Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Πώς πέρασες τη μέρα σου; - (10 π.μ.)

 
Ο Μπλουμ πηγαίνει στο ταχυδρομείο για να ρωτήσει αν έχει κάποιο γράμμα δίνοντας μια κάρτα με ένα όνομα διαφορετικό από το δικό του: Χένρυ Φλάουερ. Αυτή την κάρτα την κρατάει κρυφή στο εσωτερικό του καπέλου του, κάτι που ήδη μας μισοφανερώθηκε από το προηγούμενο κεφάλαιο. Κρυφοκοίταξε γρήγορα στο μέσα μέρος της δερμάτινης κορδέλας. Άσπρο απόκομμα χαρτιού. Απολύτως ασφαλές. Στο κεφάλαιο «Λωτοφάγοι» ο Τζόυς θυμάται, ανασκευάζει και μυθοποιεί την σύντομη ερωτική σχέση που είχε με την Μάρθα Φλάισμαν από τα τέλη του 1918 έως τον Μάρτιο του 1919.
 
Η Μάρτε δεν εργαζόταν. Περνούσε τον καιρό της καπνίζοντας, διαβάζοντας ρομαντικά μυθιστορήματα και το μόνο που την απασχολούσε ήταν τα λούσα. Ήταν ματαιόδοξη και ήθελε να κάνει την σνομπ. Μόλις πήρε είδηση ότι ο Τζόυς ήταν κατά μία έννοια μία σημαντική προσωπικότητα, έσπευσε να του γράψει, οπότε άρχισε μια αλληλογραφία που κρατήθηκε μυστική τόσο από τη Νόρα όσο και από τον Χίλτπολντ. Η στάση του Τζόυς απέναντι στη Μάρθα είχε όλα τα χαρακτηριστικά της ρομαντικής παράδοσης, με μια περίεργη και αποκαλυπτική εξαίρεση: τα γράμματα που της έστελνε τα υπέγραφε με ελληνικό ε αντί για το λατινικό e στο όνομα James Joyce. Είναι μάλλον απίθανο να είχε σκεφθεί ότι αυτή η ελάχιστη γραφική αλλαγή θα μπορούσε να του φανει χρήσιμη σε επίσημη δικαστική εξέταση του γραφικού του χαρακτήρα. Μάλλον δεν σήμαινε τίποτα περισσότερο από το ότι κρατούσε ένα κομμάτι του εαυτού του σ' αυτήν την αλληλογραφία, διασκεδάζοντας ταυτόχρονα με την ίδια του την ανοησία.
 
Το γράμμα της Μάρθας είναι μια ερωτική απαίτηση να βρεθούν επιτέλους από κοντά.
 
[...] Δεν είσαι ευτυχισμένος στο σπίτι σου μικρό άτακτο παιδί; Μακάρι να μπορούσα να κάνω κάτι για σένα. (...) Αγαπητέ Χένρυ, πότε θα συναντηθούμε; Δεν έχεις ιδέα πόσο συχνά σε σκέφτομαι. (...) Λοιπόν, τώρα ξέρεις τι θα σου κάνω, άτακτο αγόρι, αν δεν γράψεις. Αχ πόσο λαχταρώ να σε συναντήσω. (...) ΥΓ. Πες μου ποιο άρωμα φοράει η γυναίκα σου. Θέλω να ξέρω
 

 
Σύμφωνα με τον Ρίτσαρντ Έλμαν, η σχέση του Τζόυς με την Μάρθα Φλάισμαν μάλλον έμεινε σε πλατωνικό επίπεδο. Άλλωστε στη μετέπειτα ζωή της πάντα εξωράιζε την σχέση με τον Τζόυς παρουσιάζοντάς την σαν eine Platonische Liebe. Η παράλληλη σχέση του Μπλουμ με την Μάρθα Κλίφορντ αφήνει επίσης να εννοηθεί ότι αυτή η Ναυσικά προτιμούσε μάλλον να διεγείρει παρά να ανταποδίδει τον πόθο.
 
Οι σκέψεις του Λεοπόλδου Μπλουμ πάνω στο γράμμα της Μάρθας (Άτακτο αγόρι· τιμωρία· φοβάται τις λέξεις, φυσικά.) τον οδηγούν σε μακρινούς νοητικούς δρόμους ενώ τα βήματά του τον οδηγούν έξω από την εκκλησία των Αγίων Πάντων. Μόλις ο Μπλουμ περνάει το κατώφλι της εκκλησίας, ξαναθυμάμαι γιατί ο Τζόυς είναι ένας συγγραφέας που έχει επηρέασει αποφασιστικά την σκέψη μου! Η Εκκλησία διαχρονικά ενσαρκώνει μία πανίσχυρη εξουσία, κυρίως πνευματική – τα οικονομικά οφέλη έπονται και συνήθως είναι αποτέλεσμα της πνευματικής αποχαύνωσης πολλών πιστών... χορηγών της! Θέλει πολύ θάρρος να τα βάλεις με μια τέτοια θεοφοβούμενη παρακμή. Ο Τζόυς μπορεί να χρειάστηκε να αυτοεξοριστεί για να καταφέρει να πολεμήσει την Καθολική Εκκλησία αλλά αυτό δεν στερεί τίποτα από την λαμπρότητα της επιτυχίας του. Ο Μπλουμ μπαίνει στην εκκλησία να παρακολουθήσει την λειτουργία και αφήνεται να παρασυρθεί από τις βλάσφημες σκέψεις που αισθάνεσαι ότι του προσφέρουν μία χαλαρωτική ικανοποίηση. Σε ένα εντυπωσιακό απόσπασμα ο Τζόυς σεξουαλικοποιεί το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας:
 
Ο παπάς περνούσε μπροστά τους μουρμουρίζοντας, κρατώντας το πράμα στα χέρια του. Σταματούσε σε καθεμία, έβγαζε μια όστια, τίναζε μια σταγόνα ή δύο (είναι μέσα σε νερό;) και την έβαζε νοικοκυρεμένα μέσα στο στόμα της.
 
Στις σελίδες όπου περιγράφεται η σύντομη παρακολουθηση της Θείας Λειτουργίας από τον Μπλουμ, ο Τζόυς μας φανερώνει σε όλο το μεγαλείο της συγγραφικής του δεινότητας, λογοπαίγνια και μεταφορές του λόγου που επαναφέρουν την πίστη μας στον ανθρώπινο λόγο (που κρύβει κάτι θεϊκό) έναντι του θεϊκού (που δεν κρύβει τίποτε ανθρώπινο). Πρώτοι κοινωνοί. Παγωτό χωνάκι μια πένα η μπάλα. Ο Ανευλαβής μας διαφωτίζει, Hokypoky: απάτη, τσαρλατανισμός (επίσης και παγωτό χωνάκι). Παραφθορά του λατινικού «hoc est corpus: τούτο εστί το σώμα μου».
 
Και συνεχίζει, βάζοντας τον Μπλουμ να στοχάζεται πάνω στις γνωστές ονομασίες του Ιησού (Ι.N.R.I. - Iesus Nazarenus Rex Iudaeorum και I.H.S. - Iesus Hominom Salavator) που εμφανίζονται σε διάφορα σημεία της εκκλησίας, δίνοντας μια άλλη, πιο ανθρώπινη νότα στα αρκτικόλεξα. Η Μόλλυ μου το είπε κάποτε όταν την ρώτησα. Έχω αμαρτήσει (I Have Sinned)· ή όχι: έχω υποφέρει (I Have Suffered). Και το άλλο: Σιδερένια καρφιά μπήκαν μέσα (Iron Nails Ran In). Να σημειωθεί εδώ ότι ο Τζόυς συχνά ταύτιζε τον εαυτό του με τον Χριστό, ως ένας άνθρωπος που προδόθηκε και υπέφερε από τους συμπατριώτες του. Επίσης, η «αμαρτία» του Τζόυς είναι ότι απαρνήθηκε την Καθολική Εκκλησία για χάρη της τέχνης του.
 
Ας φύγουμε όμως και μεις από την εκκλησία με τον απαράμιλλο τρόπο του Μπλουμ. Καλύτερα να του δίνω. Αδελφός πορτοφολάς. Θα γυρίσει με τον δίσκο ίσως. Ο Μπλουμ φεύγει από την εκκλησία και περνάει από ένα φαρμακείο για να αγοράσει μία λοσιόν για τη Μόλλυ. Εκεί, παρασύρεται από τις ερεθιστικές μυρωδιές και αγοράζει και ένα σαπούνι γλυκό κερί λεμονιού. Έχει αποφασίσει να κάνει ένα χαλαρωτικό μπάνιο στο τούρκικο χαμάμ πριν την κηδεία. Μετά αισθάνεσαι φρέσκος όλη μέρα. Η κηδεία είναι μάλλον κατηφής. Έχει πεθάνει ο φίλος του Ντίγκναμ, κάτι που πρωτομάθαμε στο προηγούμενο κεφάλαιο – σε αυτό το κεφάλαιο, ο Μπλουμ συναντά στον δρόμο μερικούς από τους φίλους/γνωστούς του Ντίγκναμ και έτσι μαθαίνουμε περισσότερα για τον νεκρό (ή μάλλον μαθαίνουμε λιγότερα, καθώς όπως συμβαίνει και στην καθημερινή ζωή, όταν κάποιος μιλάει για έναν νεκρό που γνώριζε καταλήγει να μιλάει για τον εαυτό του!). Η κηδεία στην πλήρη εξέλιξή της θα μας απασχολήσει στο επόμενο κεφάλαιο που φέρει και τον δυσερμήνευτο(!) τίτλο, «Άδης».
 

 
Όπου και αν πηγαίνει ο Μπλουμ κρατά μια ημερήσια εφημερίδα την οποία χρησιμοποιεί ποικιλοτρόπως: κρύβει μέσα της το γράμμα της Μάρθας, την τυλίγει ρολό και την χτυπάει ρυθμικά καθώς περπατάει, την δανείζει σε έναν γνωστό του για να δει τις ιπποδρομίες, φτιάχνει με αυτήν ένα πακέτο για το σαπούνι που αγόρασε. Ο αναγνώστης δεν μπορεί να την ξεχάσει, σιγά σιγά αισθάνεται ότι την κρατάει και ο ίδιος. Είναι η αρχή αυτού που υποψιαζόσουν ότι αργά ή γρήγορα θα συμβεί – δεν διαβάζεις για μια περιπλάνηση, γίνεσαι ο ίδιος περιπλανώμενος! Τουλάχιστον εγώ, μέσα από αυτό το τέχνασμα της εφημερίδας, συνειδητοποίησα ξεκάθαρα ότι δεν προσπαθώ να χωρέσω τον Μπλουμ μέσα μου, αλλά να χωρέσω εγώ μέσα στον Μπλουμ.
 
Το κεφάλαιο «Λωτοφάγοι» είναι το προσωπικό μου αγαπημένο. Ξέρω ότι υπάρχουν πιο ενδιαφέροντα από αυτό, πιο λογοτεχνικά, πιο εμβληματικά, πιο αριστουργηματικά. Όμως δεν αλλάζω γνώμη, και μην επιμένετε γιατί θα σας κατακεφαλιάσω με την εφημερίδα που κρατάω στο χέρι!

Σχόλια

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

En passant

  Το «Αν πασάν» είναι ένας σκακιστικός κανόνας, περιθωριακός και άγνωστος αλλά ιδιαιτέρως αποτελεσματικός και σημαντικός. Στις αρχικές τους κινήσεις, τα πιόνια έχουν το δικαίωμα να κινηθούν ένα ή δύο τετράγωνα μπροστά. Αν επιλέξουν να κινηθούν δύο τετράγωνα μπροστά και ένα αντίπαλο πιόνι βρίσκεται σε τέτοια θέση ώστε να μπορούσε να το αιχμαλωτίσει αν το πιόνι που κινήθηκε δυο τετράγωνα αποφάσιζε να κινηθεί μόνο ένα, τότε, έχει το δικαίωμα να το αιχμαλωτίσει και σε αυτή την περίπτωση που κάνει δύο βήματα. Έχουμε δηλαδή, αν πασάν... αιχμαλωσία εν τη διελεύσει. Είναι δυσνόητο στην περιγραφή αλλά αρκετά ξεκάθαρο στην πράξη. Βέβαια, όταν είσαι αρχάριος σκακιστής και το συναντήσεις πρώτη φορά σε ηλεκτρονική παρτίδα, τότε πείθεσαι ότι κάποιο «bug» έχει η ιστοσελίδα, ότι σε χακάρανε ή ότι άρπαξες όλες τις ιώσεις του κυβερνοχώρου. Τα βιβλία του Ναμπόκοφ, μου προσφέρουν την ισχυρή εντύπωση ότι αποτελούν ένα συνεχές λογοτεχνικό en passant, σε αιχμαλωτίζουν εν τη διελεύσει.

Το Δώρο

Θα μπορούσε ο Στέφανος Ξενάκης να είναι ο Στέφανος Δαίδαλος του σήμερα; Ή να το αλλάξω κάπως για να ’χουμε καλό ρώτημα: θα μπορούσε ο Τζέημς Τζόυς (μαζί και οι όποιες καλλιτεχνικές μεταμορφώσεις του) να γίνει ένας motivational speaker της σημερινής εποχής; Κανείς πλέον (αν υποθέσουμε ότι μπορούσε κάποτε) δεν διαβάζει τον «Οδυσσέα». Δεν μπορεί να αντέξει ότι αυτό το βιβλίο τον περιγράφει, ακόμα και σήμερα ή και περισσότερο σήμερα, τόσο καλά παρά την μοναδικότητα του κάθε ανθρώπου. Του αφιερώνει μία μέρα τον χρόνο, την σημερινή (παρόλο που άλλαξε η μέρα, το blogger έμεινε σταθερά πίσω!), και μετά τον στέλνει αδιάβαστο. Αν κάποιος όμως του σερβίρει για πρωινό όμορφες φράσεις με γαρνιτ ούρα υπέροχα σκίτσα, τότε μπορεί να νιώσει στιγμιαία χαρά και να βελάζει σαν ανέφελο πρόβατο στα λιβάδια του χρόνου. 

Αποδοχή cookies

«Ευτυχώς, αν θέλει κάποιος να βρει μεστές απόψεις για καλά βιβλία, υπάρχουν ήδη πολύ αξιόλογα βιβλιοφιλικά μπλογκ, όπως το κορυφαίο, του Librofilo ή το αγαπημένο του, του Μαραμπού» . Να ξέρετε ότι όταν μου δίνουν γλυκό, έστω και σε μορφή βιβλίου, το αποδέχομαι αμέσως. Επίσης, να ξέρετε ότι ενίοτε μπορεί να γράφω για βιβλία που δεν έχω διαβάσει, όλοι το κάνουμε αυτό, απλώς οι περισσότεροι εντελώς αποτυχημένα, αλλά ποτέ δεν γράφω για βιβλίο που δεν μου άρεσε προφασιζόμενος το αντίστροφο∙ όλοι το κάνετε και αυτό, απλώς οι περισσότεροι εντελώς αποτυχημένα. Το βιβλίο είναι δώρο της συγγραφέα, καλής διαδικτυακής φίλης, και η άποψή μου για αυτό ολότελα υποκειμενική – ξέρω, απανωτά σοκ! – και ουδεμία σχέση έχει με την αντικειμενική κριτική που από καιρό θα έπρεπε να γίνει αντικείμενο κριτικής, τουλάχιστον στην Ελλάδα. Από το να μασήσω τα λόγια μου, θα προτιμήσω τα μπισκότα. «Όχι πως δεν ήταν επηρεασμένος και από το ιστολόγιο «Πιπέρι και σπασμένες γραμμές» με τις λαχταριστές αναρτήσεις σχετικά ...

Kinds of kindness

Τα περισσότερα μαγαζιά έχουν ήδη στολίσει με ελλειμματικό γούστο, οι κουραμπιέδες άρχισαν να ανταγωνίζονται τα μελομακάρονα – και τα δυο μαζί την Dubai chocolate –, η Black Friday με τις ασυναγώνιστες τιμές της θα κοντράρει στα ίσα την αληθινή ύπαρξη του ΑΙ Βασίλη, ο καιρός προσπαθεί να τα βρει με τον απορυθμισμένο θερμοστάτη του και γενικά είμαστε μια ωραία ατμόσφαιρα είμαστε. Και μέσα σε όλα αυτά, οι δημοσιογράφοι, οι αθλητές, η εκκλησία, τα ιδρύματα, οι πολιτικοί (που είναι για τα ιδρύματα) θα δείξουν το καλοσυνάτο πρόσωπό τους στους ταλαίπωρους ετούτου του κόσμου. Και μην ξεχνάμε, ότι κυρίως τα Χριστούγεννα είναι για τα παιδιά – και για όλα εκείνα που γιόρταζε η πρόσφατη «Παγκόσμια Ημέρα κατά της Κακοποίησης των παιδιών». «Πάντοτε, τα Χριστούγεννα έβγαζαν στους ανθρώπους τον καλύτερο αλλά και τον χειρότερο εαυτό τους».    

Ασκήσεις μνήμης

  Τις ασκήσεις ύφους τις κατέκτησε σε βαθμό που λίγοι συγγραφείς φτάνουν , με τις ασκήσεις μνήμης όμως κανείς άνθρωπος δεν τα βγάζει εύκολα πέρα. Όλοι μας γράφουμε autofiction από 8 χρονών – Περιγράψτε μας τα πιο ωραία σας Χριστούγεννα – τα νεύρα μου! Το autofiction πλέον μοιάζει να είναι ένας ευφημισμός για να αποδεχόμαστε κάποιες συγγραφικές μετριότητες ως κάτι παραπάνω από αυτό που είναι. Είναι προσβολή να θεωρείς ότι ο Τζόυς ή ο Σελίν (που επιτέλους σε λίγες μέρες θα εκδοθεί το «Θάνατος επί πιστώσει»∙ Γκάλοπ: ποιο άργησε περισσότερο; Το Μετρό Θεσσαλονίκης ή το βιβλίο του Σελίν;) έγραψαν autofiction. Το ίδιο ισχύει και για τον Καλβίνο στη συγκεκριμένη συλλογή. Δεν θα ξεχάσουμε και αυτά που ξέρουμε! «Μόνο πετώντας πράγματα μπορώ να βεβαιωθώ πως ακόμα δεν έχει πεταχτεί κάτι από μένα, κάτι που ίσως να μην είναι ούτε και θα είναι για πέταμα» .  

Βαρύ περιστατικό

Συγγραφείς με χιούμορ δεν χαίρουν ιδιαίτερης εκτίμησης, θεωρώ, από το αναγνωστικό κοινό. Ποιος ξέρει πόσα ελαττώματα πασχίζει να κρύψει πίσω από αυτό, θα σκέφτονται, και δεν μπορεί, κάποιο ελάττωμα θα έχει να κάνει σίγουρα και με την συγγραφή. Επίσης το χιούμορ αξιώνει ευφυΐα και το κοινό δεν θέλει να περνιέται για ηλίθιο. Ο Άμπροουζ Μπιρς με τις διάσημες σατιρικές ιστορίες του και τα σκωπτικά λήμματα θα μπορούσε να θεωρηθεί ένας τέτοιος∙ καλός για να χαμογελάμε πού και πού, μας κάνει ενίοτε και τον έξυπνο, αλλά δεν πειράζει, καλή καρδιά. Ίσως να ήταν έτσι – αν και δεν συμμερίζομαι καθόλου αυτή την άποψη – αν δεν έγραφε τα διηγήματα από τις εμπειρίες του στον Αμερικανικό Εμφύλιο. Σκλάβος του για πάντα!    

The Elephant Man

Υπάρχει ένας ελέφαντας στο δωμάτιο – όχι ρε, δεν εννοώ εσάς, φάτε ελεύθερα όσο θέλετε! – και αυτός δεν είναι άλλος από τον ίδιο τον άνθρωπο. Οξύμωρο, καταλαβαίνω, αλλά στο περίκλειστο δωμάτιο που είναι ο κόσμος ολάκερος, αν θες να παραμένεις ανθρώπινος πρέπει να έχεις καρφωμένα τα μάτια σου στον ελέφαντα. «–Είναι επειδή, με τον τρόπο που ο κερατάς σου παρουσιάζει τα πράγματα, παραέδινε την εντύπωση ότι έφτυνε κατάμουτρα το είδος για το οποίο πέθανε ο Κύριός μας. Δεν είχες την αίσθηση ότι υπέγραφες υπέρ των ελεφάντων αλλά εναντίον των ανθρώπων» . Διαβάζω το βιβλίο του Ρομαίν Γκαρύ περίπου από τον Ιούλιο, κυρίως επειδή τα μεγάλα βιβλία τα διαβάζω τραπεζίως , δηλαδή ανάμεσα σε άλλα μικρότερα αναγνωστικά γεύματα (και τις τελευταίες μέρες και κυριολεκτικά)∙ αλλά αυτό δεν με ενοχλεί καθόλου γιατί υπήρξε ένα από τα καλύτερα βιβλία που διάβασα τα πολλά τελευταία χρόνια, και αν δεν ανανέωσε την πίστη μου στον άνθρωπο, τουλάχιστον ανανέωσε εκείνη στο μυθιστόρημα: «ο καθείς και οι ελέφαντές του, ...

100% cotton

Μπορεί τον τελευταίο χρόνο να δουλεύω στον τριτογενή τομέα παραγωγής και συγκεκριμένα σε στεγνοκαθαριστήριο – φροντίζοντας να μην τα κάνω μούσκεμα με τα ρούχα… ενώ τα κάνω μούσκεμα! – και να χαζεύω στα ταμπελάκια τι ποσοστό επί τοις εκατό βαμβάκι περιέχουν – πολυεστέρα, κερδάμε! – αλλά υπήρξαν σκληρές εποχές που δεν βελτιώθηκαν και ιδιαίτερα για πολλούς ανθρώπους, που για 100% βαμβάκι πληρωνόσουν ένα υποπολλαπλάσιό του και θα έπρεπε να λες και ευχαριστώ από πάνω. «Η αχαριστία αποτελεί συστατικό στοιχείο του χαρακτήρα των ανθρώπων σε τέτοιο βαθμό, που είναι προτιμότερο να τη θεωρεί κανείς προκαταβολικά δεδομένη και να μη στενοχωριέται» . Εδώ το ίδιο σου το πλυντήριο δεν είναι αξιόπιστο (στους χρόνους) και δεν λέει την αλήθεια, γιατί περιμένεις να το κάνουν οι άνθρωποι;

Το κτίσμα

  Τώρα που έφτασε αισίως 46 Αυγούστου και χειμώνιασε για τα καλά, ποιος δε θα ήθελε να διαβάσει μία καλή ιστορία δίπλα στο τζάκι! Τι γίνεται όμως αν το τζάκι, και συγκεκριμένα η καμινάδα, είναι το θέμα της ίδιας της ιστορίας; Μην σας παγώνει αυτό, γιατί την ιστορία την έγραψε ο Χέρμαν Μέλβιλ και τίποτα δεν μπορεί να πάει στραβά όταν συμβαίνει αυτό. Η λογοτεχνία του είναι πάντα πρόσφορη σε αναλύσεις που θεωρητικά θα βελτίωναν την κατανόηση που κρύβεται βαθιά στα θεμέλια κάθε έργου του, αλλά ταυτόχρονα ίσως θα κατέστρεφε τα οφέλη που υπάρχουν στα υψηλότερα διανοητικά πατώματα, απόρροια της μαγευτικής του αρχιτεκτονικής γραφής – «Ή, μάλλον, αυτή η ίδια δίνει απαντήσεις ασταμάτητα, ασταμάτητα ταλανίζοντάς με μ’ αυτή την τρομερή της ζέση για βελτίωση, η οποία δεν είναι παρά μια ελαφρότερη απόδοση της λέξης καταστροφή».

Σαν ναυαγοί, σαν ροβινσώνες

Ο βιασμός ενός βιβλίου και ενός συγγραφέα γίνεται με τις διασκευές . Συγγραφείς μεγάλου βεληνεκούς και εξαιρετικού κύρους όπως ο Ντάνιελ Ντιφόου, ο Ρόμπερτ Στήβενσον, ο Ιούλιος Βερν και ο Τζόναθαν Σουίφτ (με την ευκαιρία, να ξαναπώ ότι «Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ» είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία. Δεν είναι απλώς ένα από τα καλύτερα βιβλία του είδους· ή του 18ου αιώνα· ή της αγγλοσαξονικής λογοτεχνίας. Πέρα από κάθε είδους περιορισμό, τροπικό, χρονικό ή χωρικό, το βιβλίο του Σουίφτ είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία που έχουν γραφτεί επί γης) αντιμετωπίζονται από το αναγνωστικό συγγραφικό φαντασιακό σαν μικρομέγαλοι συγγγραφίσκοι που είχαν κόλλημα με την παιδική ηλικία και ανακλύκλωναν απλοϊκές ιστορίες που δεν πρέπει να διαβάζονται μετά τα δώδεκα – λες και το να είσαι παιδί είναι ιδιότητα μόνο ενός παιδιού. Κούνια που σας κούναγε!