Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Πώς πέρασες τη μέρα σου; - (1 π.μ.)

 
Το κεφάλαιο Εύμαιος είναι το πλέον συγκινητικό του Οδυσσέα. Τζόυς εναντίον Τζόυς! Μια σχέση όμως καθόλου συγκρουσιακή και δηλητηριώδης αλλά τρυφερή που λειαίνει τις διαφορές και συμπληρώνει τα δύο μέρη. Οι δύο εκδοχές του Τζόυς, Στέφανος και Μπλουμ, συναντώνται στο δέκατο έκτο κεφάλαιο του Οδυσσέα και σκιαγραφούν μπροστά στα μάτια μας το εσωτερικό πορτρέτο αυτού του μυθικού συγγραφέα. Ό,τι υπέροχο διαβάσαμε στην Βιογραφία του Έλμαν για την συναρπαστική ζωή του Τζέημς Τζόυς, εδώ παίρνει την λογοτεχνική θεία πνοή του. Ο Στέφανος, ο οποίος δικαιωματικά είχε αποκτήσει το προσωπικό του πορτραίτο λίγα χρόνια πριν, σε αυτό το κεφάλαιο παραμένει χαμηλών τόνων και εν πολλοίς σιωπηλός, δίνοντας φωνή στον γηραιότερο εαυτό, τον Λεοπόλδο Μπλουμ.
 
Μετά την έντονη νύχτα στο άντρο της Κίρκης, οι δύο άντρες βρίσκουν καταφύγιο στο Καταφύγιο του Αμαξά, ένα καπηλειό για τους ξενύχτηδες και τους απόκληρους. Εκεί ο Μπλουμ προσπαθεί να πείσει τον Στέφανο να πιει έναν καφέ και να φάει κάτι. Γρήγορα, γίνονται αντικείμενο παρατήρησης από τους υπόλοιπους πελάτες και ένας παράξενος ναυτικός τους πλησιάζει και αρχίζει να τους λέει ναυτικές ιστορίες. Οι ιστορίες του κινούνται δυσδιάκριτα ανάμεσα στην αλήθεια και το ψέμα, όμως όταν οι διηγήσεις φτάνουν στην Ισπανία, ο Μπλουμ δεν μπορεί παρά να ρωτήσει με ενδιαφέρον, Είδες τον βράχο του Γιβραλτάρ;, αναφερόμενος στην καταγωγή της γυναίκας του Μόλλυ.
 
Όταν η ατμόσφαιρα ζεσταίνει και οι δυο παράξενοι θαμώνες γίνονται αποδεκτοί από τους συνήθεις νυχτερινούς πελάτες, η συζήτηση μεταξύ Μπλουμ και Στέφανου αρχίζει να φουντώνει, με αφορμή την διακριτική είσοδο μιας πόρνης με σκοπό να ψαρέψει πελάτες. Ο Μπλουμ θεωρεί κίνηση θράσους την είσοδο της εξαθλιωμένης και άρρωστης πόρνης (χωρίς να αγνοεί το γεγονός ότι ίσως κάποιος άντρας την έφερε σε αυτό το σημείο), με τον Στέφανο να απαντά:
 

 
- Σ' αυτή τη χώρα οι άνθρωποι πουλάνε πολύ περισσότερα απ' όσα είχε ποτέ αυτή και κάνουν και χρυσές δουλειές. Μη φοβάσαι αυτούς που πουλάνε το σώμα αλλά δεν έχουν δύναμη να αγοράσουν την ψυχή. Αυτή είναι ένας κακός έμπορος. Αγοράζει ακριβά και πουλάει φθηνά.
 
Αμέσως ξεκινά μια διαμάχη περί ψυχής, η οποία καταλήγει στην σκέψη του Μπλουμ για το χάσμα γενεών ανάμεσα στους δύο συνομιλητές. Σε αυτό το ακανθώδες σημείο εντούτοις οι απόψεις του ζεύγους, καθώς βρίσκονταν στους αντίποδες από άποψη παιδείας και οτιδήποτε άλλο, με σημαντική διαφορά στην ηλικία, ήρθαν σε σύγκρουση. Εδώ, ο Τζόυς επιλέγει πλευρά, τάσσεται απερίφραστα υπέρ του Μπλουμ, της ώριμης εκδοχής, την στιγμή κιόλας που και ο ίδιος ο συγγραφέας ηλικιακά νιώθει πιο κοντά προς αυτόν. Αυτό φαίνεται και από την μονοπώληση της κουβέντας από τον Μπλουμ που παρουσιάζει σταθερά και με κάθε ευκαιρία την κοσμοθεωρία του, και παρά το μεθύσι του Στέφανου το οποίο θα μπορούσε να αποτελεί μια δικαιολογία για την σιωπή του. Όπως δείχνει και το προσχέδιο στην αρχή του βιβλίου, το πρώτο κεφάλαιο είχε την τεχνική της αφήγησης από την πλευρά του νεαρού αφηγητή ενώ το δέκατο έκτο από την πλευρά του ώριμου. Ο Στέφανος διατηρεί μια απαράμιλλη γοητεία ως χαρακτήρας του βιβλίου, όμως για τον Τζόυς μοιάζει να αποτελεί μια ρομαντική εικόνα του εαυτού του την οποία έχει αφήσει πια στο παρελθόν.
 
Στο καπηλειό δεν αργούν να αναπτύξουν και πολιτικά θέματα. Ο ιδιοκτήτης του Καταφυγίου είναι ή υποτίθεται ότι είναι ο διαβόητος Κατσικογδάρτης της εθνικιστικής ομάδας οι Ανίκητοι που δολοφόνησε Άγγλους αξιωματούχους στο Πάρκο του Φοίνικα στο Δουβλίνο. Καθώς η συζήτηση περιστρέφεται γύρω από την Ιρλανδία και την Αγγλία, ο Κατσικογδάρτης λέει, Αλλά η μέρα της απόδοσης λογαριασμού, (...) ήταν επικείμενη για την τρανή Αγγλία, παρά τη δύναμή της του άνομου κέρδους λόγω των εγκλημάτων της. Θα υπάρξει μια πτώση και θα είναι η μεγαλύτερη πτώση στην ιστορία. Είναι σχεδόν αδύνατο να μην φέρεις στο μυαλό σου το πρόσφατο Brexit, διαβάζοντας την παραπάνω φράση. Η πορεία της συζήτησης κάνει τον Μπλουμ να θυμηθεί και να πει του Στέφανου, για την προσβολή του πολίτη και πώς εκείνος την απέκρουσε λέγοντας πως και ο Θεός, ο Χριστός, είναι εβραίος. Με την αφορμή αυτή, ο Τζόυς παρουσιάζει ξανά, πιο φανερά από κάθε άλλη φορά, όλη την ουσία του βιβλίου, όλη την γοητεία του σύγχρονου Οδυσσέα του:
 
[...] Είναι δύσκολο να τεθούν σκληροί και σταθεροί κανόνες για το σωστό ή το λάθος, όμως χώρος για βελτίωση σίγουρα υπάρχει αν και κάθε χώρα, συμπεριλαμβανομένης και της βασανισμένης δικής μας, έχει την κυβέρνηση που της αξίζει. Αλλά με λίγη καλή θέληση απ' όλες τις μεριές. Είναι πολύ ωραίο να καμαρώνεις για αμοιβαία υπεροχή αλλά τι γίνεται με την αμοιβαία ισότητα; Απεχθάνομαι τη βία και τη μισαλλοδοξία οποιουδήποτε σχήματος και μορφής. Ποτέ δεν οδηγεί πουθενά ούτε σταματά τίποτα. Μια επανάσταση πρέπει να γίνει με δόσεις. Είναι αδιαμφισβήτητος παραλογισμός καταπώς φαίνεται να μισείς ανθρώπους επειδή ζουν από την άλλη μεριά του δρόμου και μιλούν μια άλλη ντοπιολαλιά, στο διπλανό σπίτι ούτως ειπείν.
 
Είναι αστείο και συνάμα συγκινητικό το παιχνίδισμα που κάνει ο Τζόυς με τις δύο εκδοχές. Βάζει τον Μπλουμ να κάνει τρυφερές σκέψεις για τον νεαρό και πολλά υποσχόμενο Στέφανο (Έχετε κάθε δικαίωμα να ζήσετε με την πένα σας σε αναζήτηση της φιλοσοφίας σας όπως έχει και ένας χωρικός. Γιατί; Και οι δυο ανήκετε στην Ιρλανδία, το μυαλό και η σωματική ρώμη, το καθένα είναι εξίσου σπουδαίο), χωρίς ωστόσο ο υπερόπτης και αδιάλλακτος νεαρός να μην απαντήσει για ακόμα μια φορά (...η Ιρλανδία είναι σπουδαία επειδη αυτή ανήκει σε μένα). Να ελπίζει ότι ο άστατος χαρακτήρας του δε θα σταθεί εμπόδιο στην καλλιτεχνική του πορεία (...παρ' όλα αυτά, έφερε στο μυαλό του περιπτώσεις καλλιεργημένων ανθρώπων λαμπρά υποσχόμενων που μαράθηκαν στο μπουμπούκιασμα από πρώιμο σάπισμα και κανείς άλλος δεν φταίει παρά αυτοί οι ίδιοι). Ή να τον φαντάζεται ότι διαπρέπει στην μουσική (Ένα ξεκίνημα όλο κι όλο ήταν αυτό που χρειαζόταν. Επειδή ήταν σχεδόν σίγουρος πως αυτός είχε τη φωνή του πατέρα του για να στηρίξει τις ελπίδες του...). Δηλαδή, όπως ο ίδιος ο Τζόυς που αν δεν γινόταν τελικά ένας σπουδαίος συγγραφέας θα γινόταν σίγουρα ένας σπουδαίος τενόρος! Όλη αυτή η αλυσίδα των σκέψεων συμπνυκνώνεται εντυπωσιακά σε μία συνισταμένη (Αν και δεν συμφωνούσαν σε όλα, υπήρχε μια ορισμένη αναλογία σαν ο νους και των δυο τους να ταξίδευε, ούτως ειπείν, στο ίδιο τρένο σκέψης) που εκτός από το ειρωνικό κλείσιμο του ματιού (αφού το άλλο είχε καλύπτρα!) του ίδιου του Τζόυς για τις δύο εκδοχές του, αποτελεί επίσης και μια όμορφη μεταφορά (μιας και μιλάμε για τρένο!) από την νεότητα στην ωριμότητα. 
 
Από άποψη τεχνικής το κεφάλαιο Εύμαιος εντυπωσιάζει με την ευρηματικότητά του, όπως και κάθε άλλο κεφάλαιο που επιχείρησε να γράψει ο Τζόυς. Βρισκόμαστε στη μία η ώρα μετά τα μεσάνυχτα σε έναν χώρο μεθυσμένων ξενύχτηδων. Η γλώσσα λοιπόν, προσλαμβάνει νυσταλέα χαρακτηριστικά, σαν να προσπαθείς να συνομιλήσεις με την παρέα σου, ύστερα από ένα εξαντλητικά διασκεδαστικό βράδυ. Η αφήγηση πλατειάζει λίγο προσπαθώντας να κυκλώσει τα νοήματά της και η σύνταξη παλινδρομεί κουρασμένη σέρνοντας τα λεκτικά βήματά της. Συχνά σκέφτομαι αυτές τις ελευθερίες που έπαιρνε ο Τζόυς με την γλώσσα. Ένας εκδότης ή επιμελητής κειμένων ίσως να διόρθωνε έναν συγγραφέα που σκιαγράφησε έναν άνθρωπο της νύχτας να μιλάει σαν άγιος, ή θα δεχόταν με επιφύλαξη έναν μεθυσμένο χαρακτήρα βιβλίου να μιλάει με μπερδεμένα λόγια. Σχεδόν σίγουρα όμως, δεν θα δεχόταν ένα κεφάλαιο να μιλάει με μεθυσμένη κουρασμένη γλώσσα! Ίσως να κάνω λάθος, αλλά ο Μπέντζι δε θα έβρισκε εύκολα φωνή στην σύγχρονη λογοτεχνία! Τώρα πια, οι εκδότες παρασυρόμενοι από τους ανυπόμονους αναγνώστες, δυσανασχετούν σε τέτοιες λεκτικές κατασκευές και τις θεωρούν απλώς κακότεχνες που δύσκολα θα πάρουν άδεια οικοδόμησης. Βέβαια, ο Τζόυς είναι μια μεγαλοφυία (όπως και ο Φώκνερ που μνημονεύω παραπάνω) και η γλώσσα του είναι τόσο καλοδουλεμένη που δεν μπορείς παρά να την αποδεχθείς ως έχει.
 
Ο Μπλουμ αποφασίζει να φιλοξενήσει τον Στέφανο στο σπίτι του και οι δυο τραβούν αγκαλιασμένοι, τραγουδώντας και συζητώντας προς την οδό Εκκλς. Στην αρχή του κεφαλαίου ο Μπλουμ τον είχε ρωτήσει:
 
Δεν θέλω να σας πιέσω στο παραμικρό, αλλά γιατί φύγατε από το πατρικό σας σπίτι;
- Για να αναζητήσω κακοτυχία, ήταν η απάντηση του Στέφανου.
 
Τώρα, καθώς ο Στέφανος κινείται προς το «πνευματικό» του πατρικό, ο Μπλουμ ίσως πιστεύει για εκείνον ότι μπορεί να του προσφέρει ένα μερίδιο καλοτυχίας το οποίο σίγουρα και αξίζει.

Σχόλια

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

Ποίηση χωρίς τέλος

  Αυτή η χρονιά θα ξεκινήσει ακριβώς όπως τελείωσε: με ποίηση. Συλλεκτική ανάρτηση, σπάνια θα ξαναδιαβάσετε τέτοια. Σπάω την παράδοση (και το ρόδι)! Ακόμα σπανιότερα εντυπωσιάζομαι από ποιητές και ποιήματα. Δεν με συγκινεί η συμπύκνωση του λόγου όταν του λείπει ένα είδος «φλυαρίας» – ψάχνω ποιήματα που είναι αμετροεπή με έναν δικό τους τρόπο και ταυτόχρονα στοχευμένα και ουσιώδη. Ποιήματα που δεν πολυπαίρνουν στα σοβαρά τον εαυτό τους καθώς τσαλαβουτούν χαρούμενα στον χυλό της ειρωνείας. Ποιήματα που, απ' ό,τι σωστά αντιλαμβάνεστε, δεν γράφει η πλειοψηφία των ποιητών. Με δυο λόγια, κυνηγώ το ανέφικτο. Αλλά, αυτό δεν κυνηγάμε όλοι στην έναρξη κάθε χρονιάς; Το φλουρί μου για φέτος – λίρα εκατό – ήταν η Βισουάβα ή Βισλάβα ή όπως αλλιώς, Σιμπόρσκα. Η παλιά ποίηση, η ορθόδοξη, είναι Εδώ!

Με ανώμαλους δεν μιλάω

  Ανωμαλία είναι να μην μπορεί μια γυναίκα να κυκλοφορεί άφοβα στους δρόμους, ανωμαλία είναι να πιστεύεις ότι τα εμβόλια σκοπό έχουν να προκαλέσουν περισσότερο κακό από ό,τι καλό, ανωμαλία είναι να νομίζεις ότι η λογοτεχνία σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, ανωμαλία είναι ακόμα το προφιτερόλ να έχει μόνο ένα σουδάκι μέσα, ανωμαλία είναι και ότι ο «Πατάκης» εξακολουθεί να μην εκδίδει Χέρμαν Μέλβιλ. Και πόσες ακόμα ανωμαλίες! Με τελευταία εκείνη του Ερβέ Λε Τελιέ, ενός συγγραφέα που αγάπησα οριστικά από ένα και μόνο βιβλίο του που είχα διαβάσει κάποτε, το «Όλα τα μανιτάρια τρώγονται», η ουλιπιανή έμπνευση που είχε οραματιστεί το facebook χρόνια πριν από τον δημιουργό του. Κάθε φορά που μπαίνετε στο facebook και αντικρίζετε την ερώτηση «Τι σκέφτεσαι;», ικανή να σας παρασύρει ασυγκράτητα να μας εμπιστευτείτε τις επικές σας μπούρδες, σχεδόν πάντα χωρίς καθόλου φιλτράρισμα και ουσία, να θυμάστε ότι ο Τελιέ κάποτε το έκανε… χίλιες φορές καλύτερα από εσάς, πιο δημιουργικά και κυρίως με περισσότερο χι

Dogs never bite me. Just humans.

    Ψόφια πράγματα το φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης – τουλάχιστον οι επιλογές μου – αλλά μόλις είδα ότι θα προβληθεί «Η εξουσία του σκύλου», που βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Τόμας Σάβατζ, ήξερα ότι θα ρεφάρω γιατί κακό σκυλί ψόφο δεν έχει. Και έτσι έγινε, η ταινία δεν με απογοήτευσε και μου θύμισε πόσο είχα αγαπήσει εκείνο το βιβλίο. Μια παραγωγή του Νέτφλιξ που θα είναι διαθέσιμη στην πλατφόρμα από την 1 Δεκεμβρίου ώστε να προλάβει να κάνει τον κύκλο της στις αίθουσες, με τον Κάμπερμπατς στον ρόλο του Φιλ, τον σωσία του Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν στον ρόλο του Τζορτζ και την ωραία Κίρστεν Ντανστ ως Ρόουζ. Η ταινία, όπως και το βιβλίο, σε πολλούς θα φανούν αργά, αδιάφορα και αλλόκοτα, λόγω του περιεχομένου αλλά η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για αριστοτεχνικές δημιουργίες με βάθος. Αντιγράφω εδώ το κείμενο που είχα γράψει στο «Διαβάζοντας» για να θυμάμαι ότι εκείνη η ανάγνωση μετράει ακόμα μέσα μου· σπάνιο, ομολογουμένως.

Εγώ σε λέω αγάπη

  Οι πιο συνηθισμένοι απατεώνες στην Ελλάδα συνήθως ενδύονται τους υδραυλικούς που ζητάνε 55 ευρώ για μια τρόμπα στο καζανάκι και δεν μπορείς και να τους πεις «Χέσε με ρε μάστορα» γιατί μετά πώς θα τραβήξεις καζανάκι; Στη λογοτεχνία από την άλλη, το να χαρακτηρίσεις για οποιονδήποτε λόγο τον Χέρμαν Μέλβιλ απάτη , το κάνεις μόνο αν εξυπηρετεί την πλοκή! «Γιατί οι πιο τερατώδεις απ’ όλους τους υποκριτές είναι αυτοί ακριβώς οι κερδοσκόποι: υποκριτές δι’ αντιστροφής της πραγματικότητας· υποκριτές στην παρουσίαση των πραγμάτων ως σκοτεινών αντί φωτεινών· ψυχές που ευημερούν χρησιμοποιώντας όχι τη δυστυχία, αλλά το μύθευμα της δυστυχίας· δάσκαλοι της αισχρής τέχνης τού να κατασκευάζεις δυστυχία· κίβδηλοι Ιερεμίες· νόθοι Ηράκλειτοι που, μόλις η πένθιμη μέρα περάσει, επιστρέφουν, σαν απατηλοί Λάζαροι ανάμεσα στους επαίτες, για να ευφρανθούν με τα κέρδη που απέκτησαν από τα προσποιητά έλκη της κεφαλής τους – φαύλοι κερδοσκόποι!» . Θα με αναγκάσετε να κατέβω πορεία στον Λευκό Πύργο όλοι εσείς πο

Γάτα είσαι

  Οι γάτες είναι υπέροχα πλάσματα και αν δεν είσαι επηρεασμένος από τον «Κυνόδοντα» του Λάνθιμου δύσκολα να μην σε γοητεύουν ή έστω να μην τραβούν την προσοχή σου. Μία από τις αγαπημένες μου συνήθειες είναι να παρατηρώ πώς συμπεριφέρονται οι γάτες. Τι γίνεται όμως αν και εκείνες παρακολουθούν με το ίδιο ενδιαφέρον την ανθρώπινη συμπεριφορά; Κάπως έτσι θα σκέφτηκε και ο Ιάπωνας Σόσεκι Νατσούμε και έγραψε ένα αξιαγάπητο βιβλίο· επιπροσθέτως έγραψε ένα από τα λίγα βιβλία που θα ήθελα να είχα γράψει εγώ. Χεστήκαμε τι θα ήθελες να γράψεις εσύ ρε Μαραμπού, και δίκιο έχετε, δεν αντιλέγω, απλώς σκέφτηκα να το αφήσω εδώ να υπάρχει. Γιατί πάντοτε με ενθουσίαζαν εκείνα τα λιγοστά βιβλία ανεπιτήδευτης σοφίας και γατίσιας συμπεριφοράς που συμπύκνωναν όλη την φιλοσοφία τους και την συγγραφική τεχνική τους σε φράσεις όπως η ακόλουθη: «Ορισμένες φορές επινοώ κάποιες ανοησίες και οι άνθρωποι τις παίρνουν στα σοβαρά, αυτό προκαλεί έναν αισθητικό ενθουσιασμό ακραίας κωμικότητας την οποία θεωρώ ενδιαφέρ

Dance with the Devil

  A long time ago in a galaxy (στην επαρχία) far, far away… όταν περνούσα την emo φάση μου και έκλαιγα χωρίς λόγο καθώς να καθάριζα κρεμμύδια είχα ανακαλύψει τυχαία ένα βιβλιαράκι που το αγόρασα με τα πρώτα λεφτά που είχα αποταμιεύσει σε ένα βιβλιάριο τραπέζης που είχε δεν είχε μέσα 30 δραχμαί. Εκείνο το βιβλίο ήτο κάποιου ψιλοάγνωστου Χόφμαν μεταφρασμένο υπό του σπουδαίου Καρυωτάκη – αργότερα, όταν οι ισορροπίες άλλαξαν εντός μου, κατάλαβα ότι ο Χόφμαν λειτούργησε κάπως σαν το… καρυωθραυστικό του ποιητή∙ ξέρω, ξέρω, πάγωσε η θάλασσα μέσα σας, μακάρι να βρείτε ένα βιβλίο να πέσει πάνω της σαν τσεκούρι – «το λογοπαίγνιο είναι ένα καυτό σίδερο για μπούκλες στο χέρι της τρέλας και με δαύτο λυγίζει τις σκέψεις» . Ο λόγος είναι ότι ο Χόφμαν αποδείχθηκε μια εξαίσια διαβολική μορφή της παγκόσμιας λογοτεχνίας και τα παιδιά του κυκλοφορούν ελεύθερα γύρω μας – ευτυχώς για αυτά, και για εμάς, είχε πάντοτε δουλειά, και μάλιστα σημαντική, να γράφει αριστουργήματα.

Του πολέμου / Στο άλογό μου

Τι γιορτάζουμε σήμερα; Το όχι, το ναι, το ίσως; Γιατί, ενώ όλοι ξέρουμε ότι το εθνικό φρόνημα σε ψηλώνει ως άνθρωπο, εξεγειρόμαστε τόσο πολύ όταν κάτι τέτοιο γίνεται και με τεχνητά μέσα, ας πούμε, με δεκάποντες γόβες; Γιατί μετά την παρέλαση όλοι πάμε και πίνουμε φρέντο εσπρέσσο, έναν τόσο χαρακτηριστικά ιταλικό καφέ; Τι θα συμβεί αν σε μία αντιπολιτευτική συνωμοσία όλοι συντονίσουν το... ένα στο δεξί; Το ένα στ' αριστερό αποκτά όντως βαρύνουσα σημασία όταν κυβερνά η Αριστερά, ή απλώς έχουμε συνηθίσει να το θεωρούμε ηθικό πλεονέκτημα της παρέλασης;

Τελειωμένοι

    Είμαστε γεννημένοι ο ένας για τον άλλον. Τέλος. Αυτά στην αρχή, βέβαια. Γιατί μετά, ανάθεμα την ώρα που βρέθηκες μπροστά μου. Αυτή η σχέση των σχέσεων όμως, μπορεί κάλλιστα να επεκταθεί και στα βιβλία. Μόνο που σε μένα λειτούργησε αντίστροφα· ανάθεμα την ώρα που βρέθηκε μπροστά μου, είπα για αυτό το βιβλίο, μου το δάνεισαν επειδή δεν άρεσε (ωραίο προμόσιον), ήθελα από την άλλη να δω και την ταινία του Κάουφμαν , ας πάει στα κομμάτια, θα το ξεκινήσω, με την σκέψη ήδη από την αρχή να βάλω ένα τέλος όταν δω ότι δεν τραβάει το πράγμα. Αλλά, γαμώτο, τραβούσε. Για ελάχιστους αναγνώστες αυτό θα είναι το βιβλίο της ζωής τους, σύμφωνοι. Κι όμως. «Είναι εντυπωσιακό. Όταν βλέπεις κάποιον με τους γονείς του, αποδεικνύεται απτά ότι όλοι είμαστε αποτέλεσμα σύνθεσης» . Όπως ακριβώς και τα αξιανάγνωστα βιβλία, τα συγγραφικά παιδιά των δημιουργών τους – ξεράστε με την ησυχία σας και ελάτε πίσω. Μείνετέ μου πιστοί! Σας αγαπώ !

Η μέθοδος του Κούντερα

  Σε κάποιες περισσότερο κιτς εποχές ένα παρόμοιο χαστούκι σαν εκείνο του Γουίλ Σμιθ είχε ταράξει τα νερά της κοινωνικής μας ζωής. Η Νατάσα Αθήνη είχε χαστουκίσει την Δήμητρα Λιάνη στην παρουσίαση του βιβλίου της «10 χρόνια και 54 μέρες» – βέβαια, τώρα που τα συζητάμε, μπορεί να έχουν περάσει κοντά 30 χρόνια. Μια επισήμανση που μου ήρθε μόλις: όλες οι βιβλιοπαρουσιάσεις είναι για σφαλιάρες∙ συγγραφείς μην πέφτετε σε αυτή την παγίδα, μακριά. Τέλος πάντων, όταν η Δήμητρα δεν έγραφε βιβλία, διάβαζε, λένε, Κούντερα. Τότε ήταν πολύ της μόδας. Κούντερα από εδώ, Κούντερα από εκεί, είχαν τρελαθεί όλοι. Ποιος είναι ρε αυτός ο Κούντερας; Ήταν τελικά ένα πιο λογοτεχνικό Nitro όπως νόμιζαν αρκετοί; Γιατί τόσα χρόνια τον αντιμετωπίζουμε με αβάσταχτη ελαφρότητα; «Γιατί άραγε θέλει να κάνει έρωτα μαζί μου; αναρωτιόταν πολύ συχνά, αλλά δεν έβρισκε απάντηση. Ένα μόνο ήξερε, πως οι σιωπηρές συνευρέσεις τους ήταν αναπόφευκτες, έτσι όπως είναι αναπόφευκτο να σταθεί προσοχή ένας πολίτης ακούγοντας τον εθν

Θα φάτε τα μούτρα σας

  Πού βαδίζει η λογοτεχνία; Όπου και όπως βάδιζε πάντα, ελεύθερη και ασυμβίβαστη, ασυνόδευτη και ασυνόρευτη , πριν έρθει ο (κακός μας) καιρός με την πρόφαση του υποστηρίγματος/«υποστήριξης» κάποιοι να της προσφέρουν τα δεκανίκια της πολιτικής ορθότητας που θα την καθιστούσαν έκτοτε αδιανόητα στάσιμη. «Αυτό που βλέπουμε το σκεφτόμαστε, κι έτσι τελικά δεν το βλέπουμε, λέει ο Όλερ, ενώ άλλοι βλέπουν αυτό που βλέπουν χωρίς πρόβλημα, επειδή δεν το σκέφτονται αυτό που βλέπουν. Αυτό που αποκαλούμε αντίληψη είναι για μας κατά βάση στασιμότητα, ακινησία, τίποτα. Τίποτα. Οτιδήποτε έχει συμβεί το έχουμε σκεφτεί, δεν το έχουμε δει, λέει ο Όλερ» . Είδα και απόειδα λοιπόν με το… φαινόμενο Φερνάντα Μελτσόρ και είπα ό,τι βρέξει ας κατεβάσει! Βαδίζοντας στην εποχή των τυφώνων.