Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Συγγνώμη αν με πονάει

 
Αυτό που κάνω εγώ θες να μιμηθείς, μην το προσπαθείς... λέει το χαζοτράγουδο και μοιάζει να κουμπώνει τέλεια στην συγγραφική ευφυΐα του Κάρλο Εμίλιο Γκάντα. Ο συγγραφέας που είπε την εξαίσια φράση, «η ευφυΐα μού χρησιμεύει μόνο να στοχάζομαι και να υποφέρω» – μια φράση που ταιριάζει σε πολλούς σπουδαίους συγγραφείς – είχε το θάρρος και την διορατικότητα να το παραδεχτεί και να το αποδεχτεί, να αναγνωρίσει την δύναμη της βασανιστικής του ευφυΐας και την αδυναμία της βασανισμένης του ζωής, και στο τέλος, να συγχωρέσει τον εαυτό του για αυτό που είναι. Κατάφερε να απευθύνει στον εαυτό του ένα ειλικρινές, «Συγγνώμη αν με πονάει».
 
Εμβληματικός Γκάντα! Αυτό είναι το ασφαλέστερο συμπέρασμα που μπορείς να καταλήξεις μετά την ανάγνωση των βιβλίων του. Είχα πει και παλιότερα δυο λόγια για το πώς φτιάχνεται το παστίτσιο (αυτοαναφορικός του κερατά, συγγνώμη αν σας πονάει!), όμως εδώ έχουμε να κάνουμε με το πλέον αυτοβιογραφικό του κείμενο, και η συνταγή σερβίρεται με εντονότερες γεύσεις, υπονομεύοντας ταυτοχρόνως και το στήσιμο του πιάτου. Οι μεταφορές είναι ένας τρόπος να χανόμαστε μέσα στη φαινομενικότητα ή να παραμένουμε ακίνητοι μέσα σε μια θάλασσα φαινομένων. Μ' αυτή την έννοια μια μεταφορά είναι σαν σωσίβιο. Και δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι υπάρχουν σωσίβια που επιπλέουν και σωσίβια που καταποντίζονται σαν μολύβια στο βυθό. Αυτό καλό είναι να μην το ξεχνάμε ποτέ. Αυτό έγραφε ο σπουδαίος Μπολάνιο στο 2666 και από τότε που το διάβασα βρήκα την επιβεβαίωση σε ό,τι ασαφώς μέχρι τότε, πίστευα μέσα μου. Εμένα, οποιοδήποτε κείμενο χωρίς μεταφορές μού μοιάζει φτωχό και αναγνωστικά μη βιώσιμο. Ο Γκάντα φιγουράρει από τους πρώτους στη λίστα του Forbes με τις πλουσιότερες μεταφορές. Αυτό καλό είναι να το ξέρετε από την αρχή. 
 
Κατ' αρχήν, πρέπει να σας πω ότι τα βιβλία του Γκάντα είναι αδιανόητα(,) απαιτητικά και δύσκολα. Και επειδή υποψιάζομαι ότι δε θα με πιστέψετε, θα σας το πει και ο μέγιστος θαυμαστής του, Πιερ Πάολο Παζολίνι: Σε κάθε φράση του Γκάντα μπορούμε να αναγνωρίσουμε μια κεραυνοβόλα επιτομή της ιστορίας της γλώσσας μας – και συνεπώς της ιστορίας tout court της Ιταλίας. Υπάρχει ο 13ος αιώνας, η Αναγέννηση, το μπαρόκ, ο κλασικισμός, ο ρομαντισμός και ο 20ος αιώνας: ίσως σε έξι γραμμές. Έτσι λοιπόν, μην αφήσετε τις σχετικά λίγες 290 σελίδες του βιβλίου, να σας πιάσουν κορόιδο! Προετοιμαστείτε καταλλήλως, γιατί η γνώση του πόνου δεν αφορά μόνο τον συγγραφέα του, αλλά το ίδιο μαρτυρικά και τον ίδιο τον αναγνώστη. 
 
Ο Γκάντα μού θυμίζει μία γοητευτική μείξη του Πεσσόα με τον Μπέρνχαρντ. Η μοναξιά της ψυχής του είναι εκκωφαντικά σιωπηλή ενώ παράλληλα η κοινωνική κριτική του ουρλιάζει σαν λύκος. Σύμφωνα πάντα με το έγκυρο παζολίνειο θεώρημα: Το γεγονός αυτό, ότι δεν χρειαζόταν τους άλλους, αυτή η επάρκειά του στη μοναξιά και η απέραντη ανάγκη για μοναξιά, έχουν σαν συνέπεια ο θάνατός του να μην θλίβει κανέναν: είναι ένας θαυμάσιος τρόπος να πεθάνεις. Να μην ενοχλήσεις με κουραστικούς θρήνους συγγενείς, φίλους και γνωστούς. Να αφαιρέσεις κυριολεκτικά την ενόχληση, η οποία υπήρξε η συνεχής, αγωνιώδης και κωμική πηγή έμπνευσης του Γκάντα. Όταν βρισκόταν κοντά σου, παρών, προσπαθούσε να εξατμιστεί, να συρρικνωθεί, να εξαφανιστεί. Και αυτό κατέληγε κωμικό για έναν άντρα μεγαλόσωμο όπως αυτός. Αυτή η (πολύμορφη) Ενόχληση είναι το βασικό θέμα των βιβλίων του – και ως γνήσιος κωμικός συγγραφέας που είναι, μας σπάει τα νεύρα με την εντόνως «ενοχλητική» γραφή του!
 
Κατόρθωνε να αισθάνεται μίσος χωρίς να παραμορφώνεται η φυσιογνωμία του. Ήταν μάλλον ένας συνεσταλμένος. Αλλά επίμονα τον χαρακτήριζαν ηλίθιο. Αισθάνθηκε ταπεινωμένος, κουρασμένος. Ο παλιός εφιάλτης του πλήθους: [...] στους δρόμους του Παστρουφάτσιο τον είχε καταδιώξει, σαν άγριο θηρίο, η εξαγριωμένη φιλευσπλαχνία των ανθρώπων: ενωμένοι σε ομάδες, κατά χιλιάδες. Αυτός ήταν ένας.
 
https://rebstein.wordpress.com/category/carlo-emilio-gadda/
Η Γνώση του πόνου γράφτηκε το 1937, έναν χρόνο μετά τον θάνατο της μητέρας του. Επακόλουθο του θανάτου της ήταν ο Γκάντα να πουλήσει εσπευσμένα και μισοτιμής την εξοχική έπαυλη της οικογένειας, το «φέουδο» που κατέστρεψε την οικογένειά του. Αυτή η έπαυλη, μαζί με πολλές άλλες γειτονικές, αποτελεί τον πρωταγωνιστή του βιβλίου. Το μυθιστόρημα τοποθετείται σε έναν φανταστικό τόπο, το Μαρανταγκάλ, συνδυασμό των περιχώρων του Μιλάνο και των τόπων της Νοτίου Αμερικής που γνώρισε ο Γκάντα κατά την παραμονή του εκεί ως μηχανικός. Ο Γκάντα σαρκάζει την ιδιοκτησία διότι πρόκειται περί ψευδαίσθησης: το άτομο ξεχνά ότι στην πραγματικότητα δεν κατέχει ούτε τον εαυτό του. (...) Η κριτική του είναι βίαιη, διότι ο ίδιος βρίσκεται στο εσωτερικό της ιδεολογίας και της ψυχολογίας τις οποίες καταγγέλλει, δηλαδή της αστικής τάξης και της αυταπάτης για την διατήρηση και συνέχεια του εαυτού της. Η κριτική του όμως επιθυμεί να εξορύξει κάτι βαθύτερο: η ιδιοκτησία είναι κάτι παράλογο διότι θέλει να είναι ιδιωτική, δηλαδή συνδεδεμένη με το άτομο, δηλαδή με το εγώ· και εδώ φτάνουμε στην πιο θαυμαστή απ' όλες τις λοιδορίες του, αυτή εναντίον του εγώ, «της πιο αποκρουστικής αντωνυμίας». Αυτά αναφέρει μεταξύ άλλων, στο εισαγωγικό της σημείωμα (που καλό είναι να διαβαστεί πριν και μετά την ανάγνωση) η μεταφράστρια Χαρά Σαρλικιώτη.
 
Ο «Γιος» και η «Κυρία» ζουν σε αυτή την έπαυλη και γίνονται αντικείμενο χλευασμού (όπως και οι γείτονες) από τον Γκάντα. Ο συγγραφέας για αρκετές σελίδες στην αρχή αφήνεται να παρασυρθεί από την σαρκαστική του φλέβα και δεν αφήνει τίποτα όρθιο. Η ειρωνεία προς τον αντι-ήρωα (και alter ego) Γκοντζάλο γίνεται μέσω των κουτσομπολιών των περιοίκων και πώς αυτοί αντιλαμβάνονται αυτόν τον ασυνήθιστο τύπο. Η «πιο αποκρουστική αντωνυμία» θα κάνει την εμφάνισή της περίπου στην σελίδα 70 και τότε θα αρχίσει να βιώνεται έντονα και σπαρακτικά η γνώση του πόνου. Ο λόγος του Γκάντα έχει φοβερές διακυμάνσεις – πέρα από όλες τις γλωσσικές ιδιοτροπίες που δεν τις εγκαταλείπει ποτέ – μετατοπίζεται διαρκώς ανάμεσα στο γκροτέσκο και στο βαθιά φιλοσοφικό. Έτσι, κάποιες σελίδες κινούνται γρήγορα και ευχάριστα και κάποιες βασανιστικά αργά και οδυνηρά.
 
Στο τέλος του βιβλίου έχει ενσωματωθεί (κατ' απαίτηση του Γκάντα) ένας φανταστικός διάλογος μεταξύ ΕΚΔΟΤΗ-ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ που προσπαθεί να εξηγήσει γιατί το βιβλίο μοιάζει να είναι ημιτελές, και ταυτόχρονα επιχειρεί μία εμβριθή κριτική αποτίμηση του ίδιου του έργου του. 
 
ΕΚΔΟΤΗΣ: Η έμμονη ιδέα του Γκοντζάλο δεν δείχνει να έχει ως όριο, ως σημείο ανάφλεξης, ένα «παραλήρημα ερμηνευτικό της πραγματικότητας» ή ένα αστήρικτο δονκιχωτικό όνειρο: αντίθετα, γεννιέται και πηγάζει «από τους άλλους», πηγάζει από τα λάθη κρίσης των άλλων και από τις ατομικές ή συλλογικές ανεπάρκειες στην κοινωνική συμπεριφορά τους. Έχει ως ρίζα, και επιλέγει συνεπώς ως στόχο της πολεμικής του, την παράνοια και την ηλιθιότητα «των άλλων». Αυτό δεν αίρει το γεγονός ότι και ο ίδιος θα έχει κάνει λάθη: και για τα δικά του λάθη δεν ζητά, κλαίγοντας, επιείκεια
 
Η μετάφραση της Χαράς Σαρλικιώτη, θεωρώ πως είναι άψογη, η καλύτερη που θα μπορούσε να επιτευχθεί και την συγχαίρω γι' αυτό. Πολλοί αναγνώστες ίσως θεωρήσουν ότι η μετάφρασή της «χωλαίνει» γιατί κάποια αποσπάσματα δε ρέουν σωστά ή ό,τι άλλο. Νομίζω, όμως, ότι μοναδικός υπαίτιος είναι ο Γκάντα. Σημειώνει η ίδια: Η γλώσσα αυτή, που καλείται να εκφράσει τη μεταβολή-παραμόρφωση, μεταφράζεται σε παραμορφώσεις σημασιολογικές, συντακτικές και μορφολογικές. Ο Γκάντα υπερασπίζεται αυτόν τον σπασμό, την «σπαστική» χρήση της γλώσσας που, όπως παρατηρεί ο Gian Carlo Roscioni στο κλασικό δοκίμιό του La disarmonia prestabilita, «ανταποκρίνεται στις εκφραστικές απαιτήσεις για ένταση, ταχύτητα, συγχρονικότητα», υπενθυμίζοντας την κλασική κατάγωγή της: στην επιστολή του «Humano capiti» ο Οράτιος εξηγεί πως η γλώσσα αυτή «μπορεί να επιφέρει μια διάλυση-ανανέωση του νοήματος». Η έκδοση της Άγρας περιέχει επιπλέον το ποίημα του Γκάντα «Φθινόπωρο» (γραμμένο το 1931) που ακολουθεί μετά τον φανταστικό διάλογο ΕΚΔΟΤΗ-ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ καθώς και δύο επίμετρα, του Πιερ Πάολο Παζολίνι και του Ευγένιου Μοντάλε. Δε θέλω να γίνομαι σπαστικός με το πολυτονικό αλλά το έχω ξαναπεί, σε μερικά βιβλία δυσχεραίνει πολύ την ανάγνωσή τους – στον Γκάντα με την αβυσσαλέα νοηματική εμβρίθεια που αξιώνει από τους αναγνώστες του, αποτελεί αναμφίβολα τροχοπέδη.
 
Όσες ερμηνείες και αν επιχειρήσεις στο πολυπρισματικό έργο του Γκάντα, θα βγεις σίγουρα ζημιωμένος. Μόνο σε ένα θα βγεις κερδισμένος, στην αίσθηση ότι απόλαυσες ένα αληθινό επίτευγμα του γραπτού λόγου. Viva la letteratura! 
 
Υ.Γ. 2666 Η ανάρτηση αφιερώνεται στην αναγνώστρια Rosa Mund που είχε την καλοσύνη να μου χαρίσει το βιβλίο.

Σχόλια

  1. Σας ευχαριστώ για την αφιέρωσή σας στην ιδιότητα της (περιπλανώμενης) αναγνώστριας (που είμαι).
    Ο τίτλος του βιβλίου ήταν ισχυρό κίνητρο για να το διαβάσω. Η έπαυλη που ο Γκάντα κληρονόμησε από τη μητέρα του πρωταγωνιστεί.
    Όπου:
    "Ο φασισμός της κοινωνίας που τον περιβάλλει θα μεγαλώσει την μελαγχολία, την πικρία και την μισανθρωπία του και θα τον οδηγήσει σε ένα είδος απομόνωσης." (ναυτίλος)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Εγώ ευχαριστώ που μου το χαρίσατε. Εκπληκτικός συγγραφέας και πολύ του γούστου μου!

      Καλά που μας θυμίσατε τον Ναυτίλο να τον κάνω μια μνεία. Μας λείπει!

      http://alexis-chryssanthie.blogspot.gr/search/label/%CE%93%CE%BA%CE%AC%CE%BD%CF%84%CE%B1%20%CE%9A%CE%AC%CF%81%CE%BB%CE%BF%20%CE%95%CE%BC%CE%AF%CE%BB%CE%B9%CE%BF

      Διαγραφή
  2. Ανώνυμος26.1.17

    Τελικά ο Γκάντα ενώνει τους ανθρώπους! Η Rosa Mund σου χάρισε την Γνώση του πόνου και εσύ μου χάρισες τον Κυκεώνα στην οδό Μερουλάνα. Υπέροχος συγγραφέας και η Γνώση του πόνου αξεπέραστο βιβλίο. Θα το ξαναδιαβάσω οπωσδήποτε(αλλά είναι και πανδύσκολο το άτιμο!).
    Ε.Γ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Το επόμενο που θα εκδοθεί στα ελληνικά είναι σειρά σου να μου το χαρίσεις :p

      Μα τι κάνουν οι εκδότες; Γιατί να μην έχει εκδοθεί άλλο; Από την άλλη, εσύ γνωρίζεις τόσο καλά ιταλικά ώστε να κατανοήσεις(!!) τον Γκάντα και δεν τον διαβάζεις στο πρωτότυπο. Μα γιατί; :p

      Διαγραφή
    2. Ανώνυμος26.1.17

      Αγόρασα στα Ιταλικά τη Γνώση του πόνου και διάβασα την πρώτη σελίδα. Αν ήταν γραμμένη στα κινέζικα, θα είχα καταλάβει περισσότερα.
      Μην παραπονιέσαι, τουλάχιστον μεταφράστηκε η Γνώση του πόνου. Για δες τι γίνεται με τον Σβέβο και τη Συνείδηση του Ζήνωνα...
      Ε.Γ.

      Διαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Κουβεντολόι με μια μούμια!

Σημ: Εδώ λέγονται ιστορίες μόνο για αραχνιασμένα κρανία, οι "ψεκασμένοι" θα απομακρύνονται διακριτικά.

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

Ποίηση χωρίς τέλος

  Αυτή η χρονιά θα ξεκινήσει ακριβώς όπως τελείωσε: με ποίηση. Συλλεκτική ανάρτηση, σπάνια θα ξαναδιαβάσετε τέτοια. Σπάω την παράδοση (και το ρόδι)! Ακόμα σπανιότερα εντυπωσιάζομαι από ποιητές και ποιήματα. Δεν με συγκινεί η συμπύκνωση του λόγου όταν του λείπει ένα είδος «φλυαρίας» – ψάχνω ποιήματα που είναι αμετροεπή με έναν δικό τους τρόπο και ταυτόχρονα στοχευμένα και ουσιώδη. Ποιήματα που δεν πολυπαίρνουν στα σοβαρά τον εαυτό τους καθώς τσαλαβουτούν χαρούμενα στον χυλό της ειρωνείας. Ποιήματα που, απ' ό,τι σωστά αντιλαμβάνεστε, δεν γράφει η πλειοψηφία των ποιητών. Με δυο λόγια, κυνηγώ το ανέφικτο. Αλλά, αυτό δεν κυνηγάμε όλοι στην έναρξη κάθε χρονιάς; Το φλουρί μου για φέτος – λίρα εκατό – ήταν η Βισουάβα ή Βισλάβα ή όπως αλλιώς, Σιμπόρσκα. Η παλιά ποίηση, η ορθόδοξη, είναι Εδώ!

Dogs never bite me. Just humans.

    Ψόφια πράγματα το φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης – τουλάχιστον οι επιλογές μου – αλλά μόλις είδα ότι θα προβληθεί «Η εξουσία του σκύλου», που βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Τόμας Σάβατζ, ήξερα ότι θα ρεφάρω γιατί κακό σκυλί ψόφο δεν έχει. Και έτσι έγινε, η ταινία δεν με απογοήτευσε και μου θύμισε πόσο είχα αγαπήσει εκείνο το βιβλίο. Μια παραγωγή του Νέτφλιξ που θα είναι διαθέσιμη στην πλατφόρμα από την 1 Δεκεμβρίου ώστε να προλάβει να κάνει τον κύκλο της στις αίθουσες, με τον Κάμπερμπατς στον ρόλο του Φιλ, τον σωσία του Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν στον ρόλο του Τζορτζ και την ωραία Κίρστεν Ντανστ ως Ρόουζ. Η ταινία, όπως και το βιβλίο, σε πολλούς θα φανούν αργά, αδιάφορα και αλλόκοτα, λόγω του περιεχομένου αλλά η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για αριστοτεχνικές δημιουργίες με βάθος. Αντιγράφω εδώ το κείμενο που είχα γράψει στο «Διαβάζοντας» για να θυμάμαι ότι εκείνη η ανάγνωση μετράει ακόμα μέσα μου· σπάνιο, ομολογουμένως.

Με ανώμαλους δεν μιλάω

  Ανωμαλία είναι να μην μπορεί μια γυναίκα να κυκλοφορεί άφοβα στους δρόμους, ανωμαλία είναι να πιστεύεις ότι τα εμβόλια σκοπό έχουν να προκαλέσουν περισσότερο κακό από ό,τι καλό, ανωμαλία είναι να νομίζεις ότι η λογοτεχνία σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, ανωμαλία είναι ακόμα το προφιτερόλ να έχει μόνο ένα σουδάκι μέσα, ανωμαλία είναι και ότι ο «Πατάκης» εξακολουθεί να μην εκδίδει Χέρμαν Μέλβιλ. Και πόσες ακόμα ανωμαλίες! Με τελευταία εκείνη του Ερβέ Λε Τελιέ, ενός συγγραφέα που αγάπησα οριστικά από ένα και μόνο βιβλίο του που είχα διαβάσει κάποτε, το «Όλα τα μανιτάρια τρώγονται», η ουλιπιανή έμπνευση που είχε οραματιστεί το facebook χρόνια πριν από τον δημιουργό του. Κάθε φορά που μπαίνετε στο facebook και αντικρίζετε την ερώτηση «Τι σκέφτεσαι;», ικανή να σας παρασύρει ασυγκράτητα να μας εμπιστευτείτε τις επικές σας μπούρδες, σχεδόν πάντα χωρίς καθόλου φιλτράρισμα και ουσία, να θυμάστε ότι ο Τελιέ κάποτε το έκανε… χίλιες φορές καλύτερα από εσάς, πιο δημιουργικά και κυρίως με περισσότερο χι

Dance with the Devil

  A long time ago in a galaxy (στην επαρχία) far, far away… όταν περνούσα την emo φάση μου και έκλαιγα χωρίς λόγο καθώς να καθάριζα κρεμμύδια είχα ανακαλύψει τυχαία ένα βιβλιαράκι που το αγόρασα με τα πρώτα λεφτά που είχα αποταμιεύσει σε ένα βιβλιάριο τραπέζης που είχε δεν είχε μέσα 30 δραχμαί. Εκείνο το βιβλίο ήτο κάποιου ψιλοάγνωστου Χόφμαν μεταφρασμένο υπό του σπουδαίου Καρυωτάκη – αργότερα, όταν οι ισορροπίες άλλαξαν εντός μου, κατάλαβα ότι ο Χόφμαν λειτούργησε κάπως σαν το… καρυωθραυστικό του ποιητή∙ ξέρω, ξέρω, πάγωσε η θάλασσα μέσα σας, μακάρι να βρείτε ένα βιβλίο να πέσει πάνω της σαν τσεκούρι – «το λογοπαίγνιο είναι ένα καυτό σίδερο για μπούκλες στο χέρι της τρέλας και με δαύτο λυγίζει τις σκέψεις» . Ο λόγος είναι ότι ο Χόφμαν αποδείχθηκε μια εξαίσια διαβολική μορφή της παγκόσμιας λογοτεχνίας και τα παιδιά του κυκλοφορούν ελεύθερα γύρω μας – ευτυχώς για αυτά, και για εμάς, είχε πάντοτε δουλειά, και μάλιστα σημαντική, να γράφει αριστουργήματα.

Η Αλίκη στις πόλεις

  Καλύτερα Αλίκη στις πόλεις των θαυμάτων παρά Ωραία Κοιμωμένη στο χωριό. Αυτή είναι η τελεσίδικη γνώμη μου. Αλλά τώρα που καλοκαίριασε δύσκολα να σας πείσω, το ξέρω. Τα ξαναλέμε when September ends. «Οι πόλεις δεν προσφέρουν μόνο υλικά οφέλη αλλά και ενθουσιασμό και την ευκαιρία να επαναπροσδιορίσει κάποιος τον εαυτό του. Για πολλούς πολίτες του Μάντσεστερ και του Σικάγου, η πόλη σήμαινε μια μορφή ελευθερίας. Αυτό ήταν κάτι που οι επικριτές της βικτοριανής πόλης δεν μπόρεσαν ποτέ να συλλάβουν: με τόσο σκότος και βρομιά δεν μπόρεσαν ποτέ να διακρίνουν τους τρόπους με τους οποίους η κοινότητα επαναπροσδιοριζόταν μέσα στη σύγχρονη βιομηχανική μητρόπολη». Όσοι πάλι επι-μένετε στις πόλεις πρέπει να προμηθευτείτε αμέσως το καταπληκτικό βιβλίο του Ben Wilson – γιατί αν εξαντληθεί θα το ψάχνετε στα επαρχιακά βιβλιοπωλεία!

Θα φάτε τα μούτρα σας

  Πού βαδίζει η λογοτεχνία; Όπου και όπως βάδιζε πάντα, ελεύθερη και ασυμβίβαστη, ασυνόδευτη και ασυνόρευτη , πριν έρθει ο (κακός μας) καιρός με την πρόφαση του υποστηρίγματος/«υποστήριξης» κάποιοι να της προσφέρουν τα δεκανίκια της πολιτικής ορθότητας που θα την καθιστούσαν έκτοτε αδιανόητα στάσιμη. «Αυτό που βλέπουμε το σκεφτόμαστε, κι έτσι τελικά δεν το βλέπουμε, λέει ο Όλερ, ενώ άλλοι βλέπουν αυτό που βλέπουν χωρίς πρόβλημα, επειδή δεν το σκέφτονται αυτό που βλέπουν. Αυτό που αποκαλούμε αντίληψη είναι για μας κατά βάση στασιμότητα, ακινησία, τίποτα. Τίποτα. Οτιδήποτε έχει συμβεί το έχουμε σκεφτεί, δεν το έχουμε δει, λέει ο Όλερ» . Είδα και απόειδα λοιπόν με το… φαινόμενο Φερνάντα Μελτσόρ και είπα ό,τι βρέξει ας κατεβάσει! Βαδίζοντας στην εποχή των τυφώνων.

Η μέθοδος του Κούντερα

  Σε κάποιες περισσότερο κιτς εποχές ένα παρόμοιο χαστούκι σαν εκείνο του Γουίλ Σμιθ είχε ταράξει τα νερά της κοινωνικής μας ζωής. Η Νατάσα Αθήνη είχε χαστουκίσει την Δήμητρα Λιάνη στην παρουσίαση του βιβλίου της «10 χρόνια και 54 μέρες» – βέβαια, τώρα που τα συζητάμε, μπορεί να έχουν περάσει κοντά 30 χρόνια. Μια επισήμανση που μου ήρθε μόλις: όλες οι βιβλιοπαρουσιάσεις είναι για σφαλιάρες∙ συγγραφείς μην πέφτετε σε αυτή την παγίδα, μακριά. Τέλος πάντων, όταν η Δήμητρα δεν έγραφε βιβλία, διάβαζε, λένε, Κούντερα. Τότε ήταν πολύ της μόδας. Κούντερα από εδώ, Κούντερα από εκεί, είχαν τρελαθεί όλοι. Ποιος είναι ρε αυτός ο Κούντερας; Ήταν τελικά ένα πιο λογοτεχνικό Nitro όπως νόμιζαν αρκετοί; Γιατί τόσα χρόνια τον αντιμετωπίζουμε με αβάσταχτη ελαφρότητα; «Γιατί άραγε θέλει να κάνει έρωτα μαζί μου; αναρωτιόταν πολύ συχνά, αλλά δεν έβρισκε απάντηση. Ένα μόνο ήξερε, πως οι σιωπηρές συνευρέσεις τους ήταν αναπόφευκτες, έτσι όπως είναι αναπόφευκτο να σταθεί προσοχή ένας πολίτης ακούγοντας τον εθν

Τώρα μας σώνει μόνο ένα θαύμα

    Μπορεί ένα βιβλιοπωλείο να αποτελέσει καταφύγιο; Όχι καταφύγιο πολέμου, μην παρασύρεστε από τις εξελίξεις στην Ουκρανία, δεν παίζει τέτοιο πράγμα∙ ούτε βέβαια να σταματήσει τον ίδιο τον πόλεμο, αυτό και αν θα ήταν θαύμα! Μπορεί ωστόσο να αποτελέσει πού και πού ένα ζεστό καταφύγιο μιας μεμονωμένης ζωής, που παρέα με δισεκατομμύρια άλλες συγκροτούν τον κόσμο γύρω μας, τα ακρότατα όρια του οποίου συχνότατα και εντελώς απροσδόκητα μπορεί να είναι οι πιο αναίτιες και ακραίες σφαγές. Oh yes! Το να διεξάγεις ακήρυχτο πόλεμο αλληλεγγύης μέσω social media, να φας μια μπριζόλα επειδή τυχαίνει να είναι Τσικνοπέμπτη στα μέρη σου ή να διαβάσεις ένα ανάλαφρο βιβλίο δεν μοιάζουν αρκετά. Αλλά και τι θα μπορούσε να μοιάζει αρκετό στη ζωή ενός ανθρώπου; «Φοβάμαι ότι αυτό είναι σαν εκείνα τα feelgood μυθιστορήματα που διαβάζει η Τζάσμιν, όπου το τέλος είναι πάντα χαρούμενο γιατί πώς αλλιώς θα μπορούσαν οι αναγνώστες να αντισταθμίσουν τις κακές ειδήσεις και όλα αυτά τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν

Μας κούφανε

  Όταν η Λεονόρα Κάρινγκτον γράφει το βιβλίο της είναι 60 χρονών και η ηρωίδα της που ζει τις απόλυτα εκκεντρικές περιπέτειές της είναι 92∙ η ίδια η συγγραφέας πέθανε στα 94 της και μέσα από αλλόκοτες και ακατανόητα αποκρυφιστικές διαδρομές, κανείς πλέον δεν μπορεί να βγάλει από το μυαλό μου ότι είναι η ίδια η ηρωίδα της. «Όλα αυτά είναι μια παρέκκλιση και δεν θέλω να νομίζει κανείς ότι τρέχει αλλού το μυαλό μου∙ τρέχει, αλλά ποτέ πιο γρήγορα απ’ όσο θέλω εγώ» . Η ταύτιση ενός δημιουργού με το έργο του, σε καλλιτέχνες τόσο απύθμενου καλλιτεχνικού βάθους, δεν είναι σχεδόν ποτέ αβάσιμη. Το βιβλίο της είναι ένα φεμινιστικό μανιφέστο και ένα από τα ομορφότερα που έχουν γραφτεί σχετικά, και τα όποια προγραμματικά στοιχεία φαίνεται να αναδύονται μπροστά σε έντρομες αρσενικές αναγνώσεις, εξαλείφονται αμέσως από την υψηλή λογοτεχνική ποιότητα. Εξάλλου, η σπουδαία λογοτεχνία είναι ερμαφρόδιτη. «Το Ακουστικό Κέρας διαφεύγει κάθε κατηγοριοποίηση. Από την πρώτη του κιόλας πρόταση παρουσιάζει ένα

Εδώ γελάμε

    Χιούμορ; Γίναμε τώρα! Θα μπορούσε έτσι μικρή και περιεκτική να ήταν όλη η ανάρτηση και να τελείωνε εδώ αναίμακτα και αγέλαστα. Αλλά πρέπει να πούμε δυο λόγια παραπάνω γιατί όλοι σας έχετε χιούμορ, σωστά; Το χιούμορ είναι σαν την γνώμη, όλοι έχουν από ένα. Και όλοι έχουν το καλύτερο από όλους τους άλλους, δεν χωράει αμφιβολία. Στη θεωρία πάντα, γιατί στην πράξη, γελάνε και οι πέτρες! Η κάθε χρονιά οφείλει να κλείνει με χιούμορ, η νέα επιβάλλεται να ξεκινάει με τέτοιο, η ζωή να το ακολουθεί πατώντας στα ξέγνοιαστα βήματά του, ακόμα και ο κόσμος να τελειώνει με εκείνο∙ αν κάπου σε όλη αυτή την διαδρομή τα βρίσκει και με την λογοτεχνία, ακόμα καλύτερα. Μας αξίζει γαμώτο να γελάμε σαν μικρά παιδιά, πίνοντας παράλληλα και πολύ νερό – το χιούμορ είναι δώρο . «Τα παιδιά, υποστηρίζει ο Φρόιντ, δεν διαθέτουν καμία αίσθηση του κωμικού, αλλά είναι πιθανό να τα μπερδεύει με τον συγγραφέα ενός διαβόητου και καθόλου αστείου βιβλίου με τίτλο Το ευφυολόγημα και η σχέση του με το ασυνείδητο » .