνειρο: αντίθετα, γεννιέται και πηγάζει «από τους άλλους», πηγάζει από τα λάθη κρίσης των άλλων και από τις ατομικές ή συλλογικές ανεπάρκειες στην κοινωνική συμπεριφορά τους. Έχει ως ρίζα, και επιλέγει συνεπώς ως στόχο της πολεμικής του, την παράνοια και την ηλιθιότητα «των άλλων». Αυτό δεν αίρει το γεγονός ότι και ο ίδιος θα έχει κάνει λάθη: και για τα δικά του λάθη δεν ζητά, κλαίγοντας, επιείκεια
 
Η μετάφραση της Χαράς Σαρλικιώτη, θεωρώ πως είναι άψογη, η καλύτερη που θα μπορούσε να επιτευχθεί και την συγχαίρω γι' αυτό. Πολλοί αναγνώστες ίσως θεωρήσουν ότι η μετάφρασή της «χωλαίνει» γιατί κάποια αποσπάσματα δε ρέουν σωστά ή ό,τι άλλο. Νομίζω, όμως, ότι μοναδικός υπαίτιος είναι ο Γκάντα. Σημειώνει η ίδια: Η γλώσσα αυτή, που καλείται να εκφράσει τη μεταβολή-παραμόρφωση, μεταφράζεται σε παραμορφώσεις σημασιολογικές, συντακτικές και μορφολογικές. Ο Γκάντα υπερασπίζεται αυτόν τον σπασμό, την «σπαστική» χρήση της γλώσσας που, όπως παρατηρεί ο Gian Carlo Roscioni στο κλασικό δοκίμιό του La disarmonia prestabilita, «ανταποκρίνεται στις εκφραστικές απαιτήσεις για ένταση, ταχύτητα, συγχρονικότητα», υπενθυμίζοντας την κλασική κατάγωγή της: στην επιστολή του «Humano capiti» ο Οράτιος εξηγεί πως η γλώσσα αυτή «μπορεί να επιφέρει μια διάλυση-ανανέωση του νοήματος». Η έκδοση της Άγρας περιέχει επιπλέον το ποίημα του Γκάντα «Φθινόπωρο» (γραμμένο το 1931) που ακολουθεί μετά τον φανταστικό διάλογο ΕΚΔΟΤΗ-ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ καθώς και δύο επίμετρα, του Πιερ Πάολο Παζολίνι και του Ευγένιου Μοντάλε. Δε θέλω να γίνομαι σπαστικός με το πολυτονικό αλλά το έχω ξαναπεί, σε μερικά βιβλία δυσχεραίνει πολύ την ανάγνωσή τους – στον Γκάντα με την αβυσσαλέα νοηματική εμβρίθεια που αξιώνει από τους αναγνώστες του, αποτελεί αναμφίβολα τροχοπέδη.
 
Όσες ερμηνείες και αν επιχειρήσεις στο πολυπρισματικό έργο του Γκάντα, θα βγεις σίγουρα ζημιωμένος. Μόνο σε ένα θα βγεις κερδισμένος, στην αίσθηση ότι απόλαυσες ένα αληθινό επίτευγμα του γραπτού λόγου. Viva la letteratura! 
 
Υ.Γ. 2666 Η ανάρτηση αφιερώνεται στην αναγνώστρια Rosa Mund που είχε την καλοσύνη να μου χαρίσει το βιβλίο.

Σχόλια

  1. Σας ευχαριστώ για την αφιέρωσή σας στην ιδιότητα της (περιπλανώμενης) αναγνώστριας (που είμαι).
    Ο τίτλος του βιβλίου ήταν ισχυρό κίνητρο για να το διαβάσω. Η έπαυλη που ο Γκάντα κληρονόμησε από τη μητέρα του πρωταγωνιστεί.
    Όπου:
    "Ο φασισμός της κοινωνίας που τον περιβάλλει θα μεγαλώσει την μελαγχολία, την πικρία και την μισανθρωπία του και θα τον οδηγήσει σε ένα είδος απομόνωσης." (ναυτίλος)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Εγώ ευχαριστώ που μου το χαρίσατε. Εκπληκτικός συγγραφέας και πολύ του γούστου μου!

      Καλά που μας θυμίσατε τον Ναυτίλο να τον κάνω μια μνεία. Μας λείπει!

      http://alexis-chryssanthie.blogspot.gr/search/label/%CE%93%CE%BA%CE%AC%CE%BD%CF%84%CE%B1%20%CE%9A%CE%AC%CF%81%CE%BB%CE%BF%20%CE%95%CE%BC%CE%AF%CE%BB%CE%B9%CE%BF

      Διαγραφή
  2. Ανώνυμος26.1.17

    Τελικά ο Γκάντα ενώνει τους ανθρώπους! Η Rosa Mund σου χάρισε την Γνώση του πόνου και εσύ μου χάρισες τον Κυκεώνα στην οδό Μερουλάνα. Υπέροχος συγγραφέας και η Γνώση του πόνου αξεπέραστο βιβλίο. Θα το ξαναδιαβάσω οπωσδήποτε(αλλά είναι και πανδύσκολο το άτιμο!).
    Ε.Γ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Το επόμενο που θα εκδοθεί στα ελληνικά είναι σειρά σου να μου το χαρίσεις :p

      Μα τι κάνουν οι εκδότες; Γιατί να μην έχει εκδοθεί άλλο; Από την άλλη, εσύ γνωρίζεις τόσο καλά ιταλικά ώστε να κατανοήσεις(!!) τον Γκάντα και δεν τον διαβάζεις στο πρωτότυπο. Μα γιατί; :p

      Διαγραφή
    2. Ανώνυμος26.1.17

      Αγόρασα στα Ιταλικά τη Γνώση του πόνου και διάβασα την πρώτη σελίδα. Αν ήταν γραμμένη στα κινέζικα, θα είχα καταλάβει περισσότερα.
      Μην παραπονιέσαι, τουλάχιστον μεταφράστηκε η Γνώση του πόνου. Για δες τι γίνεται με τον Σβέβο και τη Συνείδηση του Ζήνωνα...
      Ε.Γ.

      Διαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Κουβεντολόι με μια μούμια!

Σημ: Εδώ λέγονται ιστορίες μόνο για αραχνιασμένα κρανία, οι "ψεκασμένοι" θα απομακρύνονται διακριτικά.

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

En passant

  Το «Αν πασάν» είναι ένας σκακιστικός κανόνας, περιθωριακός και άγνωστος αλλά ιδιαιτέρως αποτελεσματικός και σημαντικός. Στις αρχικές τους κινήσεις, τα πιόνια έχουν το δικαίωμα να κινηθούν ένα ή δύο τετράγωνα μπροστά. Αν επιλέξουν να κινηθούν δύο τετράγωνα μπροστά και ένα αντίπαλο πιόνι βρίσκεται σε τέτοια θέση ώστε να μπορούσε να το αιχμαλωτίσει αν το πιόνι που κινήθηκε δυο τετράγωνα αποφάσιζε να κινηθεί μόνο ένα, τότε, έχει το δικαίωμα να το αιχμαλωτίσει και σε αυτή την περίπτωση που κάνει δύο βήματα. Έχουμε δηλαδή, αν πασάν... αιχμαλωσία εν τη διελεύσει. Είναι δυσνόητο στην περιγραφή αλλά αρκετά ξεκάθαρο στην πράξη. Βέβαια, όταν είσαι αρχάριος σκακιστής και το συναντήσεις πρώτη φορά σε ηλεκτρονική παρτίδα, τότε πείθεσαι ότι κάποιο «bug» έχει η ιστοσελίδα, ότι σε χακάρανε ή ότι άρπαξες όλες τις ιώσεις του κυβερνοχώρου. Τα βιβλία του Ναμπόκοφ, μου προσφέρουν την ισχυρή εντύπωση ότι αποτελούν ένα συνεχές λογοτεχνικό en passant, σε αιχμαλωτίζουν εν τη διελεύσει.

Αποδοχή cookies

«Ευτυχώς, αν θέλει κάποιος να βρει μεστές απόψεις για καλά βιβλία, υπάρχουν ήδη πολύ αξιόλογα βιβλιοφιλικά μπλογκ, όπως το κορυφαίο, του Librofilo ή το αγαπημένο του, του Μαραμπού» . Να ξέρετε ότι όταν μου δίνουν γλυκό, έστω και σε μορφή βιβλίου, το αποδέχομαι αμέσως. Επίσης, να ξέρετε ότι ενίοτε μπορεί να γράφω για βιβλία που δεν έχω διαβάσει, όλοι το κάνουμε αυτό, απλώς οι περισσότεροι εντελώς αποτυχημένα, αλλά ποτέ δεν γράφω για βιβλίο που δεν μου άρεσε προφασιζόμενος το αντίστροφο∙ όλοι το κάνετε και αυτό, απλώς οι περισσότεροι εντελώς αποτυχημένα. Το βιβλίο είναι δώρο της συγγραφέα, καλής διαδικτυακής φίλης, και η άποψή μου για αυτό ολότελα υποκειμενική – ξέρω, απανωτά σοκ! – και ουδεμία σχέση έχει με την αντικειμενική κριτική που από καιρό θα έπρεπε να γίνει αντικείμενο κριτικής, τουλάχιστον στην Ελλάδα. Από το να μασήσω τα λόγια μου, θα προτιμήσω τα μπισκότα. «Όχι πως δεν ήταν επηρεασμένος και από το ιστολόγιο «Πιπέρι και σπασμένες γραμμές» με τις λαχταριστές αναρτήσεις σχετικά ...

Το Δώρο

Θα μπορούσε ο Στέφανος Ξενάκης να είναι ο Στέφανος Δαίδαλος του σήμερα; Ή να το αλλάξω κάπως για να ’χουμε καλό ρώτημα: θα μπορούσε ο Τζέημς Τζόυς (μαζί και οι όποιες καλλιτεχνικές μεταμορφώσεις του) να γίνει ένας motivational speaker της σημερινής εποχής; Κανείς πλέον (αν υποθέσουμε ότι μπορούσε κάποτε) δεν διαβάζει τον «Οδυσσέα». Δεν μπορεί να αντέξει ότι αυτό το βιβλίο τον περιγράφει, ακόμα και σήμερα ή και περισσότερο σήμερα, τόσο καλά παρά την μοναδικότητα του κάθε ανθρώπου. Του αφιερώνει μία μέρα τον χρόνο, την σημερινή (παρόλο που άλλαξε η μέρα, το blogger έμεινε σταθερά πίσω!), και μετά τον στέλνει αδιάβαστο. Αν κάποιος όμως του σερβίρει για πρωινό όμορφες φράσεις με γαρνιτ ούρα υπέροχα σκίτσα, τότε μπορεί να νιώσει στιγμιαία χαρά και να βελάζει σαν ανέφελο πρόβατο στα λιβάδια του χρόνου. 

Kinds of kindness

Τα περισσότερα μαγαζιά έχουν ήδη στολίσει με ελλειμματικό γούστο, οι κουραμπιέδες άρχισαν να ανταγωνίζονται τα μελομακάρονα – και τα δυο μαζί την Dubai chocolate –, η Black Friday με τις ασυναγώνιστες τιμές της θα κοντράρει στα ίσα την αληθινή ύπαρξη του ΑΙ Βασίλη, ο καιρός προσπαθεί να τα βρει με τον απορυθμισμένο θερμοστάτη του και γενικά είμαστε μια ωραία ατμόσφαιρα είμαστε. Και μέσα σε όλα αυτά, οι δημοσιογράφοι, οι αθλητές, η εκκλησία, τα ιδρύματα, οι πολιτικοί (που είναι για τα ιδρύματα) θα δείξουν το καλοσυνάτο πρόσωπό τους στους ταλαίπωρους ετούτου του κόσμου. Και μην ξεχνάμε, ότι κυρίως τα Χριστούγεννα είναι για τα παιδιά – και για όλα εκείνα που γιόρταζε η πρόσφατη «Παγκόσμια Ημέρα κατά της Κακοποίησης των παιδιών». «Πάντοτε, τα Χριστούγεννα έβγαζαν στους ανθρώπους τον καλύτερο αλλά και τον χειρότερο εαυτό τους».    

Ασκήσεις μνήμης

  Τις ασκήσεις ύφους τις κατέκτησε σε βαθμό που λίγοι συγγραφείς φτάνουν , με τις ασκήσεις μνήμης όμως κανείς άνθρωπος δεν τα βγάζει εύκολα πέρα. Όλοι μας γράφουμε autofiction από 8 χρονών – Περιγράψτε μας τα πιο ωραία σας Χριστούγεννα – τα νεύρα μου! Το autofiction πλέον μοιάζει να είναι ένας ευφημισμός για να αποδεχόμαστε κάποιες συγγραφικές μετριότητες ως κάτι παραπάνω από αυτό που είναι. Είναι προσβολή να θεωρείς ότι ο Τζόυς ή ο Σελίν (που επιτέλους σε λίγες μέρες θα εκδοθεί το «Θάνατος επί πιστώσει»∙ Γκάλοπ: ποιο άργησε περισσότερο; Το Μετρό Θεσσαλονίκης ή το βιβλίο του Σελίν;) έγραψαν autofiction. Το ίδιο ισχύει και για τον Καλβίνο στη συγκεκριμένη συλλογή. Δεν θα ξεχάσουμε και αυτά που ξέρουμε! «Μόνο πετώντας πράγματα μπορώ να βεβαιωθώ πως ακόμα δεν έχει πεταχτεί κάτι από μένα, κάτι που ίσως να μην είναι ούτε και θα είναι για πέταμα» .  

Βαρύ περιστατικό

Συγγραφείς με χιούμορ δεν χαίρουν ιδιαίτερης εκτίμησης, θεωρώ, από το αναγνωστικό κοινό. Ποιος ξέρει πόσα ελαττώματα πασχίζει να κρύψει πίσω από αυτό, θα σκέφτονται, και δεν μπορεί, κάποιο ελάττωμα θα έχει να κάνει σίγουρα και με την συγγραφή. Επίσης το χιούμορ αξιώνει ευφυΐα και το κοινό δεν θέλει να περνιέται για ηλίθιο. Ο Άμπροουζ Μπιρς με τις διάσημες σατιρικές ιστορίες του και τα σκωπτικά λήμματα θα μπορούσε να θεωρηθεί ένας τέτοιος∙ καλός για να χαμογελάμε πού και πού, μας κάνει ενίοτε και τον έξυπνο, αλλά δεν πειράζει, καλή καρδιά. Ίσως να ήταν έτσι – αν και δεν συμμερίζομαι καθόλου αυτή την άποψη – αν δεν έγραφε τα διηγήματα από τις εμπειρίες του στον Αμερικανικό Εμφύλιο. Σκλάβος του για πάντα!    

The Elephant Man

Υπάρχει ένας ελέφαντας στο δωμάτιο – όχι ρε, δεν εννοώ εσάς, φάτε ελεύθερα όσο θέλετε! – και αυτός δεν είναι άλλος από τον ίδιο τον άνθρωπο. Οξύμωρο, καταλαβαίνω, αλλά στο περίκλειστο δωμάτιο που είναι ο κόσμος ολάκερος, αν θες να παραμένεις ανθρώπινος πρέπει να έχεις καρφωμένα τα μάτια σου στον ελέφαντα. «–Είναι επειδή, με τον τρόπο που ο κερατάς σου παρουσιάζει τα πράγματα, παραέδινε την εντύπωση ότι έφτυνε κατάμουτρα το είδος για το οποίο πέθανε ο Κύριός μας. Δεν είχες την αίσθηση ότι υπέγραφες υπέρ των ελεφάντων αλλά εναντίον των ανθρώπων» . Διαβάζω το βιβλίο του Ρομαίν Γκαρύ περίπου από τον Ιούλιο, κυρίως επειδή τα μεγάλα βιβλία τα διαβάζω τραπεζίως , δηλαδή ανάμεσα σε άλλα μικρότερα αναγνωστικά γεύματα (και τις τελευταίες μέρες και κυριολεκτικά)∙ αλλά αυτό δεν με ενοχλεί καθόλου γιατί υπήρξε ένα από τα καλύτερα βιβλία που διάβασα τα πολλά τελευταία χρόνια, και αν δεν ανανέωσε την πίστη μου στον άνθρωπο, τουλάχιστον ανανέωσε εκείνη στο μυθιστόρημα: «ο καθείς και οι ελέφαντές του, ...

100% cotton

Μπορεί τον τελευταίο χρόνο να δουλεύω στον τριτογενή τομέα παραγωγής και συγκεκριμένα σε στεγνοκαθαριστήριο – φροντίζοντας να μην τα κάνω μούσκεμα με τα ρούχα… ενώ τα κάνω μούσκεμα! – και να χαζεύω στα ταμπελάκια τι ποσοστό επί τοις εκατό βαμβάκι περιέχουν – πολυεστέρα, κερδάμε! – αλλά υπήρξαν σκληρές εποχές που δεν βελτιώθηκαν και ιδιαίτερα για πολλούς ανθρώπους, που για 100% βαμβάκι πληρωνόσουν ένα υποπολλαπλάσιό του και θα έπρεπε να λες και ευχαριστώ από πάνω. «Η αχαριστία αποτελεί συστατικό στοιχείο του χαρακτήρα των ανθρώπων σε τέτοιο βαθμό, που είναι προτιμότερο να τη θεωρεί κανείς προκαταβολικά δεδομένη και να μη στενοχωριέται» . Εδώ το ίδιο σου το πλυντήριο δεν είναι αξιόπιστο (στους χρόνους) και δεν λέει την αλήθεια, γιατί περιμένεις να το κάνουν οι άνθρωποι;

Σαν ναυαγοί, σαν ροβινσώνες

Ο βιασμός ενός βιβλίου και ενός συγγραφέα γίνεται με τις διασκευές . Συγγραφείς μεγάλου βεληνεκούς και εξαιρετικού κύρους όπως ο Ντάνιελ Ντιφόου, ο Ρόμπερτ Στήβενσον, ο Ιούλιος Βερν και ο Τζόναθαν Σουίφτ (με την ευκαιρία, να ξαναπώ ότι «Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ» είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία. Δεν είναι απλώς ένα από τα καλύτερα βιβλία του είδους· ή του 18ου αιώνα· ή της αγγλοσαξονικής λογοτεχνίας. Πέρα από κάθε είδους περιορισμό, τροπικό, χρονικό ή χωρικό, το βιβλίο του Σουίφτ είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία που έχουν γραφτεί επί γης) αντιμετωπίζονται από το αναγνωστικό συγγραφικό φαντασιακό σαν μικρομέγαλοι συγγγραφίσκοι που είχαν κόλλημα με την παιδική ηλικία και ανακλύκλωναν απλοϊκές ιστορίες που δεν πρέπει να διαβάζονται μετά τα δώδεκα – λες και το να είσαι παιδί είναι ιδιότητα μόνο ενός παιδιού. Κούνια που σας κούναγε! 

Το κτίσμα

  Τώρα που έφτασε αισίως 46 Αυγούστου και χειμώνιασε για τα καλά, ποιος δε θα ήθελε να διαβάσει μία καλή ιστορία δίπλα στο τζάκι! Τι γίνεται όμως αν το τζάκι, και συγκεκριμένα η καμινάδα, είναι το θέμα της ίδιας της ιστορίας; Μην σας παγώνει αυτό, γιατί την ιστορία την έγραψε ο Χέρμαν Μέλβιλ και τίποτα δεν μπορεί να πάει στραβά όταν συμβαίνει αυτό. Η λογοτεχνία του είναι πάντα πρόσφορη σε αναλύσεις που θεωρητικά θα βελτίωναν την κατανόηση που κρύβεται βαθιά στα θεμέλια κάθε έργου του, αλλά ταυτόχρονα ίσως θα κατέστρεφε τα οφέλη που υπάρχουν στα υψηλότερα διανοητικά πατώματα, απόρροια της μαγευτικής του αρχιτεκτονικής γραφής – «Ή, μάλλον, αυτή η ίδια δίνει απαντήσεις ασταμάτητα, ασταμάτητα ταλανίζοντάς με μ’ αυτή την τρομερή της ζέση για βελτίωση, η οποία δεν είναι παρά μια ελαφρότερη απόδοση της λέξης καταστροφή».