Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Πώς πέρασες τη μέρα σου; - (10 π.μ.)

 
Ο Μπλουμ πηγαίνει στο ταχυδρομείο για να ρωτήσει αν έχει κάποιο γράμμα δίνοντας μια κάρτα με ένα όνομα διαφορετικό από το δικό του: Χένρυ Φλάουερ. Αυτή την κάρτα την κρατάει κρυφή στο εσωτερικό του καπέλου του, κάτι που ήδη μας μισοφανερώθηκε από το προηγούμενο κεφάλαιο. Κρυφοκοίταξε γρήγορα στο μέσα μέρος της δερμάτινης κορδέλας. Άσπρο απόκομμα χαρτιού. Απολύτως ασφαλές. Στο κεφάλαιο «Λωτοφάγοι» ο Τζόυς θυμάται, ανασκευάζει και μυθοποιεί την σύντομη ερωτική σχέση που είχε με την Μάρθα Φλάισμαν από τα τέλη του 1918 έως τον Μάρτιο του 1919.
 
Η Μάρτε δεν εργαζόταν. Περνούσε τον καιρό της καπνίζοντας, διαβάζοντας ρομαντικά μυθιστορήματα και το μόνο που την απασχολούσε ήταν τα λούσα. Ήταν ματαιόδοξη και ήθελε να κάνει την σνομπ. Μόλις πήρε είδηση ότι ο Τζόυς ήταν κατά μία έννοια μία σημαντική προσωπικότητα, έσπευσε να του γράψει, οπότε άρχισε μια αλληλογραφία που κρατήθηκε μυστική τόσο από τη Νόρα όσο και από τον Χίλτπολντ. Η στάση του Τζόυς απέναντι στη Μάρθα είχε όλα τα χαρακτηριστικά της ρομαντικής παράδοσης, με μια περίεργη και αποκαλυπτική εξαίρεση: τα γράμματα που της έστελνε τα υπέγραφε με ελληνικό ε αντί για το λατινικό e στο όνομα James Joyce. Είναι μάλλον απίθανο να είχε σκεφθεί ότι αυτή η ελάχιστη γραφική αλλαγή θα μπορούσε να του φανει χρήσιμη σε επίσημη δικαστική εξέταση του γραφικού του χαρακτήρα. Μάλλον δεν σήμαινε τίποτα περισσότερο από το ότι κρατούσε ένα κομμάτι του εαυτού του σ' αυτήν την αλληλογραφία, διασκεδάζοντας ταυτόχρονα με την ίδια του την ανοησία.
 
Το γράμμα της Μάρθας είναι μια ερωτική απαίτηση να βρεθούν επιτέλους από κοντά.
 
[...] Δεν είσαι ευτυχισμένος στο σπίτι σου μικρό άτακτο παιδί; Μακάρι να μπορούσα να κάνω κάτι για σένα. (...) Αγαπητέ Χένρυ, πότε θα συναντηθούμε; Δεν έχεις ιδέα πόσο συχνά σε σκέφτομαι. (...) Λοιπόν, τώρα ξέρεις τι θα σου κάνω, άτακτο αγόρι, αν δεν γράψεις. Αχ πόσο λαχταρώ να σε συναντήσω. (...) ΥΓ. Πες μου ποιο άρωμα φοράει η γυναίκα σου. Θέλω να ξέρω
 

 
Σύμφωνα με τον Ρίτσαρντ Έλμαν, η σχέση του Τζόυς με την Μάρθα Φλάισμαν μάλλον έμεινε σε πλατωνικό επίπεδο. Άλλωστε στη μετέπειτα ζωή της πάντα εξωράιζε την σχέση με τον Τζόυς παρουσιάζοντάς την σαν eine Platonische Liebe. Η παράλληλη σχέση του Μπλουμ με την Μάρθα Κλίφορντ αφήνει επίσης να εννοηθεί ότι αυτή η Ναυσικά προτιμούσε μάλλον να διεγείρει παρά να ανταποδίδει τον πόθο.
 
Οι σκέψεις του Λεοπόλδου Μπλουμ πάνω στο γράμμα της Μάρθας (Άτακτο αγόρι· τιμωρία· φοβάται τις λέξεις, φυσικά.) τον οδηγούν σε μακρινούς νοητικούς δρόμους ενώ τα βήματά του τον οδηγούν έξω από την εκκλησία των Αγίων Πάντων. Μόλις ο Μπλουμ περνάει το κατώφλι της εκκλησίας, ξαναθυμάμαι γιατί ο Τζόυς είναι ένας συγγραφέας που έχει επηρέασει αποφασιστικά την σκέψη μου! Η Εκκλησία διαχρονικά ενσαρκώνει μία πανίσχυρη εξουσία, κυρίως πνευματική – τα οικονομικά οφέλη έπονται και συνήθως είναι αποτέλεσμα της πνευματικής αποχαύνωσης πολλών πιστών... χορηγών της! Θέλει πολύ θάρρος να τα βάλεις με μια τέτοια θεοφοβούμενη παρακμή. Ο Τζόυς μπορεί να χρειάστηκε να αυτοεξοριστεί για να καταφέρει να πολεμήσει την Καθολική Εκκλησία αλλά αυτό δεν στερεί τίποτα από την λαμπρότητα της επιτυχίας του. Ο Μπλουμ μπαίνει στην εκκλησία να παρακολουθήσει την λειτουργία και αφήνεται να παρασυρθεί από τις βλάσφημες σκέψεις που αισθάνεσαι ότι του προσφέρουν μία χαλαρωτική ικανοποίηση. Σε ένα εντυπωσιακό απόσπασμα ο Τζόυς σεξουαλικοποιεί το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας:
 
Ο παπάς περνούσε μπροστά τους μουρμουρίζοντας, κρατώντας το πράμα στα χέρια του. Σταματούσε σε καθεμία, έβγαζε μια όστια, τίναζε μια σταγόνα ή δύο (είναι μέσα σε νερό;) και την έβαζε νοικοκυρεμένα μέσα στο στόμα της.
 
Στις σελίδες όπου περιγράφεται η σύντομη παρακολουθηση της Θείας Λειτουργίας από τον Μπλουμ, ο Τζόυς μας φανερώνει σε όλο το μεγαλείο της συγγραφικής του δεινότητας, λογοπαίγνια και μεταφορές του λόγου που επαναφέρουν την πίστη μας στον ανθρώπινο λόγο (που κρύβει κάτι θεϊκό) έναντι του θεϊκού (που δεν κρύβει τίποτε ανθρώπινο). Πρώτοι κοινωνοί. Παγωτό χωνάκι μια πένα η μπάλα. Ο Ανευλαβής μας διαφωτίζει, Hokypoky: απάτη, τσαρλατανισμός (επίσης και παγωτό χωνάκι). Παραφθορά του λατινικού «hoc est corpus: τούτο εστί το σώμα μου».
 
Και συνεχίζει, βάζοντας τον Μπλουμ να στοχάζεται πάνω στις γνωστές ονομασίες του Ιησού (Ι.N.R.I. - Iesus Nazarenus Rex Iudaeorum και I.H.S. - Iesus Hominom Salavator) που εμφανίζονται σε διάφορα σημεία της εκκλησίας, δίνοντας μια άλλη, πιο ανθρώπινη νότα στα αρκτικόλεξα. Η Μόλλυ μου το είπε κάποτε όταν την ρώτησα. Έχω αμαρτήσει (I Have Sinned)· ή όχι: έχω υποφέρει (I Have Suffered). Και το άλλο: Σιδερένια καρφιά μπήκαν μέσα (Iron Nails Ran In). Να σημειωθεί εδώ ότι ο Τζόυς συχνά ταύτιζε τον εαυτό του με τον Χριστό, ως ένας άνθρωπος που προδόθηκε και υπέφερε από τους συμπατριώτες του. Επίσης, η «αμαρτία» του Τζόυς είναι ότι απαρνήθηκε την Καθολική Εκκλησία για χάρη της τέχνης του.
 
Ας φύγουμε όμως και μεις από την εκκλησία με τον απαράμιλλο τρόπο του Μπλουμ. Καλύτερα να του δίνω. Αδελφός πορτοφολάς. Θα γυρίσει με τον δίσκο ίσως. Ο Μπλουμ φεύγει από την εκκλησία και περνάει από ένα φαρμακείο για να αγοράσει μία λοσιόν για τη Μόλλυ. Εκεί, παρασύρεται από τις ερεθιστικές μυρωδιές και αγοράζει και ένα σαπούνι γλυκό κερί λεμονιού. Έχει αποφασίσει να κάνει ένα χαλαρωτικό μπάνιο στο τούρκικο χαμάμ πριν την κηδεία. Μετά αισθάνεσαι φρέσκος όλη μέρα. Η κηδεία είναι μάλλον κατηφής. Έχει πεθάνει ο φίλος του Ντίγκναμ, κάτι που πρωτομάθαμε στο προηγούμενο κεφάλαιο – σε αυτό το κεφάλαιο, ο Μπλουμ συναντά στον δρόμο μερικούς από τους φίλους/γνωστούς του Ντίγκναμ και έτσι μαθαίνουμε περισσότερα για τον νεκρό (ή μάλλον μαθαίνουμε λιγότερα, καθώς όπως συμβαίνει και στην καθημερινή ζωή, όταν κάποιος μιλάει για έναν νεκρό που γνώριζε καταλήγει να μιλάει για τον εαυτό του!). Η κηδεία στην πλήρη εξέλιξή της θα μας απασχολήσει στο επόμενο κεφάλαιο που φέρει και τον δυσερμήνευτο(!) τίτλο, «Άδης».
 

 
Όπου και αν πηγαίνει ο Μπλουμ κρατά μια ημερήσια εφημερίδα την οποία χρησιμοποιεί ποικιλοτρόπως: κρύβει μέσα της το γράμμα της Μάρθας, την τυλίγει ρολό και την χτυπάει ρυθμικά καθώς περπατάει, την δανείζει σε έναν γνωστό του για να δει τις ιπποδρομίες, φτιάχνει με αυτήν ένα πακέτο για το σαπούνι που αγόρασε. Ο αναγνώστης δεν μπορεί να την ξεχάσει, σιγά σιγά αισθάνεται ότι την κρατάει και ο ίδιος. Είναι η αρχή αυτού που υποψιαζόσουν ότι αργά ή γρήγορα θα συμβεί – δεν διαβάζεις για μια περιπλάνηση, γίνεσαι ο ίδιος περιπλανώμενος! Τουλάχιστον εγώ, μέσα από αυτό το τέχνασμα της εφημερίδας, συνειδητοποίησα ξεκάθαρα ότι δεν προσπαθώ να χωρέσω τον Μπλουμ μέσα μου, αλλά να χωρέσω εγώ μέσα στον Μπλουμ.
 
Το κεφάλαιο «Λωτοφάγοι» είναι το προσωπικό μου αγαπημένο. Ξέρω ότι υπάρχουν πιο ενδιαφέροντα από αυτό, πιο λογοτεχνικά, πιο εμβληματικά, πιο αριστουργηματικά. Όμως δεν αλλάζω γνώμη, και μην επιμένετε γιατί θα σας κατακεφαλιάσω με την εφημερίδα που κρατάω στο χέρι!

Σχόλια

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

Ποίηση χωρίς τέλος

  Αυτή η χρονιά θα ξεκινήσει ακριβώς όπως τελείωσε: με ποίηση. Συλλεκτική ανάρτηση, σπάνια θα ξαναδιαβάσετε τέτοια. Σπάω την παράδοση (και το ρόδι)! Ακόμα σπανιότερα εντυπωσιάζομαι από ποιητές και ποιήματα. Δεν με συγκινεί η συμπύκνωση του λόγου όταν του λείπει ένα είδος «φλυαρίας» – ψάχνω ποιήματα που είναι αμετροεπή με έναν δικό τους τρόπο και ταυτόχρονα στοχευμένα και ουσιώδη. Ποιήματα που δεν πολυπαίρνουν στα σοβαρά τον εαυτό τους καθώς τσαλαβουτούν χαρούμενα στον χυλό της ειρωνείας. Ποιήματα που, απ' ό,τι σωστά αντιλαμβάνεστε, δεν γράφει η πλειοψηφία των ποιητών. Με δυο λόγια, κυνηγώ το ανέφικτο. Αλλά, αυτό δεν κυνηγάμε όλοι στην έναρξη κάθε χρονιάς; Το φλουρί μου για φέτος – λίρα εκατό – ήταν η Βισουάβα ή Βισλάβα ή όπως αλλιώς, Σιμπόρσκα. Η παλιά ποίηση, η ορθόδοξη, είναι Εδώ!

Με ανώμαλους δεν μιλάω

  Ανωμαλία είναι να μην μπορεί μια γυναίκα να κυκλοφορεί άφοβα στους δρόμους, ανωμαλία είναι να πιστεύεις ότι τα εμβόλια σκοπό έχουν να προκαλέσουν περισσότερο κακό από ό,τι καλό, ανωμαλία είναι να νομίζεις ότι η λογοτεχνία σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, ανωμαλία είναι ακόμα το προφιτερόλ να έχει μόνο ένα σουδάκι μέσα, ανωμαλία είναι και ότι ο «Πατάκης» εξακολουθεί να μην εκδίδει Χέρμαν Μέλβιλ. Και πόσες ακόμα ανωμαλίες! Με τελευταία εκείνη του Ερβέ Λε Τελιέ, ενός συγγραφέα που αγάπησα οριστικά από ένα και μόνο βιβλίο του που είχα διαβάσει κάποτε, το «Όλα τα μανιτάρια τρώγονται», η ουλιπιανή έμπνευση που είχε οραματιστεί το facebook χρόνια πριν από τον δημιουργό του. Κάθε φορά που μπαίνετε στο facebook και αντικρίζετε την ερώτηση «Τι σκέφτεσαι;», ικανή να σας παρασύρει ασυγκράτητα να μας εμπιστευτείτε τις επικές σας μπούρδες, σχεδόν πάντα χωρίς καθόλου φιλτράρισμα και ουσία, να θυμάστε ότι ο Τελιέ κάποτε το έκανε… χίλιες φορές καλύτερα από εσάς, πιο δημιουργικά και κυρίως με περισσότερο χι

Dogs never bite me. Just humans.

    Ψόφια πράγματα το φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης – τουλάχιστον οι επιλογές μου – αλλά μόλις είδα ότι θα προβληθεί «Η εξουσία του σκύλου», που βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Τόμας Σάβατζ, ήξερα ότι θα ρεφάρω γιατί κακό σκυλί ψόφο δεν έχει. Και έτσι έγινε, η ταινία δεν με απογοήτευσε και μου θύμισε πόσο είχα αγαπήσει εκείνο το βιβλίο. Μια παραγωγή του Νέτφλιξ που θα είναι διαθέσιμη στην πλατφόρμα από την 1 Δεκεμβρίου ώστε να προλάβει να κάνει τον κύκλο της στις αίθουσες, με τον Κάμπερμπατς στον ρόλο του Φιλ, τον σωσία του Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν στον ρόλο του Τζορτζ και την ωραία Κίρστεν Ντανστ ως Ρόουζ. Η ταινία, όπως και το βιβλίο, σε πολλούς θα φανούν αργά, αδιάφορα και αλλόκοτα, λόγω του περιεχομένου αλλά η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για αριστοτεχνικές δημιουργίες με βάθος. Αντιγράφω εδώ το κείμενο που είχα γράψει στο «Διαβάζοντας» για να θυμάμαι ότι εκείνη η ανάγνωση μετράει ακόμα μέσα μου· σπάνιο, ομολογουμένως.

Εγώ σε λέω αγάπη

  Οι πιο συνηθισμένοι απατεώνες στην Ελλάδα συνήθως ενδύονται τους υδραυλικούς που ζητάνε 55 ευρώ για μια τρόμπα στο καζανάκι και δεν μπορείς και να τους πεις «Χέσε με ρε μάστορα» γιατί μετά πώς θα τραβήξεις καζανάκι; Στη λογοτεχνία από την άλλη, το να χαρακτηρίσεις για οποιονδήποτε λόγο τον Χέρμαν Μέλβιλ απάτη , το κάνεις μόνο αν εξυπηρετεί την πλοκή! «Γιατί οι πιο τερατώδεις απ’ όλους τους υποκριτές είναι αυτοί ακριβώς οι κερδοσκόποι: υποκριτές δι’ αντιστροφής της πραγματικότητας· υποκριτές στην παρουσίαση των πραγμάτων ως σκοτεινών αντί φωτεινών· ψυχές που ευημερούν χρησιμοποιώντας όχι τη δυστυχία, αλλά το μύθευμα της δυστυχίας· δάσκαλοι της αισχρής τέχνης τού να κατασκευάζεις δυστυχία· κίβδηλοι Ιερεμίες· νόθοι Ηράκλειτοι που, μόλις η πένθιμη μέρα περάσει, επιστρέφουν, σαν απατηλοί Λάζαροι ανάμεσα στους επαίτες, για να ευφρανθούν με τα κέρδη που απέκτησαν από τα προσποιητά έλκη της κεφαλής τους – φαύλοι κερδοσκόποι!» . Θα με αναγκάσετε να κατέβω πορεία στον Λευκό Πύργο όλοι εσείς πο

Γάτα είσαι

  Οι γάτες είναι υπέροχα πλάσματα και αν δεν είσαι επηρεασμένος από τον «Κυνόδοντα» του Λάνθιμου δύσκολα να μην σε γοητεύουν ή έστω να μην τραβούν την προσοχή σου. Μία από τις αγαπημένες μου συνήθειες είναι να παρατηρώ πώς συμπεριφέρονται οι γάτες. Τι γίνεται όμως αν και εκείνες παρακολουθούν με το ίδιο ενδιαφέρον την ανθρώπινη συμπεριφορά; Κάπως έτσι θα σκέφτηκε και ο Ιάπωνας Σόσεκι Νατσούμε και έγραψε ένα αξιαγάπητο βιβλίο· επιπροσθέτως έγραψε ένα από τα λίγα βιβλία που θα ήθελα να είχα γράψει εγώ. Χεστήκαμε τι θα ήθελες να γράψεις εσύ ρε Μαραμπού, και δίκιο έχετε, δεν αντιλέγω, απλώς σκέφτηκα να το αφήσω εδώ να υπάρχει. Γιατί πάντοτε με ενθουσίαζαν εκείνα τα λιγοστά βιβλία ανεπιτήδευτης σοφίας και γατίσιας συμπεριφοράς που συμπύκνωναν όλη την φιλοσοφία τους και την συγγραφική τεχνική τους σε φράσεις όπως η ακόλουθη: «Ορισμένες φορές επινοώ κάποιες ανοησίες και οι άνθρωποι τις παίρνουν στα σοβαρά, αυτό προκαλεί έναν αισθητικό ενθουσιασμό ακραίας κωμικότητας την οποία θεωρώ ενδιαφέρ

Dance with the Devil

  A long time ago in a galaxy (στην επαρχία) far, far away… όταν περνούσα την emo φάση μου και έκλαιγα χωρίς λόγο καθώς να καθάριζα κρεμμύδια είχα ανακαλύψει τυχαία ένα βιβλιαράκι που το αγόρασα με τα πρώτα λεφτά που είχα αποταμιεύσει σε ένα βιβλιάριο τραπέζης που είχε δεν είχε μέσα 30 δραχμαί. Εκείνο το βιβλίο ήτο κάποιου ψιλοάγνωστου Χόφμαν μεταφρασμένο υπό του σπουδαίου Καρυωτάκη – αργότερα, όταν οι ισορροπίες άλλαξαν εντός μου, κατάλαβα ότι ο Χόφμαν λειτούργησε κάπως σαν το… καρυωθραυστικό του ποιητή∙ ξέρω, ξέρω, πάγωσε η θάλασσα μέσα σας, μακάρι να βρείτε ένα βιβλίο να πέσει πάνω της σαν τσεκούρι – «το λογοπαίγνιο είναι ένα καυτό σίδερο για μπούκλες στο χέρι της τρέλας και με δαύτο λυγίζει τις σκέψεις» . Ο λόγος είναι ότι ο Χόφμαν αποδείχθηκε μια εξαίσια διαβολική μορφή της παγκόσμιας λογοτεχνίας και τα παιδιά του κυκλοφορούν ελεύθερα γύρω μας – ευτυχώς για αυτά, και για εμάς, είχε πάντοτε δουλειά, και μάλιστα σημαντική, να γράφει αριστουργήματα.

Του πολέμου / Στο άλογό μου

Τι γιορτάζουμε σήμερα; Το όχι, το ναι, το ίσως; Γιατί, ενώ όλοι ξέρουμε ότι το εθνικό φρόνημα σε ψηλώνει ως άνθρωπο, εξεγειρόμαστε τόσο πολύ όταν κάτι τέτοιο γίνεται και με τεχνητά μέσα, ας πούμε, με δεκάποντες γόβες; Γιατί μετά την παρέλαση όλοι πάμε και πίνουμε φρέντο εσπρέσσο, έναν τόσο χαρακτηριστικά ιταλικό καφέ; Τι θα συμβεί αν σε μία αντιπολιτευτική συνωμοσία όλοι συντονίσουν το... ένα στο δεξί; Το ένα στ' αριστερό αποκτά όντως βαρύνουσα σημασία όταν κυβερνά η Αριστερά, ή απλώς έχουμε συνηθίσει να το θεωρούμε ηθικό πλεονέκτημα της παρέλασης;

Τελειωμένοι

    Είμαστε γεννημένοι ο ένας για τον άλλον. Τέλος. Αυτά στην αρχή, βέβαια. Γιατί μετά, ανάθεμα την ώρα που βρέθηκες μπροστά μου. Αυτή η σχέση των σχέσεων όμως, μπορεί κάλλιστα να επεκταθεί και στα βιβλία. Μόνο που σε μένα λειτούργησε αντίστροφα· ανάθεμα την ώρα που βρέθηκε μπροστά μου, είπα για αυτό το βιβλίο, μου το δάνεισαν επειδή δεν άρεσε (ωραίο προμόσιον), ήθελα από την άλλη να δω και την ταινία του Κάουφμαν , ας πάει στα κομμάτια, θα το ξεκινήσω, με την σκέψη ήδη από την αρχή να βάλω ένα τέλος όταν δω ότι δεν τραβάει το πράγμα. Αλλά, γαμώτο, τραβούσε. Για ελάχιστους αναγνώστες αυτό θα είναι το βιβλίο της ζωής τους, σύμφωνοι. Κι όμως. «Είναι εντυπωσιακό. Όταν βλέπεις κάποιον με τους γονείς του, αποδεικνύεται απτά ότι όλοι είμαστε αποτέλεσμα σύνθεσης» . Όπως ακριβώς και τα αξιανάγνωστα βιβλία, τα συγγραφικά παιδιά των δημιουργών τους – ξεράστε με την ησυχία σας και ελάτε πίσω. Μείνετέ μου πιστοί! Σας αγαπώ !

Η μέθοδος του Κούντερα

  Σε κάποιες περισσότερο κιτς εποχές ένα παρόμοιο χαστούκι σαν εκείνο του Γουίλ Σμιθ είχε ταράξει τα νερά της κοινωνικής μας ζωής. Η Νατάσα Αθήνη είχε χαστουκίσει την Δήμητρα Λιάνη στην παρουσίαση του βιβλίου της «10 χρόνια και 54 μέρες» – βέβαια, τώρα που τα συζητάμε, μπορεί να έχουν περάσει κοντά 30 χρόνια. Μια επισήμανση που μου ήρθε μόλις: όλες οι βιβλιοπαρουσιάσεις είναι για σφαλιάρες∙ συγγραφείς μην πέφτετε σε αυτή την παγίδα, μακριά. Τέλος πάντων, όταν η Δήμητρα δεν έγραφε βιβλία, διάβαζε, λένε, Κούντερα. Τότε ήταν πολύ της μόδας. Κούντερα από εδώ, Κούντερα από εκεί, είχαν τρελαθεί όλοι. Ποιος είναι ρε αυτός ο Κούντερας; Ήταν τελικά ένα πιο λογοτεχνικό Nitro όπως νόμιζαν αρκετοί; Γιατί τόσα χρόνια τον αντιμετωπίζουμε με αβάσταχτη ελαφρότητα; «Γιατί άραγε θέλει να κάνει έρωτα μαζί μου; αναρωτιόταν πολύ συχνά, αλλά δεν έβρισκε απάντηση. Ένα μόνο ήξερε, πως οι σιωπηρές συνευρέσεις τους ήταν αναπόφευκτες, έτσι όπως είναι αναπόφευκτο να σταθεί προσοχή ένας πολίτης ακούγοντας τον εθν

Θα φάτε τα μούτρα σας

  Πού βαδίζει η λογοτεχνία; Όπου και όπως βάδιζε πάντα, ελεύθερη και ασυμβίβαστη, ασυνόδευτη και ασυνόρευτη , πριν έρθει ο (κακός μας) καιρός με την πρόφαση του υποστηρίγματος/«υποστήριξης» κάποιοι να της προσφέρουν τα δεκανίκια της πολιτικής ορθότητας που θα την καθιστούσαν έκτοτε αδιανόητα στάσιμη. «Αυτό που βλέπουμε το σκεφτόμαστε, κι έτσι τελικά δεν το βλέπουμε, λέει ο Όλερ, ενώ άλλοι βλέπουν αυτό που βλέπουν χωρίς πρόβλημα, επειδή δεν το σκέφτονται αυτό που βλέπουν. Αυτό που αποκαλούμε αντίληψη είναι για μας κατά βάση στασιμότητα, ακινησία, τίποτα. Τίποτα. Οτιδήποτε έχει συμβεί το έχουμε σκεφτεί, δεν το έχουμε δει, λέει ο Όλερ» . Είδα και απόειδα λοιπόν με το… φαινόμενο Φερνάντα Μελτσόρ και είπα ό,τι βρέξει ας κατεβάσει! Βαδίζοντας στην εποχή των τυφώνων.