Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Πώς πέρασες τη μέρα σου; - (1 π.μ.)

 
Το κεφάλαιο Εύμαιος είναι το πλέον συγκινητικό του Οδυσσέα. Τζόυς εναντίον Τζόυς! Μια σχέση όμως καθόλου συγκρουσιακή και δηλητηριώδης αλλά τρυφερή που λειαίνει τις διαφορές και συμπληρώνει τα δύο μέρη. Οι δύο εκδοχές του Τζόυς, Στέφανος και Μπλουμ, συναντώνται στο δέκατο έκτο κεφάλαιο του Οδυσσέα και σκιαγραφούν μπροστά στα μάτια μας το εσωτερικό πορτρέτο αυτού του μυθικού συγγραφέα. Ό,τι υπέροχο διαβάσαμε στην Βιογραφία του Έλμαν για την συναρπαστική ζωή του Τζέημς Τζόυς, εδώ παίρνει την λογοτεχνική θεία πνοή του. Ο Στέφανος, ο οποίος δικαιωματικά είχε αποκτήσει το προσωπικό του πορτραίτο λίγα χρόνια πριν, σε αυτό το κεφάλαιο παραμένει χαμηλών τόνων και εν πολλοίς σιωπηλός, δίνοντας φωνή στον γηραιότερο εαυτό, τον Λεοπόλδο Μπλουμ.
 
Μετά την έντονη νύχτα στο άντρο της Κίρκης, οι δύο άντρες βρίσκουν καταφύγιο στο Καταφύγιο του Αμαξά, ένα καπηλειό για τους ξενύχτηδες και τους απόκληρους. Εκεί ο Μπλουμ προσπαθεί να πείσει τον Στέφανο να πιει έναν καφέ και να φάει κάτι. Γρήγορα, γίνονται αντικείμενο παρατήρησης από τους υπόλοιπους πελάτες και ένας παράξενος ναυτικός τους πλησιάζει και αρχίζει να τους λέει ναυτικές ιστορίες. Οι ιστορίες του κινούνται δυσδιάκριτα ανάμεσα στην αλήθεια και το ψέμα, όμως όταν οι διηγήσεις φτάνουν στην Ισπανία, ο Μπλουμ δεν μπορεί παρά να ρωτήσει με ενδιαφέρον, Είδες τον βράχο του Γιβραλτάρ;, αναφερόμενος στην καταγωγή της γυναίκας του Μόλλυ.
 
Όταν η ατμόσφαιρα ζεσταίνει και οι δυο παράξενοι θαμώνες γίνονται αποδεκτοί από τους συνήθεις νυχτερινούς πελάτες, η συζήτηση μεταξύ Μπλουμ και Στέφανου αρχίζει να φουντώνει, με αφορμή την διακριτική είσοδο μιας πόρνης με σκοπό να ψαρέψει πελάτες. Ο Μπλουμ θεωρεί κίνηση θράσους την είσοδο της εξαθλιωμένης και άρρωστης πόρνης (χωρίς να αγνοεί το γεγονός ότι ίσως κάποιος άντρας την έφερε σε αυτό το σημείο), με τον Στέφανο να απαντά:
 

 
- Σ' αυτή τη χώρα οι άνθρωποι πουλάνε πολύ περισσότερα απ' όσα είχε ποτέ αυτή και κάνουν και χρυσές δουλειές. Μη φοβάσαι αυτούς που πουλάνε το σώμα αλλά δεν έχουν δύναμη να αγοράσουν την ψυχή. Αυτή είναι ένας κακός έμπορος. Αγοράζει ακριβά και πουλάει φθηνά.
 
Αμέσως ξεκινά μια διαμάχη περί ψυχής, η οποία καταλήγει στην σκέψη του Μπλουμ για το χάσμα γενεών ανάμεσα στους δύο συνομιλητές. Σε αυτό το ακανθώδες σημείο εντούτοις οι απόψεις του ζεύγους, καθώς βρίσκονταν στους αντίποδες από άποψη παιδείας και οτιδήποτε άλλο, με σημαντική διαφορά στην ηλικία, ήρθαν σε σύγκρουση. Εδώ, ο Τζόυς επιλέγει πλευρά, τάσσεται απερίφραστα υπέρ του Μπλουμ, της ώριμης εκδοχής, την στιγμή κιόλας που και ο ίδιος ο συγγραφέας ηλικιακά νιώθει πιο κοντά προς αυτόν. Αυτό φαίνεται και από την μονοπώληση της κουβέντας από τον Μπλουμ που παρουσιάζει σταθερά και με κάθε ευκαιρία την κοσμοθεωρία του, και παρά το μεθύσι του Στέφανου το οποίο θα μπορούσε να αποτελεί μια δικαιολογία για την σιωπή του. Όπως δείχνει και το προσχέδιο στην αρχή του βιβλίου, το πρώτο κεφάλαιο είχε την τεχνική της αφήγησης από την πλευρά του νεαρού αφηγητή ενώ το δέκατο έκτο από την πλευρά του ώριμου. Ο Στέφανος διατηρεί μια απαράμιλλη γοητεία ως χαρακτήρας του βιβλίου, όμως για τον Τζόυς μοιάζει να αποτελεί μια ρομαντική εικόνα του εαυτού του την οποία έχει αφήσει πια στο παρελθόν.
 
Στο καπηλειό δεν αργούν να αναπτύξουν και πολιτικά θέματα. Ο ιδιοκτήτης του Καταφυγίου είναι ή υποτίθεται ότι είναι ο διαβόητος Κατσικογδάρτης της εθνικιστικής ομάδας οι Ανίκητοι που δολοφόνησε Άγγλους αξιωματούχους στο Πάρκο του Φοίνικα στο Δουβλίνο. Καθώς η συζήτηση περιστρέφεται γύρω από την Ιρλανδία και την Αγγλία, ο Κατσικογδάρτης λέει, Αλλά η μέρα της απόδοσης λογαριασμού, (...) ήταν επικείμενη για την τρανή Αγγλία, παρά τη δύναμή της του άνομου κέρδους λόγω των εγκλημάτων της. Θα υπάρξει μια πτώση και θα είναι η μεγαλύτερη πτώση στην ιστορία. Είναι σχεδόν αδύνατο να μην φέρεις στο μυαλό σου το πρόσφατο Brexit, διαβάζοντας την παραπάνω φράση. Η πορεία της συζήτησης κάνει τον Μπλουμ να θυμηθεί και να πει του Στέφανου, για την προσβολή του πολίτη και πώς εκείνος την απέκρουσε λέγοντας πως και ο Θεός, ο Χριστός, είναι εβραίος. Με την αφορμή αυτή, ο Τζόυς παρουσιάζει ξανά, πιο φανερά από κάθε άλλη φορά, όλη την ουσία του βιβλίου, όλη την γοητεία του σύγχρονου Οδυσσέα του:
 
[...] Είναι δύσκολο να τεθούν σκληροί και σταθεροί κανόνες για το σωστό ή το λάθος, όμως χώρος για βελτίωση σίγουρα υπάρχει αν και κάθε χώρα, συμπεριλαμβανομένης και της βασανισμένης δικής μας, έχει την κυβέρνηση που της αξίζει. Αλλά με λίγη καλή θέληση απ' όλες τις μεριές. Είναι πολύ ωραίο να καμαρώνεις για αμοιβαία υπεροχή αλλά τι γίνεται με την αμοιβαία ισότητα; Απεχθάνομαι τη βία και τη μισαλλοδοξία οποιουδήποτε σχήματος και μορφής. Ποτέ δεν οδηγεί πουθενά ούτε σταματά τίποτα. Μια επανάσταση πρέπει να γίνει με δόσεις. Είναι αδιαμφισβήτητος παραλογισμός καταπώς φαίνεται να μισείς ανθρώπους επειδή ζουν από την άλλη μεριά του δρόμου και μιλούν μια άλλη ντοπιολαλιά, στο διπλανό σπίτι ούτως ειπείν.
 
Είναι αστείο και συνάμα συγκινητικό το παιχνίδισμα που κάνει ο Τζόυς με τις δύο εκδοχές. Βάζει τον Μπλουμ να κάνει τρυφερές σκέψεις για τον νεαρό και πολλά υποσχόμενο Στέφανο (Έχετε κάθε δικαίωμα να ζήσετε με την πένα σας σε αναζήτηση της φιλοσοφίας σας όπως έχει και ένας χωρικός. Γιατί; Και οι δυο ανήκετε στην Ιρλανδία, το μυαλό και η σωματική ρώμη, το καθένα είναι εξίσου σπουδαίο), χωρίς ωστόσο ο υπερόπτης και αδιάλλακτος νεαρός να μην απαντήσει για ακόμα μια φορά (...η Ιρλανδία είναι σπουδαία επειδη αυτή ανήκει σε μένα). Να ελπίζει ότι ο άστατος χαρακτήρας του δε θα σταθεί εμπόδιο στην καλλιτεχνική του πορεία (...παρ' όλα αυτά, έφερε στο μυαλό του περιπτώσεις καλλιεργημένων ανθρώπων λαμπρά υποσχόμενων που μαράθηκαν στο μπουμπούκιασμα από πρώιμο σάπισμα και κανείς άλλος δεν φταίει παρά αυτοί οι ίδιοι). Ή να τον φαντάζεται ότι διαπρέπει στην μουσική (Ένα ξεκίνημα όλο κι όλο ήταν αυτό που χρειαζόταν. Επειδή ήταν σχεδόν σίγουρος πως αυτός είχε τη φωνή του πατέρα του για να στηρίξει τις ελπίδες του...). Δηλαδή, όπως ο ίδιος ο Τζόυς που αν δεν γινόταν τελικά ένας σπουδαίος συγγραφέας θα γινόταν σίγουρα ένας σπουδαίος τενόρος! Όλη αυτή η αλυσίδα των σκέψεων συμπνυκνώνεται εντυπωσιακά σε μία συνισταμένη (Αν και δεν συμφωνούσαν σε όλα, υπήρχε μια ορισμένη αναλογία σαν ο νους και των δυο τους να ταξίδευε, ούτως ειπείν, στο ίδιο τρένο σκέψης) που εκτός από το ειρωνικό κλείσιμο του ματιού (αφού το άλλο είχε καλύπτρα!) του ίδιου του Τζόυς για τις δύο εκδοχές του, αποτελεί επίσης και μια όμορφη μεταφορά (μιας και μιλάμε για τρένο!) από την νεότητα στην ωριμότητα. 
 
Από άποψη τεχνικής το κεφάλαιο Εύμαιος εντυπωσιάζει με την ευρηματικότητά του, όπως και κάθε άλλο κεφάλαιο που επιχείρησε να γράψει ο Τζόυς. Βρισκόμαστε στη μία η ώρα μετά τα μεσάνυχτα σε έναν χώρο μεθυσμένων ξενύχτηδων. Η γλώσσα λοιπόν, προσλαμβάνει νυσταλέα χαρακτηριστικά, σαν να προσπαθείς να συνομιλήσεις με την παρέα σου, ύστερα από ένα εξαντλητικά διασκεδαστικό βράδυ. Η αφήγηση πλατειάζει λίγο προσπαθώντας να κυκλώσει τα νοήματά της και η σύνταξη παλινδρομεί κουρασμένη σέρνοντας τα λεκτικά βήματά της. Συχνά σκέφτομαι αυτές τις ελευθερίες που έπαιρνε ο Τζόυς με την γλώσσα. Ένας εκδότης ή επιμελητής κειμένων ίσως να διόρθωνε έναν συγγραφέα που σκιαγράφησε έναν άνθρωπο της νύχτας να μιλάει σαν άγιος, ή θα δεχόταν με επιφύλαξη έναν μεθυσμένο χαρακτήρα βιβλίου να μιλάει με μπερδεμένα λόγια. Σχεδόν σίγουρα όμως, δεν θα δεχόταν ένα κεφάλαιο να μιλάει με μεθυσμένη κουρασμένη γλώσσα! Ίσως να κάνω λάθος, αλλά ο Μπέντζι δε θα έβρισκε εύκολα φωνή στην σύγχρονη λογοτεχνία! Τώρα πια, οι εκδότες παρασυρόμενοι από τους ανυπόμονους αναγνώστες, δυσανασχετούν σε τέτοιες λεκτικές κατασκευές και τις θεωρούν απλώς κακότεχνες που δύσκολα θα πάρουν άδεια οικοδόμησης. Βέβαια, ο Τζόυς είναι μια μεγαλοφυία (όπως και ο Φώκνερ που μνημονεύω παραπάνω) και η γλώσσα του είναι τόσο καλοδουλεμένη που δεν μπορείς παρά να την αποδεχθείς ως έχει.
 
Ο Μπλουμ αποφασίζει να φιλοξενήσει τον Στέφανο στο σπίτι του και οι δυο τραβούν αγκαλιασμένοι, τραγουδώντας και συζητώντας προς την οδό Εκκλς. Στην αρχή του κεφαλαίου ο Μπλουμ τον είχε ρωτήσει:
 
Δεν θέλω να σας πιέσω στο παραμικρό, αλλά γιατί φύγατε από το πατρικό σας σπίτι;
- Για να αναζητήσω κακοτυχία, ήταν η απάντηση του Στέφανου.
 
Τώρα, καθώς ο Στέφανος κινείται προς το «πνευματικό» του πατρικό, ο Μπλουμ ίσως πιστεύει για εκείνον ότι μπορεί να του προσφέρει ένα μερίδιο καλοτυχίας το οποίο σίγουρα και αξίζει.

Σχόλια

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

En passant

  Το «Αν πασάν» είναι ένας σκακιστικός κανόνας, περιθωριακός και άγνωστος αλλά ιδιαιτέρως αποτελεσματικός και σημαντικός. Στις αρχικές τους κινήσεις, τα πιόνια έχουν το δικαίωμα να κινηθούν ένα ή δύο τετράγωνα μπροστά. Αν επιλέξουν να κινηθούν δύο τετράγωνα μπροστά και ένα αντίπαλο πιόνι βρίσκεται σε τέτοια θέση ώστε να μπορούσε να το αιχμαλωτίσει αν το πιόνι που κινήθηκε δυο τετράγωνα αποφάσιζε να κινηθεί μόνο ένα, τότε, έχει το δικαίωμα να το αιχμαλωτίσει και σε αυτή την περίπτωση που κάνει δύο βήματα. Έχουμε δηλαδή, αν πασάν... αιχμαλωσία εν τη διελεύσει. Είναι δυσνόητο στην περιγραφή αλλά αρκετά ξεκάθαρο στην πράξη. Βέβαια, όταν είσαι αρχάριος σκακιστής και το συναντήσεις πρώτη φορά σε ηλεκτρονική παρτίδα, τότε πείθεσαι ότι κάποιο «bug» έχει η ιστοσελίδα, ότι σε χακάρανε ή ότι άρπαξες όλες τις ιώσεις του κυβερνοχώρου. Τα βιβλία του Ναμπόκοφ, μου προσφέρουν την ισχυρή εντύπωση ότι αποτελούν ένα συνεχές λογοτεχνικό en passant, σε αιχμαλωτίζουν εν τη διελεύσει.

Το Δώρο

Θα μπορούσε ο Στέφανος Ξενάκης να είναι ο Στέφανος Δαίδαλος του σήμερα; Ή να το αλλάξω κάπως για να ’χουμε καλό ρώτημα: θα μπορούσε ο Τζέημς Τζόυς (μαζί και οι όποιες καλλιτεχνικές μεταμορφώσεις του) να γίνει ένας motivational speaker της σημερινής εποχής; Κανείς πλέον (αν υποθέσουμε ότι μπορούσε κάποτε) δεν διαβάζει τον «Οδυσσέα». Δεν μπορεί να αντέξει ότι αυτό το βιβλίο τον περιγράφει, ακόμα και σήμερα ή και περισσότερο σήμερα, τόσο καλά παρά την μοναδικότητα του κάθε ανθρώπου. Του αφιερώνει μία μέρα τον χρόνο, την σημερινή (παρόλο που άλλαξε η μέρα, το blogger έμεινε σταθερά πίσω!), και μετά τον στέλνει αδιάβαστο. Αν κάποιος όμως του σερβίρει για πρωινό όμορφες φράσεις με γαρνιτ ούρα υπέροχα σκίτσα, τότε μπορεί να νιώσει στιγμιαία χαρά και να βελάζει σαν ανέφελο πρόβατο στα λιβάδια του χρόνου. 

Αποδοχή cookies

«Ευτυχώς, αν θέλει κάποιος να βρει μεστές απόψεις για καλά βιβλία, υπάρχουν ήδη πολύ αξιόλογα βιβλιοφιλικά μπλογκ, όπως το κορυφαίο, του Librofilo ή το αγαπημένο του, του Μαραμπού» . Να ξέρετε ότι όταν μου δίνουν γλυκό, έστω και σε μορφή βιβλίου, το αποδέχομαι αμέσως. Επίσης, να ξέρετε ότι ενίοτε μπορεί να γράφω για βιβλία που δεν έχω διαβάσει, όλοι το κάνουμε αυτό, απλώς οι περισσότεροι εντελώς αποτυχημένα, αλλά ποτέ δεν γράφω για βιβλίο που δεν μου άρεσε προφασιζόμενος το αντίστροφο∙ όλοι το κάνετε και αυτό, απλώς οι περισσότεροι εντελώς αποτυχημένα. Το βιβλίο είναι δώρο της συγγραφέα, καλής διαδικτυακής φίλης, και η άποψή μου για αυτό ολότελα υποκειμενική – ξέρω, απανωτά σοκ! – και ουδεμία σχέση έχει με την αντικειμενική κριτική που από καιρό θα έπρεπε να γίνει αντικείμενο κριτικής, τουλάχιστον στην Ελλάδα. Από το να μασήσω τα λόγια μου, θα προτιμήσω τα μπισκότα. «Όχι πως δεν ήταν επηρεασμένος και από το ιστολόγιο «Πιπέρι και σπασμένες γραμμές» με τις λαχταριστές αναρτήσεις σχετικά ...

Kinds of kindness

Τα περισσότερα μαγαζιά έχουν ήδη στολίσει με ελλειμματικό γούστο, οι κουραμπιέδες άρχισαν να ανταγωνίζονται τα μελομακάρονα – και τα δυο μαζί την Dubai chocolate –, η Black Friday με τις ασυναγώνιστες τιμές της θα κοντράρει στα ίσα την αληθινή ύπαρξη του ΑΙ Βασίλη, ο καιρός προσπαθεί να τα βρει με τον απορυθμισμένο θερμοστάτη του και γενικά είμαστε μια ωραία ατμόσφαιρα είμαστε. Και μέσα σε όλα αυτά, οι δημοσιογράφοι, οι αθλητές, η εκκλησία, τα ιδρύματα, οι πολιτικοί (που είναι για τα ιδρύματα) θα δείξουν το καλοσυνάτο πρόσωπό τους στους ταλαίπωρους ετούτου του κόσμου. Και μην ξεχνάμε, ότι κυρίως τα Χριστούγεννα είναι για τα παιδιά – και για όλα εκείνα που γιόρταζε η πρόσφατη «Παγκόσμια Ημέρα κατά της Κακοποίησης των παιδιών». «Πάντοτε, τα Χριστούγεννα έβγαζαν στους ανθρώπους τον καλύτερο αλλά και τον χειρότερο εαυτό τους».    

Ασκήσεις μνήμης

  Τις ασκήσεις ύφους τις κατέκτησε σε βαθμό που λίγοι συγγραφείς φτάνουν , με τις ασκήσεις μνήμης όμως κανείς άνθρωπος δεν τα βγάζει εύκολα πέρα. Όλοι μας γράφουμε autofiction από 8 χρονών – Περιγράψτε μας τα πιο ωραία σας Χριστούγεννα – τα νεύρα μου! Το autofiction πλέον μοιάζει να είναι ένας ευφημισμός για να αποδεχόμαστε κάποιες συγγραφικές μετριότητες ως κάτι παραπάνω από αυτό που είναι. Είναι προσβολή να θεωρείς ότι ο Τζόυς ή ο Σελίν (που επιτέλους σε λίγες μέρες θα εκδοθεί το «Θάνατος επί πιστώσει»∙ Γκάλοπ: ποιο άργησε περισσότερο; Το Μετρό Θεσσαλονίκης ή το βιβλίο του Σελίν;) έγραψαν autofiction. Το ίδιο ισχύει και για τον Καλβίνο στη συγκεκριμένη συλλογή. Δεν θα ξεχάσουμε και αυτά που ξέρουμε! «Μόνο πετώντας πράγματα μπορώ να βεβαιωθώ πως ακόμα δεν έχει πεταχτεί κάτι από μένα, κάτι που ίσως να μην είναι ούτε και θα είναι για πέταμα» .  

Βαρύ περιστατικό

Συγγραφείς με χιούμορ δεν χαίρουν ιδιαίτερης εκτίμησης, θεωρώ, από το αναγνωστικό κοινό. Ποιος ξέρει πόσα ελαττώματα πασχίζει να κρύψει πίσω από αυτό, θα σκέφτονται, και δεν μπορεί, κάποιο ελάττωμα θα έχει να κάνει σίγουρα και με την συγγραφή. Επίσης το χιούμορ αξιώνει ευφυΐα και το κοινό δεν θέλει να περνιέται για ηλίθιο. Ο Άμπροουζ Μπιρς με τις διάσημες σατιρικές ιστορίες του και τα σκωπτικά λήμματα θα μπορούσε να θεωρηθεί ένας τέτοιος∙ καλός για να χαμογελάμε πού και πού, μας κάνει ενίοτε και τον έξυπνο, αλλά δεν πειράζει, καλή καρδιά. Ίσως να ήταν έτσι – αν και δεν συμμερίζομαι καθόλου αυτή την άποψη – αν δεν έγραφε τα διηγήματα από τις εμπειρίες του στον Αμερικανικό Εμφύλιο. Σκλάβος του για πάντα!    

The Elephant Man

Υπάρχει ένας ελέφαντας στο δωμάτιο – όχι ρε, δεν εννοώ εσάς, φάτε ελεύθερα όσο θέλετε! – και αυτός δεν είναι άλλος από τον ίδιο τον άνθρωπο. Οξύμωρο, καταλαβαίνω, αλλά στο περίκλειστο δωμάτιο που είναι ο κόσμος ολάκερος, αν θες να παραμένεις ανθρώπινος πρέπει να έχεις καρφωμένα τα μάτια σου στον ελέφαντα. «–Είναι επειδή, με τον τρόπο που ο κερατάς σου παρουσιάζει τα πράγματα, παραέδινε την εντύπωση ότι έφτυνε κατάμουτρα το είδος για το οποίο πέθανε ο Κύριός μας. Δεν είχες την αίσθηση ότι υπέγραφες υπέρ των ελεφάντων αλλά εναντίον των ανθρώπων» . Διαβάζω το βιβλίο του Ρομαίν Γκαρύ περίπου από τον Ιούλιο, κυρίως επειδή τα μεγάλα βιβλία τα διαβάζω τραπεζίως , δηλαδή ανάμεσα σε άλλα μικρότερα αναγνωστικά γεύματα (και τις τελευταίες μέρες και κυριολεκτικά)∙ αλλά αυτό δεν με ενοχλεί καθόλου γιατί υπήρξε ένα από τα καλύτερα βιβλία που διάβασα τα πολλά τελευταία χρόνια, και αν δεν ανανέωσε την πίστη μου στον άνθρωπο, τουλάχιστον ανανέωσε εκείνη στο μυθιστόρημα: «ο καθείς και οι ελέφαντές του, ...

100% cotton

Μπορεί τον τελευταίο χρόνο να δουλεύω στον τριτογενή τομέα παραγωγής και συγκεκριμένα σε στεγνοκαθαριστήριο – φροντίζοντας να μην τα κάνω μούσκεμα με τα ρούχα… ενώ τα κάνω μούσκεμα! – και να χαζεύω στα ταμπελάκια τι ποσοστό επί τοις εκατό βαμβάκι περιέχουν – πολυεστέρα, κερδάμε! – αλλά υπήρξαν σκληρές εποχές που δεν βελτιώθηκαν και ιδιαίτερα για πολλούς ανθρώπους, που για 100% βαμβάκι πληρωνόσουν ένα υποπολλαπλάσιό του και θα έπρεπε να λες και ευχαριστώ από πάνω. «Η αχαριστία αποτελεί συστατικό στοιχείο του χαρακτήρα των ανθρώπων σε τέτοιο βαθμό, που είναι προτιμότερο να τη θεωρεί κανείς προκαταβολικά δεδομένη και να μη στενοχωριέται» . Εδώ το ίδιο σου το πλυντήριο δεν είναι αξιόπιστο (στους χρόνους) και δεν λέει την αλήθεια, γιατί περιμένεις να το κάνουν οι άνθρωποι;

Το κτίσμα

  Τώρα που έφτασε αισίως 46 Αυγούστου και χειμώνιασε για τα καλά, ποιος δε θα ήθελε να διαβάσει μία καλή ιστορία δίπλα στο τζάκι! Τι γίνεται όμως αν το τζάκι, και συγκεκριμένα η καμινάδα, είναι το θέμα της ίδιας της ιστορίας; Μην σας παγώνει αυτό, γιατί την ιστορία την έγραψε ο Χέρμαν Μέλβιλ και τίποτα δεν μπορεί να πάει στραβά όταν συμβαίνει αυτό. Η λογοτεχνία του είναι πάντα πρόσφορη σε αναλύσεις που θεωρητικά θα βελτίωναν την κατανόηση που κρύβεται βαθιά στα θεμέλια κάθε έργου του, αλλά ταυτόχρονα ίσως θα κατέστρεφε τα οφέλη που υπάρχουν στα υψηλότερα διανοητικά πατώματα, απόρροια της μαγευτικής του αρχιτεκτονικής γραφής – «Ή, μάλλον, αυτή η ίδια δίνει απαντήσεις ασταμάτητα, ασταμάτητα ταλανίζοντάς με μ’ αυτή την τρομερή της ζέση για βελτίωση, η οποία δεν είναι παρά μια ελαφρότερη απόδοση της λέξης καταστροφή».

Σαν ναυαγοί, σαν ροβινσώνες

Ο βιασμός ενός βιβλίου και ενός συγγραφέα γίνεται με τις διασκευές . Συγγραφείς μεγάλου βεληνεκούς και εξαιρετικού κύρους όπως ο Ντάνιελ Ντιφόου, ο Ρόμπερτ Στήβενσον, ο Ιούλιος Βερν και ο Τζόναθαν Σουίφτ (με την ευκαιρία, να ξαναπώ ότι «Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ» είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία. Δεν είναι απλώς ένα από τα καλύτερα βιβλία του είδους· ή του 18ου αιώνα· ή της αγγλοσαξονικής λογοτεχνίας. Πέρα από κάθε είδους περιορισμό, τροπικό, χρονικό ή χωρικό, το βιβλίο του Σουίφτ είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία που έχουν γραφτεί επί γης) αντιμετωπίζονται από το αναγνωστικό συγγραφικό φαντασιακό σαν μικρομέγαλοι συγγγραφίσκοι που είχαν κόλλημα με την παιδική ηλικία και ανακλύκλωναν απλοϊκές ιστορίες που δεν πρέπει να διαβάζονται μετά τα δώδεκα – λες και το να είσαι παιδί είναι ιδιότητα μόνο ενός παιδιού. Κούνια που σας κούναγε!